Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Fifth Estate #386. Ο Dan Georgakas είναι ποιητής, αναρχικός ακτιβιστής και έχει καταγράψει σε βιβλία και ντοκιμαντέρ την ιστορία των κοινωνικών αγώνων του Ντιτρόιτ στις δεκαετίες του 1960 και 1970. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

Εκατοντάδες κινηματογραφικές ταινίες ασχολούνται με αναρχικά θέματα με κάποιο τρόπο, όμως μόνο ένας μικρός αριθμός από αυτές ασχολείται με την αναρχική διακυβέρνηση. Τρεις από τις πιο ενδιαφέρουσες είναι, Ο Μεγαλέξανδρος (Ελλάδα, 1980), Viva Zapata! (Ηνωμένες Πολιτείες, 1952), και La Patagonia Rebelde (Επανάσταση στην Παταγονία, Αργεντινή, 1974).

Οι ταινίες προσφέρουν περίπλοκα ψυχολογικά πορτραίτα τοποθετημένα σε εντυπωσιακά φυσικά και πολιτικά τοπία. Η κάθε μια έχει μια ενδιαφέρουσα καθαρή κινηματογραφική διάσταση. Για το σκοπό αυτής της σύνοψης, θα εστιάσω μόνο στις πτυχές κάθε ταινίας που δείχνουν αναρχικούς σε επαναστατικές καταστάσεις.

Επανάσταση στην Παταγονία

Η Επανάσταση στην Παταγονία ασχολείται με μια εξέγερση το 1921 από Αργεντινούς αναρχοσυνδικαλιστές εργάτες στην επαρχία της Σάντα Κρούζ και τη συμμαχία τους με τους εργάτες στο Μπουένος Άιρες, που επίσης ύψωσαν την μαύρη σημαία. Η ταινία ανοίγει με έναν αναρχικό (ΣτΜ: βασισμένος στον Kurt Gustav Wilckens) να πετά μια μοιραία βόμβα στον αντισυνταγματάρχη Zavala (ΣτΜ: βασισμένος στον Ίλαρχο Héctor Benigno Varela), ένα σημαντικό στρατιωτικό αξιωματικό. Αναδρομές μας πάνε στην συνέχεια μερικά χρόνια πίσω στους απεργούς εργάτες της Παταγονίας.

Αναρχικοί ακτιβιστές τσακώνονται συνεχώς για τις τακτικές, αλλά είναι ενωμένοι όσον αφορά την αρχή πως οι αναρχικοί πρέπει να μείνουν πιστοί σε όποια απόφαση πάρουν οι εργάτες. Αυτή η άποψη αντιπαραβάλλεται με εκείνες μια ομάδας που αυτοαποκαλείται Μπολσεβίκοι. Οι Μπολσεβίκοι αναλαμβάνουν μονομερώς βίαιη άμεση δράση και μοιάζουν να τείνουν περισσότερο προς την κλοπή για προσωπικό πλουτισμό παρά για να χρηματοδοτήσουν την κοινωνική αλλαγή.

Η κορύφωση της ταινίας περιλαμβάνει υπέροχες εικόνες και λεπτομερείς διαλόγους από τους ένοπλους εργάτες που είχαν περικυκλωθεί από ισχυρότερες δυνάμεις πολιτοφυλακής  υπό τον Zavala. Ο Zavala υπόσχεται αμνηστία αν οι απεργοί παραδοθούν ειρηνικά. Μετά από μακρά διαβούλευση, οι απεργοί δέχονται την προσφορά, σαν να ήταν αξιόπιστη.

Δυο αναρχικοί μαχητές, που είναι το επίκεντρο δράσης της ταινίας, πιστεύουν πως οι αναρχικοί θα σφαγιαστούν. Για να παραμείνουν ιδεολογικά αγνοί θα πρέπει να σταθούν με τους εργάτες και την απόφαση τους  και να ελπίζουν πως θα διαψευστούν οι φόβοι τους.

Ο ένας από τους αναρχικούς αποφασίζει να κάνει ακριβώς αυτό, ο άλλος όμως αποφασίζει πως τέτοιου είδους ιδεολογική αγνότητα είναι αυτοκτονική και ξεφεύγει από την παγίδα. Η αμνηστία είναι πράγματι ψεύτικη. Οι εργάτες δολοφονούνται. Ο αναρχικός που διαφώνησε θα καταφέρει το ανταποδοτικό χτύπημα κάποια χρόνια αργότερα εναντίον του Zavala. Τα γεγονότα της ταινίας βασίζονται στη σφαγή 1500 εργατών στην Παταγονία όπως περιγράφονται στο Los Vengadores de la Patagonia Trágica (Οι Εκδικητές της Τραγικής Παταγονίας), ένα μυθιστόρημα που γράφηκε από τον Osvald Bayer. Το σενάριο ήταν μια συνεργασία του Bayer, του σκηνοθέτη Héctor Oliver, και του Fernando Ayala.

