Απόσπασμα από το βιβλίο Black Sun: Aryan Cults, Esoteric Nazism and the Politics of Identity (New York University Press, 2002). Ο Nicholas Goodrick-Clarke (1953-2012) ήταν ιστορικός, συγγραφέας και καθηγητής δυτικού εσωτερικισμού στο Πανεπιστήμιο του Έξετερ. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Τα άγνωστα κείμενα της Savitri Devi (1905-1982), προφήτισσας της Άριας αναγέννησης και του άβαταρ του Hitler, ασκεί σημαντική και διαρκή επιρροή πάνω στον συνολικό ναζισμό του μεταπολεμικού αγγλοσαξονικού κόσμου και αλλού. Η θερμή της αφοσίωση στον Adolf Hitler, η εξυμνητική γλώσσα των βιβλίων, η υπερβολική θρησκευτικότητα του αποστολικού της ζήλου και το προσκύνημα της στην κατεχόμενη από τους Συμμάχους Γερμανία, την έκαναν υπόδειγμα της μεταπολεμικής ναζιστικής πίστης. Την συνέλαβαν το 1949 για την διάδοση παράνομης ναζιστικής προπαγάνδας στο κατεστραμμένο Ράιχ, φυλακίστηκε σε μια βρετανική στρατιωτική φυλακή. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 εντάχθηκε στο γερμανικό παράνομο εθνικιστικό κίνημα, και έγινε στενή φίλη των ηγετών των βραχύβιων νεοναζιστικών κομμάτων και επισκέφτηκε διαβόητους ναζί εμιγκρέδες σε Ισπανία και Αίγυπτο. Με το εξωτικό ινδουιστικό της υπόβαθρο, πρόσφερε στους απολογητές του Ναζισμού μια απροκάλυπτη παγανιστική, αντιχριστιανική έκφραση του χιτλερικού δόγματος. Περιφρονώντας τα ανθρωποκεντρικά πιστεύω της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφότητας, απέρριψε τον χριστιανισμό, τον ιουδαϊσμό και το μαρξισμό και προσδοκούσε μια Άρεια κληρονομιά που πήγαζε από τα πάνθεα της κλασικής Ελλάδας, την αρχαία Γερμανία, και την βεδική Ινδία. Τα βιβλία της ενέπνευσαν τους Lincoln Rockwell, William Pierce, Matt Koehl και Colin Jordan. Ήταν ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη της Παγκόσμιας Ένωσης Εθνικοσοσιαλιστών (WUNS) στο συνέδριο του Κότσγουολντ το 1962 και παρέμεινε διασημότητα της παγκόσμιας νεοναζιστικής σκηνής μέχρι και το θάνατο της είκοσι χρόνια αργότερα.

Γεννήθηκε Μαξιμιανή Πορτά στις 30 Σεπτεμβρίου 1905 στη Λυών και μεγάλωσε εκεί σε άνετες συνθήκες. Η μητέρα της, Julia Nash, είχε καταγωγή από την Κορνουάλη και ο πατέρας της είχε μεικτή μεσογειακή καταγωγή, έχοντας Ιταλίδα μητέρα από το Λονδίνο και Έλληνα πατέρα που είχε αποκτήσει την γαλλική υπηκοότητα λόγω της διαμονής του στη Γαλλία. Ως νεαρό κορίτσι ένοιωθε έντονη πατριωτική συμπάθεια για την κλασική Ελλάδα, και ο παιδικός της ήρωας ήταν ο Αλέξανδρος ο 3ος. Η περιφρονητική και απαισιόδοξη ποίηση του Γάλλου παρανσσικού ποιητή, Leconte de Lisle (1818-1894), ιδιαίτερα η συλλογή του Poémes barbares με τον επικήδειο τους για τους παγανιστικούς λαούς και τους ηττημένους θεούς τους, είχε μια βαθιά και διαρκή επίδραση πάνω της. η όλο και μεγαλύτερη απομάκρυνση της από το χριστιανισμό συμπληρώνονταν από την απόρριψης της των Εβραίων και της θρησκευτικής τους κληρονομιάς. Ως το 1929, ενώ ΄ξταν ακόμη μεταπτυχιακή φοιτήτρια στη Λυών και στην Αθήνα, ήδη ταυτίζονταν με την αντισημιτική και Άρεια ιδεολογία του γερμανικού Εθνικοσοσιαλισμού. Το 1932 ταξίδεψε στην Ινδία σε αναζήτηση της παραδοσιακής της αρειοβεδική κουλτούρα, της οποίας οι ινδοευρωπαίοι παγανιστές θεοί και θρησκείες θεωρούσε πως δεν είχαν μολυνθεί από τον Ιουδαιοχριστιανικό μονοθεϊσμό.

Με το πέρασμα της από την Ινδία σε αναζήτηση της Άρειας κληρονομιάς, η Μαξιμιανή Πορτά ξανάζησε το πνευματικό ταξίδι πολλών Ευρωπαίων φιλοσόφων και φιλόλογων που είχαν αρχίσει να αναζητούν τις ρίζες του ανθρώπινου γένους στην Ινδία από τα μέσα του 18ου αιώνα και μετά. Στη διάρκεια του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, οι Ευρωπαίοι μελετητές δέχονταν σε γενικές γραμμές την βιβλική εξιστόρηση της δημιουργίας από τη Γένεση,  που εντόπιζε την καταγωγή όλων των φιλών αρχικά από τον Αδάμ και την Εύα στον Κήπο της Εδέμ και μετά από τον Νώε και τους γιούς του, Σεμ, Χαμ και Ιαφέτ. Ωστόσο, η ανακάλυψη της Αμερικής και πολλών προηγουμένως άγνωστων αυτόχθονων λαών προκάλεσε μια αυξανόμενη πίεση πάνω σε αυτή τη βιβλική εξήγηση.  Στη διάρκεια της Αναγέννησης, οι φιλόσοφοι εξέφρασαν την αντικληρική και αντιβιβλική διάθεση της εποχής της λογικής με την εναντίωση στην παλιά εβραϊκή εκδοχή της ανθρώπινης καταγωγής για χάρη μιας πιο εξωτικής ωστόσο οικουμενικής πηγής. Η τοποθέτηση της πηγής αυτής στην Ινδία πρόσφερε ένα υπόβαθρο σε αυτή την αναζήτηση ενός νέου Αδάμ. Η επακόλουθη ανάπτυξη αυτής της μεταβιβλικής ανθρωπογένεσης ήταν που γέννησε τον Άρειο μύθο στον 19ο και τον 20 αιώνα. Είχε μια ισχυρή και θανάσιμη επιρροή στο ναζιστικό φυλετικό δόγμα.

Στο ιδιαίτερα σημαντικό δοκίμιο του Über die Sprache und Weisheit der Indier (1808). Ο Γερμανός ρομαντικός στοχαστής Friedrich Schlegel (1772-1829) τίμησε με το παραπάνω, ως φιλόλογος,  την ομορφιά, την αρχαιότητα και την φιλοσοφική διαύγεια των Σανσκριτικών. Το τελευταίο τμήμα του βιβλίου διατύπωσε τις ανθρωπολογικές ιδέες του για μια νέα κυρίαρχη φυλή που είχε σχηματιστεί στη βόρεια Ινδία, πριν ξεκινήσει από τη κορυφή του κόσμου  για να ιδρύσει αυτοκρατορίες και να εκπολιτίσει την Δύση. Κατά την άποψη του, όλα τα διάσημα έθνη υψηλών πολιτισμικών επιτευγμάτων προέρχονταν από την ίδια γενιά, και οι αποικίες τους ήταν όλοι άνθρωποι που τελικά προέρχονταν από ινδικές ρίζες. Αν και αναρωτιόνταν γιατί οι κάτοικοι των εύφορων περιοχών της Ασίας έπρεπε να μεταναστεύσουν στα σκληρά βόρεια κλίματα της Σκανδιναβίας, βρήκε μια απάντηση στους ινδικούς θρύλους που σχετίζονταν με την παράδοση του θαυματουργού και ιερού όρους Μερού στο Απώτερο Βορρά. Έτσι, οι ινδικές φυλές είχαν οδηγηθεί στο βορρά όχι από ανάγκη αλλά από «κάποια υπερφυσική ιδέα της υψηλής μεγαλοπρέπειας  και μεγαλείου του Βορρά». Η γλώσσα και οι παραδόσεις των Ινδών και των Βόρειων αποδείκνυαν πως προέρχονταν από μια κοινή φυλή.

Η νέα ανθρωπογέννηση των χαρισματικών λευκών Ευρωπαϊκών φυλών ολοκληρώθηκε ως το 1919, όταν ο Friedrich Schlegel απέδωσε τον όρο «Αρειος» σε αυτή την ως τότε ανώνυμη ινδονορδική κυρίαρχη φυλή. Η λέξη προέρχονταν από το Άριοι του Ηρόδοτου (ένα πρώιμο όνομα για τους Μήδους και τους Πέρσες) και σύντομα χρησιμοποιούνταν από τους Γάλλους και Γερμανούς συγγραφείς για να καθορίσουν αυτούς τους αρχαίους λαούς. Ωστόσο, η νέα χρήση κέρδισε έδαφος καθώς συνέδεσε τη ρίζα Αρι- με το Ehre, τη γερμανική λέξη για την τιμή. Φιλολογικά ήταν απόλυτα σωστός, καθώς η ίδια ρίζα μπορεί να βρεθεί με το ίδιο νόημα στις σλαβικές και κέλτικες γλώσσες. Ωστόσο, οι ανθρωπολογικές επιπτώσεις της νέας λέξης για την προγονική ευρωπαϊκή φυλή ήταν πολύ πιο σπουδαία και κολακευτική: ως Άρειοι οι Γερμανοί και οι Ινδοί πρόγονοι τους ήταν ο λαός της τιμής, η αριστοκρατία των διάφορων φυλών του ανθρώπινου γένους. Πρέπει να σημειωθεί πως ο Friedrich Schlegel δεν ήταν ούτε ακραίος Γερμανός εθνικιστής, ούτε και αντισημίτης. Ωστόσο, οι ιδέες του σύντομα έδωσαν ερέθισμα τις πιο τολμηρές ιδέες για την Άρεια υπεροχή ανάμεσα στους Γερμανούς, Γάλλους και Άγγλους μελετητές.

