Απόσπασμα από το βιβλίο The Nature Of Fascism (St. Martin’s Press, 1991). Ο Roger Griffin είναι καθηγητής σύγχρονης ιστορίας και πολιτικός θεωρητικός στο Πανεπιστήμιο Μπρούκς της Οξφόρδης. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. 

 

Όταν η Φασιστική Ιταλία και η Ναζιστική Γερμανία συγκρίνονται με άλλα απολυταρχικά καθεστώτα που εγκαταστάθηκαν στην Ευρώπη μετά το 1918, μια κρίσιμη διαφορά κάνει την εμφάνιση της σύντομα: δηλαδή, πως κανένα από αυτά δεν δημιουργήθηκε άμεσα μέσα από την κατάληψη της κρατικής εξουσίας από ένα «εξωσυστημικό» επαναστατικό κίνημα λαϊκίστικου εθνικισμού αποφασισμένου να δημιουργήσει μια νέα εθνική τάξη. Όλα τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βρέθηκαν στην εξουσία ως απόπειρα τμημάτων της κυρίαρχης ελίτ ή των στρατιωτικών αντιπροσώπων της να αποκαταστήσουν την σταθερότητα και μια ισχυρή κυβέρνηση με ένα τρόπο που να μην απειλεί τη βάση της υπάρχουσας ταξικής δομής ή των παραδοσιακών αξιών. Οι δυναμικές τους έτσι ήταν ουσιαστικά αντιδραστικές και συντηρητικές. Αυτή η διαφορά είναι εμφανής στις προσπάθειες του πρωθυπουργού του νεογέννητου γιουγκοσλάβικου κοινοβουλευτισμού  Stojadinović, να ευθυγραμμιστεί αρχικά με την φασιστική Ιταλία και στη συνέχεια με τον άξονα μεταξύ 1935 και 1939. Αν και δημιούργησε μια νεανική οργάνωση πρασινοχιτώνων και ενθάρρυνε τα πλήθη να φωνάζουν το σερβοκροάτικο αντίστοιχο του συνθήματος «Duce! Duce δεν επεδίωξε ποτέ την πραγματική δημαγωγική ή την παραστρατιωτική ισχύ για να καταλάβει την εξουσία και η φασιστικοποίηση της εθνικής πολιτικής ήταν περισσότερο κοσμητική. Το ίδιο ισχύει για τα πιο αυθεντικά απολυταρχικά καθεστώτα στα οποία κυβερνούσαν ο Piłsudski στη Πολωνία (1926-1935) ή ο Βασιλιάς Μπόρις ο Γ’ της Βουλγαρίας (μεταξύ 1935 και 1943), κανένας από τους οποίους προσπάθησε να αιτιολογήσει την καταστολή του πολιτικού φιλελευθερισμού με επαναστατικούς όρους ή να παρουσιάσει τις διδακτορικές εξουσίες τους ως την ενσάρκωση της ευρύτερης θέλησης.

