Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό New Politics, vol. 6, no. 3(23), το καλοκαίρι του 1997 και είναι διαθέσιμο από την σελίδα The Anarchist Library. Ο Michael Löwy είναι κοινωνιολόγος, φιλόσοφος και συγγραφέας.  Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

Το έργο του Franz Kafka σαφώς και δεν μπορεί να συμπυκνωθεί σε κάποιο πολιτικό δόγμα οποιασδήποτε μορφής. Ο Kafka δεν έδωσε ομιλίες αλλά δημιούργησε άτομα και καταστάσεις. Στο έργο του, εξέφρασε το Stimmung ή μια αίσθηση συναισθημάτων και στάσεων. Ο συμβολικός κόσμος της λογοτεχνίας δεν μπορεί να περιοριστεί στον φλύαρο κόσμο των ιδεολογιών. Το λογοτεχνικό έργο δεν είναι ένα αφηρημένο εννοιολογικό σύστημα παρόμοιο με ένα φιλοσοφικό ή πολιτικό δόγμα, αλλά μάλλον η δημιουργία ενός συγκεκριμένου φανταστικού συνόλου ατόμων και πραγμάτων.

Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν πρέπει να είναι εμπόδιο στη χρήση των περασμάτων, των γεφυρών και των υπόγειων δεσμών μεταξύ του αντιεξουσιαστικού πνεύματος, της ελευθεριακής ευαισθησίας του και των συμπαθειών του προς τον αναρχισμό από την μια και των κύριων κειμένων από την άλλη. Αυτά τα περάσματα μας παρέχουν προνομιακή πρόσβαση σε αυτό που μπορεί να χαρακτηριστεί ως το εσωτερικό τοπίο του έργου του Kafka.

Οι σοσιαλιστικές τάσεις του Kafka φάνηκαν από πολύ νωρίς στη ζωή του. Σύμφωνα με τον παιδικό φίλο και συμμαθητή του – τον Hugo Bergmann, με τον οποίο είχαν μια μικρή παρεξήγηση κατά τη διάρκεια του τελευταίου ακαδημαϊκού έτους (1900-1901) τους, επειδή «ο σοσιαλισμός του και ο σιωνισμός μου ήταν ιδιαίτερα ασύμφωνοι». Για τι είδους σοσιαλισμό μιλάμε;

Οι μαρτυρίες τριών Τσέχων συγχρόνων του δείχνουν τη συμπάθεια του Kafka για τους Τσέχους ελευθεριακούς σοσιαλιστές και τη συμμετοχή του σε κάποιες από τις δραστηριότητές τους. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο Max Brod έκανε μια έρευνα για το μυθιστόρημά του Stefan Rott, που εκδόθηκε το 1931. Κατά τη διάρκεια των ερευνών του, ένας από τους ιδρυτές του τσεχικού αναρχικού κινήματος – ο Michal Kacha – πληροφόρησε τον Brod ότι ο Kafka πήγαινε στις συναντήσεις του Mladych Klub (Λέσχη Νεολαίας), που ήταν ελευθεριακός, αντιμιλιταριστικός και αντικληρικαλιστικός οργανισμός με τον οποίο συσχετίστηκαν πολλοί Τσέχοι συγγραφείς, όπως ο Stanislav Neumann, ο Michal Mares και ο Jaroslav Hasek. Οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώθηκαν αργότερα από άλλη πηγή και ενσωματώθηκαν στο έργο του. Στο μυθιστόρημά του, ο Brod αναφέρει ότι ο Kafka:

«Συχνά παρακολουθούσε τις συναντήσεις της ομάδας και κάθονταν εκεί χωρίς να πεί ούτε μια λέξη. Ο Kacha συμπαθούσε τον Kafka και τον αποκαλούσε ‘Klidas’, που μπορεί να μεταφραστεί ως ‘σιωπηλός’ ή, ακριβέστερα στη τσεχική καθομιλουμένη, ως ‘κολοσσός της σιωπής’.»

Ο Brod δεν αμφέβαλε ποτέ για την ειλικρίνεια αυτής της μαρτυρίας, την οποία ανέφερε ξανά στη δική του βιογραφία του Kafka.

Η δεύτερη μαρτυρία έρχεται από τον αναρχικό συγγραφέα – Michal Mares – ο οποίος είχε γνωρίσει την Kafka συναντώντας τον συχνά στο δρόμο καθώς ήταν γείτονες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Mares που δημοσίευσε ο Klaus Wagenbach το 1958, ο Kafka είχε αποδεχτεί την πρόσκλησή του τον Οκτώβριο του 1909 για να λάβει μέρος σε μια διαδήλωση εναντίον της εκτέλεσης του Ισπανικού φιλελεύθερου καθηγητή Francisco Ferrer. Κατά τη διάρκεια του 1910-1912, ο Kafka παρακολούθησε αναρχικά συνέδρια για τον ελεύθερο έρωτα, την Κομμούνα του Παρισιού, την ειρήνη, για την διαμαρτυρία για την εκτέλεση του ακτιβιστή του Παρισιού – Liabeuf, που οργανώθηκαν από τη Λέσχη Νεολαίας, τον αντιμιλιταριστικό και αντικληρικαλιστικό Σύλλογο Vilem Koerber και το Τσεχικό Αναρχικό Κίνημα. Ο Mares ισχυρίζεται επίσης ότι ο Kafka είχε πληρωσει μια εγγύηση πέντε κορωνών για να βγάλει από τη φυλακή τον φίλου του. Όπως και ο Kacha, ο Mares τόνισε τη σιωπή του Kafka:

«Από όσο γνωρίζω, ο Kafka δεν ανήκε σε καμία από αυτές τις αναρχικές οργανώσεις, αλλά ως άνθρωπος που ήταν εκτεθειμένος και ευαίσθητος στα κοινωνικά προβλήματα, τις συμπαθούσε ιδιαίτερα. Ωστόσο, παρά το ενδιαφέρον του για αυτές τις συναντήσεις, δεδομένης της συχνής συμμετοχής του, δεν συμμετείχε ποτέ στις συζητήσεις.»

Το ενδιαφέρον αυτό είναι εμφανές από τα αναγνώσματα του – Τα Λόγια ενός Επαναστατημένου του Kropotkin που ήταν δώρο από τον Mares και τα κείμενα των αδελφών Reclus, Mikhail Bakunin και Jean Grave. Επίσης συνέβαλλαν στις συμπάθειες του:

«Η μοίρα του Γάλλου αναρχικού, Ravachol, ή η τραγωδία της Emma Goldman, που επιμελούνταν το Mother Earth, τον άγγιξαν πολύ βαθιά.»