Η Επανάσταση κέρδισε την Αργυρή Άρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου το 1974, αλλά πολύ πιο σημαντικό ήταν μεγάλη επιτυχία στην Αργεντινή, μια χώρα που βρίσκονταν στο χείλος επαναστατικής εξέγερσης. Όταν οι ένοπλες δυνάμεις της Αργεντινής ξεκίνησαν την εκστρατεία «εξαφανίσεων» ακτιβιστών, η ταινία λογοκρίθηκε.

Η πιο απαιτητική ιδεολογική πτυχή της Επανάστασης είναι το τι πρέπει να κάνουν οι αναρχικοί όταν οι αποφάσεις που λήφθηκαν δημοκρατικά κρίνονται ως καταστροφικές. Ενώ η θεωρία λέει πως η πραγματική δημοκρατική διακυβέρνηση συνήθως παράγει το σοφότερο αποτέλεσμα, αν οι αποφάσεις μοιάζουν αυτοκτονικές, ο αναρχικός πρέπει να αισθάνεται δεσμευμένος απέναντί τους; για τους αναρχοσυνδικαλιστές, ιδιαίτερα, το πρόβλημα δεν είναι ακαδημαϊκό. Ο Lenin έλεγε πως τα συνδικάτα είναι ανίκανα για επαναστατικές αποφάσεις και απαιτούνταν η ρύθμιση των απόψεων τους από μια πρωτοπορία επαγγελματιών επαναστατών, που είχε το δικαίωμα να υπερβεί την δημοκρατική συναίνεση. Οι αναρχικοί αρνιόντουσαν πάντοτε την ανάγκη για μια τέτοια πρωτοπορία.

Υπό την άποψη αυτή, η πράξη του ηθικού αναρχικού που δραπετεύει για πολεμήσει ξανά, αποτελεί άρνηση της αναρχικής ιδεολογίας; Η Επανάσταση στην Παταγονία θέτει το ερώτημα παρά το απαντά, αφήνοντας τους θεατές να σκεφτούν παρόμοια προβλήματα που θα προκύψουν αναπόφευκτα σε καταστάσεις σαν και αυτή.

Viva Zapata!

Στο Viva Zapata!, με πρωταγωνιστή τον Marlon Brando στο ρόλο του Μεξικάνου επαναστάτη, είναι μια προσπάθεια του σκηνοθέτη Elia Kazan και του σεναριογράφου John Steinbeck να κάνουν μια ταινία για την ένοπλη επανάσταση που απορρίπτει τις τακτικές και τις οργανωτικές δομές που προωθούσαν οι Μαρξιστές-Λενινιστές. Αν και η ταινία, που διαδραματίζεται στη διάρκεια της Μεξικανικής Επανάστασης του 1910, έχει πάρα πολλές παραποιημένες ιστορικές λεπτομέρειες, παραμένει ψυχολογικά πιστή στο χαρακτήρα του Emiliano Zapata. Το αναρχικό ζήτημα εμφανίζεται με τις πρώτες σκηνές στη διάρκεια των οποίων χωρικοί (οι αρχικοί Ζαπατίστας) οργανώνουν την υπεράσπιση του Zapata ως κοινότητα όταν συλλαμβάνεται από την ομοσπονδιακή αστυνομία. Μέσα από τις στρατιωτικές εκστρατείες του, ο Zapata φαίνεται να αρνείται προνόμια κάθε είδους για τον ίδιο και τους στενούς συνεργάτες του, συμπεριλαμβανομένου του αδερφού του.

Η σημαντικότερη σκηνή της ταινίας είναι όταν ο Zapata αποκηρύσσει τον Fernando Aguirre, έναν λενινιστή επαγγελματία επαναστάτη που τον συμβούλευε. Ο Zapata λέει πως ο Aguirre είναι άνθρωπος δίχως κοινότητα, ένας ιδεολόγος που επιθυμεί περισσότερο την πολιτική εξουσία παρά τη δικαιοσύνη. Ως αξιωματούχος, στην επαναστατική κυβέρνηση, ο Zapata βλέπει τις ίδιες τις αποφάσεις του να διαφθείρονται από την εξουσία που κατέχει. Παραιτείται από τη θέση του στην κυβέρνηση και τη διοίκηση των δυνάμεων του.

