Το παρακάτω κείμενο προέρχεται από το βιβλίο Gendered Violence: Jewish Women in the Pogroms of 1917 to 1921 (Academic Studies Press, 2018). Η Irina Astashkevich είναι ιστορικός και είναι ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Brandeis. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Προειδοποίηση περιεχομένου: Λεπτομερείς περιγραφές βιασμών και βίας

 

Το πογκρόμ που ξέσπασε στη Σκβίρα, μια μεγάλη πόλη στη σιδηροδρομική διασταύρωση νοτιοδυτικά του Κιέβου και έδρα του χασιδικού δικαστηρίου του Τσερνόμπιλ, το Δεκέμβριο του 1919, ήταν το ένατο από τον Οκτώβρη του 1917. Για δυο εβδομάδες, οι στρατιώτες του Denikin τρομοκρατούσαν τους Εβραίους στη Σκβίρα: τουλάχιστον εξήντα άνθρωποι είχαν σκοτωθεί, πάνω από τριακόσιοι είχαν τραυματιστεί, και ένας «τεράστιος» αριθμός γυναικών βιάστηκαν, με σχεδόν το είκοσι τις εκατό από αυτές να χρειάζονται ιατρική φροντίδα στη συνέχεια. Οι Εβραίες γυναίκες της Σκβίρα βιάστηκαν επανειλημμένως από διάφορους δράστες πογκρόμ κατά το 1919, αλλά οι βιασμοί σπάνια δηλώνονταν εθελοντικά, εξαιτίας του εξευτελισμού και της ντροπής που σχετίζονταν με αυτούς. Ωστόσο, καθώς τα πογκρόμ εντάθηκαν, οι άνθρωποι άρχισαν να αφηγούνται τις εμπειρίες τους. όπως κάποιος Roitbok, θύμα του πέμπτου πογκρόμ στη Σκβίρα τον Αύγουστο του 1919 από την μονάδα του Zolotonoshky του στρατού του Petliura, περιέγραψε την εμπειρία του λεπτό προς λεπτό, εστιάζοντας επιμελώς σε ασήμαντες λεπτομέρειες αλλά προφανώς άφησε μερικά σημαντικά κενά την μαρτυρία του.

Μια ομάδα από είκοσι τέσσερις Εβραίους συγκεντρώθηκαν σε ένα σπίτι περιμένοντας το πογκρόμ που ήταν έτοιμο να ξεσπάσει· ωστόσο, ξαφνιάστηκαν και δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν σε ένα καταφύγια στην άλλη πλευρά του δρόμου. Οι «ληστές», όπως αποκάλεσε τους επιτιθέμενους ο Roitbok, είχαν σύρει όλους τους Εβραίους έξω και διαχώρισαν τους άνδρες και τις γυναίκες σε δυο ομάδες, αλλά τους κράτησαν στον ίδιο χώρο. Οι στρατιώτες του Petliura σκόπευαν να βιάσουν τις γυναίκες, και ήθελαν να κάνει την μέγιστη ζημιά, έτσι διαμόρφωσαν την σκηνή ώστε να ενισχύσει την επερχόμενη βία. Τα βίαια τελετουργικά του πογκρόμ είχαν εκτυλιχτεί σύμφωνα με του κοινωνικούς έμφυλους κώδικές, και οι δράστες του πογκρόμ σκόπιμα και στρατηγικά τους αξιοποίησαν. Αφού διαχώρισαν τους άνδρες από τις γυναίκες, οι progromschiki βασάνισαν και τρομοκράτησαν τα θύματά τους σε μια προσπάθεια να εκβιάσουν όσο περισσότερο χρήμα και κοσμήματα μπορούσαν, και λήστεψαν τα διαμερίσματα. Μόλις η αρχική λεηλασία ολοκληρώθηκε, οι ληστές προχώρησαν σε μια μακάβρια διασκέδαση: βασανιστήρια και βιασμοί. Ένα κορίτσι επιλέχθηκε και βιάστηκε με τη σειρά από μια ομάδα στρατιωτών σε εκείνο το σημείο, μπροστά στους συγκεντρωμένους Εβραίους. Οι άλλοι τρεις είχαν επιτεθεί και χτυπήσει την εξαδέλφη του μάρτυρα μέχρι που σωριάστηκε στο έδαφος, όπου ένας από τους άνδρες συνέχισε χτυπώντας την με γροθιές στο θώρακα και την κοιλιά. Το θύμα κατόρθωσε να τρέξει έξω από το σπίτι. Έκλαιγε μπροστά από το σπίτι, μη μπορώντας να κινηθεί μάλλον εξαιτίας του σοκ και του πόνου, όταν μια άλλη ομάδα από progromschiki πέρασαν, την έσυραν μέσα στο σπίτι, την βίασαν με τη σειρά και ύστερα την πυροβόλησαν. Η αδερφή της είχε χωριστεί από τη μητέρα της, την έσυραν στρατιώτες στο διπλανό δωμάτιο, και τη βίασαν. Η θεία της είχε δολοφονηθεί από τον νεαρότερο ληστή, που είχε μείνει πίσω για να την φυλάει αλλά βαρέθηκε να το κάνει. ένας από τους ληστές άρχισε να κακοποιεί την εντεκάχρονη αδερφή του Roitbok. Στη συνέχεια είπε στον Roitbok να την αποχαιρετήσει και την εκτέλεσε επιτόπου. Μετά από αυτό έσυρε τον Roitbok που έκλαιγε στο φαρμακείο απέναντι στο δρόμο, όπου τον ανάγκασε να του δώσει χρήματα για να πληρώσει τις σφαίρες και για τη φθορά του μαστιγίου που είχε χρησιμοποιήσει για να τον χτυπήσει. Όταν έφυγε ο ληστής, ο Roitbok, συγκλονισμένος και εξαντλημένος από την εμπειρία του πογκρόμ, έκατσε σε μια καρέκλα στο ερημωμένου φαρμακείου και κοιμήθηκε για μερικές ώρες, σαν όλο του το είναι να μην μπορεί να αντιμετωπίσει το τραύμα.

Τα περισσότερα θηλυκά μέλη της οικογένειας του Roitbok υπέστησαν βίαιους βιασμούς, που πραγματοποιήθηκαν μπροστά σε μάρτυρες από την ομάδα των δραστών του πογκρόμ. Αυτή η μοναδική αφήγηση ενός επεισοδίου ενός από τα πογκρόμ είναι ενδεικτικό του μαζικού βιασμού των Εβραίων γυναικών, καθώς το σενάριο του βιασμού επαναλαμβάνονταν ξανά και ξανά σε όλη τη διάρκεια του 1919 με τρομακτική ομοιότητα. Ακόμη και αυτό το ιδιαίτερα βίαιο επεισόδιο πρέπει να ληφθεί υπόψιν μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο, καθώς είναι ένα από τα πολλά που συνέβησαν στη πορεία του πέμπτου πογκρόμ, που σημαίνει πως πολλοί Εβραίοι της Σκβίρα ήταν ήδη θύματα της βίας του πογκρόμ, ή τουλάχιστον ήταν αυτόπτες μάρτυρες της, τέσσερις φορές και θα υπέφεραν παρόμοιες εμπειρίες ακόμη τρεις φορές στη πορεία των επόμενων μηνών.