Αυτή η μαρτυρία εμφανίστηκε αρχικά σε ένα τσεχικό περιοδικό το 1946 σε μια ελαφρώς διαφορετική εκδοχή και πέρασε απαρατήρητη. Το 1958 ο Karl Wagenbach δημοσίευσε το αξιοσημείωτο βιβλίο του για τη νεανική ηλικία του Kafka, που ήταν το πρώτο που έριξε φως στους δεσμούς του συγγραφέα με την ελευθεριακή κουλτούρα της Πράγας. Το βιβλίο ανατύπωσε τη μαρτυρία του Mares με τη μορφή παραρτήματος, αλλά στη περίπτωση αυτή, οι πληροφορίες προκάλεσαν μια σειρά πολεμικών που αμφισβήτησαν την αξιοπιστία του περιεχομένου της.

Το τρίτο αποδεικτικό είναι το Conversations with Kafka του Gustav Janouch, το οποίο πρωτοεμφανίστηκε το 1951 και επανεκδόθηκε το 1968 σε μια ιδιαίτερα συμπληρωμένη έκδοση. Η μαρτυρία αυτή αφορά συναντήσεις με τον συγγραφέα στην Πράγα που ξεκίνησαν το 1920, κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του και που δείχνουν ότι ο Kafka διατήρησε τη συμπάθειά του προς τους ελευθεριακούς μέχρι το τέλος. Όχι μόνο περιγράφει τους Τσεχικούς αναρχικούς ως «πολύ ευγενικούς και ενθουσιώδεις», «τόσο ευγενικούς και φιλικούς, που αισθάνεσαι την υποχρέωση να πιστέψεις κάθε τους λέξη», αλλά οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες που εξέφρασε κατά τη διάρκεια αυτών των συνομιλιών διατηρούσαν την ισχυρή επιρροή της ελευθεριακής σκέψης.

Πάρτε για παράδειγμα τον ορισμό του καπιταλισμού ως «σύστημα σχέσεων εξάρτησης» όπου «τα πάντα τοποθετούνται ιεραρχικά και τα πάντα είναι σε αλυσίδες». Αυτή η δήλωση είναι συνήθως αναρχική λόγω της έμφασης που δίνει στον αυταρχικό χαρακτήρα του συστήματος και όχι στην οικονομική εκμετάλλευση όπως στον μαρξισμό. Ακόμη και η σκεπτικιστική του στάση απέναντι στο οργανωμένο εργατικό κίνημα φαίνεται να εμπνέεται από τις ελευθεριακές υποψίες του έναντι των κομμάτων και των πολιτικών θεσμών. Πίσω από τους εργάτες που διαδήλωναν:

«Υπάρχουν οι γραμματείς, οι γραφειοκράτες, οι επαγγελματίες πολιτικοί, όλοι οι σύγχρονοι σουλτάνοι για τους οποίους ανοίγουν τον δρόμο προς την εξουσία… Η επανάσταση εξανεμίστηκε και το μόνο που παραμένει είναι η λάσπη μιας νέας γραφειοκρατίας. Οι αλυσίδες της βασανισμένης ανθρωπότητας σχηματίζονται από τα επίσημα έγγραφα των υπουργείων.»

Στη δεύτερη έκδοση του 1968, η οποία υποτίθεται ότι περιλαμβάνει την πλήρη εκδοχή των σημειώσεων του Janouch, χαμένες μετά τον πόλεμο και που ξαναβρέθηκαν πολύ αργότερα, περιλαμβάνεται την ακόλουθη συνομιλία με τον Kafka:

«Έχετε μελετήσει τη ζωή του Ravochol;

Ναι και όχι μόνο του Ravochol αλλά και τις ζωές διαφόρων άλλων αναρχικών. Έχω βυθιστεί στις βιογραφίες και τις ιδέες των Godwin, Proudhon, Stirner, Bakunin, Kropotkin, Tucker και Tolstoi. Έχω έρθει σε επαφή με διάφορες ομάδες και παρακολούθησα συναντήσεις. Με λίγα λόγια, έχω επενδύσει πολύ χρόνο και χρήματα σε αυτό. Το 1910 έλαβα μέρος σε συναντήσεις που πραγματοποιούσαν Τσέχοι αναρχικοί σε μια ταβέρνα στο Κάρλιν που ονομάζεται Zum kannonenkreuz όπου συναντιόνταν η αναρχική Λέσχη Νεολαίας… Ο Max Brod με συνόδευσε πολλές φορές σε αυτές τις συναντήσεις, αλλά, σε γενικές γραμμές, δεν τις βρήκε πολύ ευχάριστες… Για μένα, ήταν πολύ σοβαρή δουλειά. Βρισκόμουν στο μονοπάτι της Ravachol. Με οδήγησε κατευθείαν στον Erich Muehsam, στον Arthur Holitscher και στον Βιεννέζο αναρχικό Rudolf Grossmann… Όλοι προσπάθησαν δίχως αναγνώριση να πραγματώσουν την ανθρώπινη ευτυχία, τους κατάλαβα, αλλά… δεν μπόρεσα να συνεχίσω μαζί τους για πολύ.»

Κατά τη γενική άποψη των σχολιαστών, αυτή η δεύτερη έκδοση είναι λιγότερο αξιόπιστη από την πρώτη, κυρίως χάρη στη μυστηριώδη προέλευσή των σημειώσεων που χάθηκαν και βρέθηκαν ξανά τώρα. Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ένα προφανές σφάλμα σε ένα συγκεκριμένο σημείο ενδιαφέροντος για εμάς. Κατά τη δική του μαρτυρία, ο Max Brod όχι μόνο δεν πήγε ποτέ μαζί με τον φίλο του στις συναντήσεις του αναρχικού συλλόγου, αλλά αγνοούσε επίσης τη συμμετοχή της Kafka στη δραστηριότητα των ελευθεριακών στην Πράγα.

Η υπόθεση που προκύπτει από τα κείμενα – το ενδιαφέρον του Kafka για τις ελευθεριακές ιδέες – επιβεβαιώνεται από μερικές αναφορές στα ιδιωτικά του γραπτά. Για παράδειγμα, βρίσκουμε αυτή την κατηγορηματική αναφορά στο ημερολόγιό του: «Μην ξεχάσετε τον Kropotkin!»

Σε μια επιστολή του Νοέμβρη του 1917 προς τον Max Brod, εξέφρασε τον ενθουσιασμό του για ένα εγχείρημα του περιοδικού News of the Fight Against the Will of Power, που πρότεινε ένας φροϋδικός αναρχικός – ο Otto Gross. Ούτε πρέπει να παραβλέπουμε το ελευθεριακό πνεύμα που φαίνεται να εμπνέει μερικές από τις δηλώσεις του. Ένα παράδειγμα είναι η λακωνική, καυστική παρατήρηση που ανέφερε μια μέρα στον Max Brod μιλώντας για το μέρος που εργάζονταν – το Γραφείο Κοινωνικής Ασφάλισης όπου οι εργάτες που ήταν θύματα ατυχημάτων πήγαν να κάνουν αιτήματα για τις υποθέσεις τους:

«Πόσο ταπεινοί είναι αυτοί οι άνθρωποι. Έρχονται να ικετεύσουν στα πόδια μας αντί να εισβάλλουν στο κτίριο και να το απογυμνώσουν. Έρχονται να ικετεύσουν στα πόδια μας.»

