Κείμενο που περιλήφθηκε στην αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη επανέκδοση του βιβλίου Eichmann in Jerusalem: A Report on the Banality of Evil (Penguin Classics, 2006). Ο Amos Elon (1926-2009) ήταν δημοσιογράφος και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

Το Δεκέμβριο του 1965, ο Isaiah Berlin, ο σημαντικός φιλόσοφος και ιστορικός των ιδεών, ήταν καλεσμένος του φίλου του, Edmund Wilson, του γνωστού Αμερικάνου πολυμαθή. Μια καταχώρηση στο ημερολόγιο του Wilson αναφέρει μια διαφωνία μεταξύ των δυο ανδρών. Ο Berlin «δείχνει βίαιη, μερικές φορές παράλογη προκατάληψη εναντίον ανθρώπων», σημείωσε ο Wilson, «για παράδειγμα [εναντίον] της Hannah Arendt, αν και δεν έχει διαβάσει ποτέ το βιβλίο της για τον Eichmann». Σε ένα δοκίμιο στο Yale Review, το 1987, ο Berlin διατύπωσε την ίδια κατηγορία εναντίον του Wilson, και ανέπτυξε το θέμα αυτό σε μια συνέντευξη το 1991 με τον επιμελητή του ημερολογίου του Wilson. Δεν γνωρίζουμε το αποτέλεσμα αυτής της διαφωνίας. Γνωρίζουμε όμως σίγουρα ένα πράγμα: για περισσότερο από τρία χρόνια αφού η έκδοση του Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: Η κοινοτοπία του κακού έκανε την εμφάνιση της, ο εμφύλιος που πυροδότησε μεταξύ των διανοούμενων σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες μαίνονταν ακόμη. Περιγράφοντας το διάλογο που κυριαρχούσε στη δική του και σε άλλες οικογένειες στην Νέα Υόρκη, ο Anthony Grafton έγραψε αργότερα πως κανένα θέμα δεν είχε γοητεύσει και ξεσηκώσει τόση προσοχή και σοβαρή συζήτηση, όσο η σειρά άρθρων της Hannah Arendt που είχαν δημοσιευθεί στον The New Yorker για την δίκη του Eichmann, όπως και το βιβλίο που προέκυψε από αυτά. Τρία χρόνια μετά την δημοσίευση του βιβλίου, οι άνθρωποι ήταν ακόμη βαθιά διχασμένοι γύρω από αυτό. Κανένα βιβλίο στην ζώσα μνήμη δεν προκάλεσε παρόμοια πάθη. Ένα είδος αφορισμού έμοιαζε να έχει επιβληθεί από το εβραϊκό κατεστημένο της Αμερικής στη συγγραφέα. Η διαμάχη δεν καταλάγιασε ποτέ στην πραγματικότητα. Τέτοιες διαμάχες συχνά πεθαίνουν, σβήνουν, και ξεσπούν ξανά.

Το Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ συνεχίζει να προσελκύει νέους αναγνώστες και ερμηνευτές και στην Ευρώπη επίσης. Στο Ισραήλ, όπου το Ολοκαύτωμα αντιμετωπίζεται από καιρό ως η κορύφωση μιας μακράς και αδιάληπτης γραμμής αντισημιτισμού, από το φαραώ και τον Ναβουχοδονόσορα ως τον Hitler και τον Arafat – ο David Ben Gurion, ο αρχιτέκτονας της δίκης παρωδίας το ήθελε έτσι – το αυξανόμενο ενδιαφέρον μεταξύ των νέων ανθρώπων στο βιβλίο αυτό δείχνει την αναζήτηση μιας διαφορετικής άποψης. Μια νέα μετάφραση στα εβραϊκά εκδόθηκε πρόσφατα με ιδιαίτερα θετική υποδοχή. Στο παρελθόν, η δυσκολία πολλών Ισραηλινών να αποδεχτούν το βιβλίο της Arendt ήταν παράλληλη με μια ακόμη δυσκολία – που η Arendt προέβλεψε από νωρίς – τη δυσκολία της αντιμετώπισης, ηθικά και πολιτικά, των δεινών των εκτοπισμένων Παλαιστινίων. Οι Παλαιστίνη δεν είχαν ευθύνη για την κατάρρευση του πολιτισμού στην Ευρώπη αλλά κατέληξαν να τιμωρούνται για αυτό.