Η κατάσταση αυτή είναι πιο περίπλοκη, ωστόσο, στην περίπτωση μιας σειράς αντεπαναστατικών καθεστώτων )που δεν είναι απλά αντικομουνιστικά αλλά και αντιφασιστικά) που μασκαρεύονταν ως επαναστατικά (δηλαδή φιλοφασιστικά). Τώρα που το τελευταίο ancien régime είχε καταστραφεί, η ιδεολογία του νομιμοκιστικού (ΣτΜ: μοναρχικοί που επιθυμούν την επαναφορά της μοναρχίας των Βουρβόνων στη Γαλλία) ή αποκαταστατικού (ΣτΜ: προέρχεται από την Αποκατάσταση της Αγγλικής μοναρχίας) συντηρητισμού είχε χρεοκοπήσει, και μιας και η εποχή της μαζικής πολιτικής είχε διαδοθεί σε κάθε σημείο της Ευρώπης, οι περισσότεροι απολυταρχικοί ηγέτες ένοιωσαν την ανάγκη για ένα προσωπείο λαϊκής νομιμοποίησης. Ήταν τόσο εντυπωσιακή η εμφανής επιτυχία αρχικά του Φασισμού και στη συνέχεια του Ναζισμού στην μετατροπή του επαναστατικού εθνικισμού σε ένα «τρίτο δρόμο» μεταξύ κομμουνισμού και φιλελευθερισμού, που τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά θα γίνονταν αντικείμενο μίμησης τόσο από συντηρητικά όσο και από  στρατιωτικά καθεστώτα ως κοσμητικό κόλπο για να διατηρήσουν την ηγεμονία, για να χειραγωγήσουν παρά να αφυπνίσουν αυθεντικές λαϊκίστικες δυνάμεις. Το αποτέλεσμα έχει περιγραφεί με όρους όπως «φασιστικοποιημένο», «fascinant», «ψευδοφασιστικό», «πρωτοφασιστικό» ή «ημιφασιστικό». Προτείνω αντίθετα τη χρήση του όρου «παραφασιστικό», στον οποίο το πρόθεμα «παρά» υπονοεί μια «παραλλαγή, διαστροφή, προσομοίωση» του «πραγματικού» φασισμού. Ήταν μέσα σε αυτό το τυραννικό και αντιφασιστικό πνεύμα, για παράδειγμα, που οι συνταγματάρχες που διαδέχθηκαν τον Piłsudski δημιούργησαν ένα επίσημο κρατικό κόμμα, το Obóz Zjednoczenia Narodowego (OZN, Συμμαχία Εθνικής Ενότητας), και ο Miguel de Rivera, ο στρατιωτικός δικτάτορας της Ισπανίας μεταξύ 1923 και 1930 έκανε προσπάθειες προς την εισαγωγή μιας λατρείας του ηγέτη και κορπορατισμό σύμφωνα με την φασιστική γραμμή, οδηγώντας έναν ειδικό να χρησιμοποιήσει την παραδοξολογική έκφραση «φασισμός από τα πάνω». Το ίδιο σχέδιο πιθηκισμού του φασισμού για την εξασφάλιση λαϊκής στήριξης χρησιμοποιήθηκε από τον Smetona, τον δικτάτορα της Λιθουανίας μεταξύ 1926 και 1939, που επίσης δημιούργησε ένα επίσημο πολιτικό μέτωπο, το Tautinakai (Λιθουανική Εθνική Ένωση) που αντιπροσωπεύονταν στο Διεθνές Φασιστικό Συνέδριο στο Μοντρέ το 1934, και ένα κίνημα νεολαίας, την Νέα Λιθουανία.