Πολύ πιθανόν, οι διάφορες μαρτυρίες – ιδιαίτερα οι δύο τελευταίες – να περιέχουν ανακρίβειες και υπερβολές. Όσον αφορά τον Mares, ο Klaus Wagenbach αναγνώρισε ότι «ορισμένες λεπτομέρειες είναι ίσως ψευδείς» ή, τουλάχιστον, «υπερβολικές». Ομοίως, σύμφωνα με τον Max Brod, ο Mares όπως πολλοί άλλοι σύγχρονοι του που ήξεραν τον Kafka «τείνουν να υπερβάλλουν», ιδιαίτερα όσον αφορά την έκταση της στενής τους φιλίας με τον συγγραφέα.

Είναι άλλο πράγμα να παρατηρήσουμε τις αντιφάσεις ή τις υπερβολές σε αυτά τα στοιχεία, αλλά είναι εντελώς άλλο να τα απορρίψουμε στο σύνολό τους, χαρακτηρίζοντας τις πληροφορίες σχετικά με τους δεσμούς μεταξύ του Kafka και των Τσέχων αναρχικών ως «καθαρό μύθο». Αυτή είναι η στάση ορισμένων ειδικών, μεταξύ των οποίων είναι ο Eduard Goldstücker, ο Hartmut Binder, ο Ritchie Robertson και ο Ernst Pawel. Ο πρώτος είναι Τσέχος κομμουνιστής κριτικός λογοτεχνίας και οι άλλοι τρεις είναι συντάκτες βιογραφιών του Kafka, των οποίων η αξία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Σύμφωνα με τον Goldstücker, «ο κύριος λόγος του σκεπτικισμού μου για το μύθο της παρατεταμένης και στενής επαφής μεταξύ Kafka και των αναρχικών κομμουνιστών είναι το γεγονός ότι σε κανένα κομμάτι του έργου του Kafka δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ήταν εξοικειωμένος με τη σκέψη τους.». Κατά την άποψή του, η στάση του Kafka απέναντι στην εργατική τάξη δεν ήταν αυτή του «σύγχρονου σοσιαλισμού» αλλά μάλλον εκείνη των ουτοπικών σοσιαλιστών «που προηγούνταν κατά πολύ του Marx».

Μερικές παρατηρήσεις σχετικά με αυτή την περίεργη συλλογιστική:

  1. Ο όρος «αναρχοκομμουνισμός» δεν επαρκεί για να περιγράψει λέσχες με τόσο ευρύ φάσμα προσανατολισμών που κυμαίνονται από τον αναρχοσυνδικαλισμό μέχρι τον ελευθεριακό πασιφισμό.
  2. Ο αναρχισμός δεν ορίζεται από μια κοινή στάση απέναντι στην εργατική τάξη (υπάρχουν διαφορετικές θέσεις για το θέμα αυτό στην ελευθεριακή παράδοση), αλλά με την απόρριψη όλων των εξουσιών και του κράτους ως θεσμοθετημένης εξουσίας.
  3. Το αναρχικό δόγμα δημιουργήθηκε πριν από τον Marx και ο ελευθεριακός σοσιαλισμός δεν συγκροτείται σε σχέση με το έργο του.

Ο Hartmut Binder είναι ο συντάκτης μιας πολύ λεπτομερούς και εμεπεριστατωμένης βιογραφίας του Kafka. Είναι επίσης ο πιο ενεργητικός υποστηρικτής της θέσης ότι οι δεσμοί μεταξύ του Kafka και της αναρχικής κοινότητας της Πράγας είναι ένας «μύθος» που ανήκει στο «βασίλειο της φαντασίας». Ο Klaus Wagenbach κατηγορείται ότι χρησιμοποίησε πηγές «οικείες στην ιδεολογία του» όπως οι Kacha, Mares και Janouch οι οποίες στερούνται «αξιοπιστίας ή ακόμη είναι και εσκεμμένη παραποίηση».

Κατά τη γνώμη του Binder:

«Το απλό γεγονός ότι ο Brod δεν για έμαθε αυτές τις εικαζόμενες δραστηριότητες παρά μόνο αρκετά χρόνια μετά το θάνατο του Kafka… σε μεγάλο βαθμό δίνει βάρος στην υπόθεση ενάντια στην αξιοπιστία αυτών των πληροφοριών. Επειδή είναι σχεδόν αδιανόητο ο Brod που πήγε δύο ταξίδια αναψυχής με τον Kafka κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου και με τον οποίο συναντιόνταν καθημερινά… θα μπορούσε να αγνοεί το ενδιαφέρον του καλύτερου φίλου του για το αναρχικό κίνημα…».

Αν αυτό είναι πραγματικά αδιανόητο (το ‘σχεδόν’ αφήνει ένα περιθώριο αμφιβολίας …), τότε γιατί η κεντρική φιγούρα, δηλαδή ο Max Brod, θεωρούσε αυτές τις πληροφορίες απόλυτα αξιόπιστες αφού τις χρησιμοποίησε τόσο στο μυθιστόρημά του Stefan Rott και στη βιογραφία του φίλου του;

Η ίδια κριτική ισχύει και για ένα ακόμη επιχείρημα του Binder:

«Να παρακολουθεί σε ένα καφέ γεμάτη καπνό στις πολιτικές συζητήσεις μιας ομάδας που ενεργεί εκτός νόμου… Αυτή είναι μια κατάσταση που είναι αδιανόητη για κάποιον που έχει την προσωπικότητα του Kafka».

Ωστόσο, αυτή η κατάσταση δεν φαινόταν περίεργη στον Max Brod, ο οποίος γνώριζε επίσης λίγα πράγματα για την προσωπικότητα του Kafka… Στην πραγματικότητα, τίποτα στο έργο του Kafka δεν μας οδηγεί στο να πιστέψουμε ότι είχε τέτοιο προκατειλημμένο σεβασμό προς τον νόμο!

Σε μια προσπάθεια να διαψεύσει, μια και καλή, τη μαρτυρία του Michal Mares, ο Binder αναφέρεται επιμόνως σε μια επιστολή του Kafka προς τη Milena Jesenska-Polak, στην οποία αναφέρεται στη Mares ως «ένα απλό γνωστό που χαιρετά». Ο Binder αναφέρει το ακόλουθο επιχείρημα:

«Ο Kafka υπογραμμίζει ρητά ότι η σχέση του με τη Mares είναι μόνο αυτή της Gassenbekanntschaft (απλή γνωριμία). Αυτή είναι η σαφέστερη ένδειξη ότι ο Kafka δεν πήγε ποτέ στις αναρχικές συναντήσεις».

