Κείμενο που περιλήφθηκε στην συλλογή κειμένων The Agony of Power (Semiotext(e), 2010) που εκδόθηκε μετά το θάνατο του. Ο Jean Baudrillard (1929-2007) ήταν κοινωνιολόγος, φιλόσοφος και θεωρητικός του πολιτισμού, Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε πως λειτουργεί η παγκοσμιοποίηση και ο παγκόσμιος ανταγωνισμός, πρέπει να κάνουμε μια προσεκτική διάκριση μεταξύ Κυριαρχίας και Ηγεμονίας. Θα μπορούσε ίσως κάποιος να πει πως η Ηγεμονία είναι το ανώτερο επίπεδο της Κυριαρχίας και η τελική της φάση. Η κυριαρχία χαρακτηρίζεται από τη σχέση αφέντη/σκλάβου, που παραμένει μια δυϊική σχέση με πιθανή αποξένωση, μια σχέση εξουσίας και συγκρούσεων. Έχει μια βίαιη ιστορία καταπίεσης και απελευθέρωσης. Υπάρχουν οι κυρίαρχοι και οι κυριαρχούμενοι – παραμένει μια συμβολική σχέση. Τα πάντα αλλάζουν με την χειραφέτηση του σκλάβου και την εσωτερίκευση του αφέντη από τον χειραφετημένο σκλάβο. Η Ηγεμονία ξεκινά εδώ, στην εξαφάνιση της δυϊκής, προσωπικής, μαχητικής Κυριαρχίας για χάρη της ακέραιης πραγματικότητας – την πραγματικότητα των δικτύων, του εικονικού και την πλήρη ανταλλαγή όπου πλέον δεν υπάρχουν κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι.

Πράγματι, μπορεί να ειπωθεί πως η Ηγεμονία φέρνει το τέλος της Κυριαρχίας. Εμείς, οι χειραφετημένοι εργάτες, εσωτερικεύουμε την Παγκόσμια Τάξη και την λειτουργική της δομή της οποίας είμαστε όμηροι πολύ περισσότερο από τους σκλάβους. Η συναίνεση, εθελοντική ή αναγκαστική, αντικαθιστά την παραδοσιακή δουλεία, η οποία ανήκει ακόμη στο συμβολικό πεδίο της Κυριαρχίας.

«ΗΓΕΜΟΝΑΣ» σημαίνει εκείνος που αποφασίζει, διατάζει, καθοδηγεί και κυβερνά (και όχι εκείνος που επιβάλλεται και εκμεταλλεύεται). Αυτό μας φέρνει πίσω στο κυριολεκτικό νόημα της λέξης «κυβερνητικός» (Κυβερνητική, η τέχνη της διακυβέρνησης). Αντίθετα με την Κυριαρχία, η Ηγεμονία της παγκόσμιας εξουσίας δεν είναι πια δυϊκή, προσωπική ή πραγματική μορφή κυριαρχίας, αλλά η κυριαρχία δικτύων, υπολογισμού και ολοκληρωμένων ανταλλαγών.

Η Κυριαρχία μπορεί να ανατραπεί από έξω. Η Ηγεμονία μπορεί να αναστραφεί ή να ανατραπεί μόνο από μέσα. Δυο διαφορετικά, σχεδόν αντικρουόμενα παραδείγματα: το παράδειγμα της επανάστασης, της υπέρβασης, της υπονόμευσης (Κυριαρχία) και το παράδειγμα της ανατροπής, της αντιστροφής, της αυτοκαταστροφής (Ηγεμονία). Αποκλείουν σχεδόν το ένα το άλλο, επειδή οι μηχανισμοί της επανάστασης, της αντικυριαρχίας, όπως δείχνει η ιστορία, μπορούν να γίνουν η πνοή ή το όχημα της Ηγεμονίας. Μπορούμε να συγκρίνουμε την Ηγεμονία με τον εγκέφαλο, το οποίο είναι το βιολογικό της αντίστοιχο. Όπως και ο εγκέφαλος, που υποβαθμίζει κάθε άλλη λειτουργία, ο κεντρικός υπολογιστής αναλαμβάνει τον ηγεμονικό έλεγχο της οικουμενικής εξουσίας και μπορεί έτσι να χρησιμεύσει ως μια εικόνα της παρούσας πολιτικής μας κατάστασης.