Ένα παραφασιστικό καθεστώς, ανεξάρτητα πόσο τελετουργική είναι η μορφή της πολιτικής του, καλοσχεδιασμένη είναι η λατρεία του ηγέτη του, παλιγγενετική είναι η ρητορική του, αδίστακτος είναι ο τρομοκρατικός μηχανισμός τους, τρομερή είναι η παραστρατιωτική του οργάνωση, δυναμική είναι η οργάνωση νεολαίας  ή μονολιθικό είναι το κρατικό του κόμμα, θα αντιδράσει στον αυθεντικό φασισμό ως απειλή, και αν και μπορεί να αναγκαστεί να αναζητήσει τη συνεργασία ενός φασιστικού κινήματος για να εξασφαλίσει την λαϊκή στήριξη ή να αντιμετωπίσει κοινούς εχθρούς (κυρίως τον επαναστατικό σοσιαλισμό), ένα τέτοιο καθεστώς θα αρπάξει την πρώτη ευκαιρία για να το εξουδετερώσει. Αυτό το μοτίβο φαίνεται με εξαιρετική καθαρότητα στην περίπτωση της Λετονίας, της οποίας η νεογέννητη δημοκρατία φαίνονταν να έχει ξεπεράσει μια σειρά από αρχικές δυσκολίες όταν η Ύφεση μετατράπηκε σε κρίση το 1929. Από τις διάφορες ομάδες που εμφανίστηκαν για να επιδιώξουν υπερεθνικιστικούς στόχους (για παράδειγμα οι Εθνικοεπαναστάτες Εργάτες και το Λετονικό Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα), με διαφορά η σημαντικότερη ήταν η Ugunkrust, που μετονομάστηκε σε Perkonkrust. Η Perkonkrust ορκίστηκε να απαλλάξει την χώρα από την επιρροή των πολλών μειονοτήτων της (Πολωνοί, Ρώσσοι, Γερμανοί, Εβραίοι και Λιθουανοί) και να δημιουργήσει μια αναγεννημένη λετονική εθνική κοινότητα. Χρησιμοποιώντας την εφημερίδα Latvis για να διαδίδει το κήρυγμα της δικής της εκδοχής του «εθνικού» (völkisch) μύθου, προσέλκυσε περίπου 6000 μέλη (κυρίως φοιτητές) και μια ευρεία λαϊκή στήριξη. Τα σχέδια της όμως να καταλάβει την κρατική εξουσία ανατράπηκαν με δραματικό τρόπο όταν ο ηγέτης της Ένωσης Αγροτών, Ulmanis, προχώρησε σε κυβερνητικό πραξικόπημα και ξεκίνησε την δημιουργία ενός απολυταρχικού καθεστώτος που η ρητορική του, οι θεσμοί του και η λατρεία του ηγέτη του βασίζονταν σε πολύ μεγάλω βαθμό στην Φασιστική Ιταλία. Παρά τις ενορχηστρωμένες προσπάθειες αυτού του παραφασιστικού καθεστώτος να διαλύσει την Perkonkrust το 1935 και το 1937, αυτό το αυθεντικά φασιστικό κίνημα ‘ηταν αρκετά ανθεκτικό ώστε να επανεμφανιστεί το καλοκαίρι του 1941 για να βοηθήσει και να διευκολύνει την ναζιστική κατοχή των χωρών της Βαλτικής.

Υπό το βασιλιά Γεώργιο Β’, η Ελλάδα βίωσε «φασισμό από τα πάνω» σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα όταν ο πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Μεταξάς ξεκίνησε μια έντονη εκστρατεία για να πείσει τους Έλληνες ότι αποτελούσαν μια «κοινότητα αίματος» και πως μια μακρά περίοδος παρακμής υποχωρούσε μπροστά στον «Τρίτο Ελληνικό Πολιτισμό» υπό την αιγίδα του «νέου κράτους». Του καθεστώς του, της ης Αυγούστου», δημιούργησε την Εθνική Οργάνωση Νεολαίας )ΕΟΝ), η οποία έως το 1940 αριθμούσε 600000 μέλη, εισήγαγε ένα βαθμό κρατικού κορπορατισμού και δημιούργησε μια ειδική υπηρεσία ασφάλειας σημαντικής βαρβαρότητας. Ωστόσο, δεν υπήρχε κάποια ιδέα πως το κίνημα βασίζονταν σε αυθόρμητο μαζικό κίνημα ή οραματίζονταν κάποιο είδος κοινωνικής επανάστασης, έτσι ώστε ο διακηρυγμένος στόχος του να δημιουργήσει τον «νέο Έλληνα» παρέμεινε η κενή ρητορική μιας παραφασιστικής δικτατορίας.