Το λιγότερο που μπορεί κανείς να πει για αυτό τη γραμμή επιχειρημάτων είναι ότι μια προφανής μη-ακολουθία βρίσκεται ανάμεσα στην αρχή και το συμπέρασμα! Ακόμη και αν οι συναντήσεις τους περιορίζονταν σε συναντήσεις στο δρόμο επειδή το σπίτι του Kafka ήταν κοντά στη δουλειά του Mares, αυτό δεν εμποδίζει το Mares να δίνει βιβλιογραφία και να προσκαλεί τον Kafka σε συναντήσεις και διαδηλώσεις επιβεβαιώνοντας την παρουσία του σε ορισμένες από αυτές τις δραστηριότητες, κάνοντάς του ακόμη και δώρο ένα βιβλίο του Kropotkin σε μια περίσταση.

Ως σημαντική απόδειξη των δεσμών του με την Kafka, ο Mares είχε στην κατοχή του μια κάρτα που του έστειλε ο συγγραφέας με ημερομηνία 9 Δεκεμβρίου 1910. Αν και αυτό είναι αδύνατο να εξακριβωθεί, ο Mares ισχυρίστηκε επίσης ότι έλαβε αρκετές επιστολές από τον φίλο του που χάθηκαν κατά τις πολυάριθμες έρευνες στο σπίτι του, στις οποίες υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ο Binder δεν αμφισβητεί την ύπαρξη αυτού του εγγράφου, αλλά, επικαλούμενος το γεγονός ότι η κάρτα απευθύνονταν στον «Josef Mares» και όχι στον Michal, ισχυρίζεται που προσφέρει νέες αποδείξεις για τις «φαντασίες» που επινόησε ο μάρτυρας. Φαίνεται τελείως απίθανο ότι ένα χρόνο μετά τη συνάντηση με τον Mares και την παρουσία του σε πολλές συναντήσεις της Λέσχης Νεολαίας μαζί του, ο Kafka «να μην γνωρίζει καν το σωστό όνομα του». Αυτό το επιχείρημα δεν αντέχει για έναν πολύ απλό λόγο. Σύμφωνα με τη γερμανική έκδοση της αλληλογραφίας μεταξύ Kafka και Milena, το αρχικό όνομα Kacha δεν ήταν Michal, αλλά… Josef.

Ολόκληρη η συζήτηση στο βιβλίο του Hartmut Binder δίνει την οδυνηρή εντύπωση ότι είναι μια σκόπιμη και συστηματική προσπάθεια να αδράξει κάθε μικρό πρόσχημα. Ο στόχος του φαίνεται να είναι να εξαλείψει από την εικόνα του Kafka αυτό που οι συντηρητικοί θα θεωρούσαν τη σκοτεινή σκιά υποψίας ότι συμμετείχε σε συναντήσεις που διοργάνωναν οι ελευθεριακοί της Πράγας.

Λίγα χρόνια αργότερα, στη βιογραφία του Kafka, η οποία, παρεμπιπτόντως, είναι ένα βιβλίο που αξίζει μεγάλη προσοχή, ο Ernst Pawel φαίνεται να υποστηρίζει τη θέση του Binder. Σύμφωνα με τα λόγια του, είναι καιρός να «τελειώνουμε με ένα από τους μεγάλους μύθους» για τον Kafka. Αυτός είναι ο «μύθος ενός συνωμότη Kafka που εργάζεται μέσα στην τσεχική αναρχική ομάδα που ονομάζεται Λέσχη Νεολαίας». Αυτός ο μύθος είναι το προϊόν της «γόνιμης φαντασίας του πρώην αναρχικού Michal Mares, που με τα κάπως φανταστικά απομνημονεύματά του που δημοσιεύθηκε το 1946 περιγράφει τον Kafka ως φίλο και σύντροφο που συμμετείχε σε αναρχικές συναντήσεις και διαδηλώσεις:

«Αυτή η αφήγηση είναι απολύτως απαλλαγμένη από όλα όσα είναι γνωστά για τη ζωή, τους φίλους και το χαρακτήρα του. Γιατί να θέλει να κρύψει την ενασχόληση του από τους στενούς φίλους τους οποίους έβλεπε σε καθημερινή βάση».

Αυτός ο «μύθος» είναι εύκολο να καταρριφθεί, γιατί δεν έχει καμία ομοιότητα με το τι ισχυρίστηκε κάποια από τις συγκεκριμένες πηγές. Οι Mares, Janouch, και Kacha (που δεν αναφέρεται από τον Pawel) ποτέ δεν είπαν ότι ο Kafka ήταν «συνωμότης σε κάποια αναρχική ομάδα». Ο Mares επέμεινε ρητά στο γεγονός ότι ο Kafka δεν ήταν μέλος οποιουδήποτε οργανισμού. Σε κάθε περίπτωση, ο Kafka δεν συμμετείχε σε «συνωμοσίες» αλλά συμμετείχε σε συναντήσεις οι οποίες, τις περισσότερες περιπτώσεις, ήταν ανοικτές στο κοινό. Όσο για τη «κρατούσε μυστικά από τους στενούς φίλους του» δηλαδή τον Max Brod, έχουμε ήδη αποδείξει την ανοησία αυτής της επιχειρηματολογίας.

Ο Ernst Pawel παρέχει ένα άλλο επιχείρημα για να ενδυναμώσει τη θέση του. Τα αρχεία της αστυνομίας της Πράγας «δεν περιέχουν την παραμικρή αναφορά για τον Kafka.» Το επιχείρημα είναι ανεπαρκές. Είναι μάλλον απίθανο η αστυνομία να κρατούσε τα ονόματα όλων εκείνων που παρακολούθησαν δημόσιες συναντήσεις που οργανωνόταν από τις διάφορες ελευθεριακές ομάδες. Τους ενδιέφεραν οι «αρχηγοί» και οι επικεφαλής των οργανώσεων και όχι οι άνθρωποι που άκουγαν και δεν έλεγαν τίποτα…

Ο Pawel διαφέρει από τον Binder στην προθυμία του να αναγνωρίσει την εγκυρότητα των γεγονότων που αναφέρονται από αυτές τις μαρτυρίες σε μια πιο μετριοπαθή εκδοχή. Ο Kafka συμμετείχε πραγματικά σε αυτές τις συναντήσεις αλλά μόνο ως «θεατής που ενδιαφέρεται». Επιπλέον, προτιμούσε τον «φιλοσοφικό και μη βίαιο αναρχισμό του Kropotkin και του Alexander Herzen».