Στη διάρκεια του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, διάσημοι και άγνωστοι Γερμανοί φιλόσοφοι και φιλόλογοι εργάζονταν ακούραστα εξίσου για να αναπτύξουν και να τελειοποιήσουν τον Άρειο μύθο. Πολλές ακόμη υποθέσεις προσφέρθηκαν από τον Julius von Klaproth (που επινόησε τον όρο «Ινδογερμανικός»), ο Georg Wilhelm Friedrich Hegel, ο Jacob Grimm και ο Franz Bopp. Το 1820 ο γεωγράφος Karl Ritter περιέγραψε τους ινδικούς στρατούς που προέλαυσαν προς τη Δύση μέσω του Καυκάσου. Ως δημιουργός του διάσημου λεξικού, ο Grimm προκάλεσε μια διαρκή επιρροή σε λογοτεχνικά και ιστορικά βιβλία. Περιέγραψε την άφιξη των Ελλήνων, των Ρωμαίων, των Κελτών και των Γερμανών στην Ευρώπη σε διαδοχικά κύματα μετανάστευσης από την Ασία. Ωστόσο, οι Άρειοι δεν είχαν ακόμη στραφεί εναντίον των Εβραίων σε αυτές τις μαρτυρίες. Τα ίχνη του δίπολου Άρειοι-Σημίτες εμφανίστηκε πρώτη φορά το 1845, όταν ο Christian Lassen (1800-1876), μαθητής και προστατευόμενος των αδερφών Schlegel, συνέκρινε τους Σημίτες με αρνητικό τρόπο με τους Ινδογερμανούς, παρουσιάζοντας τους ως δυσαρμονικούς, εγωιστές και κλειστούς. Η έμφαση του στη βιολογία, τον θρίαμβο του ισχυρότερου, η νεανικότητα και η δημιουργική φύση των πιο πρόσφατων ειδών, και η ανωτερότητα των λευκών πρόσφεραν τα βασικά συστατικά του συνόλου της επακόλουθης σκέψης για την κυρίαρχη φυλή. Τέτοιες ιδέες σύντομα συνδυάστηκαν με τον κακοήθη αντισημιτισμό του διάσημου συνθέτη και συγγραφέα Richard Wagner (1813-1883), που απολάμβανε ένα μαζικό και ενθουσιώδες κοινό σε Γερμανία και Αυστρία.

Με δεδομένη την ύπαρξη των λημμάτων για «Άρειους» και «Ινδοευρωπαίους» στις καθιερωμένες εγκυκλοπαίδειες και βιβλία στη Γαλλία, στην Αγγλία και στη Γερμανία από τα τέλη της δεκαετίας του 1860 και μετά, δεν υπάρχει τίποτα το αξιοσημείωτο για την αποδοχή του φυλετικού μανιχαϊσμού, που βασίζεται στο δίπολο Άρειοι-Σημίτες, από μέρους της Μαξιμιανής Πορτά. Ωστόσο οι ιδέες της για την αρχική Άρεια πατρίδα όφειλε περισσότερα στον γερμανικό ρομαντισμό και την ντόπια ινδική μελέτη, από ότι σε σύγχρονες θεωρίες Γερμανών ρατσιστών και εθνικιστών συγγραφέων. Αντί να αναζητά τους διάδοχους της καθάριας φυλής στη βόρεια Ευρώπη, ταξίδεψε στην Ινδία, «εκείνη την ανατολικότερη και νοτιότερη πατρίδα της Άρειας φυλής». Από την άποψη αυτή, η σκέψη της ήταν ιδιαίτερα παραδοσιακή. Για παράδειγμα, ο Max Müller πίστευε πως η αγνότητα με την οποία οι Ινδοί είχαν σιατηρήσει την Άρεια γλώσσα και θρησκεία έδειξε πως εκείνοι οι Άρειοι που είχαν μεταναστεύσει στην Ινδία, ήταν οι τελευταίοι που είχαν εγκαταλείψει τα υψίπεδα τους στην Κεντρική Ασία. Ο ενθουσιασμός της Μαξιμιανής Πορτά για τους Άρειους Ινδούς βασίζονταν απόλυτα στον Άρειο μύθο όπως αναπτύχθηκε στην Ευρώπη από την εποχή των Γερμανών Ρομαντικών.

Οι ιδέες της για την προέλευση των Αρίων προέρχονταν απευθείας από τα βιβλία του Bâl Gangadhar (Lokmanya) Tilak (1856-1920), που ήταν ευρέως αποδεκτός ως ο «πατέρας της ινδικής εξέγερσης». Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Πούνε, ο Tilak άρχισε μια καριέρα στην κυβερνητική υπηρεσία και αφοσιώθηκε στο σκοπό της εθνικής αφύπνισης. Παρά τις ριζοσπαστικές πολιτικές δραστηριότητες, ο Tilak ήταν ένας επιτυχημένος ερευνητής της αρχαίας ινδουιστικής ιερής βιβλιογραφίας. Ως Ινδός εθνικιστής, ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα στις Βέδες ως τη πρώτη καταγραφή των Αρίων Ινδών και μεταξύ των πρώτων γραπτών της ανθρωπότητας. Στη διάρκεια μια σύντομης περιόδου φυλάκισης για στάση το 1897-98, ο Tilak βυθίστηκε στην βεδική μελέτη και δημοσίευσε στη συνέχεια την σημαντική του καταγραφή όσον αφορά για την ηλικία και την αρχική θέση του Βεδικού πολιτισμού, The Arctic Home in the Vedas (1903).

Με τη βάση των αστρολογικών καταγραφών στις Βέδες, ο Tilak κατέλειξε πως οι Άρειοι πρόγονοι των Βέδων συγγραφέων ζούσαν σε μια Αρκτική πατρίδα στους μεσοπαγετωνικές περιόδους  μεταξύ 10000 και 8000 Π.Χ., και διέθεταν ένα επίπεδο πολιτισμού ανώτερο τόσο από εκείνο της Λίθινης όσο και από εκείνο της Μπρούτζινης Εποχής. Εξαιτίας της καταστροφής της πατρίδας τους με την έλευση της τελευταίας Εποχής των Παγετώνων, οι Άρειοι μετανάστευσαν νότια και περιπλανήθηκαν  στη βόρεια Ευρώπη και Ασία σε αναζήτηση περιοχών κατάλληλων για νέα εγκατάσταση την περίοδο μεταξύ 8000-5000 Π.Χ.. Ο Tilak πίστευε πως πολλοί βεδικοί ύμνοι μπορούσαν να εντοπιστούν στα πρώτα χρόνια της περιόδου μεταξύ 5000 και 3000 Π.Χ., όταν οι Άρειοι βάρδοι δεν είχαν ξεχάσει ακόμη τις παραδόσεις της προηγούμενης Αρκτικής πατρίδας τους. κατά την περίοδο 3000-1400 Π.Χ., όταν συντάχθηκαν τα ύστερα βεδικά κείμενα, μεταξύ τους τα κείμενα των Βραχμάνων, οι Αρκτικές παραδόσεις σταδιακά παρεννοήθηκαν και χάθηκαν. Όσον αφορά την Άρεια ικανότητα, ο Tilak συμπέρανε πως «η ζωτικότητα και η ανωτερότητα των Αρίων φυλών, όπως φάνηκε από τις κατακτήσεις τους, με εξόντωση ή ενσωμάτωση, των μη Αρίων φυλών με τις οποίες ήρθαν σε επαφή… είναι αντιληπτή μόνο με την παραδοχή  ενός ανώτερου βαθμού πολιτισμού στην αρχική τους Αρκτική γενέτειρα».

Οι ιδέες του Tilak για την Αρκτική καταγωγή των Αρίων, επηρέασαν ιδιαίτερα την άποψη της Μαξιμιανής Πορτά για την Ινδία. Φαντάζονταν τις εισβολές των Αρίων στην Ινδία σαν κάτι που συνέβη σε μια πιο μακρά περίοδο μεταξύ της τέταρτης και της τρίτης χιλιετίας προ Χριστού. Ωστόσο, από κοινού με τους Ευρωπαίους μελετητές, προτιμούσε να αντιμετωπίζει τους Άριους ως χαρισματικούς βαρβάρους των οποίων οι στρατιωτικές δεξιότητες στην χρήση αλόγων και η χρήση αρμάτων τους επέτρεψε να κυριαρχήσουν επί των Δραβίδων και άλλων σκουρόδερμων φυλών που συνάντησαν που συνάντησαν στον πιο εξελιγμένο πολιτισμό στις όχθες του Ινδού ποταμού στην βορειοδυτική Ινδία. Από τις Βέδες ήταν δυνατό να αναδημιουργηθεί σε μεγάλο βαθμό η ιστορία αυτών των ανοιχτόδερμων πρωτοβόρειων εισβολέων. Αφού μπήκαν στην Ινδία μέσα από τα περάσματα του Ινδικού Καυκάσου, ο Άριοι εγκαταστάθηκαν στο Πουντζάμπ και στην συνέχεια σταδιακά εισχώρησαν κατά μήκος των υδάτινων διαδρομών των ποταμών σε ολόκληρη την πεδιάδα του Γάγγη στην Βόρεια Ινδία. Ζούσαν αρχικά ως ημινομαδες κτηνοτρόφοι εκτρέφοντας βοοειδή. Οι βεδικοί ύμνοι περιγράφουν τους Άριους ως μια δυναμική αριστοκρατία πολεμιστών που ενδιαφέρονταν περισσότερο για τις μάχες παρά για την καλλιέργεια. Ιδιαίτερο κύρος και ευχαρίστηση αποδίδονταν στη μάχη, τις αρματοδρομίες, την χρήση του μεθυστικού soma, της δημιουργίας μουσικής και του στοιχηματισμού με ζάρια.

Η Μαξιμιανή Πορτά, πάνω από όλα, ενδιαφέρονταν για το σύστημα των καστών του Ινδουισμού, το οποίο θεωρούσε ως το αρχέτυπο των φυλετικών νόμων που σκοπό είχαν την ρύθμιση του διαχωρισμού των διαφορετικών φυλών και να κρατήσουν την αγνότητα του αίματος των ανοιχτόχρωμων Άριων. Όταν οι Άριοι εισέβαλαν αρχικά στην Ινδία, ήταν ήδη χωρισμένοι σε τρεις τάξεις: τους πολεμιστές ή την αριστοκρατία, τους ιερείς, και τον απλό λαό. Οι Άριοι μιλούσαν με περιφρόνηση για τους Δραβίδιους και τους άλλους αυτόχθονες λαούς με το σκούρο δέρμα και τις πλατιές μύτες τους οποίους κατέκτησαν αποκαλώντας τους, Daysus, που σημαίνει «κοντόχοντρα όντα», «σκλάβοι» ή ακόμη και «πίθηκοι». Το σύστημα των καστών αναπτύχθηκε στη γραμμή του αυστηρότερου αποκλεισμού μετά από αυτή τη συνάντηση, που οφείλονταν στον φόβο των Daysus αλλά και στην αγωνία πως η ενσωμάτωση θα οδηγούσε στην απώλεια της Άριας ταυτότητας. Η σανσκριτική λέξη για την κάστα είναι varna, που πρακτικά σημαίνει χρώμα, και αυτό πρόσφερε τη βάση για το αρχικό σύστημα των τεσσάρων καστών, τους kshatriyas (πολεμιστές και αριστοκρατία), τους brahmins (ιερείς), και τους vaishyas (καλλιεργητές)· η τέταρτη κάστα, οι sudras ήταν Daysus και όσοι είχαν ανάμικτη καταγωγή. Η Μαξιμιανή Πορτά τιμούσε την Άρια φυλή για την φυλετική της καθαρότητα ως το αποκορύφωμα της φυσικής τελειότητας και για τα εκπληκτικά χαρακτηριστικά τους της ομορφιάς, της ευφυίας, της θέλησης και της επιμέλειας. Θεωρούσε την επιβίωση της ανοιχτόχρωμης μειονότητας των Βραχμάνων μέσα στον τεράστιο αριθμό πολλών διαφορετικών φυλών της Ινδίας μετά από εξήντα αιώνες ως ζωντανό φόρο τιμής στην αξία του άριου συστήματος των καστών.