Ένα πιο διεξοδικό πείραμα εκφασισμού πραγματοποιήθηκε στην Πορτογαλία της εποχής. Η μεταβατική δικτατορία με επικεφαλής τον Carmona που διαδέχθηκε την δημοκρατία το 1926 ενδιαφέρονταν πολύ λιγότερο στο να νομιμοποιήσει τον εαυτό της μέσα από οργανισμούς μαζικής κινητοποίησης και μύθους, από εκείνη του Primo de Rivera στην Ισπανία. Ωστόσο, η άνοδος του πρώην καθηγητή των οικονομικών, Salazar, από υπουργό οικονομικών σε ουσιαστικά δικτάτορα συνοδεύτηκε από ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την δημιουργία ενός εκσυγχρονιστικού και αναγεννητικού ήθους. Αυτό κορυφώθηκε το 1933 στην αναδιάρθρωση της οικονομίας σύμφωνα με την γραμμή του κρατικού κορπορατισμού και το επίσημο βάπτισμα της Πορτογαλίας με το παλιγγενετικό Estado Novo. Σύντομα αυτό το «Νέο Κράτος» είχε εξοπλιστεί με μια παραστρατιωτική οργάνωση (την Legião Portuguesa, Πορτογαλική Λεγεώνα), μια εθνική οργάνωση νεολαίας (την Mocidade Portuguesa, Πορτογαλική Νεολαία) και μια μυστική αστυνομία (την PIDE, Polícia Internacional e de Defesa do Estado, Διεθνή Αστυνομία και Κρατική Άμυνα) που στηρίζονταν από ειδικά δικαστήρια. επίσης ήταν προσεκτικό στο να υιοθετήσει τα άλλα απαιτούμενα εξωτερικά γνωρίσματα του Ιταλικού Φασισμού (κρατική προπαγάνδα, λογοκρισία, συνεχείς πολιτικές τελετουργίες, λατρεία του ηγέτη) σε μια δηλωμένη προσπάθεια «απόλυτης οργανικότητας». Η ουσιαστιθκά παραφασιστική φύση του Νέου Κράτους του Salazar τονίζεται από την μοίρα των Εθνικοσυνδικαλιστών του Preto που το 1935 προχώρησαν σε πραξικόπημα εναντίον του καθεστώτος στο όνομα ενός αυθεντικά νέου τύπου λαϊκίστικης και κορπορατιστικής τάξης. Το τσάκισμα της επανάστασης είναι συμβατό με το γεγονός πως η βασική ιδεολογική έμπνευση του Salazar δεν ήταν ούτε ο Φασισμός ούτε ο Ναζισμός αλλά ένα μίγμα κοινωνικού Καθολικισμού με στοιχεία μαρασιανού οργανικού εθνικισμού. Δεν αποτελεί έκπληξη που ο Salazar φάνηκε πρόθυμος να αποφασιστικοποιήσει του καθεστώς του όσο ήταν και να το φασιστικοποιήσει (κάτι το οποίο ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος να το κάνει μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Preto), όταν είδε τον πόλεμο να αρχίζει να γυρνά αποφασιστικά εναντίον των δυνάμεων του Άξονα.

Αν το Novo Estado  τσάκισε τον εγχώριο φασισμό, η μεσοπολεμική Ισπανία δείχνει ένα ακόμη τρόπο με τον οποίο μπορούσε να εξελιχθεί η σύγκρουση μεταξύ παραφασισμού και του πραγματικού. Οι Juntas de Ofensiva Nacional Sindicalista ξεκίνησαν 1931 ως κόμμα αποφασισμένο με την πραγμάτωση του οράματος μιας νέας Ισπανίας ιδιαίτερα επηρεασμένης από την κορπορατιστική εκδοχή  του Φασισμού. Τρία χρόνια αργότερα η επίπτωση του στην πολιτική του έθνους ήταν ακόμη τόσο ασήμαντη που κατέληξε στη μια από τις επιλογές που ήταν ανοιχτές στα αποτυχημένα φασιστικά κινήματα, την συγχώνευση με την εξίσου ασήμαντη  Falange Española (FE) για να σχηματίσει την Falange Española de las JONS. Το δόγμα του νέου κόμματος ήταν πως η ενέργεια των μαζών μπορούσε να τιθασευτεί και η χώρα θα αναγεννιούνταν μόνο μέσα από μια επανάσταση η οποία πηγαινε