Το σενάριο του πογκρόμ, όπως εξελίχθηκε στη διάρκεια του Ουκρανικού Εμφύλιου Πολέμου, εστίασε σε εσκεμμένα τρομακτική βία εναντίον των Εβραίων με σκοπό όχι μόνο την δολοφονία των Εβραίων αλλά επίσης καταστρέφοντας πρώτα και πάνω από όλα την εβραϊκή ζωή. Ο στόχος της γενοκτονικής βίας ήταν η καταστροφή της ίδιας της βάσης της εβραϊκής ύπαρξης, η διάλυση όλων των ιερών αξιών της εβραϊκής ζωής, και η επίτευξη του μέγιστου πόνου των Εβραίων μέσα τόσο από τη βία όσο και από την έκθεση της βίας. Οι Εβραίοι προορίζονταν να γίνουν μάρτυρες του ίδιου τους του εξευτελισμού τους.

Στο πλαίσιο μιας βίαιης σύγκρουσης όπως οι πόλεμοι ή οι εξεγέρσεις, υπάρχει ένας τύπος βίας εκτός της δολοφονικής, που δεν στοχεύει να επιτύχει το θάνατο ενός εχθρού ως κύριο σκοπό, αλλά στοχεύει στο να καταστρέψει τον ίδιο το πυρήνα του ανθρώπινου όντος – του ικανού ίδιου – ενώ κρατά το σώμα ζωντανό. Η σκλαβιά, ο βασανισμός, και ο βιασμός κλέβουν από το θύμα την ικανότητα να ελέγξει τις πράξεις του και το σώμα του, και έχει στόχο να προκαλέσει ένα πόνο που είναι συνεχής. Συχνά, η σκλαβιά, τα βασανιστήρια, και ο βιασμός είναι αλληλένδετα, και χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα, και η διάκριση μεταξύ των τριών μπορεί να γίνει δύσκολη. Θεωρητικά, τα βασανιστήρια και η σκλαβιά δεν έχουν ως βάση το φύλο, και μπορεί να έχουν πρακτικούς σκοπούς, όπως η απόσπαση εργασίας ή και πληροφοριών, αν και αυτό δεν είναι προϋπόθεση. Ο βιασμός, ανεξάρτητα από την ταυτότητα του θύματος, είναι πάντοτε έμφυλο έγκλημα, που δεν έχει και δεν μπορεί να έχει πρακτικούς σκοπούς, αλλά μπορεί να προκαλέσει μέγιστο πόνο στα θύματα, στο κοινό που παρακολουθεί, και στην ευρύτερη κοινωνία.

Ο μαζικός βιασμός των Εβραίων γυναικών έγινε βασικό χαρακτηριστικό των βίαιων πογκρόμ σε ολόκληρη την Ουκρανία. Ο Tcherikower στις σημειώσεις του μοιάζει να εξαντλεί το λεξιλόγιο του προσπαθώντας να δώσει όνομα στα μαζικά κρούσματα του βιασμού στη διάρκεια των πογκρόμ του Εμφύλιου Πολέμου, τα αναφέρει ως «επιδημία». Αν και ο βιασμός ήταν στοιχείο της αντι-εβραϊκής βίας σε ολόκληρη την εβραϊκή ιστορία, και στην ιστορία της βίας των πογκρόμ ιδιαίτερα, δεν ήταν σημαντικό κομμάτι των πογκρόμ μεταξύ 1917 και 1918. Το 1919, ωστόσο, ο αριθμός των βιασμών των Εβραίων γυναικών εκτοξεύθηκε τρομερά. Ο μαζικός βιασμός των Εβραίων γυναικών επηρέασε, σύμφωνα με πολύ συντηρητικούς υπολογισμούς, όχι λιγότερες από τις Εβραίες γυναίκες στις περιοχές που πραγματοποιήθηκαν τα πογκρόμ. Είναι πολύ δύσκολο να δημιουργήσουμε τα ακριβή στατιστικά των βιασμών επειδή ο βιασμός σπάνια αναφέρεται, καθώς θεωρείται καθολικά ως εξευτελιστικός για το θύμα, αλλά την ίδια στιγμή ομόφωνα αναγνωρίζεται από τον εβραϊκό πληθυσμό της Ουκρανίας ως οργανικό κομμάτι του παραδοσιακού σεναρίου των πογκρόμ. Ως αποτέλεσμα, κανένας, ούτε όσοι επιβίωσαν των πογκρόμ ούτε άτομα που κατέγραψαν τα πογκρόμ και ερμήνευσαν τα δεδομένα, ήθελαν να συζητήσουν το βιασμό δημόσια, αλλά μοιράζονταν την κατανόηση πως βιασμοί είχαν πραγματοποιηθεί στη διάρκεια των πογκρόμ, όλο και περισσότερες αναφορές θα ανέφεραν το μαζικό βιασμό των Εβραίων γυναικών. Πολύ προσεκτικά αρχικά για «προφανείς λόγους», οι αναφορές του αυξανόμενου αριθμού βιασμών έγιναν πιο ανοιχτές και ακριβείς, καθώς οι μαζικοί βιασμοί των Εβραίων γυναικών κατέστρεψαν τις εβραϊκές κοινότητες πέρα από κάθε επανόρθωση.

Ο μαζικός βιασμός πρέπει να αντιμετωπίζεται μέσα στο πλαίσιο της γενοκτονικής βίας, και ιδιαίτερα του πως αυτός ο τύπος βίας στοχεύει στρατηγικά την εσωτερικότητα κάθε θύματος, κάθε μάρτυρα, και κάθε θυματοποιημένης κοινότητας. Η αντίληψη της γενοκτονικής βίας έχει αναπτυχθεί από μια σειρά φεμινιστριών ερευνητριών, ιδιαίτερα από την Claudia Card, και αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο από τη διεθνή κοινότητα. Ο σκοπός του γενοκτονικού βιασμού, σύμφωνα με αυτούς τους μελετητές, είναι να επιβεβαιώσει την εξουσία και την ανωτερότητα των δραστών, να καταστρέψει δημόσια την αξιοπρέπεια των γυναικών, και κάνοντάς το, να θυματοποιήσει ολόκληρη την κοινότητα μέσα από την ταπείνωση. Η ντροπή και ο εξευτελισμός του βιασμού διαρκεί για πολύ μεγάλο διάστημα μετά την διάπραξη του εγκλήματος, και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Η τραυματική εμπειρία επηρεάζει δραματικά την θυματοποιημένη κοινότητά. Ο μαζικός βιασμός έτσι στοχεύει στο να προωθήσει τον κοινωνικό θάνατο της κοινότητας ο οποίος, μαζί με τη φυσική εξόντωση, είναι ο απόλυτος σκοπός της γενοκτονίας.

Αναπόσπαστο κομμάτι των στρατηγικών στόχων της έμφυλης βίας που χρησιμοποιήθηκε από τους περισσότερους από τους αντιμαχόμενους στρατούς που εμπλέκονταν ήταν η δημιουργία ενός δημόσιου θεάματος μαζικού βιασμού, το οποίο ενίσχυε την ταπείνωση και επηρέαζε περισσότερους παρατηρητές. Σχεδόν δίχως εξαίρεση, ο βιασμός διαπράχτηκε ομαδικά και με την παρουσία μαρτύρων. Η δημόσια διάπραξη βιασμού ταιριάζει σε αυτό που ορίσαμε ως ένα εξελισσόμενο σενάριο πογκρόμ. Η η θεατρική πτυχή του δρόμου που εξελίσσονταν με καρνιβαλικές τελετές, που με κάποιο τρόπο οι εβραϊκές κοινότητες αναγνώριζαν άμεσα από τις ιστορικές και πιο πρόσφατες εμπειρίες τους. το 1919, ωστόσο, το επίπεδο αντι-εβραϊκής βίας ξέφυγε από κάθε όριο και εμφανίστηκε τόσο με ένα δίχως προηγούμενο αριθμό θανάτων, υπερβολική χρήση ταπεινωτικών βασανιστηρίων, και βάρβαρων, φρικιαστικών βιασμών. Ο μαζικός βιασμός εξελίχθηκε μέσα από αυτό το αρχαϊκό σενάριο, και συχνά γίνονταν το αποκορύφωμά του.