Για την Μαξιμιανή Πορτά, ο Ινδουισμός ήταν ο θεματοφύλακας της Άριας και Βεδικής παράδοσης μέσα στους αιώνες, ο Ινδουισμός ήταν το μόνο παράδειγμα ινδοευρωπαϊκού παγανισμού που κάποτε ήταν κοινός σε όλα τα Άρια έθνη: «Αν για εκείνους της Ινδοευρωπαϊκής φυλής που θεωρούν την κατάκτηση της Ευρώπης από το χριστιανισμό ως παρακμή, τότε ολόκληρη η ινδουιστική Ινδία μπορεί να θεωρηθεί ως το τελευταίο οχυρό πολύ αρχαίων ιδεωδών, πολύ παλιών και όμορφων θρησκειών και μεταφυσικών αντιλήψεων, που έχουν ήδη χαθεί από την Ευρώπη. Ο ινδουισμός είναι έτσι ο τελευταίος ανθηρός και γόνιμος κλάδος σε ένα τεράστιο δέντρο που πετσοκόβεται και ακρωτηριάζεται για δυο χιλιάδες χρόνια». Φαντάζονταν πως η ινδική κοινωνία μπορούσε επίσης να δείξει πως μπορούσε να μοιάζει το 8000 μ.Χ., αφού η Νέα Τάξη του Ναζισμού είχε κυριαρχήσει ήδη για έξι χιλιάδες χρόνια.

Πριν χρόνια, σε μια επίσκεψη στην Παλαιστίνη, αποφάσισε να τιμά τους παγανιστικούς θεούς και να πολεμήσει εναντίον της ιουδαιοχριστιανικής κληρονομιάς της Δύσης. Βλέποντας τον εαυτό της ως πρωτοπόρο των ναζιστικών ιδανικών στην Ανατολή, αποφάσισε πλέον να κάνει ότι ήταν μέσα στις δυνάμεις της να κρατήσει τις ινδουιστικές παραδόσεις εναντίον στο χριστιανισμό και τις άλλες φιλοσοφίας της ισότητας. Η Μαξιμιανή από εκεί και πέρα θεωρούσε την Ινδία ως το σπίτι της. Έπειτα από μεγάλα ταξίδια σε ολόκληρη την Ινδία από το 1932 ως τα μέσα του 1935, έζησε από τον Ιούλιο ως τον Δεκέμβριο του 1935 στο ασράμ (ΣτΜ: ησυχαστήριο) του Rabindranath Tagore στο Σαντικετάν του Μπολπούρ της Βεγγάλης, που ήταν φημισμένο για την κοσμοπολίτικη λίστα μελών του. Το αμελητέο κόστος ζωής στο ασράμ ξεπερνούσε την απέχθεια της για το φιλελεύθερο χαρακτήρα του και την παρουσία Γερμανοεβραίων εμιγκρέδων. Εκεί έμαθε χίντι και τελειοποίησε την γνώση της στη γλώσσα της Βεγγάλης. Στη συνέχεια δίδαξε αγγλική και ινδική ιστορία στο Κολέγιο Τζερανταν, κοντά στο Δελχί, και εργάστηκε σε παρόμοια εργασία στη Μαθούρα, την ιερή πόλη των Κρίσνα κατά το 1936.  Βυθισμένη όλο και περισσότερο στη ζωή και τα έθιμα του Ινδουισμού, υιοθέτησε ινδικό όνομα, το Savitri Devi, προς τιμήν της θυληκής ηλιακής θεότητας, και από εδώ και εμπρός με αυτό θα αναφερόμαστε σε αυτή. Περιγράφει με πλούσιο τρόπο την μεγάλη ποικιλομορφία της Ινδίας στο Η Λίμνη των Λοτών (1940), ένα βιβλίο που καταγράφει τις πρώτες εντυπώσεις γύρω από τη χώρα μεταξύ 1934 και 1936.

Την περίοδο εκείνη, το μέλλον του ινδουισμού στην Ινδία επηρεάζονταν άμεσα από τους πολιτικούς θεσμούς της ύστερης βρετανικής κυριαρχίας καθώς αυτοί προέβλεπαν την αντιπροσώπευση στα νομοθετικά σώματα του κράτους κατά αναλογία με βάση τον πληθυσμό κάθε θρησκευτικής ομάδας στον πληθυσμό. Αρκετοί ινδουιστικοί πολιτικοί θεσμοί, κυρίως οι Hindu Mahasabha και Rashtriya Swayamsevak Sangh (RSS, είναι η μητρική οργάνωση του ακροδεξιού κόμματος BJP), πέτυχαν σημαντική παρουσία κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου ασχολούμενοι με το πρόβλημα της φθίνουσας ινδουιστικής επιρροής και επιδιώκοντας τον προσηλυτισμό μη ινδουιστών και την επιστροφή των παλιών αποστατών. Ο ινδοάριος ενθουσιασμός της Savitri Devi πλέον αλληλοεπιδρούσε με αυτή την μαχητική έκφραση του ινδουιστικού εθνικισμού. Μετά την εγκατάσταση της στη Καλκούτα στα τέλη του 1936, ανακάλυψε την Ινδουιστική Αποστολή, στην οποία πρόσφερε αμέσως τις υπηρεσίες της.

Όταν ερωτήθηκε από τον πρόεδρο της, Srimat Swami Sathyananda, για τις δικές τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, η Savitri Devi εξήγησε πως ήταν Άρια παγανίστρια και μετάνιωνε για τον προσηλυτισμό της Ευρώπης στο χριστιανισμό. Ήθελε να εμποδίσει την μόνη χώρα που τιμούσε ακόμη τους Άριους θεούς από το να πέσουν υπό την πνευματική επιρροή των Εβραίων. επίσης πρόσθεσε πως ήταν πιστή ακόλουθος του Adolf Hitler, που ηγούνταν του μόνου κινήματος αυτού του Άριου παγανιστικού πνεύματος εναντίον του ιουδαιοχριστιανικού πολιτισμού της Δύσης. Ο Satyananda ενδιαφέρθηκε και εντυπωσιάστηκε από την νεαρή Ελληνίδα και τα έντονα μάτια της, τον ευθύ της τρόπο, και την άνεση της τόσο στα χίντι όσο και στη γλώσσα της Βεγγάλης. Επίσης μοιράζονταν το ίδιο ενδιαφέρον που είχαν και άλλοι μορφωμένοι Ινδοί για τον Hitler εξαιτίας της Άριας μυθολογίας του και τη χρήση της σβάστικας, το παραδοσιακό σύμβολο τύχης και υγείας. Της είπε πως θεωρούσε τον Hitler ως μετενσάρκωση του Βισνού, μια έκφραση της δύναμης που διατηρούσε την κοσμική τάξη. Στα μάτια του, οι μαθητές του Hitler ήταν οι πνευματικοί αδερφοί των Ινδών. Με την προφανή αυτή συνάντηση σκέψης, ο Satyananda προσέλαβε την Savitri Devi ως λέκτορα. Τα καθήκοντά της περιλάμβαναν διαλέξεις στο αρχηγείο της Αποστολής στην Καλκούτα και ταξίδια για διαλέξεις σε ολόκληρη την Βεγγάλη και τις γειτονικές πολιτείες του Μπιχάρ και του Ασσάμ.

Οι φιλοναζιστικές θέσεις της Ινδουιστικής Αποστολής έφεραν την Savitri Devi σε επαφή με το εθνικιστικό κόμμα Hindu Mahasabha (HMP). Μετά την γερμανική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το Μάρτιο του 1939, το HMP υιοθέτησε μια ιδιαίτερα φιλογερμανική θέση, προϋποθέτοντας μια στενή συμφωνία μεταξύ της Άριας λατρείας και του ινδουιστικού εθνικισμού. Όπως είπε ένας εκπρόσωπος του HMP:

«Η ιερή ιδέα της Γερμανίας για την αναβίωση της Άριας κουλτούρας, η εξύψωση της σβάστικας, η προστασία στην βεδική γνώση και η ενθουσιώδης υπεράσπιση της παράδοσης του Ινδογερμανικού πολιτισμού καλωσορίζονται από τους θρήσκους και λογικούς Ινδουιστές της Ινδίας με εορταστική ελπίδα…. Η σταυροφορία της Γερμανίας εναντίον των εχθρών  της Άριας κουλτούρας  θα φέρει όλα τα Άρια έθνη του κόσμου στα συγκαλά τους και θα αφυπνίσει τους Ινδουιστές της Ινδίας για την αποκατάσταση της χαμένης δόξας τους».

Καθώς κινούνταν σε αυτούς τους κύκλους, η Savitri συνάντησε τον Asit Krishna Mukherji, έναν Ινδουιστή εκδότη με έντονες φιλογερμανικές συμπάθειες. Ήταν ο αρχισυντάκτης και ιδιοκτήτης του περιοδικού The New Mercury, δεκαπενθήμερο εθνικοσοσιαλιστικό περιοδικό που εκδίδονταν με την βοήθεια του γερμανικού προξενείου στην Καλκούτα από το 1935 έως το 1937, όταν απαγορεύτηκε από την βρετανική κυβέρνηση. Είχε  ήδη προσέξει αυτό το έντυπο, το οποίο ήταν το μοναδικό ναζιστικό περιοδικό στην Ινδία, στη διάρκεια των προηγούμενων ταξιδιών της στην Βεγγάλη και διάβαζε τα περιεχόμενα του με μεγάλο ενδιαφέρον. Η συντακτική γραμμή του Mukherji ήταν ανοιχτά φιλογερμανική και φιλοναζιστική, ωστόσο στήριζε και έναν παν-Άριο ρατσισμό με έντονο ινδικό αίσθημα. Τα άρθρα κυμαίνονταν από τις θέσεις του Hitler για το έθνος και την αρχιτεκτονική  και μεταφρασμένα αποσπάσματα του Mein Kampf ως μελέτες στους αρχικούς Άριους, τις ρίζες της σβάστικας, και την Αρκτική γενέτειρα των Αρίων. Τις παραμονές της αναχώρησης του για μια νέα αποστολή το 1938, ο Γερμανός πρέσβης, Βαρόνος Eduard von Selzam, έγραψε σε ένα απόρρητο τηλεγράφημα σε όλες τις γερμανικές αντιπροσωπείες  στην Άπω Ανατολή, πως κανένας δεν πρόσφερε υπηρεσίες στο Τρίτο Ράιχ που να συγκρίνονται με εκείνες του Sri Asit Krishna Mukherji.