Στην Ευρώπη, η κατάρρευση του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού συνέβαλε στο ανανεωμένο ενδιαφέρον στο έργο της Arendt. Το ενδιαφέρον προκλήθηκε επιπλέον από την δημοσίευση τα τελευταία χρόνια, της τεράστιας αλληλογραφίας της Arendt με τον Karl Jasper, την Mary McCarthy, τον Hermann Broch, τον Kurt Blummenfeld, τον Martin Heidegger, και τον σύζυγό της Heinrich Blücher. Όλα μαρτυρούν μια σπάνια ικανότητα για φιλία, διανοητική και τρυφερή. Η αλληλογραφία του Arendt με τον Blücher είναι η καταγραφή επίσης της έντονης, συζήτησης που διήρκησε μια ζωή, ενός γάμου που για δυο κυνηγημένων φυγάδων ήταν ένα ασφαλές λιμάνι τις σκοτεινές εποχές. «Μου φαίνεται ακόμη απίστευτο, που κατάφερα να πετύχω τόσο μια μεγάλη αγάπη, και μια αίσθηση ταυτότητας με το δικό μου άτομο», έγραψε στον Blücher το 1937 σε αυτό που είναι μια από τις πιο σπουδαίες ερωτικές επιστολές του εικοστού αιώνα. «Και ωστόσο πέτυχα το ένα μόνο επειδή έχω το άλλο. Επίσης τώρα επιτέλους ξέρω τι είναι η ευτυχία».

Οι επιστολές έριξαν ένα συναρπαστικό φως στη σκέψη της, και σε κάποια από τα κρυφά συναισθήματα που συνέβαλαν στη δημιουργία του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. «Είσαι η μοναδική αναγνώστρια που κατάλαβε αυτό που διαφορετικά δεν παραδέχτηκα ποτέ», έγραψε στην Mary McCarthy, «δηλαδή, πως έγραψα αυτό το βιβλίο σε μια παράδοξη αίσθηση ευφορίας». Όπως η βιογραφία της Arendt για την Rachel Vernhagen, που γράφτηκε πριν την μετανάστευση της στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, ήταν ένα έντονα προσωπικό έργο. Το γράψιμο βοήθησε στο να της παρέχει μια ανακούφιση από το βάρος. Όπως έγραψε στην Mary McCarthy, ήταν cura posterior, η καθυστερημένη φροντίδα ενός πόνου που βάραινε πάνω της ως Εβραίας, πρώην Σιωνίστριας, και πρώην Γερμανίδας.

Η βασική θέση του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ συνοψίζονταν (όχι πολύ επιτυχώς) στον υπότιτλο του. Είναι ένα παράδοξο, και μερικές φορές πολύ δύσκολο στην κατανόηση το να παρακολουθείς τις θερμές αντιπαραθέσεις που έγιναν πριν τέσσερις δεκαετίες. Ο Irving Howe έγραψε στα απομνημονεύματα του πως η πολεμική στην Αμερική οφείλονταν σε αισθήματα ενοχής, διάχυτα και ανεξέλεγκτα, αν και που σπάνια (ως τότε) έβγαιναν στην επιφάνεια. Για το λόγο αυτό, πίστευε ο Howe, κάτι καλό προέκυψε από τη σύγκρουση με την Arendt.