Το άλλο χαρακτηριστικό που διακρίνει την Ηγεμονία από την αγνή και απλή Κυριαρχία είναι ο ερχομός ενός θεμελιώδους γεγονότος: τα ομοιώματα και η προσομοίωση. Η Ηγεμονία λειτουργεί μέσα από την γενικευμένη μεταμφίεση, βασίζεται στη υπερβολική χρήση κάθε σημαδιού και χυδαιότητας, του τρόπου που κοροϊδεύει τις ίδιες τις δικές της αξίες, και προκαλεί τον υπόλοιπο κόσμο με τον κυνισμό της («θεαματικοποίηση»). Η κλασική, ιστορική Κυριαρχία επέβαλε ένα σύστημα θετικών αξιών, δείχνοντας καθώς και υπερασπίζοντας αυτές τις αξίες. Η σύγχρονη Ηγεμονία, από την άλλη, βασίζεται σε μια συμβολική καταστροφή κάθε πιθανής εξουσίας. Οι όροι «ομοίωμα», «προσομοίωση» και «εικονικό» συνοψίζουν αυτή την καταστροφή, μέσα στην οποία κάθε νόημα εξοντώνεται μέσα στο ίδιο του το νόημα, και το πλήθος νοημάτων παρωδεί μια πλέον μη εφικτή πραγματικότητα. Αυτή είναι η πλήρης προσποίηση μέσα στην οποία περικλείεται η ίδια η Κυριαρχία. Η εξουσία είναι μονάχα η παρωδία νοημάτων της εξουσίας – όπως ο πόλεμος είναι μονάχα η παρωδία των νοημάτων του πολέμου, συμπεριλαμβανόμενης της τεχνολογίας. Η μεταμφίεση του πολέμου, η μεταμφίεση της εξουσίας. Μπορούμε έτσι να μιλάμε για την Ηγεμονία της μεταμφίεσης, και την μεταμφίεση της Ηγεμονίας. Κάθε νόημα καταργείται στο ίδιο του το νόημα και το πλήθος των νοημάτων τώρα παρωδεί μια πλέον κρυμμένη πραγματικότητα.

Η Κυριαρχία και η Ηγεμονία χωρίζονται από την καταστροφή της πραγματικότητας, της πολύ γρήγορης ενδόρρηξης, μέχρι πρόσφατα, μιας οικουμενικής αρχής προσομοίωσης, μια οικουμενική κατοχή από το οικουμενικό. Η παγκοσμιοποίηση είναι η Ηγεμονία της οικουμενικής εξουσίας και μπορεί να υπάρξει μόνο στο πλαίσιο του εικονικού και των δικτύων – με την ομοιογένεια που έρχεται από νοήματα κενά από την ουσία τους.

Ολόκληρη η Δυτική μεταμφίεση βασίζεται πάνω στον κανιβαλισμό της πραγματικότητας από τα νοήματα, η μιας κουλτούρας από τον ίδιο της τον εαυτό. Χρησιμοποιώ το «κανιβαλισμό» εδώ με την δευτερογενή έννοια του κανιβαλίζω ένα αυτοκίνητο, το χρησιμοποιώ ως ανταλλακτικά. Ο κανιβαλισμός μιας κουλτούρας, όπως το κάνουμε σήμερα, σημαίνει το πείραγμα των αξιών της ως ανταλλακτικά στο βαθμό που το συνολικό σύστημα είναι χαλασμένο. Αυτή η διάκριση μεταξύ Κυριαρχίας και Ηγεμονίας είναι καίριας σημασίας. Καθορίζει τις μορφές της αντίστασης κατάλληλης για το καθένα και τους διάφορους τρόπους με τους οποίους η παρούσα κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί. Το άτομο δεν αντιδρά με τον ίδιο τρόπο στην Ηγεμονία και την Κυριαρχία· οι στρατηγικές δεν πρέπει να συγχέονται.