Ο Mukherji θαύμαζε την αυξανόμενη ισχύ και επιρροή του Τρίτου Ράιχ. Ήταν βαθιά εντυπωσιασμένος από την Άρια ιδεολογία της Ναζιστικής Γερμανίας, με την λατρεία της Νορδικής φυλετικής ανωτερότητας, τον αντισημιτισμό και τους φυλετικούς νόμους. Συμφωνούσε με την γερμανική έμφαση στο ελληνικό ιδανικό της φυσικής δύναμης και ομορφιάς, που είχε επιδειχθεί πολύ καλό στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το καλοκαίρι του 1936. Αναγνώριζε τη ναζιστική σημαία – μια μαύρη σβάστικα σε λευκό κύκλο σε κόκκινο φόντο – ως κοντινό συγγενή της πανινδουιστικής σημαίας με τα πανάρχαια Άρια σύμβολα της σβάστικας, του λωτού και του ξίφους. Παρομοίως, έβλεπε παραλληλισμούς μεταξύ του πολεμικού πνεύματος του Τρίτου Ράιχ και της παλιάς ινδουιστικής πολεμικής παράδοσης των Μαράθα και των άλλων ινδικών φυλών, μεταξύ των οργανώσεων νεολαίας του RSS του M.S. Golwalkar και της Χιτλερικής Νεολαίας που ήταν η έμπνευση τους. όπως ακριβώς οι Ινδουιστές εθνικιστές διαμαρτύρονταν ενάντια στην αποικιοκρατική κυριαρχία, η Γερμανία επίσης βάδιζε προς την υπεράσπιση της Αριοσύνης και είχε ήδη αμφισβητήσει τη Βρετανία και τη Γαλλία, τους ορκισμένους εχθρούς της, για τον τερματισμό της ντροπιαστικής συνθήκης των Βερσαλλιών, και επιπλέον, για την πρωτοκαθεδρία στην Ευρώπη.

Η συνάντηση της Savitri Devi με τον Mukherji ήταν καίριο σημείο στη ζωή της. Είχε βρει επιτέλους έναν παν-Άριο ακτιβιστή που μοιράζονταν την πίστη της στην Άρια αναγέννηση της Ινδίας. Θα γινόταν σύζυγός της. με το ξέσπασμα του πολέμου το Σεπτέμβρη του 1939, η θέση της ως κατόχου ελληνικού διαβατηρίου στη Καλκούτα έγινε προβληματική. Ως λέκτορας της Ινδουιστικής Αποστολής, ήταν γνωστή στις βρετανικές αρχές ως ξένη με ναζιστικές συμπάθειες και διέτρεχε ξεκάθαρο κίνδυνο απέλασης ή κράτησης. Στις αρχές του 1940 έτσι ο Mukherji της έκανε πρόταση γάμου ώστε να γίνει σύζυγος Βρετανού υπηκόου και έτσι να παραμείνει ελεύθερη. Ήταν, όπως έλεγε, όχι μια ρομαντική ένωση αλλά μια που βασίζονταν στην θερμή φιλία και τα κοινά ιδανικά. Η ημερομηνία γάμου συνέπεσε με την είδηση της βρετανικής εκκένωσης του Ντάνκερκ και την επαπειλούμενη πτώση της Γαλλίας. Λαμπερή μέσα στο καλύτερο χρυσό και πορφυρό σάρι της, η Savitri Devi παντρεύτηκε τον Asit Krishna Mukherji στις 9 Ιουνίου 1940 στη Καλκούτα. Πέρασε το υπόλοιπο του πολέμου με χαρούμενη προσμονή μιας νίκης του Άξονα και τη διαίρεση της Ινδίας μεταξύ Ιαπωνίας και Γερμανίας. Ο σύζυγός της ήταν αναμειγμένος με κατασκοπευτικές δραστηριότητες για λογαριασμό των Ιαπώνων σε Ινδία και Μπούρμα.

Ως το τέλος του πολέμου η Savitri Devi είχε ενσωματόσει πολλές αντιλήψεις του ινδουισμού σε μια ετερόδοξη μορφή του Εθνικοσοσιαλισμού που εξυμνούσε την Άρια φυλή και τον Adolf Hitler. Αρχικά, υιοθέτησε τον ινδουιστικό κύκλο των εποχών που περιγράφονται στην Βισνού-Πουράνα (Vishnu Purana), έναν από τους αρχαίους θρύλους που αποτελεί κομμάτι δημοφιλών ινδουιστικών κειμένων. Σύμφωνα με το κυκλικό δόγμα της, τέσσερις εποχές, η γιάγκας (yugas), μειούμενης διάρκειας χαρακτηρίζουν την πτώση του κόσμου από μια χρυσή εποχή στην απόλυτη παρακμή της σκοτεινής εποχής, της Κάλι Γιάγκα (Kali Yuga). Αυτή η πεσσιμιστική κοσμολογία της εντροπίας και εξάντλησης ταιριάζουν απόλυτα τα ακραία αισθήματα εχθρότητας που ένοιωθε απέναντι στον φιλελευθερισμό, την δημοκρατία και την σύγχρονη εποχή. Ήταν βαθιά πεπεισμένη πως ο κόσμος είχε μπει στη σκοτεινή εποχή περίπου το 3000 π.Χ.. Η θρησκευτική κυριαρχία του εβραϊσμού, ο οικουμενικός διάδοχος τους ο χριστιανισμός, και πάνω από όλα ο σύγχρονος κόσμος και οι ορθολογικές αντιλήψεις του 1789 – ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα – ήταν σημάδια του επιταχυνόμενου εκφυλισμού.

Ενάντια στην ζοφερή κοσμολογία της Κάλι Γιάγκα, ανέπτυξε το δικό της δόγμα των Ανθρώπων στο Χρόνο, έξω από το Χρόνο, και ενάντια στο Χρόνο. Αυτοί οι τρεις τύποι ιστορικών προσωπικοτήτων αντιπροσώπευαν τρεις ιδιαίτερα διακριτές στα δεσμά του Χρόνου όπως ήταν αντιληπτά στον κύκλο των εποχών. Από τους τρεις τύπους, οι Άνθρωποι στο Χρόνο ήταν οι βασικοί και πιο δραστήριοι παράγοντες της Κάλι Γιάγκα. Ο εγωισμός, η βία και οι φιλοδοξίες τους για την εξουσία είναι τυπικά γνωρίσματα της Σκοτεινής Εποχής και των διακυμάνσεων της· χαρακτήρισε τον Genghis Khan (1157-1227), τον μεσαιωνικό Μογγόλο αρχηγό του οποίου οι αστραπιαίες νίκες του πρόσφεραν μια σύντομη κυριαρχία σε ολόκληρη την Ευρασία κατά το 13ο αιώνα, ως το βασικό παράδειγμα Ανθρώπου στο Χρόνο. Οι Άνθρωποι έξω από το Χρόνο ήταν στο φυσικό τους περιβάλλον κατά την αγνή τελειότητα της Σάτια Γιάγκα (Satya Yuga) ή χρυσή εποχή. Ως εξώκοσμοι μυστες και σοφοί, η θεία τους αποκάλυψη έλαμπε πάνω σε ένα τακτικό βασίλειο που δεν γνώριζε από διαμάχες. Ο ηλιακός μύστης και Αιγύπτιος φαραώ Ακενατόν (περ. 1370-1340 π.Χ.), πίστευε, πως ήταν ένας επιφανής Άνθρωπος έξω από το Χρόνο. Οι Άνθρωποι ενάντια στο Χρόνο όμως συνδύαζαν τα χαρακτηριστικά των άλλων τύπων, αστραπή και ήλιος, κάνοντας πράξεις ακραίας βίας σε μια προσπάθεια να επαναφέρουν τις συνθήκες της επερχόμενης χρυσής εποχής στο τέλος της σκοτεινής εποχής. Αυτοί οι στρατιωτικοί ήρωες ήταν οι σωτήρες του κύκλου των εποχών· με τα μέσα του πολέμου, της επανάστασης και της εξολόθρευσης, μόχθησαν για να λυτρώσουν το κόσμο από το ζυγό της Κάλι Γιάγκα και έτσι να ξεκινήσουν ένα νέο χρονικό κύκλο.

Συνέδεσε αυτές τις ιδέες με την θεϊστική αντίληψη του ινδουισμού των άβαταρ (avatara), που ενσαρκώνει την περιοδική κάθοδο στη γη της θεότητας, συνήθως του Βισνού, σε ανθρώπινη, υπεράνθρωπη ή ζωική μορφή. Ο μεσολαβητής μεταξύ Θεού και ανθρώπων ήταν μια εξέλιξη από τους εξω-ανθρώπινους θεούς της Βεδικής περιόδου. Η ρίζα της ιδέας του άβαταρ είναι χαμένη, και πρόδρομοι της έχουν εντοπιστεί  στο Άριο Ιράν και το Bahram Yast, ένα ζωροαστρικό κείμενο, που ίσως να περιέχει και ίχνη κινεζικής επιρροής και μυθολογίας. Ωστόσο, σε καμιά από αυτές τις πίστεις η ιδέα αυτή δεν παίζζει τόσο σημαντικό ρόλο όσο στην μεταβεδική ινδουιστική σκέψη των επών και στην Bhagavad Gita. Τόσο στη Ramayana και στη Mahabharata περιγράφεται η κάθοδος του άβαταρ  στη μορφή του Rama και του Krishna, και οι δύο από τους οποίους επανεμφανίζονται ως οι αγαπημένες ενσαρκώσεις του Βισνού. Στις Πουράνες (Puranas), αυτά τα άβατα επίσης εμφανίζονται ως η δέκατη και τελευταία μετενσάρκωση του Βισνού. Με ένα τρόπο που θυμίζει την ιουδαιοχριστιανική αποκάλυψη, έρχεται με τη μορφή ενός ξιφοφόρου έφιππου πάνω σε λευκό άλογο για να εξαφανίσει την σκοτεινή εποχή και να αρχίσει μια νέα χρυσή εποχή.

Η Savitri Devi πίστευε πως ο σπουδαιότερος Άνθρωπος ενάντια στο Χρόνο σε ολόκληρη τη καταγεγραμμένη ιστορία, ο θεϊκά διορισμένος ηγέτης του Άριου κόσμου στην Δύση. Η απαίτηση του για Γερμανική ενότητα σε ένα ισχυρό νέο Ράιχ αδιαφορώντας για την ταπεινωτική Συνθήκη των Βερσαλλιών τον έκαναν στα μάτια της ξεκάθαρα ως τον υπέρμαχό της αρχαίας φυλετικής αρχής ενάντια στην εκφυλιστική καπιταλιστική και κοσμοπολιτική τάξη των Συμμάχων. Η υιοθέτηση από μέρους του ρατσιστικών ιδεών, ο αντισημιτισμός της και η εφαρμογή των νόμων της Νυρεμβέργης που απαγόρευαν τους μικτούς γάμους και τις σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ των Άριων και των Εβραίων, την έπεισαν πως σκόπευε να επιδιώξει την αναγέννηση του Άριου συστήματος των καστών σε παγκόσμια κλίμακα. Η αμείλικτη χρήση στρατιωτικής βίας από τον Adolf Hitler εναντίον των εχθρών του σε ένα κόσμο που είχε εκπέσει, και το αταλάντευτο σχέδιο της να εξοντώσει τους Εβραίους, τον πανάρχαιο εχθρό και ανεστραμμένο είδωλο των ηρωικών Άριων, τον χαρακτήριζε ως τον σπουδαιότερο Άνθρωπο ενάντια στο Χρόνο. Σαν φλεγόμενος κομήτης από τους ουρανούς, διαπέρασε την ζοφερή ατμόσφαιρα που περικύκλωνε τη γη στην Κάλι Γιάγκα για να ανακοινώσει τον ερχομό του φωτός μιας νέας τάξης τελειότητας, θείας δικαιοσύνης και ηθικής που απλώνονταν.