πέρα από την αριστερά και τη δεξιά με την σύνθεση των κλασικών Καθολικών ηθικών αξιών με ένα συνδικαλιστικό κράτος υπό την ηγεσία του José Antonio Primo de Rivera, γιού του πρώην δικτάτορα και ηγέτη της FE. Παρά όμως κάποια επιθετική καμπάνια  και την στήριξη του ριζοσπαστικά μοναρχικού Renovación Española, η Φάλαγγα πέτυχε ένα μόλις 0,7% των ψήφων στις εκλογές του 1936, αγνοημένη από δεξιά και αριστερά. Ήταν το ξέσπασμα του Εμφυλίου Πολέμου τον Ιούλιο του 1936 που άρχισε να μετατρέπει την Φάλαγγα σε σημαντική παραστρατιωτική και πολιτική δύναμη. Στην διαδικασία στρατολόγησε το μεγαλύτερο μέρος της Νεολαίας Λαϊκής Δράσης (JAP), η οποία, αν και άρχισε ως μαχητική χριστιανική οργάνωση νεολαίας , είχε καταλήξει να είναι μια αυθεντική λαϊκίστικη μορφή παλιγγενετικού υπερεθνικισμού. Το όραμά τους για την αναγέννηση του έθνους μέσα από την συγχώνευση της σύγχρονης εποχής με την ουσιαστική ποιότητα της Ισπανικής εθνικότητας, Hispanidad, έγινε ιδιαίτερα λαϊκίστικο και επαναστατικό, ώστε να απελπίζονται για ορθόδοξα μορφώματα πολιτικού Καθολικισμού ως αρχιτέκτονες της μεταρεπουμπλικάνικης Ισπανίας.

Ωστόσο η Φάλαγγα μετά βίας είχε να εκτινάσσεται ο αριθμός μελών και η στρατολόγηση παραστρατιωτικών όταν, τον Απρίλιο του 1937, ο στρατηγός Franco, που πλέον αναγνωρίζονταν ως «Αρχηγός του Ισπανικού Κράτους», δημιούργησε ένα κρατικό κόμμα, το Falange Española Tradicionalista y de las JONS, το οποίο όπως αφήνει να εννοηθεί το τεράστιο όνομα, αποτελούσε ένα βιαστικό γάμο μεταξύ των φαλαγγιστών και της παραδοσιοκρατικής (δηλαδή της μη φασιστικής) ριζοσπαστικής δεξιάς. Με το σχηματισμό αυτής της εσκεμμένα υβριδικής δύναμης, ο Ισπανικός φασισμός, έγινε επίσημα αντικείμενο οικειοποίησης από τα πάνω για να προσφέρει ένα προσωπείο επαναστατικού δυναμισμού σε μια στρατιωτική δικτατορία, της οποίας οι πολιτικές παρέμεναν βαθιά αντιδραστικές και απολυταρχικές. Έτσι παρά την εκτεταμένη φασιστικοποίηση του «φρανκισμού» σε αυτή και άλλες πτυχές του του καθεστώτος (λατρεία ηγέτη, ολοκληρωτικούς μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου, περιορισμένη υιοθέτηση κορπορατιστικών οικονομικών), ποτέ δεν προχώρησε πέρα από το παραφασισμό. Η επιτυχία του στην αδρανοποίηση της επαναστατικής ορμής του φασισμού με την απορρόφηση έχει παραπλανήσει αναρίθμητους ιστορικούς στο να παρανοήσουν το καθεστώς του Franco ως πραγματικό φασισμό, και ακόμη και οι Hitler και Mussolini κορόιδευαν τους εαυτούς τους στο να βρίσκουν συγγένειες με τα δικά τους κινήματα που δεν υπάρχουν με κανένα θετικό τρόπο. Μεταξύ τους, τα καθεστώτα Salazar και Franco εμφανίζουν δυο δυνατότητες ανοιχτές σε ένα παραφασιστικό καθεστώς όταν έρχονται αντιμέτωποι με την πρόκληση ενός πραγματικού φασιστικού κινήματος: είτε το καταστέλλει με τη βία ή το εκμεταλλεύεται για τους δικούς του σκοπούς ενώ του στερεί την πραγματική εξουσία. Η μοίρα του φασισμού υπό τρία άλλα παραφασιστικά καθεστώτα (Αυστρία, Ρουμανία και Ουγγαρία) προσφέρει μερικές σημαντικές διαφοροποιήσεις στο μοτίβο αυτό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s