Κάποιες από τις κατηγορίες που διατυπωθήκαν εναντίον του ύφους και του τόνου της πρώτης εκδοχής του βιβλίου της, όπως δημοσιεύτηκε στον The New Yorker, ήταν βάσιμες και αφαιρέθηκαν από το βιβλίο, π.χ. η περιγραφή της του Leo Baeck ως του Εβραίου «Φύρερ»· άλλες ήταν ξεκάθαρα ψευδείς. Για παράδειγμα, υπήρχαν ισχυρισμοί πως η Arendt είχε «απαλλάξει» τον Eichmann αλλά «καταδίκασε τους Εβραίους». Δεν είχε κάνει κάτι τέτοιο. Ούτε είχε επιτεθεί σε ολόκληρη την δικαστική διαδικασία, όπως αναφέρεται συχνά· είχε επιτεθεί μόνο στη μελοδραματική ρητορική του δημόσιου κατήγορου. Υποστήριξε την θανατική ποινή όπως ανακοινώθηκε από το δικαστήριο αλλά θα επιθυμούσε μια διαφορετικά διατυπωμένη απόφαση. Αντίθετα με τις συχνές κατηγορίες, ποτέ δεν αμφισβήτησε την νομιμότητα μιας δίκης στο Ισραήλ από Εβραίους δικαστές. Ούτε θεωρούσε, όπως συχνά λέγεται, υπεύθυνα για τη σφαγή τους «λόγω της αποτυχίας τους να αντισταθούν». Στη πραγματικότητα, επιτέθηκε σφοδρά στον δημόσιο κατήγορο που τόλμησε να κάνει ένα τόσο άκαρδο ισχυρισμό. Ωστόσο, η κατηγορία αυτή βρέθηκε στην Encyclopedia Judaica. Με ένα παρόμοιο τρόπο έχει κατηγορηθεί εσφαλμένα πως είχε πει πως ο Eichmann ήταν ενθουσιώδης προσήλυτος στο «Σιωνισμό» και ακόμη και στον «Ιουδαϊσμό». Μεταφερμένες από τον ένα κριτικό στον άλλο κριτικό βασίζονταν σε υποτιθέμενες παραπομπές σε ένα βιβλίο που κανένας δεν φαίνεται να έχει κάνει το κόπο να κοιτάξει. Η διαμάχη δεν ήταν με κανένα τρόπο περιορισμένη στους ακαδημαϊκούς κύκλους αλλά ενέπλεκε νέους και παλιούς: ιστορικούς· φιλοσόφους· δημοσιογράφους· όπως στην περίπτωση του πατέρα του Grafton· ιερείς διάφορων δογμάτων· άθεους· κοινοτικούς υπαλλήλους· και επαγγελματίες προπαγανδιστές. Οι επιθέσεις ήταν συχνά έντονα προσωπικές. Πολλές δημοσιευμένες αναλύσεις ήταν σοβαρές, προσεκτικά τεκμηριωμένες, δίκαιες και καλά στηριγμένες· άλλες ήταν μεροληπτικές, γεμάτες με προσωπικά κίνητρα, και εκπληκτικά κοινότοπου πνευματικού επιπέδου κακόβουλων προσωπικών υπονοούμενων. Το βιβλίο αναμφίβολα πλέον είναι λιγότερο αμφιλεγόμενο από ότι σαράντα χρόνια πριν καθώς νέες γενιές μελετητών έχουν μια φρέσκια, λιγότερο μεροληπτική ματιά και στα άλλα κείμενα της Arendt στην εβραϊκή ιστορία, το Ισραήλ, και το Σιωνισμό.

Το Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ διαβάζεται καλύτερα σήμερα σε συνδυασμό με αυτά τα άλλα δοκίμια. Τα περισσότερα δημοσιεύτηκαν πολύ πριν τον Eichmann σε έντυπα (πολλά πλέον δεν υπάρχουν) όπως η Menorah Journal, την γερμανόφωνη εβδομαδιαία εφημερίδα της Νέας Υόρκης Aufbau, την Review of Politics, την Jewish Frontier, και την Jewish Social Studies. Δείχνουν μια πεποίθηση (η οποία στο Άιχμαν απλά υπονοείται) πως όπως οι άλλοι εθνικισμοί του δέκατου ενάτου αιώνα, ο Σιωνισμός είχε επιζήσει των συνθηκών από τις οποίες προέκυψε και διέτρεχε το κίνδυνο να γίνει, όπως είπε κάποτε η Arendt, ένα «ζωντανό φάντασμα ανάμεσα στα ερείπια των καιρών μας». Μια δεκαετία πάνω κάτω νωρίτερα, ήταν ακόμη ένθερμη μαθήτρια του Γερμανού σιωνιστή ηγέτη Kurt Blumenfeld (τον πατέρα του «μετα-ενσωματικού Σιωνισμού»), υποστηρικτή του συμβιβασμού με τους Παλαιστίνιους, είτε εδαφικά ή μέσα από την ίδρυση ενός κοινού, κοσμικού δικοινοτικού κράτους. Την εποχή της συγγραφής του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ είχε ήδη απογοητευτεί με αυτό και είχε προβλέψει με θλίψη τις δεκαετίες πολέμου και των αιματηρών συγκρούσεων Παλαιστίνιων-Ισραηλινών. Στη δεκαετία του 1930, προοιώνισε την κριτικής της για τις Judenräte στο ‘Αιχμαν με το να αντιταχθεί στην Συμφωνία Μεταβίβασης Περιουσιακών Στοιχείων, μια συμφωνία που επέτρεπε στους Γερμανούς Εβραίους να μεταφέρουν μέρος των παγωμένων περιουσιών στην Παλαιστίνη με υψηλό, τιμωρητικό κόστος αλλά υλοποιήθηκε για να αντισταθμίσει μια απόπειρα παγκόσμιου εβραϊκού μποϊκοτάζ των γερμανικών προϊόντων. Οι Σιωνιστές, για τους οποίους η μετανάστευση στην Παλαιστίνη ήταν η βασική προτεραιότητα, δικαιολόγησαν αυτή την παράβαση ως «διαλεκτική αναγκαιότητα».