Θα εξετάσουμε τώρα την άποψη του Ritchie Robertson που είναι ο συντάκτης ενός αξιόλογου δοκίμιου για τη ζωή και το έργο του Εβραίου συγγραφέα της Πράγας. Κατά την άποψή του, οι πληροφορίες που παρέχονται από τους Kacha και Mares πρέπει να «αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό». Τα βασικά επιχειρήματά του επί του θέματος αυτού τα δανείζεται από τους Goldstücker και Binder. Πώς θα ήταν δυνατόν ο Brod να βρισκόταν στο σκοτάδι γύρω από τη συμμετοχή του φίλου του σε αυτές τις συναντήσεις; Πόση αξία μπορεί να προσδώσει στη μαρτυρία του Mares, αφού ήταν μόνο μια Gassenbekanntschaft (μια απλή γνωριμία) του Kafka; Δεν έχει νόημα να επαναλάβω την προηγούμενη κατάρριψη τέτοιων ενστάσεων που δεν έχουν καμία πραγματική ουσία.

Εντελώς νέο και ενδιαφέρον στο βιβλίο του Robertson είναι η προσπάθεια να προταθεί μια εναλλακτική ερμηνεία των πολιτικών ιδεών του Kafka που, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν ήταν ούτε σοσιαλιστική ούτε αναρχική, αλλά ρομαντική. Σύμφωνα με τον Robertson, αυτός ο αντικαπιταλιστικός ρομαντισμός δεν θα είναι ούτε αριστερός ούτε δεξιός. Αλλά αν ο ρομαντικός αντικαπιταλισμός είναι κοινό καλούπι σε ορισμένες μορφές συντηρητικής και επαναστατικής σκέψης – και με αυτή την έννοια, ουσιαστικά υπερβαίνει τις παραδοσιακές διαιρέσεις ανάμεσα στην αριστερά και το δεξιά – παραμένει ωστόσο το γεγονός ότι οι ρομαντικοί συγγραφείς τοποθετούνταν σαφώς στον έναν από τους δύο πόλους αυτής της εικόνας του κόσμου: τον αντιδραστικό ρομαντισμό ή τον επαναστατικό ρομαντισμό.

Στην πραγματικότητα, ο αναρχισμός, ο ελευθεριακός σοσιαλισμός και ο αναρχοσυνδικαλισμός παρέχουν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός «ρομαντικού αντικαπιταλισμού της αριστεράς». Ως εκ τούτου, ο ορισμός της σκέψης του Kafka ως ρομαντικός μου φαίνεται ααρκετά χρήσιμος, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν είναι «αριστερός» ή, πιο συγκεκριμένα, ένας ρομαντικός σοσιαλιστής ελευθεριακής τάσης. Όπως συμβαίνει με όλους τους ρομαντικούς, η κριτική του σύγχρονου πολιτισμού είναι γεμάτη με νοσταλγία για το παρελθόν, η οποία για αυτόν αντιπροσωπεύεται από τον πολιτισμό (Yiddish) των εβραϊκών κοινοτήτων της Ανατολικής Ευρώπης. Με αξιοσημείωτο τρόπο, ο André Breton έγραψε ότι «περιγράφοντας το παρόν», η σκέψη του Kafka «στρέφεται συμβολικά προς τα πίσω με τους δείκτες του ρολογιού της συναγωγής» της Πράγας.

Το ενδιαφέρον σημείο για την αναρχική περίοδο στην ζωή του Kafka (1909-1912) είναι ότι μας παρέχει ένα από τα πιο χρήσιμα κλειδιά για την καλύτερη κατανόηση του έργου του, ιδιαίτερα των γραπτών του από το 1912 και έπειτα. Πιστεύω έχω δίκιο να λέω, ένα από τα κλειδιά γιατί η γοητεία αυτού του έργου προέρχεται επίσης από τον ευρύ σημασιολογικό χαρακτήρα του, που το κάνει να μην απλουστεύεται σε οποιαδήποτε μονοσήμαντη ερμηνεία. Το ελευθεριακό ήθος εκδηλώνεται σε διαφορετικές καταστάσεις που βρίσκονται στο επίκεντρο των κυριότερων λογοτεχνικών κειμένων του, αλλά πρωτίστως, μπορεί να βρεθεί στον ριζοσπαστικά κρίσιμο τρόπο με τον οποίο εκπροσωπείται το εφιαλτικό και τρομακτικό πρόσωπο της ανελευθερίας: η εξουσία. Όπως έθεσε ορθά ο André Breton: «Κανένα άλλο έργο δεν αγωνίζεται τόσο έντονα ενάντια στην αποδοχή μιας κυρίαρχης αρχής, εξωτερικής από εκείνη του ατόμου που κάνει τη σκέψη».

Μια αντιεξουσία ελευθεριακής έμπνευσης διατρέχει τα μυθιστορήματα του Kafka σε ένα κίνημα προς την «αποπροσωποποίηση» και μια αυξανόμενη πραγμάτωση: από την πατρική και την προσωπική εξουσία προς μια διοικητική και ανώνυμη αρχή. Ωστόσο, για άλλη μια φορά, δεν ενεργεί εξαιτίας οποιουδήποτε πολιτικού δόγματος, αλλά από μια ψυχική κατάσταση και κρίσιμη ευαισθησία, της οποίας κύριο όπλο είναι η ειρωνεία, το χιούμορ, και το μαύρο χιούμορ που, σύμφωνα με τον André Breton, είναι «μια υπέρτατη επανάσταση του πνεύματος».

Αυτή η στάση έχει βαθιές προσωπικές ρίζες στις σχέσεις του Kafka με τον πατέρα του. Για τον συγγραφέα, η δεσποτική εξουσία του pater familias είναι το αρχέτυπο της πολιτικής τυραννίας. Στην Επιστολή του προς τον Πατέρα (1919), ο Kafka υπενθυμίζει ότι «στα μάτια μου, πήρατε έναν αινιγματικό χαρακτήρα, σαν τύραννος για τον οποίο ο νόμος δεν βασίζεται στον προβληματισμό αλλά στο ίδιο του το πρόσωπο». Αντιμετωπίζοντας τη βάρβαρη, άδικη και αυθαίρετη μεταχείριση που επιφύλασσε στους υπαλλήλους του ο πατέρας του, άρχισε να ταυτίζεται ιδιαίτερα με τα θύματα:

«Αυτό που έκανε το κατάστημα ανυπόφορο για μένα ήταν ότι μου θύμιζε πάρα πολύ την δική μου κατάσταση σε σχέση με σένα… Αυτός είναι ο λόγος που ανήκω, από ανάγκη, στο κόμμα των εργαζομένων».