Η Savitri Devi αναμφισβήτητα είναι η πρώτη Δυτική συγγραφέας που θεώρησε τον Adolf Hitler ως άβαταρ. Συχνά χρησιμοποιεί αποσπάσματα από την Bhagavad Gita όταν αναφέρονταν στον Γερμανό ηγέτη: «Όταν η δικαιοσύνη καταστραφεί, όταν το κακό θριαμβεύει, τότε θα επιστρέψω. Για την προστασία του καλού, για την καταστροφή των κακών, για την εγκαθίδρυση της Βασιλείας της Αρετής, γεννιέμαι ξανά και ξανά, εποχή μετά την εποχή». Το εγκώμιο της για την ζωή και πολιτική καριέρα του Adolf Hitler στο Η Αστραπή και ο Ήλιος (1958) ξεκινά με την ενσάρκωση του συλλογικού Εγώ του Άριου ανθρώπινου είδους ως «ο το παιδί του φωτός που γεννήθηκε αργά» στο Μπρανάου αμ Ινν το 1889. Η περιγραφή της για την νεότητα του βασίζεται στην αφήγηση του August Kubizek για την εφηβική τους φιλια στο Λίνζ και την Βιέννη μεταξύ 1904 και 1908. Είτε ενθουσιάζονταν για τις αρχαίες γερμανικές σάγκες και τη μαγική δύναμη της μουσικής του Wagner ή ήταν απασχολημένος δημιουργώντας σχέδια για νέες πόλεις, κτίεια και μνημεία, ο Hitler ήταν πάντοτε αληθινός φίλος του λαού του, εμπνευσμένος πάντοτε από ένα εσωτερικό όραμα ενός υγειούς, όμορφου και ειρηνικού κόσμου, έναν γήινο παράδεισο που αντικατόπτριζε την κοσμική τελειότητα.

Η Savitri Devi ήταν σίγουρη πως ο Hitler είχε καταλάβει πως ήταν άβαταρ ενώ ήταν ακόμη νέος. Βρήκε ακλόνητες αποδείξεις για αυτό στην περιγραφή του August Kubizek για την δραματική αντίδραση του νεαρού Hitler σε μια εκτέλεση της όπερας του Wagner, Ριέντζι που είχαν παρακολουθήσει μαζί τον Νοέμβριο του 1906 στο Λίνζ. Και τα δυο αγόρια βυθίστηκαν στο μεγάλο έπος της ανόδου του Ριέντζι στο να γίνει ο ύπατος του λαού της Ρώμης και την επακόλουθη πτώση του. Όταν η παράσταση τελείωσε, ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ο Hitler, συνήθως ομιλητικός μετά από μια συναρπαστική όπερα, ήταν σιωπηλός και απόμακρος. Οδήγησε το φίλο του μέσα από τους κρύους και με ομίχλη δρόμους στον λόφο του Φρέινμπεργκ στην δυτική πλευρά της πόλης. Ο Kubizek θυμάται πως ο Hitler περπατούσε, χλωμός και έμοιαζε σκοτεινός, μέχρι που έφτασαν στην κορυφή.  Δεν καλύπτονταν πλέον από την ομίχλη, και τα αστέρια έλαμπαν από πάνω τους. Τότε ο Hitler άρχισε να μιλάει, οι λέξεις τους ξεπηδούσαν με τραχύ πάθος. Ο Kubizek ήταν απόλυτα έκπληκτος. Ως εκείνη τη στιγμή είχε καταλάβει πως ο Hitler ήθελε να γίνει καλλιτέχνης, ζωγράφος ή αρχιτέκτονας. Τίποτα από όλα αυτά δεν είχαν σημασία πλέον. Ήταν σαν ένας διαφορετικός Εαυτός να μιλούσε μέσα από αυτός σε μια κατάσταση έκτασης ή απόλυτης καταληψίας. «Με μεγαλειώδεις, ακαταμάχητες εικόνες, ξεδίπλωσε μπροστά μου το δικό του μέλλον και αυτό του λαού μας…. Μιλούσε για μια αποστολή που κάποια μέρα θα λάμβανε από το λαό μας, ώστε να τους οδηγήσει έξω από τη σκλαβιά, στα ύψη της ελευθερίας». Οι μεταπολεμικοί Αμερικάνοι νεοναζί William Pierce και Matt Koehl αργότερα θα την τιμούσαν την αποκάλυψη της Savitri Devi της αβαταρικής επιφοίτησης στο λόφο Φρέινμπεργκ.

Οπλισμένη με αυτό το περίεργο μείγμα ινδοάριου μύθου και τις ναζιστικές πεποιθήσεις της, η Savitri Devi επέστρεψε στην Ευρώπη τον Οκτώβριο του 1945. Γεμάτη με πικρή μετάνοια και αυτοπεριφρόνηση που δεν βίωσε τις «σπουδαίες μέρες» του Τρίτου Ράιχ, ήταν αποφασισμένη να κάνει την αργοπορημένη της στο γερμανικό Εθνικοσοσιαλισμό. Στο Λονδίνο έπιασε δουλειά ως υπεύθυνη γκαρνταρόμπας σε ένα περιοδεύοντα χορευτικό θίασο από την Ινδία και της γεννήθηκε η ιδέα να μοιράσει φιλοναζιστικά φυλλάδια ενώ θα περνούσε από την Γερμανία με τραίνο τον Ιούνιο του 1948. Επιστρέφοντας μέσω Γαλλίας και εισερχόμενη στη Γερμανία στο Σααρηολζμπαχ, πέρασε περίπου τρεις μήνες  μεταξύ 7 Σπτέμβρη και 6 Δεκέμβρη 1948 διανέμοντας ακόμη έξι χιλιάδες φυλλάδια στις τρεις Δυτικές ζώνες κατοχής και στο Σάαρ. Προετοιμαζόμενη για την Τρίτη της προπαγανδιστική εξόρμηση στη κατεχόμενη από τον εχθρό Γερμανία, τύπωσε στο Λονδίνο ένα μικρό φυλλάδιο στα γερμανικά με σβάστικα πάνω του. Σε αυτό παρακινούσε τους Γερμανούς να μείνουν πιστοί στον Φύρερ τους, που πίστευε πως ήταν ακόμη ζωντανός, και να ξεσηκωθούν εναντίον των συμμαχικών δυνάμεων που τώρα στάθμευαν σε ολόκληρη τη χώρα. Η αίσθηση αποστολής της, η ναζιστική της ευλάβεια, και αυτοανακυρησμένη συμμετοχή της σε ένα μικρό απομεινάρι πιστών στον Hitler είναι φανερά από το κείμενο:

Γερμανικέ λαέ

Τι σου πρόσφεραν οι δημοκρατίες;

Κατά τον πόλεμο, φωσφόρο και φωτιά.

Μετά το πόλεμο, πείνα, ταπείνωση και καταπίεση·

Την διάλυση των εργοστασίων·

Την καταστροφή των δασών·

Και τώρα – το Σύμφωνο του Ρουρ!

Ωστόσο, «Η σκλαβιά θα διαρκέσει για πολύ λίγο ακόμη». Ο Φύρερ μας ζει

Και σύντομα θα έρθει πίσω, με ανεπανάληπτη δύναμη

Αντισταθείτε στους καταπιεστές σας!

Να ελπίζετε και να περιμένετε.

Heil Hitler!

S.D.

Αυτή η εκκεντρική έκκληση μαζί με τις αποκαλυπτικές ελπίδες γύρω από την επανεμφάνιση του Hitler ακολουθήθηκε από την στροφή ενός πολύ γνωστού γερμανικού εμβατηρίου.

Με δεδομένη την απόλυτη ήττα και αποθάρρυνση της μεταπολεμικής Γερμανίας, τις κατεστραμμένες βιομηχανίες, το ελλειμματικό εργατικό της δυναμικό, τις πεινασμένες πόλεις και την αυξανόμενη εξάρτηση από τις δυνάμεις κατοχής, μια τέτοια έκκληση ήταν στην καλύτερη των περιπτώσεων συμβολική. Κυρίως εξυπηρετούσε την ανάγκη της Savitri Devi να δείξει την αλληλεγγύη της προς το ναζισμό, την πίστη της στον Adolf Hitler, και το μίσος της για τη Δύση και την υποτιθέμενη υπεροχή της. ξεκίνησε να διανέμει το φυλλάδιο την νύχτα της 13ης-14ης Φεβρουαρίου του 1949 στη Κολωνία και σύντομα βρήκε ένα νεαρό πρώην στέλεχος των SS για να την βοηθήσει. Μέχρι την στιγμή που τελικά την συνέλαβαν μια εβδομάδα αργότερα είχε μοιράσει με επιτυχία 11500 φυλλάδια και προκηρύξεις σε πόλεις στη Δυτική Γερμανία σε πέντε μήνες μυστικής δραστηριότητας. Σε μια ακρόαση αποφασίστηκε πως η υπόθεση της Savitri Devi αφορούσε το Άρθρο 7 του Νόμου 8 του Καταστατικού Κατοχής, το οποίο απαγόρευε την διανομή μιλιταριστικών και εθνικοσοσιαλιστικών ιδεών στη γερμανική επικράτεια υπό την Επιτροπή Συμμαχικού Ελέγχου. Η μέγιστη τιμωρία για την παράβαση του νόμου ήταν η θανατική ποινή. Κρατήθηκε στη βρετανική στρατιωτική φυλακή για γυναίκες στο Βερλ μέχρι την επίσημη δίκη της, που ορίστηκε για τις 5 Απριλίου 1949.