Το Δημόσιο Θέαμα του Βιασμού

Το θέαμα κάνει το μαζικό βιασμό γενοκτονικό. Στη διάρκεια του πογκρόμ στη Ροσσάβα που έχει συζητηθεί επαρκώς, ο δημόσιος βιασμός ενός κοριτσιού βγήκε στο προσκήνιο ως η κεντρική παράσταση στο θέατρο της βίας, ένα σημείο εστίασης του πογκρόμ, και η αποκορύφωσή του. Εδώ, οι Κοζάκοι βίασαν με βάρβαρο τρόπο κάθε άλλη Εβραία γυναίκα και κορίτσι στη πόλη, αφήνοντάς τες γυμνές στο δρόμο να αιμορραγούν μέχρι να πεθάνουν. Οι pogromschiki δεν έκαναν διάκριση σε ηλικία ή φυσική κατάσταση: βίασαν μια εβδομηντάχρονη γυναίκα μπροστά στα μάτια του άντρα της, την δωδεκάχρονη κόρη ενός ντόπιου ποτοποιού, και μια νέα μητέρα που μόλις είχε γεννήσει. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, γονείς κατακρεουργήθηκαν σε κομμάτια καθώς προσπαθούσαν να σκεπάσουν τα γυμνά κορμιά των κορών τους. Οι μαζικοί βιασμοί συνεχίστηκε την επόμενη μέρα του πογκρόμ. Την Τρίτη μέρα του πογκρόμ, οι Λευκοί αξιωματικοί συγκέντρωσαν ολόκληρο το πληθυσμό της Ροσσάβα στη κεντρική πλατεία. Η Roza Kozlova, που βιάστηκε από μια ομάδα Κοζάκων την προηγούμενη μέρα, έφτασε στη συγκέντρωση με τους γονείς της. Είναι ξεκάθαρο πως ο προηγούμενος βιασμός πραγματοποιήθηκε δημόσια, καθώς ο ανώνυμος μάρτυρας, και πιθανώς όλοι οι άλλοι το ήξεραν. Οι Κοζάκοι εκτέλεσαν επιτόπου τον πατέρα της Roza. Μετά από αυτό, «σήκωσαν με τα σπαθιά τους» η μητέρα της, αναγκάζοντας τη κόρη της να γίνει μάρτυρας του φόνου των γονιών της, ενώ όλη η σκηνή εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια του κοινού. Τότε οι Κοζάκοι και η διοίκηση τους έσυραν τη Roza στη καλύβα στη πλατεία, και την βίασαν ομαδικά ξανά, και μετά την πέταξαν έξω στο πλήθος. Προφανώς αυτή η απάνθρωπη επίδειξη βιασμού ήταν η ουσιαστική επικοινωνία της εξουσίας των Κοζάκων πάνω στο πλήθος των χωρικών, και των Εβραίων, ανεξάρτητα από το ποιος ήταν ο επίσημος λόγος της συγκέντρωσης. Η δραματοποιημένη πραγματοποίηση του βιασμού εκτυλίχθηκε στο αποκορύφωμα του πογκρόμ, μετά τη λεηλασία, τους γενικότερους βασανισμούς και ξυλοδαρμούς, και το μαζικό βιασμό Εβραίων γυναικών που είχε γίνει σε δημόσιους χώρους.

Ένα συνηθισμένο μοτίβο στην βία του πογκρόμ από εκεί και έπειτα: κάθε βιασμός και κάθε πράξη βίας εκτελείται ως θέαμα, που συνδυάζονται μεταξύ τους σε μια μεγάλη παράσταση που συχνά κορυφώνεται σε ένα μεγάλο φινάλε. Ένα προσεκτικά σκηνοθετημένο θέαμα ολοκλήρωσε το πογκρόμ του Νοεμβρίου στο μικρό καταυλισμό του Μπομπροβίτσι, που είναι στα ανατολικά του Κιέβου και απέχει πολύ από τη Ροσσάβα. Το πογκρόμ διαδραματίστηκε σύμφωνα με το ίδιο σενάριο: οι Κοζάκοι πρώτα ανακοίνωσαν ένα «φόρο» που έπρεπε να πληρωθεί από την εβραϊκή κοινότητα, στη συνέχεια πέρασαν από τα σπίτια, βασάνισαν τους Εβραίους, και συγκέντρωσαν τα λάφυρα· οι Εβραίες γυναίκες βιάστηκαν στα σπίτια μπροστά στις οικογένειες τους ή στο δρόμο από ομάδες Κοζάκων, που στόχευαν συγκεκριμένα ανύπαντρα έφηβα κορίτσια για να βιαστούν με βάρβαρο τρόπο δημόσια. Όταν το πογκρόμ τελείωσε, ο εβραϊκός πληθυσμός του Μπομπροβίτσι συγκεντρώθηκε στο νεκροταφείο για να θάψει τα θύματα του πογκρόμ. Την ίδια στιγμή που όλοι οι Εβραίοι ήταν συγκεντρωμένοι στο νεκροταφείο, μια μεγάλη ομάδα Κοζάκων επέστρεψε στο καταυλισμό, και βίασε την δεκαπεντάχρονη κόρη του νεωκόρου (shammes) της συναγωγής μπροστά στα μάτια όλων όσων ήταν παρόντες. Στο Μπομπροβίτσι, το θέαμα του βιασμού πραγματοποιήθηκε για να επιτύχει το μέγιστο δραματικό αποτέλεσμα για να τιμωρήσει και να ταπεινώσει τους Εβραίους: στέρησε με βίαιο τρόπο την δυνατότητα να θρηνήσουν κατάλληλα τους νεκρούς τους, βανδάλισε συμβολικά ένα ιερό μέρος, και ταπείνωσε ακόμη περισσότερο τους Εβραίους με την δημόσια καταστροφή της γυναικείας αξιοπρέπειας και τιμής.

Το θέατρο δρόμου της βίας του πογκρόμ, ως τελετή και δημόσιο, απευθύνονταν στα πιο ζωώδη και πρωτόγονα συναισθήματα των δραστών, των θυτών και των παρευρισκόμενων. Για τους pogromschiki, αυτό το μακάβριο τσίρκο έγινε πηγή ευχαρίστησης και διασκέδασης, το οποίο προέρχονταν κυρίως όχι από φυσική ικανοποίηση, η σαδιστική ευχαρίστηση, αλλά από την τρομοκράτηση και πόνο των θυμάτων που τιμωρούνται. Οι βιαστές έδρασαν σαν ομάδα με συλλογικό σκοπό, και ο βιασμός των Εβραίων γυναικών στη Ροσσάβα ή το Μπομπροβιτσκυ, και όλους τους άλλους οικισμούς και πόλεις, είχαν πραγματοποιηθεί ως δημόσια δήλωση.