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά του αυταρχισμό που περιγράφονται στο λογοτεχνικό έργο του Kafka είναι:

  1. Αυθαιρεσία: οι αποφάσεις που επιβάλλονται από τα πάνω δίχως καμία ηθική, ορθολογική ή ανθρώπινη αιτιολόγηση, ενώ συχνά έχουν υπερβολικές και παράλογες απαιτήσεις από το θύμα.
  2. Αδικία: το φταίξιμο θεωρείται λανθασμένα ότι ως αυταπόδεικτο χωρίς την ανάγκη απόδειξης και η τιμωρία είναι εντελώς δυσανάλογη προς το «λάθος» (ανύπαρκτο ή ασήμαντο).

Στο πρώτο του μεγάλο λογοτεχνικό έργο, Η Ετυμηγορία (1912), ο Kafka επικεντρώνεται στην πατρική εξουσία. Αυτό είναι επίσης ένα από τα σπάνια έργα του, όπου ο ήρωας (Georg Bendemann) φαίνεται να υποτάσσεται πλήρως και δίχως αντίσταση στην αυταρχική ετυμηγορία: τη διαταγή που έδωσε ο πατέρας στον γιο του να πνιγεί στον ποταμό! Συγκρίνοντας αυτό το μυθιστόρημα με Τη Δικη, ο Milan Kundera παρατηρεί:

«Η ομοιότητα μεταξύ των δύο κατηγοριών, καταδίκων και εκτελέσεων προδίδει τη συνέχεια που συνδέει τον κλειστό οικογενειακό «ολοκληρωτισμό» με το ευρύτερο όραμα του Kafka. Η διαφορά μεταξύ τους είναι ότι στα δύο μεγάλα μυθιστορήματα (Η Δίκη και Ο Πύργος), υπάρχει μια απόλυτα ανώνυμη και αόρατη «ολοκληρωτική» δύναμη σε δράση».

Από αυτή την άποψη, Η Αμερική (1912-1914) αντιπροσωπεύει ένα ενδιάμεσο έργο. Οι αυταρχικοί χαρακτήρες είναι είτε πατρικά στοιχεία (ο πατέρας του Karl Rossmann ή ο Θείος Jakob) είτε οι ανώτεροι διευθυντές του ξενοδοχείου (ο επικεφαλής του προσωπικού ή ο βασικός αχθοφόρος). Αλλά ακόμη και οι τελευταίοι διατηρούν μια πτυχή της προσωπικής τυραννίας συνδυάζοντας τη γραφειοκρατική αδιαφορία με έναν μικροαστικό και βίαιο ατομικό δεσποτισμό. Το σύμβολο αυτού του κατασταλτικού αυταρχισμού ορμάει προς εσένα από την πρώτη σελίδα του βιβλίου. Απομυθοποιώντας την αμερικανική δημοκρατία που αντιπροσωπεύεται από το διάσημο Άγαλμα της Ελευθερίας που στέκεται στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Υόρκης, ο Kafka αντικαθιστά τη δάδα στο χέρι της με ένα ξίφος. Σε έναν κόσμο χωρίς δικαιοσύνη ή ελευθερία, η ωμή βία και η αυθαίρετη δύναμη φαίνεται να κατέχουν αταλάντευτη εξουσία. Η συμπάθεια του ήρωα στρέφεται προς τα θύματα αυτής της κοινωνίας. Ο οδηγός στο πρώτο κεφάλαιο είναι ένα παράδειγμα των «δεινών ενός φτωχού ανθρώπου στα χέρια των ισχυρών». Υπάρχει επίσης η μητέρα της Thèrèse που οδηγείται στην αυτοκτονία από την πείνα και τη φτώχεια. Ο Karl Rossmann βρίσκει τους μοναδικούς φίλους και συμμάχους του μεταξύ των φτωχών: την ίδια την Thèrèse, τους μαθητές, τους κατοίκους μιας γειτονιάς της εργατικής τάξης που αρνούνται να τον παραδώσουν στην αστυνομία, διότι, όπως αποκαλύπτει ο Kafka σε μια αποκαλυπτική άκρη, «οι εργαζόμενοι δεν είναι με την πλευρά της εξουσίας».

Το βασικό σημείο καμπής στο έργο του Kafka είναι το μυθιστόρημα, Στη Σωφρονιστική Αποικία, γραμμένο λίγο μετά την Αμερική. Υπάρχουν λίγα κείμενα στην παγκόσμια λογοτεχνία που παρουσιάζουν εξουσία με ένα τόσο άδικο και δολοφονικό πρόσωπο. Η εξουσία δεν είναι συνδεδεμένη με τη δύναμη ενός ατόμου όπως ο διοικητής του στρατοπέδου (παλιός και νέος), ο οποίος παίζει μόνο δευτερεύοντα ρόλο στην ιστορία. Αντίθετα, η εξουσία ενυπάρχει σε έναν απρόσωπο μηχανισμό.

Το πλαίσιο της ιστορίας είναι η αποικιοκρατία – η γαλλική σε αυτή την περίπτωση. Οι αξιωματικοί και οι διοικητές της αποικίας είναι Γάλλοι, ενώ οι στρατιώτες, οι λιμενεργάτες και τα θύματα που περιμένουν την εκτέλεση είναι οι «αυτόχθονες» της χώρας που «δεν καταλαβαίνουν ούτε μια λέξη στα γαλλικά». Ένας αυτόχθονας στρατιώτης καταδικάζεται σε θάνατο από αξιωματικούς για τους οποίους το νομικό δόγμα μπορεί να συνοψιστεί σε λίγα λόγια τα οποία είναι η πεμπτουσία της αυθαιρεσίας: Η ενοχή δεν πρέπει ποτέ να αμφισβητείται! Η εκτέλεση του στρατιώτη πρέπει να γίνει με μια συσκευή βασανιστηρίων, η οποία σιγά σιγά χαράζει τις λέξεις: «Τίμα τους ανωτέρους σου» στη σάρκα του με βελόνες.

Ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος δεν είναι ο ταξιδιώτης που βλέπει τα γεγονότα να εκτυλίσσονται με σιωπηρή εχθρότητα. Ούτε ο φυλακισμένος που σπάνια δείχνει κάποια αντίδραση, ο αξιωματικός που επιβλέπει την εκτέλεση, ούτε ο διοικητής της αποικίας. Ο κύριος χαρακτήρας είναι ίδια η συσκευή.

Ολόκληρη η ιστορία επικεντρώνεται σε αυτήν την απειλητική συσκευή, η οποία, όλο και περισσότερο, κατά τη διάρκεια μιας πολύ λεπτομερούς περιγραφής που δίνεται από τον αξιωματικό στον ταξιδιώτη, εμφανίζεται ως αυτοσκοπός. Η συσκευή δεν υπάρχει για να εκτελέσει τον άνθρωπο, αλλά το θύμα υπάρχει για χάρη της συσκευής. Ο ιθαγενής στρατιώτης παρέχει ένα σώμα στο οποίο η μηχανή μπορεί να γράψει το αισθητικό της αριστούργημα, την αιματηρή επιγραφή του που απεικονίζεται με πολλές «φιοριτούρες και στολίδια». Ο αξιωματικός είναι μόνο υπηρέτης της μηχανής και τελικά θυσιάζει τον εαυτό του σε αυτόν τον ακόρεστο Moloch.