Πέρα από την προσφορά στο ναζισμό μιας μη χριστιανικής μυθολογίας, ο ινδουισμός πρόσφερε επίσης στην Savitri Devi ένα είδος τελετουργίας για την χιτλερική της λατρεία. Στη διάρκεια της διαμονής της στην Ινδία, θαύμαζε ιδιαίτερα τον εκλεκτισμό που επέτρεπε σε ορθόδοξους ινδουιστές  να διακοσμούν τους οικιακούς ναούς τους με φωτογραφίες του Hitler και του Stalin, φιγούρες που θαύμαζαν αψηφώντας το Βρετανικό Ρατζ (ΣτΜ: British Raj, η βρετανική κυριαρχία στην Ινδία), δίπλα από τις γνώριμες φιγούρες του Βισνού και του Σίβα. Αυτή η μορφή τιμητικής (bhakti) ευλάβειας έγινε το χαρακτηριστικό σημείο της δικής της χιτλερικής λατρείας, ολοκληρωμένη με προσευχές, διαλογισμό και τελετές. Παραδείγματα αυτής ευλάβειας είναι πολυάριθμα στις εξιστορήσεις της αριοναζιστικής της αποστολής στη κατεχόμενη Γερμανία από το 1948 και μετά. Σε ευλαβικές συναθροίσεις σκληροπυρηνικών ναζί σε ερημικές σοφίτες στις κατεστραμμένες πόλεις, πρόσφερε την ένθερμη έκφραση της ανυποχώρητης αφοσίωσης της στον Hitler, το σωτήρα της εκλεκτής φυλής. Υπήρχαν συναισθηματικά φορτισμένες αναγνώσεις από το Mein Kampf, την ανταλλαγή πολύτιμων ναζιστικών αναμνηστικών, κρυφών χιτλερικών χαιρετισμών και μυστικά σημεία αναγνώρισης, και μια ανυψωμένη αίσθηση κοινότητας με ομοπιστους που περιμένουν την θριαμβευτική επιστροφή του Φύρερ. Έτσι εξέφραζε μια έντονη πνευματικότητα που εστίαζε στον Hitler ως εξιλεωτική φιγούρα και την σαρωτική της επιθυμία να αποτελεί κομμάτι αυτού του εκκλησιάσματος.

Μετά την σύλληψη της αυτή η αίσθηση κοινότητας με τους πιστούς ναζί απλά αυξήθηκε. Εξέφραζε επανειλημμένα τον χιτλερισμό της με όρους θρησκευτικής έμπνευσης και αποφασιστικότητα στους έκπληκτους ανακριτές της και τον υπομονετικό της δικηγόρο. Οι ελπίδες της να γίνει μάρτυρας ανέβηκαν καθώς πλησίαζε η δίκη της. «Θα ήθελα να βαδίσω προς το τόπο εκτέλεσης  τραγουδώντας το Horst Wessel Lied (ΣτΜ: ο εθνικός ύμνος της Ναζιστικής Γερμανίας)…. Τεντώνοντας το δεξί μου χέρι, ευθύ και λευκό στον ήλιο, θα πέθαινα ευτυχισμένη με μια κραυγή αγάπης, χαράς, φωνάζοντας… τις ιερές λέξεις που συνοψίζουν την πίστη ολόκληρης της ζωής μου: ‘Heil Hitler!’. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα πιο όμορφο τέλος για εμένα». Πίσω στο κελί της, ψιθύριζε ένθερμες προσευχές στον Σίβα ενώ έσφιγγε την «εικόνα του» ως Hitler σε ένα μενταγιόν στο στήθος της. αντλούσε μεγαλύτερη αγαλλίαση διαβάζοντας το πρόγραμμα του ναζιστικού κόμματος και την Bhagavad Gita. Μόλις καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης, αισθάνθηκε  πως είχε αληθινά ενταχθεί στις γραμμές των διωκόμενων πιστών. Η βασικές τις απολαύσεις στη φυλακή  ήταν οι στενές της φιλίες με τις καταδικασμένες επιστάτριες και φύλακες του στρατοπέδου Μπέλσεν, και το γράψιμο στα κρυφά του χρονικού της προπαγανδιστικής αποστολής της.

Δεσμοί μεγάλης στοργής και σεβασμού συνέδεαν την Savitri Devi με τις γυναίκες εγκληματίες πολέμου στο Βερλ. Καταδικασμένες από το κόσμο έξω από την φυλακή, μετά την ήττα του ναζισμού, οι φυλακισμένες αυτές στο Μπέλσεν και άλλοι φυλακισμένες αντιπροσώπευαν για την Savitri Devi την ατρόμητη, ακλόνητη πίστη της αφοσιωμένης ναζιστικής γυναίκας που είναι αφιερωμένη στη δημιουργία ενός υπέροχου, όμορφου Άριου κόσμου του μέλλοντος σύμφωνα με το όραμα του Adolf Hitler. Η ντροπή τους, η κακομεταχείριση και φυλάκιση απλά επιβεβαίωσε την θέση τους ως μάρτυρες του ναζιστικού σκοπού στα μάτια της Savitri Devi. Ήταν περήφανη να σχετίζεται με εκείνες και μοιράζεται τις κακουχίες τους στο Βερλ. Από την πλευρά της, η φανατική Savitri Devi απολάμβανε υψηλό κύρος μεταξύ των Ναζί και SS συντρόφων της για την υψηλή της ρητορική, την επιμονή της στην ιδεαλιστική φιλοσοφία της Άριας αναγέννησης, και την ευλαβική ναζιστική πνευματικότητα της. Έδινε ένα πιο βαθύ  νόημα στο σκοπό τους, συχνά που ήταν αποδεκτό μόνο επιφανειακά στις οπορτουνιστικές μέρες της ναζιστικής εξουσίας, και που τους συντηρούσε στην παρούσα δύσκολη κατάσταση τους. θεωρούμενη ως υποδαυλίστρια από τις αρχές της φυλακής, στη συνέχεια οι επαφές της με τους άλλους πολιτικούς κρατούμενους περιορίστηκαν.

Κατά την απελευθέρωση της τον Αύγουστο του 1949, απελάθηκε από την Γερμανία και κατευθύνθηκε στην παλιά της γενέτειρα, την Λυών. Τον Απρίλιο του 1953 επέστρεψε στη Γερμανία, αυτή τη φορά ως προσκυνήτρια σε προσωπικό ταξίδι σε μέρη στην «Ιερή Γη των Αρίων» που ήταν καθαγιασμένα μέσω της σχέσης τους με τον Hitler και το Εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα. Το προσκύνημα της άρχισε από το στο Λέοντινγκ και το Λινζ που ο Hitler πέρασε τη παιδική του ηλικία και την νεότητα του, στην συνέχεια ακολούθησε μια επίσκεψη στην γενέτειρα του στις 20 Απριλίου 1953, την 64η επέτειο της γέννησης του. Από εκεί ταξίδεψε στο Μπερχτεσγκάντεν στη Βαυαρία, όπου περιπλανήθηκε στην περιοχή του Μπέργκοφ, του αλπικού καταφυγίου του Hitler στο Ομπερσαλζμπουργκ. Στο Μόναχο προσκύνησε σε βωμούς όπως οι ταβέρνες που ο Hitler έκανε κομματικές συγκεντρώσεις αρχικά, την Φελντερρρνχαλλε για τις θυμήσεις του πραξικοπήματος του 1923, και το σημείο που βρίσκονταν το Καφέ Σπίτι (ΣτΜ: το αρχηγείο του ναζιστικού κόμματος) στην Κονινγκπλατς. Επεδίωξε τη φυσική εγγύτητα εγκληματιών πολέμου στο Λαντσμπέργκ, τη βασική φυλακή για καταδικασμένους ναζί στην πρώην αμερικάνικη ζώνη. Ο επόμενος σταθμός μνήμης ήταν η Νυρεμβέργη. Ονειρεύτηκε τις ναζιστικές συγκεντρώσεις στην Λουιτπολνταρίνα και Ζεπελινβισε, που έγιναν εκεί τη δεκαετία του 1930· με πένθιμη διάθεση επισκέφτηκε το Παλάτι της Δικαιοσύνης, όπου δικάστηκαν τα ανώτερα μέλη της ηγεσίας των Ναζί που ζούσαν ακόμη  στο Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο το 1945-46.

Το προσκύνημα της τελείωσε με ένα ευρύτερο μυθικό και παγανιστικό τρόπο με μια επίσκεψη στον προϊστορικό ηλιακό ναό στο Έξερστάιν, που παραδοσιακά θεωρείται ως αρχαίο γερμανικό ιερό σημείο. Εκεί έκανε λατρευτικές τελετές για την επιτάχυνση του επόμενου Ράιχ. Στο σκοτάδι, βίωσε τον πνευματικό θάνατο και αναγέννηση σε ένα πέτρινο τάφο· την αυγή φώναζε τα ονόματα των βεδικών θεών και του Hitler από την κορυφή των βράχων. Η μαρτυρία της για αυτή την επίσκεψη είναι δραματική και συναισθηματικά φορτισμένη. Μέσα από τις επισκέψεις της  στους βωμούς του ναζισμού και της αρχαίας Γερμανίας, η Savitri Devi επέμενε στο νόημα τους για την πίστης της στο παγανιστικό Άριο ιδανικό. Μαζί με τις προγενέστερες μαρτυρίες της για την προπαγανδιστική αποστολής τη και τη φυλάκιση, Defiance (1950) και Gold in the Furnace (1951), Pilgrimage (1958), έχουν γίνει σημαντικά δείγματα ναζιστικής βιβλιογραφίας και δημοφιλή μεταξύ των νεοναζιστικών κύκλων.

Η σχετική απομόνωση της Savitri Devi στην Ινδία στη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ, σε συνδυασμό με την ένταση του κρυφού ζηλωτισμού, δείχνουν πως αυτή και οι φίλοι της γιόρταζαν την μυστική ναζιστική τους γνώση στην μεταπολεμική Γερμανία σαν να είναι μέλη μια καταδιωκόμενης σέκτας. Η Savitri Devi όμως, πάντοτε ανοιχτή, επίσης καίγονταν για ενεργητική παρουσία και δράση. Η αναγκαιότητα αυτή τελικά την οδήγησε στην επίτευξη της φήμης και της επιρροής της στο νεοναζιστικό κίνημα. Αρχικά, καθιέρωσε γρήγορα τον εαυτό της ως έμπιστη και συνοδοιπόρο  μεταξύ των ηγετών της αναγεννώμενης εθνικιστικής σκηνής στη Γερμανία. Μόλις η αποναζιστικοποίηση θυσιάστηκε στο νέο ενδιαφέρον των Συμμάχων να τραβήξουν τους Γερμανούς  για τον Ψυχρό Πόλεμο εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, νέα πολιτικά κόμματα άρχισαν να εμφανίζονται στη Γερμανία, που όφειλαν μεγάλο μέρος από την έμπνευση τους στον Εθνικοσοσιαλισμό. Μετά την απαγόρευση το 1952 του SRP (Sozialistische Reichspartei), το DRP (Deutsche Rechtspartei) έγινε η πιο σημαντική εκλογική δύναμη στην ακροδεξιά, με περίπου 16000 μέλη που έδιναν συνδρομή, μερικές έδρες στις βουλές των κρατιδίων, και περίπου μισό εκατομμύριο ψήφους σε ολόκληρη τη χώρα κατά τις ομοσπονδιακές εκλογές. Καθοδηγούμενο από τον Adolf von Thaden, το DRP είχε στις γραμμές του πρώην διασημότητες του Τρίτου Ράιχ όπως ο Werner Naumann, πρώην ναζιστής υπουργός εσωτερικών και επιλογή του Hitler για την διαδοχή του Goebbels· τον στρατηγό των SS, Wilhelm Meinberg· ένα αριθμό στρατηγών της Βέρμαχτ· και τον άσσο της Λουφτβάφε, σμήναρχο Hans-Ulrich Rudel.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 και έπειτα, η Savitri Devi επισκέπτονταν συχνά τον Rudel στο Αννόβερο και τον γνώρισε αρκετά καλά, ολοκληρώνοντας εκεί το χειρόγραφο του Η Αστραπή και ο Ήλιος το Μάρτιο του 1956. Το 1945 ο Rudel είχε διαφύγει στην Αργεντινή, όπου έγινε δημοφιλές και επιφανές μέλος της μεγάλης ναζιστικής κοινότητας της χώρας, η οποία απολάμβανε την προστασία της κυβέρνησης Peron. Ο ήρωας του πολέμου εκεί έστρεψε τις σκέψεις του στην δημιουργία σχεδίων για την διευκόλυνση της διαφυγής δραπετών ναζί από την Ευρώπη, και έγινε επικεφαλής μια τέτοιας οργάνωσης σωτηρίας που ονομάζονταν Kamaradenwerk. Κατά την επιστροφή του στη Γερμανία το 1951, ο Rudel διακήρυξε δημόσια τον αταλάντευτο θαυμασμό του για τον Adolf Hitler και το όραμα του για μια αναστημένη, ισχυρή Γερμανία. Αυτή η ανοιχτή πίστη στο Τρίτο Ράιχ , με την αίγλη του θρύλου των κατορθωμάτων του ως πιλότου της Λουτβάφε στη διάρκεια του πολέμου, τον καθιέρωσαν σταθερά ως ίνδαλμα του αναγεννημένου νεοναζιστικού κινήματος. Έγινε μέλος του συμβουλίου του DRP καθώς οι εθνικιστικές του απόψεις έβρισκαν συχνά βήμα στην εφημερίδα Deuttsche SoldatenZeitung (ιδρύθηκε το 1951), που εκδίδονταν αποό πρώην αξιωματούχους του υπουργείου προπαγάνδας του Goebbels και αξιωματικούς των SS.