Η Claudia Card ισχυρίζεται πως «ένα σύνολο βασικών λειτουργιών του βιασμού, πολιτικού ή συζυγικού, είναι η επίδειξη και η επικοινωνία, και η παραγωγή ή η διατήρηση κυριαρχίας». Το θέαμα του βιασμού προσφέρει το μήνυμα της κυριαρχίας στην ευάλωτη κοινότητα, και μεταμορφώνει μια ατομική πράξη σεξουαλικής βίας σε μια υπολογισμένη επίθεση προς την κοινότητα γενικότερα. Με άλλα λόγια, η δημόσια έκθεση και τελετουργική εκτέλεση του βιασμού είναι μια στρατηγική που στοχεύει να απομακρύνει τη πράξη του βιασμού από τον ιδιωτικό χώρο, να τον απογυμνώσει από το συναισθηματικό και προσωπικό στοιχείο της σεξουαλικότητας, να απαλλάξει το δράστη από την ευθύνη, και να επικυρώσει το βιασμό ως μια πράξη τιμωρίας στο δημόσιο χώρο.

Καμιά συζήτηση δημόσιας τιμωρίας δεν είναι δυνατή δίχως να αναφερθεί το κλασικό έργο του Michel Foucault, Επιτήρηση και τιμωρία.  Ο Foucault περιέγραψε την πρακτική της δημόσιας τιμωρίας και εκτέλεσης, και την κατάργηση της στη σύγχρονη κοινωνία. Ο σκοπός του δημόσιου απαγχονισμού στην μεταμοντέρνα κοινωνία ήταν να επιβεβαιώσει την και να τονίσει την απόλυτη μοναρχική εξουσία πάνω στους υπηκόους. Η δημόσια εκτέλεση που έμοιαζε «να ξεπερνά… σε βαρβαρότητα το ίδιο το έγκλημα» απευθύνονταν στα πιο κτηνώδη συναισθήματα του πλήθους, και επέβαλε μια εικόνα απόλυτης εξουσίας καθώς το σώμα του καταδικασμένου ήταν υποκείμενο περίπλοκων βασανιστηρίων. Μια κοινωνία, που αμφισβητείται από την νεωτερικότητα, αλλάζει τις αξίες και τους σκοπούς, λέει ο Foucault, το θέαμα του δημόσιου απαγχονισμού αντικαταστάθηκε με αυτό της δημόσιας δίκης που εστιάζει στην εκτέλεση της δικαιοσύνης, ενώ η πραγματική τιμωρία πραγματοποιείται μακριά από τη δημόσια θέα και βασίζεται στην πειθαρχία – μια ανεστραμμένη εκδοχή του θεάματος, όταν οι καταδικασμένοι υποβάλλονται σε συνεχή έλεγχο.

Ο Foucault περιέγραψε πως το δημόσιο θέαμα της βίας εξαφανίστηκε κατά το 19ο αιώνα. Τον 20ο αιώνα, επανήρθε ως στρατηγικό όπλο πολέμου και γενοκτονίας. Η Bergoffen έχει αναλύσει την πολιτική του φύλου στο σύγχρονο πόλεμο μέσα από το δημόσιο βιασμό των γυναικών για προωθήσουν γενοκτονικούς σκοπούς:

«Η στρατηγική του δημόσιου βιασμού εκμεταλλεύεται τους τρόπους με τον οποίο ο βιασμός δημιουργεί εικόνες τρόμου που τροφοδοτούν αισθήματα ντροπής και αηδίας είτε παρουσιάζοντας μια σαδιστική πρόκληση στο ταμπού της αιμομιξίας, την χειραγώγηση της φαντασίας της αρρενωπής κυριαρχίας ή αναστατώνοντας (αν όχι καταστρέφοντας) της έμφυλες ταυτότητες ανδρών και γυναικών».

Η Bergoffenλέει πως στην περίοδο ειρήνης ο βιασμός ενισχύει έμφυλες ταυτότητες που είναι κατώτερες στην πατριαρχική κοινωνία: ο βιασμός λειτουργεί ως τιμωρία για την γυναίκα που έθεσε τον εαυτό της σε κίνδυνο εγκαταλείποντας την προστασία της οικογένειας της. Ο βιασμός στο πόλεμο και την γενοκτονία στοχεύει να καταστρέψει δημόσια τις παραδοσιακές έμφυλες ταυτότητες της κοινότητας, να θηλυκοποιήσει τους άντρες και να υποβιβάσει σε αντικείμενα τις γυναίκες. Το θέαμα του βιασμού στοχεύει όχι μόνο τις γυναίκες  των οποίων τα σώματα παραβιάζονται και υποβιβάζονται, αλλά και οι «άντρες τους», που υποβιβάζονται και ταπεινώνονται στα μάτια του εχθρού, των θεατών, των όμοιων τους, των βασανισμένων γυναικών τους, και στα δικά τους.

Η εξιστόρηση της εμπειρίας του Roitbok στο πογκρόμ της Σκβίρα δείχνει πως αυτός, στον καθορισμένο ρόλο του ως παρατηρητή, συμμετείχε στην έμφυλη βία. Αυτός και άλλοι Εβραίοι άνδρες αναγκάστηκαν να παρακολουθήσουν το βιασμό των γυναικών τις οποίες γνώριζαν ή ήταν συγγενείς τους. Η ντροπή και ο εξευτελισμός του θεάματος έγιναν έντονα αισθητά από τον Roitbok, και παρέλειψε όλες τις περιγραφές των πράξεων βιασμού, ενώ έμπαινε και στη παραμικρή λεπτομέρεια γύρω από τις άλλες πράξεις των δραστών του πογκρόμ. Η λογική της αφήγησης δείχνει πως ο Roitbok εσκεμμένα δεν ανέφερε όλες τις περιπτώσεις έμφυλης βίας που υπέστησαν τα κοντινά του συγγενικά πρόσωπα και πιθανώς στην μικρή του αδελφή. Ο Roitbok εμπλέκεται άμεσα στην εξέλιξη της φρικιαστικής παράστασης – οι ληστές του απευθύνονται όταν αποφασίζουν τι να κάνουν με την μικρή του αδελφή και του λένε «να την αποχαιρετήσει» αφού δολοφονήθηκε. Ο Roitbok που κλαίει ταπεινώνεται ακόμη πιο πολύ με το γεγονός πως πρέπει να αποζημιώσει την φθορά του μαστιγίου με το οποίο τον χτύπησαν. Ο Roitbok εξαντλήθηκε σωματικά από το ρόλο του ως παρατηρητή και έπεσε για ύπνο αφού έμεινε μόνος, που μοιάζει να είναι σημάδι μιας προσαρμοστικής απάντησης στην εξαιρετικά τραυματική εμπειρία του.