 

Μπροστά στην Ηγεμονία, το έργο του αρνητικού, το έργο της κριτικής θεωρίας, της σχέσης των δυνάμεων εναντίον της καταπίεσης, ή της ριζοσπαστικής υποκειμενικότητας εναντίον της αποξένωσης, όλα αυτά έχουν γίνει (ουσιαστικά) ξεπερασμένα. Έχει γίνει εμφανές, χάρη στους ελιγμούς και τις στροφές του κυνικού λόγου, ή των τεχνασμάτων της ιστορίας, αυτή η νέα ηγεμονική ρύθμιση (η οποία δεν είναι πλέον η Ηγεμονία του κεφαλαίου) έχει απορροφήσει το αρνητικό, την αρνητικότητα ως τρόπου για την ανάκτηση των πρωτοβουλιών. Εγκλωβισμένοι σε ένα τεράστιο σύνδρομο Στοκχόλμης, οι αποξενωμένοι, οι καταπιεσμένοι, και οι αποικιοποιημένοι συντάσσονται με το σύστημα που τους κρατά ομήρους. Τώρα πλέον είναι «προσαρτημένοι», με την κυριολεκτική σημασία, φυλακισμένοι του «πλέγματος», του δικτύου, συνδεδεμένου καλώς ή κακώς.

Η εξουσία έχει ανακατέψει όλες τις στρατηγικές της προσομοίωσης: παρωδία, ειρωνεία, και αυτοσαρκασμό – αφήνοντας την Αριστερά μόνο με το φάντασμα της αλήθειας. Στο μυαλό μου έρχεται το διάσημο σλόγκαν της Banque Nationale de Paris (BNP) της δεκαετίας του 1970: «Τα χρήματά σας με ενδιαφέρουν!». Αυτή η δήλωση περικλείει το όνειδος του κεφαλαίου πολύ καλύτερα από κάθε κριτική ανάλυση. Η αποκήρυξη του κεφάλαιού και όλων των τραπεζικών μηχανισμών δεν ήταν κάτι νέο, το σκανδαλιστικό χαρακτηριστικό ήταν πως το είπε ο ίδιος ο τραπεζίτης · η αλήθεια έρχονταν από το στόμα του Κακού. Δεν ήταν μια αποκήρυξη, μια κριτική ανάλυση. Προέρχονταν από την κυρίαρχη εξουσία και απολάμβανε πλήρη ασυλία. Μπορούσε να παραδεχτεί το «έγκλημα» του μέρα μεσημέρι.

Η πιο πρόσφατη έκφραση πίστης με παρόμοιο τρόπο ήρθε από τον Patrick Le Lay, του διευθύνοντα συμβούλου του TF1, του γαλλικού τηλεοπτικού καναλιού: «Ας ήμαστε ρεαλιστές: η δουλειά του TF1 είναι να βοηθήσει την Coca-Cola να πουλήσει τα προϊόντα της. Για να δουλέψει σωστά μια καμπάνια, οι εγκέφαλοι των θεατών πρέπει να είναι διαθέσιμοι. Ο στόχος των προγραμμάτων μας είναι να τα κάνουμε διαθέσιμα, με το να τα διασκεδάζουμε, να τα καθησυχάζουμε μεταξύ δυο διαφημιστικών. Αυτό που πουλάμε στη Coca-Cola είναι ο χρόνος καθησυχασμένων μυαλών… Τίποτα δεν είναι δυσκολότερο από το να τα κάνουμε να ανοίξουν».

Πρέπει να τον ευχαριστήσουμε για αυτή την εκπληκτική παραδοχή και τον επαγγελματικό κυνισμό. Είναι ευρέως διαδεδομένος, όπως μαρτυρά το παρακάτω σλόγκαν της Poste Télécom: «Τα χρήματα δεν έχουν φύλο, αλλά αναπαράγονται». Και πρέπει να το καταδικάσουμε για τον ίδιο λόγο, όπως έγινε από όλα τα σωστά μυαλά. Αυτό όμως δεν είναι το αληθινό πρόβλημα. Ακόμη και εκείνοι που καταδίκασαν το σοκαριστικό σχόλιο του Le Lay εντυπωσιάστηκαν από την αναίδεια του.  Δεν δείχνει αυτή η επιπολαιότητα μια μεγαλύτερη ελευθερία από ότι η κωλυσιεργία της κριτικής αμφισβήτησης; Αυτό είναι όμως το ερώτημα: πως μπορεί η αλήθεια να προέλθει από μια «αλαζονική» κουβέντα που κυριαρχεί με το να βραχυκυκλώνει κάθε κριτική;