Όταν η Savitri Devi συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Rudel, ήταν ήδη μάλλον η πιο δημοφιλής και εμφανής φιγούρα της νεοναζιστικής σκηνής στη νεαρή γερμανική δημοκρατία. Με τις εκτεταμένες επαφές στη διασπορά, παρέμεινε καίριος παίχτης στις μυστικές ναζιστικές ομάδες στο εξωτερικό· με τους συν-συνωμότες του Otto Skorzeny και Eugen Dollman, ο Rudel έπαιζε σπουδαίο ρόλο στην στρατολόγηση μεγάλου αριθμού πρώην ναζί δραπετών στην Αργεντινή  για καίριες θέσεις στο νέο κοινοβουλευτικό καθεστώς της Αιγύπτου. Ο Rudel ήταν εντυπωσιασμένος με τα εγκώμια της Savitri Devi για τον ναζισμό ως διεθνές ρατσιστικό κίνημα, μια ιδέα που ταίριαζε στην μυστική και διασκορπισμένη φύση της μεταπολεμικής ναζιστικής δολοπλοκίας. Χάρη σε συστάσεις του Rudel, η Savitri Devi εκτοξεύτηκε στο διεθνές σκληροπυρηνικό δίκτυο και στη συνέχεια μπόρεσε να συναντηθεί με επιφανείς ναζί εμιγκρέδες στην Μέση Ανατολή και την Ισπανία. Την Άνοιξη του 1957 έμεινε για κάποιο καιρό στο Κάιρο με τον Johannes von Leers, τον πρώην ειδικό αντισημιτικής προπαγάνδας του Goebbels, που τώρα είχε βολευτεί ως επικεφαλής της αντιεβραϊκής υπηρεσίας ραδιοφώνου του Nasser. Με την σειρά του ήταν σε θέση να την συστήσει σε πολλούς παλιούς ναζί και αξιωματικούς των SS που βρήκαν ένα φιλόξενο καταφύγιο στην Αίγυπτο. Αργότερα, το 1961, ήταν φιλοξενούμενη του Otto Skorzeny στη Μαδρίτη. Ο διάσημος αρχηγός των κομάντο που σχεδίασαν την διαφυγή του Mussolini το 1943 και που από το τέλος του πολέμου είχε χτίσει μια εκτεταμένη επιχείρηση, εμπορικής φύσης και συλλογής πληροφοριών στην Ισπανία, την Νότια Αμερική και στην Αίγυπτο, που αφορούσαν Γερμανικά και Αμερικάνικα συμφέροντα.

Ενώ δίδασκε στο Μοντμπρισόν στη Γαλλία στη δεκαετία του 1960, η Savitri Devi περνούσε τις καλοκαιρινές διακοπές της στο Μπερχτεσγκάντεν και συνέχιζε να διατηρεί τους παλιούς ναζιστές φίλους της στη Βαυαρία. Ωστόσο, σύντομα θα άφηνε μεγάλη εντύπωση στο διεθνές νεοναζιστικό κίνημα, που άρχισε να αναπτύσσεται από την δεκαετία του 1960 και έπειτα. Στις αρχές της άνοιξης του 1961 έκανε την πρώτη της επαφή με τους Βρετανούς νεοναζί. Καθώς περνούσε τις διακοπές του Πάσχα με ένα/μια παλιό/α φίλο/η στο Λονδίνο, γρήγορα έμαθε για την ευρεία προσοχή που τραβούσε πάνω του το Βρετανικό Εθνικό Κόμμα (BNP) ως αποτέλεσμα των συγκρουσιακών του δράσεων και διαδηλώσεων γύρω από τα αυξημένα επίπεδα μετανάστευσης φυλετικών μειονοτήτων.η ανάπτυξη αυτών των περιθωριακών κινημάτων που ήταν αφιερωμένα στο ρατσισμό, τον κακοήθη αντισημιτισμό και τον παραδοσιοκρατικό εθνικισμό φούντωσαν τον ενθουσιασμό της, και δεν έχασε καθόλου χρόνο από το να συναντήσει τον Andrew Fountaine, τον πρόεδρο του BNP. Σύντομα γνωρίστηκε με τον John Tyndall και τον Colin Jordan και σθυνέχισε να αλληλογραφεί με τον τελευταίο μετά την επιστροφή της στη Γαλλία.μέσω αυτής της αρχικής επαφής που ήταν σε θέση να παρακολουθήσει της συγκρούσεις μεταξύ Fountaine και Bean από την μια, και την απροκάλυπτα νεοναζιστική τάση των Jordan και Tyndall από την άλλη. Οι τελευταίοι κέρδισαν την ενστικτώδη πίστη της, και σύντομα έγινε αφωσιομένη υποστηρίκτρια στο Εθνικό Σοσιαλιστικό Κίνημα (NSM).

Τον Αύγουστο του 1962 η Savitri Devi συμμετείχε στο πολυδιαφημισμένο συνάντησ-συνέδριο του Jordan στο Γκλούστεσάιρ και υπέγραψε ως ιδρυτικό μέλος την Συμφωνία του Κοτσγουόλντ που ίδρυε την Παγκόσμια Ένωση Εθνικοσοσιαλιστών (WUNS). Η ανάμειξη της με την WUNS ήταν η αφετηρία για το κύρος που θα αποκτούσε στη συνέχεια μέσα στους διεθνείς νεοναζιστικούς κύκλους. Έγινε στενή φίλη με την Françoise Dior, που είχε παντρευτεί τον Jordan το 1963 και συμμετείχε στις μυστικές δραστηριότητες του NSM στη Βρετανία. Πίσω στη Γαλλία που ζούσε η Savitri Devi, η Dior ήταν επικεφαλής του εθνικού παραρτήματος της WUNS. Μέσα από το συνέδριο η Savitri Devi ήρθε σε επαφή με τον Lincoln Rockwell, που ήταν εμφανώς ενθουσιασμένος με την ινδοάρια μυθολογία της ως βάση για έναν οικουμενικό ναζισμό. Μόλις ο Rockwell διαδέχθηκε τον Rockwell ως ηγέτης της WUNS, δημιούργησε ως έντυπο του κόμματος το περιοδικό National Socialist World· εδώ ο αρχισυντάκτης του, William Pierce, έδωσε ιδιαίτερη σπουδαιότητα στην δημοσίευση μιας συνοπτικής εκδοχής του Η Αστραπή και ο Ήλιος της Savitri Devi. Όχι μόνο είχε αποφασίσει ο Pierce να την δημοσιεύσει μαζί με τους Rockwell και Jordan, τους ηγέτες της WUNS, αλλά αφιέρωσαν σχεδόν ογδόντα σελίδες του εναρκτήριου τεύχους σε εκείνη.

Για την Savitri Devi, η δημοσίευση αυτή αντιπροσώπευε την πρώτη της σημαντική εμφάνιση στους διεθνείς νεοναζιστικούς κύκλους. Ως εκείνη τη στιγμή, τα βιβλία της που εκθείαζαν τον Εθνικοσοασιαλισμό εκδίδονταν ιδιωτικά στη Καλκούτα και σε περιορισμένο αριθμό. Αυτά είχαν δοθεί η διανεμηθεί μέσω προσωπικών επαφών σε Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία, ιδιαίτερα μέσω τον παλιών ναζιστικών επαφών της όπως οι Hans-Ulrich Rudel και ο Otto Skorzeny, όπως και αρκετούς συμπαθούντες και χήρες ναζί που επισκέπτονταν τακτικά στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Όμως μέσω του Rockwell και του Pierce, οι ιδέες της για τον Εθνικοσοσιαλισμό ως θρησκεία της φύσης, τον ινδουιστικό κύκλο των εποχών και την παγκόσμια σημασία του Hitler ως άβαταρ, ήρθαν ενώπιον ενός ευρύτερου αναγνωστικού κοινού στην Δυτική Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Νότια Αμερική και την Αυστραλία. Στο τρίτο τεύχος, ο Pierce ανακοίνωσε πως το περιοδικό είχε λάβει τόσο ενθουσιώδη ανταπόκριση για την δημοσίευση του Η Αστραπή και ο Ήλιος που αποφάσισε να προσφέρει στους αναγνώστες μερικά ακόμη από τα κείμενα της: ακολούθησαν αποσπάσματα από δύο κεφάλαια του Gold In The Furnace το 1967 και από το Defiance το 1968. Η φήμη της έτσι, από εδώ και εμπρός ήταν εξασφαλισμένη μεταξύ των Αμερικάνων Ναζί. Ο αφοσιωμένος θαυμαστής της Matt Koehl χρησιμοποίησε επιδοκιμαστικά την «θρησκεία της φύσης» και επέκτεινε την αποκάλυψη του Hitler στο Φρέινμπεργκ.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ο Ernst Zündel, ο Γερμανοκαναδός εκδότης κειμένων που αρνούνται το Ολοκαύτωμα, προώθησε μια σειρά ηχογραφημένων συνεντεύξεων με εκείνη και άρχισε την έκδοση νέων εκδόσεων των βιβλίων της, ξεκινώντας με Η Αστραπή και ο Ήλιος. Οι Ιταλοί νεοφασίστες επίσης ήταν ενθουσιασμένοι με τον βίαιο Άριο μυστικισμό της. ο Franco Freda, ο διαβόητος Ιταλός νεοφασίστας που δικάστηκε τελικά το 1978 για το ρόλο του στις τρομοκρατικές βομβιστικές επιθέσεις του 1969. Εξέδωσε μια γερμανική μετάφραση των μεταπολεμικών μαρτυριών της, Gold In The Furnace, μέσω του εκδοτικού του Edizioni di Ar το 1982. Δημιουργημένος το 1964 για να καλλιεργήσει την ιδέα μιας προϊστορικής Ινδοευρωπαϊκής κληρονομιάς, οι εκδόσεις Edizioni di Ar επίσης εκδίδει μια ετήσια ανάλυση, Risguardo (από το 1980), που περιέχει άρθρα για τους αρχαίους Άριους, την Νέα Ευρώπη και τη Τρίτη Θέση. Το τέταρτο τεύχος  περιείχε ένα άρθρο της Lotte Asmus και του Vittorio De Cecco που ήταν αφιερωμένο στην Savitri Devi ως την «απόστολο του Άριου παγανισμού», με μια ανάλυση της ζωής, των έργων και της επιρροής της. μια συν-έκδοση των απομνημονευμάτων της διανεμήθηκε στη Γερμανία από τον εκδοτικό του Thies Christophersen, Kritik Verlag στο Μοχρκιρτς στο κρατίδιο του Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν. Ως Γερμανός αυτόπτης μάρτυρας που εργάζονταν κοντά στο Άουσβιτς, ο Cristophersen έγινε διαβόητος με την έκδοση του βιβλίου του Die Auschwitzlüge (Το Ψέμα του Άουσβιτς) το 1973, που αρνιόνταν την φύση του ως στρατόπεδο εξόντωσης. Το βιβλίο αυτό έγινε  μια πολυχρησιμοποιημένη πηγή μεταξύ άλλων συγγραφέων αρνητών του Ολοκαυτώματος, μεταξύ τους οι Arthur R. Butz και Robert Faurisson.