Η πολιτική του φύλου και της σεξουαλικότητας καθορίζουν πως το θέαμα του βιασμού επιδρά στα πιο απεχθή και ζωώδη ανθρώπινα συναισθήματα, και προκαλεί την μεγαλύτερη ζημιά στην ανθρώπινη εσωτερικότητα. Τα πογκρόμ στην Ουκρανία δεν πραγματοποιήθηκαν ως εκστρατεία εθνοκάθαρσης ή θρησκευτικού πολέμου, ή μάλλον ποτέ δεν περιγράφηκαν ως τέτοια, και στερούνταν το μεμονωμένο ιδεολογικό πλαίσιο της αφήγησης της βίας. Το γενοκτονικό πογκρόμ εξιστορήθηκε και δικαιολογήθηκε με αυστηρά πολιτικούς όρους και χρησιμοποίησε το διαβόητο ψέμα του Ιουδαιομπολσεβικισμού, το οποίο δεν έδειχνε με κανένα τρόπο τα αληθινά κίνητρα των ομάδων των δραστών. Αντιλαμβανόμενοι πως τα πογκρόμ πραγματοποιήθηκαν από μια σειρά από διαφορετικές ένοπλες δυνάμεις, που πολεμούσαν για εντελώς διαφορετικούς λόγους και στόχους, τα μηνύματα που περνούσαν μέσα από την αντι-εβραϊκή βία ήταν εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. για κάποιες ομάδες δραστών του πογκρόμ, το θέαμα του βιασμού ήταν πολύ πιο χρήσιμο από άλλες. Συγκεκριμένα ο Λευκός Στρατός πράγματι χρησιμοποίησε φουκωλτιανών διαστάσεων δημόσια τιμωρία σε πολλά διαφορετικά επίπεδα, ως γενοκτονική στρατηγική και ταυτόχρονα με τη μορφή ενός αφηγήματος μοναρχικής εξουσίας, που την αναπαριστούσαν και οι επιτιθέμενοι και τα θύματα τους.

Η αναπαράσταση της μοναρχικής αφήγησης ως το «Θέαμα της αγχόνης» του Foucault εξυπηρετούσε απόλυτα τον Λευκό Στρατό, με τους ασαφείς στόχους του και σκοπούς, η αντι-εβραϊκή εξουσία έγινε μια τεχνική  ορισμού των ίδιων και του εχθρού τους. η αναπαράσταση των μοναρχικών τελετουργιών, όπως συζητήθηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο, ενισχύθηκε από την δημόσια επίδειξη βάρβαρης τιμωρίας. Ο αυθεντικός μηχανισμός της δημόσιας τιμωρίας , όπως περιγράφεται από τον Foucault, εστιάζει όχι στο αρχικό έγκλημα που προκάλεσε την εκδίκηση, αλλά στο μοναρχικό δικαίωμα να επιβληθεί αυτή η τιμωρία. Μόνο ένα συγκεκριμένο είδος εξουσίας ασκείται απευθείας πάνω στα σώματα και εξυμνείται και ενδυναμώνεται με τις ορατές εκφράσεις του. Τέτοια εξουσία, ή προσομοίωση (simulacrum) εξουσίας στην περίπτωση του Λευκού Στρατού μπροστά στην Εβραϊκή κοινότητα, επιβάλλεται καλύτερα μέσα από μιλιταριστική τάξη, αντιμετωπίζει πραγματικές ή φανταστικές παραβιάσεις των κανόνων ή των νόμων ως προδοσία που απαιτεί εκδίκηση, και αντεπιτίθεται εναντίον στην ανυπακοή σαν να ήταν μια πράξη εχθρότητας. Η σταυροφορία που εξαπολύθηκε από τον Λευκό Στρατό εναντίον των Εβραίων βασίζονταν στις λαϊκές προκαταλήψεις, οι οποίες είχαν τις ρίζες τους βαθιά μέσα σε αιώνες εχθρότητας. Ο Λευκός Στρατός αντιπροσώπευε όχι μια πραγματική εξουσία που μπορούσε να εφαρμόσει νόμους, αλλά μια φανταστική που τρέφονταν από την επίδειξη ισχύος εναντίον των εχθρών της, και, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Foucault, «στην απουσία της συνεχούς επόπτευσης, επιδιώχτηκε μια ανανέωση των αποτελεσμάτων της στο θέαμα των μεμονωμένων εκφράσεων της· από μια εξουσία που επαναφορτίζονταν με την τελετουργική επίδειξη της πραγματικότητας της ως ‘υπερδύναμης’».

Η δημοσιοποιημένη βία ενδυνάμωσε την εικόνα του Λευκού Στρατού ως απόλυτη μοναρχική εξουσία και εξασφάλισε και επέκτεινε τους γενοκτονικούς σκοπούς. Ο Foucault ούε ανέλυσε, ούτε μπορούσε να το κάνει, τον βιασμό ως μορφή δημόσιας τιμωρίας που εξασκείται από μια μοναρχική εξουσία. Ωστόσο, ήταν με τη μορφή ενός δημόσια ορατού βιασμού που το «θέαμα της αγχόνης» επέστρεψε στη διάρκεια των πογκρόμ και έγινε το σημείο εστίασης, η κορύφωση του θεάματος της βίας που πραγματοποιήθηκε από όλους τους δράστες του πογκρόμ. Ο γενοκτονικός βιασμός, όπως αναλύθηκε νωρίτερα, εμφανίζεται ως μια εξαιρετικά ευέλικτη μορφή όπλου, το οποίο προκαλεί τη μέγιστη ζημιά στην θυματοποιημένη κοινότητα. Η αποτρόπαια στρατηγική λειτουργεί καλύτερα όταν μεταφέρεται μέσα από ένα άσχημο θέαμα, που ταιριάζει απόλυτα με το σενάριο του πογκρόμ, το οποίο επίσης βασίζεται σε δημόσια πραγματοποιημένες τελετές βίας. Οι τελετές του μαζικού βιασμού είναι σχεδόν ίδιες στα περισσότερα πογκρόμ· ωστόσο, οι δευτερεύουσες λεπτομέρειες, ειδικές σε κάθε πογκρόμ, δείχνουν πως τονίζονταν το νόημα του βιασμού.

Ο οικισμός του Μπόρζνα, που εντοπίζεται βορειοδυτικά του Κιέβου, δεν είχε κάποια ιδιαίτερη σημασία, καθώς ήταν μάλλον πολύ μακριά από τους δυο πιο κοντινούς σιδηροδρομικούς σταθμούς., ωστόσο όμως βρίσκονταν πάνω στην απευθείας γραμμή μεταξύ Μόσχας και Κιέβου. Ο εβραϊκός πληθυσμός του Μπόρζνα αριθμούσε περίπου τριακόσιες πενήντα οικογένειες. Από τα τέλη Αυγούστου ως τις αρχές του 1919, τάγματα του Λευκού Στρατού έδιωξαν τις δυνάμεις των Μπολσεβίκων από το Μπόρζνα, αλλά οι Κόκκινοι κατάφεραν να ανακαταλάβουν την πόλη. Το Μπόρζνα άλλαξε χέρια περίπου εννιά φορές, αν και τα στοιχεία είναι αντιφατικά· κάποια αντι-εβραϊκή βία υπήρχε κάθε φορά ανεξάρτητα από το ποιος στρατός κυριαρχούσε. Τελικά στις 15 Σεπτέμβρη (παλιό ημερολόγιο) το τάγμα του Λευκού ιππικού, που ήταν γνωστό στο ντόπιο εβραϊκό πληθυσμό ως οι Γαλάζιοι Θωρακοφόροι ή οι Ουσάροι του Θανάτου ήρθαν στη πόλη. Το πογκρόμ ξέσπασε αμέσως: «ήρθαν στις τέσσερις ακριβώς, αλλά σε μόλις μισή ώρα οι διαπεραστικές γυναικείες κραυγές ακούγονταν παντού», θυμόνταν η Rivka Raskovskaia, αδελφή του ηγέτη της εβραϊκής κοινότητας του Μπόρζνα. Τα στοιχεία της Raskovskaia είναι συγκρατημένα σε σχέση με άλλες μαρτυρίες του πογκρόμ του Μπόρζνα, αλλά ξεχώρισε το μαζικό βιασμό ως το χαρακτηριστικό σημείο της βίας του πογκρόμ. Σχεδόν όλες οι μαρτυρίες του πογκρόμ του Μπόρζνα εστιάζουν στο φοβερό και υπερβολικά βάρβαρο βιασμό των Εβραίων γυναικών, και ιδιαίτερα των νεαρών κοριτσιών. Το σύνολο των νεκρών του πογκρόμ του Μπόρζνα ήταν σχετικά χαμηλό, συγκριτικά με άλλους οικισμούς – είκοσι τέσσερις Εβραίοι πέθαναν, και πολλοί βασανίστηκαν με μερικό απαγχονισμό, το ξερίζωμα των γενιών κλπ. Φόνοι, βασανιστήρια και χτυπήματα των Εβραίων ανδρών αναφέρονται ως φόντο στο θέαμα του βιασμού: μεγάλες ομάδες Κοζάκων έγδυναν νεαρές Εβραίες μπροστά στις οικογένειες τους και άλλους ανθρώπους, τις μαστίγωναν, και στη συνέχεια τις βίαζαν με βάναυσο τρόπο. Η Raskovskaia αναφέρει ένα δεκατριάχρονο κορίτσι που βιάστηκε στο σπίτι της μπροστά στο πατέρα και το παππού του, άλλες αναφορές κατονομάζουν  ακόμα ένα θύμα, την Yoffe, ένα δεκατετράχρονο κορίτσι· και αν και μόλις μια περίπτωση βιασμού καταγράφηκε για «προφανείς σκοπούς», όλοι οι ερωτηθέντες μιλάνε για την επιδημία σύφιλης, και πολλές εγκυμοσύνες που προέκυψαν από το πογκρόμ.