Το σενάριο είναι πολιτικά ξεκάθαρο. Ο Zapata δηλώνει πως οι οπαδοί του ωρίμασαν. «Έτσι αλλάζουν πραγματικά τα πράγματα – αργά μέσα από τους ανθρώπους (με ένα απόμακρο βλέμμα» [αυτή η οδηγία είναι στο αρχικό σενάριο]). Όταν η σύζυγός του επιμένει πως οι άνθρωποι πρέπει να οδηγούνται, απαντά, «Αλλά ο ένας από τον άλλο. Ένας ισχυρός ηγέτης δημιουργεί αδύναμο λαό. Ο δυνατός λαός δεν χρειάζεται ισχυρούς ηγέτες».

Αν και το Zapata! όπως και η Επανάσταση, ήταν δημιουργημένες σε λαϊκό φορμάτ, η εποχή του μακαρθισμού στη δεκαετία του 1950 δεν ήταν δεκτική εποχή για μια ταινία που τιμούσε έναν αδιάφθορο επαναστάτη. Το Zapata! Ήταν εισπρακτική αποτυχία. Οι κριτικές αξιολογήσεις από την αριστερά ήταν επηρεασμένες από το γεγονός πως ο Kazan έγινε πληροφοριοδότης το 1952, δίνοντας τα ονόματα οχτώ μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων του Κογκρέσου (HUAC) ώστε να του επιτραπεί να συνεχίσει να κάνει ταινίες στο Χόλυγουντ.

Εκπληκτικός είναι ο αριθμός των αριστερών κριτικών, τότε και τώρα, που πιστεύουν πως ο μπολσεβίκος Aguirre ήταν ο αυθεντικός επαναστάτης και ο Zapata με καλές προθέσεις αλλά αφελής. Αυτοί οι κριτικοί δεν γνωρίζουν πως ο Zapata είχε αναρχικούς συμβούλους και είχε οργανώσει τον Απελευθερωτικό Στρατό του Νότου σύμφωνα με τις αναρχικές αρχές.

Ο Μεγαλέξανδρος

Ο Αλέξανδρος του Μεγαλέξανδρου δεν είναι ο κλασικός κατακτητής, αλλά ο Αλέξανδρος της ελληνικής λαϊκής παράδοσης που υποτίθεται πως εμφανίζεται όποτε απειλείται το έθνος. Καθώς η ταινία προχωρά, γίνεται εμφανές πως ο τίτλος είναι ειρωνικός.

Ο Αλέξανδρος της ταινίας είναι ένας ληστής-επαναστάτης που μάχεται εναντίον μιας καταπιεστικής μοναρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Η δράση της ταινίας (ΣτΜ: βασισμένη στην Σφαγή στο Δήλεσι) ξεκινά με την δραπέτευση του Αλέξανδρου από τη φυλακή, στη συνέχεια ενώνεται ξανά με τους πολεμιστές του, και ξεκινά για το σπίτι του στα βουνά. Στο δρόμο αιχμαλωτίζει μια ομάδα Άγγλων αριστοκρατών που κάνουν διακοπές και τους κρατά για λύτρα. Αργότερα συναντά τέσσερις Ιταλούς αναρχικούς που επίσης κατευθύνονταν προς το χωριό του.

Όταν ο Αλέξανδρος φτάνει στην γενέτειρα του, ανακαλύπτει πως έγινε μια μη βίαιη επανάσταση που κατάργησε την ιδιωτική ιδιοκτησία. Δυο αγρότες, ένας άνδρας και μια γυναίκα, καλωσορίζουν τους Ιταλούς, υπό τον όρο πως θα ορκιστούν πίστη στη νέα απόλυτα χειραφετημένη κοινωνία στην οποία οι γυναίκες έχουν πλήρη δικαιώματα, έναν όρο που αποδέχονται με χαρά. Ο Αλέξανδρος και οι άνδρες του δεν δίνουν τον όρκο.

Εκείνη τη νύχτα οι Ιταλοί γίνονται δεκτοί με χαρούμενη μουσική και ένα γεύμα. Στο μέσο της γιορτής, φτάνουν ο Αλέξανδρος και οι άνδρες του ντυμένοι στα μαύρα και κρατώντας όπλα. Δηλώνουν πως έχοντας πολεμήσει για χρόνια με γενναιότητα για το χωριό, σκοπεύουν να κρατήσουν τις ιδιωτικές τους περιουσίες. Τραγουδάνε και χορεύουν σε μια πολεμική μελωδία, φέρνοντας την γιορτή στο τέλος της.