Το έργο της Savitri Devi εμφανίστηκε αρχικά με την έκδοση του LIndia e il Nazismo από τις εκδόσεις Edizioni all’insegna del Veltro στη Πάρμα το 1979. Ο εκδότης, Claudio Mutti, ήταν ένα επιφανές μέλος της ιταλικής ακροδεξιάς. Θαυμαστής του ισλαμικού φονταμενταλισμού και της εκδοχής της ένοπλης δεξιάς τρομοκρατίας του Franco Freda για την πρόκληση επανάστασης, ο Mutti αυτοσυστήνεται ως «Μαοϊκός Ναζιστής». Ο δικός του εκδοτικός Veltro, προσφέρει ένα μεγάλο φάσμα βιβλίων για το συμβολισμό, τη παράδοση, τους μύθους της χρυσής εποχής, το ισλάμ και τον παγανισμό, μαζί με έργα ναζιστών και φασιστών, περιλαμβανομένων των Horia Sima, Corneliu Cordeanu, Robert Brasillach, και κείμενα άρνησης του Ολοκαυτώματος. Βυθισμένος στο αντιμοντερνιστικό αίσθημα του Julius Evola, ο Mutti στράφηκε στα έργα Παραδοσιοκρατών René Guénon και Frithof Schuon ως άρνηση του σύγχρονου κόσμου. Ως Μουσουλμάνος προσήλυτος και τριτοθεσίτης, ο Mutti  συνδυάζει τον αντισημιτισμό με κακόβουλο αντιδυτικισμό, κάτι που αντικατοπτρίζεται στις εκδόσεις του των κειμένων του Ruhollah Khomeini (ΣτΜ: Ayatollah Khomeini), του Ιρανού μουτζαχεντίν και την διακήρυξη του Ιερού Πολέμου εναντίον των απίστων.

Στην εισαγωγή του στο L’India e il Nazismo της Savitri Devi, την μετάφραση του δέκατου κεφαλαίου του Souvenirs et réflexions dune aryenne (1976), ο Mutti αναφέρει πως ενώ «η πνευματική διάσταση του ναζισμού έχει αγνοηθεί στη Δύση», έχει γίνει ενστικτωδώς κατανοητή από εκείνους τους παραδοσιακούς λαούς της Ινδίας, της Βόρειας Αφρικής, της Ιαπωνίας και του Αφγανιστάν που έχουν την έννοια του Ιερού Πολέμου. Αναφέρει πως ο «χιτλερικός εσωτερικισμός» της Savitri Devi ρίχνει νέο φως στην ινδουιστική αντίληψη του Hitler ως άβαταρ του Βίσνου, και βλέπει ένα παρόμοιο  κίνητρο στον τιμητικό του τίτλο μεταξύ haji (προσκυνητής) που είχε μεταξύ των μουσουλμάνων. Ο Mutti αναφέρει την αναγνώριση από τον Hitler της ίδιας του της ελπιδοφόρας θέσης που είχε μεταξύ των μη ευρωπαϊκών λαών («Ήδη Άραβες και Μαροκινοί αναφέρουν το όνομά μου στις προσευχές τους»). Ο Mutti συμφωνεί απόλυτα με την αντίληψη της Savitri Devi για τον Hitler ως Οικουμενικού Αναγεννητή μιας καθάριας τάξης που μοιάζει με το άβαταρ Καλκί ή του mahdi. Με το τρόπο αυτό, ο Claudio Mutti ενσωματώνει την Savitri Devi στο δικό του νεοφασιστικό πόλεμο ενάντια στην αισχρή Δύση. Πρέπει μάλλον να σημειωθεί πως ο Mutti ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά για την Savitri Devi μέσα από την ανάγνωση της φλογερής πρόζας του Pilgrimage, ως ιδεαλιστής έφηβος. Και άλλες ιταλικές μεταφράσεις του έργου της έχουν εκδοθεί στο Arya, ένα νεοφασιστικό περιοδικό εμιγκρέδων που εκδίδονταν από τον Vittorio de Cecco στο Μόντρεαλ.

Προσκεκλημένη από τον Matt Koehl να δώσει διαλέξεις στο κοινό της Νέας Τάξης (New Order) στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Savitri Devi πέθανε στις 22 Οκτωβρίου 1982 ενώ επισκέπτονταν ένα παλιό/α φίλο/η στην Αγγλία. Ο Colin Jordan έστειλε τον Tony Williams και δυο ακόμη νεαρούς Βρετανούς ναζί, όλους τους με δραματικά μαύρα ρούχα, σε μια απλή τελετή αποτέφρωσης στο Κόλτσεστερ του Σάσσεξ. Μέσω προηγούμενου διακανονισμού, μια τεφροδόχος με επιγραφή που περιείχε τις στάχτες της Savitri Devi στάλθηκε στον Matt Koehl, που τις τοποθέτησε δίπλα από εκείνες του Lincoln Rockwell. Έτσι η Savitri Devi, την νομάδα παν-Άρια ναζίστρια και πιστή του Hitler, μπήκε στην νεοναζιστική Βαλχάλα του πρώην Αμερικάνικου Ναζιστικού Κόμματος.

Η βασική σημασία της Savitri Devi βρίσκεται στην προσφορά της στο μεταπολεμικό νεοναζιστικό κίνημα ενός μυστικιστικού παν-Άριου μύθου που περιλαμβάνει τους λευκούς ανθρώπους σε ολόκληρο το κόσμο. Είναι εμφανώς ειρωνικό το ότι η Savitri Devi διέδωσε στους Ινδούς το όραμά της για έναν παν-Άριο κόσμο υπό την ναζιστική κυριαρχία, όταν ο βασικός θεωρητικός των Ναζί, Alfred Rosenberg πίστευε πως οι Ινδοάριοι είχαν από καιρό διασκορπίσει το νορδικό τους αίμα μεταξύ των σκουρόδερμων λαών της υποηπείρου. Ήταν εξίσου εμφανές πως οι ρατσιστικές ομάδες στην Βρετανία και την Αμερική μετά βίας μπορούσαν να διακρίνουν μεταξύ Ασιατών και μαύρων εθνικών ομάδων ως ανεπιθύμητους ξένους. Παρόλα αυτά, η θερμή λατρεία της Savitri Devi για τον Hilter προσφέρει μια παγκόσμια Άρια γοητεία για τους υπερασπιστές ενός υπό πολιορκία λευκού κόσμου. Όπως σημειώθηκε προηγουμένως, αυτή ακριβώς ήταν η φιλοδοξία του George Lincoln Rockwell με την ίδρυση της WUNS, και είναι σημαντικό να σημειωθεί πως τα γραπτά της ήρθαν στο προσκήνιο μεταξύ των Αμερικάνων νεοναζί. Ένας τέτοιος οικουμενικός ναζισμός προσφέρει στα κατά πλειοψηφία λευκά έθνη της Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής, Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας.

Μέσα από υπόγεια κανάλια, οι ιδέες της συνέχισαν να φτάνουν σε μια νέα γενιά αποκρυφιστών νεοναζί στις δεκαετίες του 1980 και του 1990. Ένας σημαντικός παράγοντας διάδοσης του έργου της ήταν ο Χιλιανός συγγραφέας-διπλωμάτης Miguel Serrano (γεν. 1917) του οποίου ο «Εσωτερικός Χιτλερισμός» ενσωμάτωσε το άβαταρ του Hitler σε μια σύνθετη μανιχαϊκή κοσμολογία αντισημιτισμού. Ο Serrano εξύμνησε ιδιαίτερα την Savitri Devi ως πρωτοπόρο του Εσωτερικού Χιτλερισμού και ως «ιέρειας του Όντιν». Με την σειρά του χρησίμευσε και εκείνος ως έμπνευση για ένα χαλαρό δίκτυο ναζιστών παγανιστών και σατανιστών σε Βρετανία, Γαλλία και Νέα Ζηλανδία με ονόματα όπως Black Order και Infernal Alliance. Ένα από τα περιοδικά της Combat 18 που είχε ως κοινό τους ρατσιστές skinhead της Βρετανίας περιλάμβανε έναν επικήδειο για την Savitri Devi. Το Η Αστραπή και ο Ήλιος επανεκδόθηκε το 1994 από ένα ναζιστικό σατανιστικό εκδοτικό οίκο στην Νέα Ζηλανδία, το οποίο αφιέρωσε ένα ειδικό τεύχος του περιοδικού του σε εκείνη ως την «Ιέρεια του Χιτλερισμού». Θεοποιημένη από μυστικιστές φασίστες και ρατσιστές παγανιστές ως «η μητέρα» του διεθνούς νεοναζισμού, η Savitri Devi έχει αποκτήσει πλέον την θέση μιας μορφής τύπου Evita για τους εχθρούς της πολυφυλετικής κοινωνίας. Τα βιβλία της είναι όλο και πιο ανάρπαστα μεταξύ ρατσιστών παγανιστών, skinhead και οπαδών του ναζιστικού metal στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Σκανδιναβία και την Δυτική Ευρώπη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s