Οι δράστες του πογκρόμ στο Μπόρζνα εσκεμμένα έχτισαν βαθμιαία την ένταση και το φόβο, πλησιάζοντας προς την κορύφωση: ξεγύμνωμα, μετά μαστίγωμα, και μετά από αυτό – η μεγαλύτερη τιμωρία – βιασμός. Στην περίπτωση αυτή, η πτυχή της «τιμωρίας» του βιασμού τονίζονταν μέσω του δημόσιου μαστιγώματος – μια βασική μορφή τιμωρίας που ήταν αντιληπτή ως τέτοια από το θεατή κάθε ηλικίας και κοινωνικής θέσης. Το ξεγύμνωμα δια της βίας στόχευε στο να προκαλέσει μεγαλύτερη ντροπή για τα θύματα και τις οικογένειες τους, και να τονίζει την κατώτερη θέση των Εβραίων. Η περίτεχνη και κακόβουλη χορογραφία του πογκρόμ του Μπόρζνα δείχνει πως ο βιασμός κορυφώνεται σε ένα δημόσιο θέαμα ως επίκεντρο του πογκρόμ. Αλλά η φουκωλτιανή «τέχνη του βασανιστηρίου» θα ήταν άχρηστη αν δεν υπήρχε κανένας να την παρατηρήσει. Το θέαμα του βιασμού απαιτούσε ακροατήριο, και στο Μπόρζνα, όπως και στις άλλες χτυπημένες από πογκρόμ πόλεις, το ακροατήριο ήταν προσεκτικά επιλεγμένο.

Με την αναγνωρισμένη λειτουργία του μαζικού βιασμού των Εβραίων γυναικών ως στρατηγικό όπλο, ο ρόλος του θεατή γίνεται κρίσιμος. Η ταπεινωτική πτυχή του βασανιστηρίου επικυρώνεται μόνο όταν γίνεται ορατή και αντιληπτή ως τέτοια. Δίχως μάρτυρες, η σαδιστική πράξη παραμένει μια ατομική πράξη επίθεσης και βασανιστηρίου, μόλις όμως το γεγονός αποκτά θεατές ο βιασμός γίνεται μια πράξη δημόσιας τιμωρίας, μια πράξη πολέμου, η οποία δεν απαιτεί δικαίωση ή δικαιολόγηση. Ο Foucault έγραψε: «Στις τελετές της δημόσιας εκτέλεσης, ο κύριος χαρακτήρας είναι οι άνθρωποι, των οποίων η πραγματική και άμεση παρουσία απαιτούνταν για την παράσταση».

Η βασική λειτουργία του ακροατηρίου είναι να παρατηρεί, να βλέπει. Η πρακτική του της παρατήρησης, αντίθετα με το κενό κοίταγμα, είναι ένας από τους βασικούς τρόπους ερμηνείας του κόσμου, όπως η γραφή ή η ομιλία, όπως λένε οι Sturken και Cartwright στο Practices of Looking. Το να δεις είναι μη αναστρέψιμο, καθώς μια εικόνα μόλις ειδωθεί δεν μπορεί να σβηστεί από τη συνείδηση. Η πρακτική του βλέπω περιλαμβάνει την σχέση εξουσίας: οι εικόνες επικοινωνούν ένα μήνυμα και προκαλούν ένα φάσμα συναισθημάτων από ευχαρίστηση μέχρι τρόμο· μέσα από την όραση οι άνθρωποι μπορούν να επηρεάσουν και να επηρεαστούν.  Η περίπλοκη διαδικασία που καθιερώνει τη σχέση μεταξύ της εικόνας και του παρατηρητή περιγράφεται στην ψυχανάλυση ως η ματιά. Η λακανική ιδέα της ματιάς, συνήθως αποδίδεται σε ταινίες και έργα τέχνης, ουσιαστικά περιγράφει την ευχαρίστηση και την επιθυμία, που βιώνεται από το θεατή σε ένα συγκεκριμένο σύνολο κοινωνικών περιστάσεων. Η φεμινιστική μελέτη είπε από πολύ νωρίς πως η οπτική κουλτούρα είναι δομημένη γύρω από την «ανδρική ματιά» που αποδυναμώνει τη γυναίκα, κάνοντάς τες αντικείμενο ηδονοβλεψίας. Οι Sturken και Cartwright προχώρησαν λέγοντας πως η ιδέα της ματιάς δεν περιορίζεται στην υποκειμενικότητα και το θεατή, και σύμφωνα με τη θεωρία του Foucault, υπάρχουν θεσμικές ματιές που καθιερώνουν την σχέση εξουσίας μεταξύ ατόμων μέσα στο πεδίο της. οι εικόνες μπορούν να εξασκήσουν εξουσία και να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία της, Όλες οι σημασίες και οι λειτουργίες του βλέμματος χρησιμοποιούνταν ταυτόχρονα στο πλαίσιο του μαζικού βιασμού των Εβραίων γυναικών στη διάρκεια των πογκρόμ, η πρόκληση του μέγιστου πόνου στο μέγιστο αριθμό ανθρώπων.