Καθώς οι εντάσεις αυξάνονται, ένας εχθρικός μοναρχικός στρατός πλησιάζει. Ο Αλέξανδρος κάνει συμφωνίες με τους μοναρχικούς, προδίδει το χωριό, και μετά, με τη σειρά του, τον προδίδουν οι μοναρχικοί.

Σκοτώνει τους αιχμάλωτους Βρετανούς, τους Ιταλούς, και πολλούς χωρικούς. Μεγάλο μέρος της τραγωδίας δίνεται μέσα από τα μάτια του τοπικού δασκάλου, του ιδεολόγου του χωριού. Η εσωτερική διαμάχη φτάνει στο αποκορύφωμα της όταν Ελληνίδες γυναίκες, ρίχνουν τον Αλέξανδρο από το άλογο του και τον γρονθοκοπούν μέχρι θανάτου. Η πράξη δείχνεται από ψηλά έτσι ώστε ο θεατής βλέπει μόνο το στροβιλισμό από τις μαύρες κάπες των εκδικούμενων χηρών. Οι γυναίκες σκορπίζουν όταν μια μονάδα του μοναρχικού ιππικού στάνει στη σκηνή. Οι μοναρχικοί δεν βρίσκουν το ακρωτηριασμένο σώμα του Αλέξανδρου αλλά ένα μαρμάρινο άγαλμα του. Ο σπουδαίος άνδρας που τιμάται στη πλατεία είναι στη πραγματικότητα ένας εγκληματίας. Ο ίδιος άνδρας, ωστόσο δεν είναι ξένος στο χωριό, αλλά μια από τις δημιουργίες του.

Η ευρύτερη απήχηση του Μεγαλέξανδρου μειώνεται από το εξαιρετικά προσωπικό στυλ του σκηνοθέτη Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Το πιο περίπλοκο και σύνθετο στοιχείο από αυτά είναι η παρουσίαση του Αλέξανδρου και της οικογένειας του. Το μωρό Αλέξανδρος υιοθετείται από μια γυναίκα στο χωριό που δεν γερνά και που αργότερα παντρεύεται τον ενήλικο Αλέξανδρο. Το παιδί τους είναι έτσι ταυτόχρονα η κόρη του Αλέξανδρου και η θετή του αδερφή. Ένα αγόρι που φαίνεται συνήθως ως ο γιός της θετής μητέρας μερικές φορές παρουσιάζεται σαν να είναι ο νεαρός Αλέξανδρος. Αυτές οι μεταβαλλόμενες ταυτότητες σε συνδυασμό με άμεσες αναφορές της ελληνορθόδοξης εικονογραφίας είναι σχεδιασμένες  για να δώσουν έμφαση στο ότι δεν βλέπουμε μια ιστορική στιγμή αλλά ένα πολιτιστικό σύνδρομο.

Το ελληνικό κοινό βρήκε το ύφος της ταινίας κουραστικό και ο Μεγαλέξανδρος απέτυχε στα ταμεία στην Ελλάδα. Κέρδισε μερικά βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ αλλά η κριτική στήριξη ήταν άτονη. Οι Έλληνες αριστεροί κριτικοί, αντί να δουν στην κομμούνα του χωριού το σύνδεσμο με τις ιδέες του Kropotkin και του Malatesta, σε γενικές γραμμές πίστευαν πως η φυσική ομοιότητα του Αλέξανδρου της ταινίας με τον θρυλικό ηγέτη των ανταρτών, Άρη Βελουχιώτη, χλεύαζε τους γενναίους αντάρτες μαχητές της αντιναζιστικής Αντίστασης και του Ελληνικού Εμφυλίου μεταξύ 1946 και 1949.

Ο Μεγαλέξανδρος, το Viva Zapata!, και η Επανάσταση στην Παταγονία παρουσιάζουν όλες κοινότητες στις οποίες οι άνθρωποι έχουν πάρει τον έλεγχο των καθημερινών ζωών τους, δείχνοντας τι είναι ο αναρχισμός αντί απλά ενάντια σε τι μάχεται. Κάθε ταινία ρωτά πως υπερασπίζεται κάποιος τέτοιες κοινότητες απέναντι σε έναν Αλέξανδρο, έναν Aguirre, ή ένα Zavala δίχως να γίνουν συμβιβασμοί ως προς τις αναρχικές αρχές.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Dan Georgakas: Τρεις Αναρχικές Εξεγέρσεις στον Κινηματογράφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s