Ποια αληθινή «συσκευή δύναμης» και «μηχανισμό της εξουσίας» που θυσιάζει ανθρώπινες ζωές είχε στο νου του ο Kafka; Η Σωφρονιστική Αποικία γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1914, τρεις μήνες μετά το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου.

Στη Δίκη και στο Πύργο βλέπει κανείς την εξουσία να είναι μια ιεραρχική, αφηρημένη και απρόσωπη «συσκευή». Παρά τους άγριους, μικροπρεπείς και αχρείους χαρακτήρες τους, οι γραφειοκράτες είναι μόνο γρανάζια στο μηχάνημα αυτό. Όπως επεσήμανε ο Walter Benjamin, ο Kafka γράφει από την οπτική του «σύγχρονου πολίτη ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι η μοίρα του καθορίζεται από ένα αδιαπέραστο γραφειοκρατικό μηχανισμό της οποίας η λειτουργία ελέγχεται από διαδικασίες που παραμένουν παρασκηνιακές ακόμη και σε εκείνους που εκτελούν τις εντολές του και μάλιστα χειραγωγούνται από αυτό».

Το έργο του Kafka είναι βαθιά ριζωμένο στο περιβάλλον της Πράγας. Όπως παρατήρησε ο André Breton, τα κείμενα του Kafka «περικλείουν όλη τη γοητεία και τη μαγεία της Πράγας», ταυτόχρονα όμως είναι απολύτως οικουμενικά. Αντίθετα με ότι συχνά λέγεται, τα δύο μεγάλα μυθιστορήματά του δεν αποτελούν κριτική του παλιού αυστρο-ουγγρικό αυτοκρατορικό κράτος, αλλά ασχολείται με τον πιο σύγχρονη κρατικό μηχανισμό. Η κριτική του Kafka για το κράτος αγγίζει τον ανώνυμο απρόσωπο χαρακτήρα του, στο βαθμό που αυτό το αλλοτριωμένο, υποστατικό και αυτόνομο γραφειοκρατικό σύστημα μετασχηματίζεται σε αυτοσκοπό.

Ένα απόσπασμα από το Πύργο είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό από την άποψη αυτή. Σε μια σκηνή που αποτελεί αριστούργημα μαύρου χιούμορ, ο δήμαρχος της πόλης περιγράφει τον επίσημο μηχανισμό ως ανεξάρτητο μηχάνημα που μοιάζει να λειτουργεί «από μόνος του»:

«Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο διοικητικός οργανισμός δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπίσει την ένταση και τον ερεθισμό που έπρεπε να υπομείνει για χρόνια λόγω της αντιμετώπισης της ίδιας ασήμαντης δραστηριότητας και πως άρχισε να εκδίδει ετυμηγορίες από μόνος του, παρακάμπτοντας τους λειτουργούς του».

Ο Kafka είχε μια βαθιά εικόνα του τρόπου λειτουργίας του γραφειοκρατικού μηχανισμού ως ένα τυφλό δίκτυο γραναζιών στο οποίο οι σχέσεις μεταξύ ατόμων γίνονται ένα πράγμα ή ένα ανεξάρτητο αντικείμενο. Αυτή είναι μία από τις πιο σύγχρονες, επίκαιρες και διαυγείς πτυχές του έργου του Kafka.

Η ελευθεριακή έμπνευση είναι χαραγμένη στη καρδιά των έργων του Kafka. Όταν μας μιλάει για το κράτος, αυτό έχει τη μορφή «διοίκησης» ή «δικαιοσύνης» ως απρόσωπο σύστημα κυριαρχίας που συντρίβει, στραγγαλίζει ή σκοτώνει ανθρώπους. Πρόκειται για έναν αγωνιώδη, αδιαφανή και ακατανόητο κόσμο όπου επικρατεί η ανελευθερία. Η Δίκη παρουσιάζεται συχνά ως προφητικό έργο. Με τη διορατική του φαντασία, ο συγγραφέας είχε προβλέψει τη δικαιοσύνη του ολοκληρωτικού κράτους και των ναζιστικών ή σταλινικών δικών παρωδία. Παρά το γεγονός ότι ήταν φιλοσοβιετικός, ο Bertold Brecht έκανε μια αποκαλυπτική παρατήρηση για τον Kafka σε μια συνομιλία του με τον Walter Benjamin το 1934 (πριν ακόμη από τις δίκες της Μόσχας):

«Ο Kafka είχε μόνο ένα πρόβλημα, αυτό της οργάνωσης. Αυτό που αντιλήφθηκε ήταν η αγωνία μας εμπρός στο κράτος που είναι χτισμένο σαν μυρμηγκοφωλιά, τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οι άνθρωποι αποξενώνονται από τις μορφές της κοινής τους ύπαρξης. Και προέβλεψε συγκεκριμένες μορφές αλλοτρίωσης όπως, για παράδειγμα, οι μέθοδοι της GPU».

Χωρίς να αμφισβητούμε αυτό το φόρο τιμής στην διορατικότητα του συγγραφέα της Πράγας, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο Kafka δεν περιγράφει «εξαιρετικά» κράτη στο έργο αυτό. Μία από τις σημαντικότερες ιδέες που προτείνει το έργο του, που φέρει μια εμφανή σχέση με τον αναρχισμό, είναι η απόμακρη και καταπιεστική φύση του «κανονικού» νομικού και συνταγματικού κράτους. Διατυπώνεται ξεκάθαρα στις πρώτες σελίδες της δίκης:

«Ο Κ. Ζούσε σε μια χώρα με νομικό σύνταγμα, υπήρχε γενική ειρήνη, όλοι οι νόμοι ήταν σε ισχύ· ποιος, λοιπόν, τολμούσε να τον αρπάξει μέσα στη δική του κατοικία;».

Όπως και οι φίλοι του μεταξύ των Τσέχων αναρχικών, φάνηκε να θεωρεί κάθε μορφή κράτους, και το κράτος ως τέτοιο, ως μια αυταρχική και ελευθεροκτόνα ιεραρχία.