Το κοινό των βιασμών των πογκρόμ αποτελούνταν από τρεις ομάδες ανθρώπων: μεγάλες ομάδες δραστών του πογκρόμ, ο ντόπιος μη εβραϊκός πληθυσμός, και οι Εβραίοι. Οι ντόπιοι μη εβραϊκοί πληθυσμοί ταυτίστηκαν με τους δράστες στην διάρκεια των πογκρόμ του Εθνικού Στρατού της Ουκρανίας, και δεν ήταν απαραίτητα παρόν στη διάρκεια των πογκρόμ του Denikin. Όποτε το μη εβραϊκό πλήθος ήταν παρόν ως μάρτυρας στο θέαμα του βιασμού, πρόσφερε ακόμη μια ματιά για την ενίσχυση του πόνου των θυμάτων. Είτε οι μαζικοί βιασμοί πραγματοποιήθηκαν μπροστά σε μεγάλο πλήθος, όπως στη Ροσσάβα, όπου ολόκληρος ο πληθυσμός αναγκάστηκε να συγκεντρωθεί στη κεντρική πλατεία, ή μέσα στα σπίτια, όπως στη Σκβίρα όπως περιγράφηκε από τον Roitbok, οι επιτιθέμενοι προχώρησαν στο βιασμό μπροστά στα μέλη της οικογένειας των θυμάτων. Το ανάμικτο κοινό πρόσφερε τη ματιά, η οποία, κατά τους Sturken και Cartwright «είναι η διαδικασία στην οποία το αντικείμενο χρησιμεύει στο να κάνει το υποκείμενο να κοιτάξει, κάνοντας τα υποκείμενα να φαίνονται στους εαυτούς τους ως ανίκανα». Η μεταβατική λειτουργία της ματιάς μετέτρεψε το εβραϊκό κοινό σε θύματα και θύτες ταυτόχρονα: με το να είναι ενεργοί μάρτυρες του θεάματος, το εβραϊκό ακροατήριο πρόσθεσε στο πόνο των γυναικών που βιάζονταν, και προκάλεσαν ακόμη μεγαλύτερο πόνο στους ίδιους τόσο με το να είναι μάρτυρες της εκτέλεσης των δικών τους όσο και αναγνωρίζοντας το.

Οι δράστες των πογκρόμ αναγνώρισαν την δύναμη της ματιάς και επεδίωξαν να την ενισχύσουν με το να εμπλέξουν πολύ στενές συγγένειες του θύματος: γονείς, παιδιά, και άλλα μέλη της οικογένειας συχνά αναγκασμένοι να παρακολουθήσουν το βιασμό των κορών, των μητέρων και αδερφών τους. στη διάρκεια του πογκρόμ στο Τσερκάσσι, ο πατέρας δυο έφηβων κοριτσιών που βιάζονταν μπροστά στα μάτια του άρχισε να τραβά τα μαλλιά του και να κλαίει, και οι Κοζάκοι τον δολοφόνησαν. Για τον πατέρα ο πόνος του συσχετισμού με τους δράστες πάνω από το πόνο του να βλέπει τον πόνο των κορών του ήταν ανυπόφορος, έτσι βασάνισε τον εαυτό του για να τον τιμωρήσει περισσότερο, και για πληρώσει για το απαίσιο θέαμα που τον κατέστρεψε. Οι Κοζάκοι δολοφόνησαν πράγματι τον πατέρα των κοριτσιών στο τέλος· αλλά είναι πιθανό πως έγινε περισσότερο για να βλάψουν τις κόρες παρά τον ίδιο τον πατέρα, για τον οποίο ο θάνατος μάλλον ήταν εξιλέωση. Καθώς η βία των πογκρόμ γενικά και ο βιασμός ειδικά εντάθηκε, η δολοφονία των Εβραίων πρόσφερε μικρότερη ευχαρίστηση για τους δράστες από το περίτεχνο θέαμα του πόνου τους.

Το σεξουαλικό κομμάτι της ματιάς, που περιγράφηκε στην ψυχανάλυση, ήταν ξεκάθαρα παρόν στο θέαμα του βιασμού. Οι εβραίες γυναίκες απογυμνώνονταν και βιάζονταν μπροστά από τα μάτια Εβραίων ανδρών, αναγκάζοντας τους Εβραίους άνδρες να συμβάλουν στην ματιά, η οποία «φέρει τον αρνητικό συνειρμό της ισχυρής, αν όχι σαδιστικής, θέσης στο παιχνίδι». Αναγκάζοντας τους Εβραίους άνδρες να επιθυμούν γυναίκες που βιάζονταν, οι δράστες έκαναν τους Εβραίους άνδρες, ανεξάρτητα του πόσο στιγμιαία και υποσυνείδητα, βιαστές των ίδιων των γυναικών τους, προκαλώντας πάνω σε αυτές επιπλέον ντροπή και πόνο. Ένα ιδιαίτερα τρομακτικό γεγονός το περιγράφει αυτό: στη διάρκεια του πογκρόμ στη Σμέλα, ένας σύζυγος αναγκάστηκε να είναι ο δέκατος τρίτος στο βιασμό της ίδιας της γυναίκας του, και οι Κοζάκοι σιγούρεψαν πως «δεν προσποιούνταν». Οι βιαστές επεδίωκαν να ταπεινώσουν το θύμα τους και τον άντρα της, και να τους καταστρέψουν συναισθηματικά όσο και σωματικά, καθώς αυτή η εξαναγκαστική πράξη βιασμού θα είχε σίγουρα αντίκτυπο, αν δεν κατέστρεφε εντελώς, αυτή τη συγκεκριμένη εβραϊκή οικογένεια.

Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για τους βιασμούς στη διάρκεια των πογκρόμ από τους δράστες των βιασμών και τους αρχηγούς τους, έτσι οι ερευνητές πρέπει να αξιολογήσουν περιστασιακά στοιχεία για να καθορίσουν πως οι βιασμοί εντάσσονταν στην ατζέντα των δραστών των βιασμών. Η ακόλουθη μελέτη εστιάζεται σε μια μεμονωμένη καλοσχεδιασμένη επιδρομή, που εξυμνήθηκε από τον Λευκό Στρατό ως νίκη, και πραγματοποιήθηκε από έναν από τους πιο διάσημους από τους διοικητές τους, γνωστούς όχι για την αγριότητα τους, αλλά για την εντιμότητα και την αξιοπρέπεια τους. η ιστορία των πογκρόμ που διαπράχθηκαν εκτός ορίων της Περιοχής Εγκατάστασης (ΣτΜ: Pale of Settlement, η περιοχή της Αυτοκρατορικής Ρωσίας στην οποία επιτρέπονταν η εγκατάσταση των Εβραίων και που εκτός της οποίας ήταν σε γενικές γραμμές απαγορευμένη) στη διάρκεια του διαβόητου αυτού επεισοδίου δείχνει πως ο μαζικός βιασμός ήταν εμφανώς και αναγνωρίζονταν ανοιχτά ως αναπόσπαστο κομμάτι του σεναρίου των πογκρόμ, και πως ο μαζικός βιασμός ήταν αντιληπτός, τουλάχιστον από την ανώτερη διοίκηση του Λευκού Στρατού, ως δίκαιη και κατάλληλη τιμωρία για τους Εβραίους.