Πλέον η Arendt είχε ελάχιστη υπομονή διαθέσιμη για κάθε κοσμοθεωρία (Weltanschauungen). Ήταν όλο και πιο πολύ απογοητευμένη με την επίσημη Σιωνιστική πολιτική στην Παλαιστίνη γιατί απέτυχε να καταφέρει ένα ειρηνικό συμβιβασμό με τον αραβικό πληθυσμό. Προέβλεψε την διάδοση του θρησκευτικού και εθνικιστικού φονταμενταλισμού μεταξύ των Ισραηλινών. Αυτές οι προειδοποιήσεις εκείνη την εποχή ήταν εξίσου προκλητικές όσο και το βιβλίο της για τη δίκη του Eichmann. Επιχειρηματολογούσε τόσο σε ηθικές όσο και πραγματιστικές βάσεις, επιμένοντας πως οι Ισραηλινοί πρέπει να μοιράζονται την εξουσία και/η την περιοχή με τους Παλαιστίνιους Άραβες. Αναδρομικά, οι προειδοποιήσεις έδειχναν σημαντική προνοητικότητα. Οι σημερινοί αναγνώστες μπορεί να είναι πιο πρόθυμοι να αποδεχτούν τόσο τα δοκίμια όσο κει το βιβλίο της για τον Eichmann για την αξία τους.

Φυσικά αυτό δεν ίσχυε όταν το Άιχμαν εκδόθηκε αρχικά. Οι περισσότεροι Εβραίοι αναγνώστες και πολλοί άλλοι εξοργίστηκαν. Φιλίες διαλύθηκαν εξαιτίας του. Πρόσφατα, οι Ισραηλινοί διπλωμάτες είχαν καταφέρει να πείσουν την Anti-Defamation League της B’nai Brith πως η κριτική απέναντι στον Σιωνισμό ή το Ισραήλ ήταν μια μορφή αντισημιτισμού. Μερικές από τις δημοσιευμένες επιθέσεις στο βιβλίο της Arendt είναι εντυπωσιακές για την ανεξέλεγκτη βιαιότητα τους. στο Ισραήλ η αντίδραση ήταν πιο περίπλοκη και η κριτικές ήταν πιο χαμηλών τόνων σε σχέση με την αντίδραση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αγανάκτηση ήταν λιγότερο φανερή γιατί σε πρώτη ανάγνωση, η κριτική της Arendt για τους ηγέτες των κοινοτήτων των Εβραίων στη διασπορά έμοιαζε να επιβεβαιώνει την Σιωνιστική στερεοτυπική απεικόνιση των «Εβραίων της διασποράς» ως δουλικά, παθητικά πρόβατα που είχαν πάει ήρεμα προς τη σφαγή.

Αρκετοί από τους επικριτές της Arendt έχουν εκφράσει πλέον κάποιου είδους συγνώμης για το προηγούμενο πάθος τους. Η Arendt ήταν ήδη πεθαμένη όταν ακούστηκαν για πρώτη φορά αυτές οι απολογίες. Η Arendt δεν στήριζε κανένα είδος -ισμού και ήταν καχύποπτη απέναντι σε κάθε ισοπεδωτική θεωρία. Οι διαισθήσεις της για την φύση του πολιτικού κακού μπορεί να βρουν πιο ευήκοα ώτα σήμερα παρά την εποχή που βγήκε το βιβλίο για πρώτη φορά. Το κακό, όπως το αντιλαμβάνονταν, δεν είναι αναγκαίο να διαπράττεται από δαιμονικά τέρατα αλλά – με καταστροφικό αποτέλεσμα – από ανόητους και ηλίθιους επίσης, ιδιαίτερα αν, όπως βλέπουμε στις μέρες μας, οι πράξεις τους επικυρώνονται από θρησκευτική εξουσία. Με την αδιαφορία της για την συμβατική γνώση και τους ακαδημαϊκούς κανόνες, παραμένει μια συναρπαστική πνευματική παρουσία. Τριάντα ή σαράντα χρόνια πριν, το μίγμα κοινωνικής ανάλυσης, δημοσιογραφίας, φιλοσοφικών στοχασμών, της ψυχολογίας, λογοτεχνικών αναφορών και ανέκδοτων που υπάρχει στο σημαντικότερο έργο της εξόργισε και ενόχλησε τους κριτικούς. Σήμερα συναρπάζει και γοητεύει.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s