Με τον εγγενή τους χαρακτήρα, το κράτος και η δικαιοσύνη του είναι και τα δύο συστήματα που βασίζονται σε ψέματα. Τίποτα δεν το δείχνει αυτό, καλύτερα από το διάλογο στην Δίκη μεταξύ Κ. και του ιερέα για το θέμα της παραβολής του θεματοφύλακα του νόμου. Για τον ιερέα, «το να αμφισβητείται η τιμιότητα του θεματοφύλακα θα ήταν αμφισβήτηση του ίδιου του νόμου». Αυτό είναι το κλασικό επιχείρημα όλων των εκπροσώπων της τάξης. Ο Κ. διαμαρτύρεται πως αν κάποιος υιοθετήσει αυτή την άποψη, «πρέπει να πιστέψουμε σε όλα όσα μας λέει ο φύλακας», το οποίο για εκείνον του φαίνεται αδύνατο:

«- Όχι, λέει ο ιερέας. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να δεχόμαστε όλα όσα λέει ως αλήθεια. Αρκεί να γίνει αποδεκτή ως αναγκαία.

– Μια θλιβερή γνώμη, είπε ο K…. Εξυψώνει το ψέμα στο ύψος μιας παγκόσμιας αρχής».

Όπως σωστά παρατήρησε η Hannah Arendt στο δοκίμιο της για τον Kafka, ο λόγος του ιερέα αποκαλύπτει:

«πως η ιερή θεολογία και η πιο εσωτερική πεποίθηση των γραφειοκρατών είναι μια πίστη στην αναγκαιότητα για την ίδια την χάρη της. Οι γραφειοκράτες είναι, σε τελική ανάλυση, οι λειτουργοί της αναγκαιότητας».

Τέλος, το κράτος και οι δικαστές ασχολούνται λιγότερο με τη διαχείριση της δικαιοσύνης από ότι με το κυνήγι των θυμάτων. Σε μια εικονογραφία παρόμοια με την αντικατάσταση της φλόγας της ελευθερίας με ένα ξίφος στην Αμερική, βλέπουμε στη Δίκη πως ένας πίνακας του Titorelli που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει τη Θεά της Δικαιοσύνης μεταμορφώνεται υπό το σωστό φως σε εξύμνηση της Θεάς του Κυνήγι. Η γραφειοκρατική και δικαστική ιεραρχία αποτελεί μια τεράστια οργάνωση που σύμφωνα με τον Ιωσήφ Κ., το θύμα της Δίκης:

«Όχι μόνο απασχολεί παραδόπιστους φρουρούς, ανόητους επιθεωρητές και εξεταστές… αλλά διατηρεί επίσης ολόκληρη την ανώτατη ιεραρχική τάξη με την απαραίτητη ακολουθία της με τους υπηρέτες, τους υπαλλήλους, τους χωροφυλακές και άλλους βοηθούς, ίσως ακόμη και εκτελεστές. Δεν φοβάμαι μπροστά στη λέξη».

Με άλλα λόγια, η κρατική εξουσία σκοτώνει. Ο Joseph Κ. Θα γνωρίσει τους εκτελεστές στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, όταν δύο λειτουργοί τον θανάτωσαν «σαν το σκυλί».

Για τον Kafka, ο σκύλος αντιπροσωπεύει μια ηθική κατηγορία – αν όχι μια μεταφυσική. Το σκυλί είναι στην πραγματικότητα όλοι εκείνοι που υποτάσσονται δουλικά στις αρχές όποιες κι αν είναι αυτές. Ο έμπορος – ο Block – που είναι αναγκασμένος να γονατίζει μπροστά στο δικηγόρο, αποτελεί τυπικό παράδειγμα της:

«Δεν ήταν πλέον πελάτης. Ήταν ο σκύλος του δικηγόρου. Αν ο δικηγόρος τον διέταζε να συρθεί κάτω από το κρεβάτι σαν να ήταν σκυλόσπιτο, και να γαυγίσει, ο Block θα το έκανε με ευχαρίστηση».

Η ντροπή που πρέπει να επιβιώσει του Joseph Κ. (η τελευταία λέξη της Δίκης) είναι ο θάνατος «σαν το σκυλί», η δίχως αντίσταση υποταγή στους εκτελεστές. Αυτό συμβαίνει και με τον φυλακισμένο στην Σωφρονιστική Αποικία, που δεν επιχειρεί καν να δραπετεύσει και να συμπεριφέρεται με «σκυλίσια υποταγή».

Ο νεαρός Karl Rossmann στην Αμερική είναι ένα παράδειγμα κάποιου που προσπαθεί – όχι πάντοτε με επιτυχία – να αντισταθεί στις αρχές. Για αυτόν, αυτό σημαίνει να μην γίνεις σκύλος σαν «εκείνους που απρόθυμοι να προβάλουν οποιαδήποτε αντίσταση». Η άρνηση να υποταχθεί και να συρθεί σαν σκύλος φαίνεται να είναι το πρώτο βήμα προς το να περπατήσει όρθιος προς την ελευθερία. Τα μυθιστορήματα όμως του Kafka δεν έχουν ούτε θετικό ήρωα ούτε μελλοντικές ουτοπίες. Προσπαθούν μόνο να δείξουν με ειρωνεία και καθαρότητα το Ιπποκράτειο προσωπείο της εποχής μας.

Δεν είναι τυχαίο που η λέξη «καφκικός» έχει μπει στο σύγχρονο λεξιλόγιο μας. Ο όρος δηλώνει μια πτυχή της κοινωνικής πραγματικότητας που η κοινωνιολογία και η πολιτική επιστήμη τείνουν να αγνοούν. Με την ελευθεριακή ευαισθησία του, ο Kafka τα κατάφερε θαυμάσια στην σύλληψη και περιγραφή της καταπιεστικής και παράλογης φύσης του γραφειοκρατικού εφιάλτη, της αδιαφάνειας, του αδιαπέραστου και ακατανόητου χαρακτήρα των κανόνων της ιεραρχίας του κράτους, όπως φαίνονται έξω και κάτω από αυτό. Αυτό είναι σε αντίθεση με την κοινωνική επιστήμη, η οποία περιορίζεται γενικά στην εξέταση της γραφειοκρατικής μηχανής από το «εσωτερικό» της και στην οπτική εκείνων «στην κορυφή», των αρχών και των θεσμών: του «λειτουργικού» ή του «δυσλειτουργικού», του «ορθολογικού» ή «ανορθολογικού» χαρακτήρα της.

Η κοινωνική επιστήμη δεν έχει ακόμη σχηματοποιήσει ένα πλαίσιο για το «καταπιεστικό αποτέλεσμα» ενός νομιμοποιημένου γραφειοκρατικού μηχανισμού, που αναμφισβήτητα αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φαινόμενα των σύγχρονων κοινωνιών που εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες αντιμετωπίζουν καθημερινά. Εν τω μεταξύ, αυτή η ουσιαστική διάσταση της κοινωνικής πραγματικότητας θα συνεχίσει να εμφανίζεται με την αναφορά στο έργο του Kafka.

 

Διαβάστε: Κ. Δεσποινιάδη, Φραντς Κάφκα: Ο ανατόμος της εξουσίας, εκδ Πανοπτικόν

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s