Ο στρατηγός Mamantov ήταν ένας ιδιαίτερα γνωστός χαρισματικός ηγέτης του στρατού των Κοζάκων που διοικούσε τη Στρατιά των Κοζάκων του Ντον πριν και μετά την Επανάσταση. Αντίθετα από τον διαβόητο στρατηγό Shkuro, που προκαλούσε το τρόμο ακόμη και μεταξύ των συναδέλφων του με την απάνθρωπη και αδίστακτη βία του, ο στρατηγός Mamantov θεωρούνταν ευρέως ως σοφός και έξυπνος ηγέτης, ήπιων τρόπων, ευγενικός, υποδειγματικός αξιωματικός, και πολύ εκλεπτυσμένο, καλά μορφωμένο, ασκητικό άτομο, που αποστρέφονταν τα δυνατά ποτά και απεχθάνονταν τον καπνό του τσιγάρου. Από τα τέλη του Αυγούστου μέχρι τα μέσα του Σεπτεμβρίου του 1919, ο στρατηγός Mamantov οδηγούσε τα καλύτερα συντάγματα του σε μια έφιππη επιδρομή στην οπισθοφυλακή του Κόκκινου Στρατού στη Κεντρική Ρωσία. Ο επίσημος σκοπός της επιδρομής ήταν να αποσπάσει τη προσοχή των διοικητών των Μπολσεβίκων από μια αντεπίθεση, και να προκαλέσει μια εξέγερση των χωρικών εναντίον των Σοβιετικών· ωστόσο, όπως αποδείχτηκε υπήρχε ακόμη ένα κίνητρο στην επιδρομή, πιθανώς εξίσου σημαντικό. Σε λιγότερο από ένα μήνα, οι Κοζάκοι του Mamantov διέσπασαν το μέτωπο του Κόκκινου Στρατού, κατέκτησαν πολλές ρωσικές πόλεις, πραγματοποίησε βίαια αλλά προσεχτικά σχεδιασμένα πογκρόμ, και κατέστρεψε μικρές εβραϊκές κοινότητες σε αυτές τις πόλεις. Η διοίκηση του Λευκού Στρατού δεν ενέκρινε την επιδρομή, αν και μεταξύ των στρατιών των Κοζάκων αντιμετωπίστηκε ως ένδοξη νίκη, ιδιαίτερα όταν το τεράστιο κομβόι φορτωμένο με λάφυρα πέρασε ξανά στην Ουκρανία, και ο Mamantov έστειλε έναν νικητήριο χαιρετισμό μέσα από τα ραδιοφωνικά κανάλια του Λευκού Στρατού. Οι χωρικοί στις περιοχές που έκανε επιδρομή ο στρατός του Mamantov δεν ξεσηκώθηκαν και οι εβραϊκές κοινότητες σε πόλεις όπως το Κόζλοβ και το Γιέλετς καταστράφηκαν ολοκληρωτικά.

Το πογκρόμ του Γιέλετς διήρκησε έξι μέρες, αν και στους Εβραίους του Κόζλοβ ειπώθηκε πως οι Κοζάκοι δικαιούνταν 24 με 48 ώρες λεηλασίας, και εξελίχθηκε με τρομακτική ακρίβεια, όπως περιγράφηκε από τους Μπολσεβίκους επίσημους που στάλθηκαν να διερευνήσουν, αλλά που εμφανώς δεν είχαν προηγούμενη εμπειρία με πογκρόμ και δεν μπορούσαν να κατανοήσουν ακριβώς και να περιγράψουν την καταστροφή. Οι Κοζάκοι δεν ενδιαφέρονταν καθόλου στο να βρουν και να τιμωρήσουν τους «πραγματικούς» Μπολσεβίκους· πήγαν στις πόλεις σε μεγάλες ομάδες, μπήκαν σε εβραϊκά σπίτια, συγκέντρωσαν εβραϊκές οικογένειες στα διαμερίσματα τους, βίασαν τις Εβραίες γυναίκες μπροστά στις οικογένειες τους, άρπαξαν οτιδήποτε μπορούσε να βρεθεί, και στη συνέχεια πήραν τους Εβραίους που επιβίωσαν έξω από τη πόλη, όπου τους έγδυσαν, τους βασάνισαν, οι Εβραίες γυναίκες βιάστηκαν ξανά και ξανά, και έπειτα όσοι επιβίωσαν μέχρι τότε εκτελέστηκαν. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα, με στρατιωτική ακρίβεια, αλλά ακολουθήθηκε το ίδιο σχέδιο όπως σε όλα τα πογκρόμ που διέπραξε ο Λευκός Στρατός.

Η στρατιωτική επιδρομή στο εσωτερικό της Ρωσίας μετατράπηκε σε τιμωρητική αποστολή εναντίον των Εβραίων, και όλες οι φρικαλεότητες διαπράχτηκαν με την πλήρη γνώση και αποδοχή της διοίκησης. Όταν ο στρατηγός Mamatov προσεγγίστηκε από εκπροσώπους των ντόπιων διανοούμενων, που είχαν εκπλαγεί και σοκαριστεί από τους βιασμούς, τα βασανιστήρια και τους φόνους, είπε πως οι Εβραίοι στην πράξη έπρεπε να εκτελούνται όχι σε μικρές ομάδες αλλά κατά εκατοντάδες. Αυτός ο στρατηγός, γνωστός για την άμεμπτη προσωπικότητα του, που φημολογούνταν πως ανάγκασε τους Κοζάκους του να καταστρέψουν όλο το αλκοόλ σε μια από τις πόλεις για να διατηρήσει το ηθικό, θεωρούσε το βιασμό, βασανισμό και φόνο των Εβραίων ως κάτι σωστό και δίκαιο. Ο Mamantov δίχως αμφιβολία γνώριζε για τους βιασμούς και τα βασανιστήρια και τα ενέκρινε, καθώς η πειθαρχία στα συντάγματα του ήταν πάντοτε απόλυτη.

Ο Mamantov, όπως όλοι οι αξιωματικοί στον Λευκό Στρατό, ήταν καλά μορφωμένος άνδρας, γεννήθηκε και ανατράφηκε ως μέλος της προνομιούχας τάξης, που είχε εκτεθεί στη νεωτερικότητα και απολάμβανε τα οφέλη της στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του· και όμως θεωρούσε την βάρβαρη τιμωρία με δημόσιο βιασμό ως ικανοποιητικό τρόπο αντιποίνων. Οι στατιστικές των βιασμών των πογκρόμ στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου δείχνουν πως όχι μόνο η ακραία σκληρότητα του μαζικού βιασμού ήταν εσκεμμένη, αλλά και πως επίσης ήταν αντιληπτή τουλάχιστον από κάποιους δράστες και τους ηγέτες τους ως ο τρόπος για την μεγιστοποίηση του πόνου μεταξύ των θυμάτων, που επίσης είχαν εκπαίδευση και ήταν εκκοσμίκευση, που θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν την άσχημη βαρβαρότητα της τιμωρίας τους. η ματιά ως πρακτική, σύμφωνα με τους Foucault, Sturken και Cartwright, ανήκει στη σύγχρονη εποχή. Η περίπλοκη σχέση μεταξύ του παρατηρητή και του παρατηρούμενου, αποκτά κρίσιμη σπουδαιότητα στην διαποτισμένη από την εικόνα σύγχρονη κοινωνία, και σύμφωνα με τον Foucault, θα λειτουργούσε ως σημαντική ρυθμιστική δύναμη. Η επιστροφή της δημόσιας τιμωρίας στη διάρκεια των πογκρόμ βασίζονταν με πολλούς τρόπους στην εκσυγχρονισμένη ματιά του ακροατηρίου. Η επιστροφή του βίαιου θεάματος στη μορφή του γενοκτονικού βιασμού στράφηκε στην ανομοιογενή εβραϊκή κοινότητα της Ουκρανίας που είχε εν μέρει έρθει σε επαφή με την νεωτερικότητα και την εκκοσμίκευση. Ομοίως, οι δράστες του γενοκτονικού βιασμού αποτελούνταν από μια ανομοιογενή πληθώρα ομάδων ανθρώπων, που επεδίωκαν να επιτύχουν διαφορετικούς στόχους και να επικοινωνήσουν διαφορετικά μηνύματα μέσω του μαζικού βιασμού των Εβραίων γυναικών.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s