Ο τεχνοκρατικός κυνισμός δεν είναι από μόνος του σκανδαλώδης, αλλά με το τρόπο που παραβαίνει ένα θεμελιώδη κανόνα του κοινωνικού και του πολιτικού μας παιχνιδιού: η διαφθορά για κάποιους και η διαβεβαίωση του Κακού για άλλους. Αν οι διεφθαρμένοι δεν έχουν σεβασμό για αυτό το πρωτόκολλο, και δείχνουν τα χαρτιά τους δίχως να τσιγκουνεύονται την υποκρισία τους, τότε ο μηχανισμός της κατηγορίας αναστατώνεται. Το προνόμιο της εκφοράς της αλήθειας ξεφεύγει από τη κατανόηση μας – μπροστά στο κεφάλαιο που αποκαλύπτεται και από τους καπιταλιστές ακόμη.

Στη πράξη, ο Le Lay μας αφαιρεί τη μόνη δύναμη που μας έχει απομείνει. Μας κλέβει το κατηγορώ μας. Αυτό είναι το σκάνδαλο. Διαφορετικά, πως μπορούμε να εξηγήσουμε την ευρύτερη αγανάκτηση όταν αποκάλυψε ένα φανερό μυστικό.

Αντί της στηλίτευσης του κακού από τη θέση του καλού (την αιώνια ηθική θέση), εκφράζει το κακό από τη θέση του κακού. Είναι ο καλύτερος τρόπος για να ειπωθεί, παραμένει όμως απαράδεκτος. Η αλήθεια πρέπει να είναι με τη πλευρά του Καλού. Δεν μπορεί να υπάρχει πληροφορία από τη πλευρά του Κακού. Ωστόσο όλοι αυτοί που ξεπερνούν τον εαυτό τους σε αλαζονεία (Le Pen), κυβισμό (Le Lay), πορνογραφία (Abu Ghraib), μυθομανία (Marie L.) αποκαλύπτουν την αλήθεια του συστήματος μέσα από την κακοποίηση της. Οι συνέπειες είναι τόσο συναρπαστικές όσο και αποκρουστικές – και είναι πολύ πιο αποτελεσματικές από τις τυπικές κριτικές.

Μια πικρή αλήθεια: η ριζοσπαστικότητα είναι με την πλευρά της νοημοσύνης του κακού. Η κριτική σκέψη δεν ανταποκρίνεται στην κατάρρευση της πραγματικότητας και του περάσματος στην απόλυτη πραγματικότητα. Η αλήθεια, ή η απανθρωπιά αυτής της κατάστασης, μπορεί να αποκαλυφθεί μόνο από μέσα, εθελοντικά ή αναγκαστικά. Μόνο το κακό μπορεί να μιλάει για το κακό τώρα – το κακό είναι ένας εγγαστρίμυθος. Η κριτική σκέψη υπάρχει για να συμφιλιώσει κρυφά τον εαυτό της με εκείνους που επικρίνει με το να τους αποκηρύξει (και ξέρω πολύ καλά πως αυτό που λέω εδώ ανήκει σε αυτή τη συζήτηση). Η αποκήρυξη δεν θα έχει ποτέ την σοκαριστική ειλικρίνεια μιας ανήθικης κουβέντας. Πρέπει να κοιτάξουμε στη πλευρά του κακού για τις καθαρότερες ενδείξεις, την σκληρότερη αλήθεια. Μόνο εκείνοι που δεν δείχνουν κανένα ενδιαφέρον για την αντίφαση ή την κριτική σκέψη στις πράξεις ή στο λόγο τους που μπορεί, με ακριβώς αυτό το τρόπο, να ρίξουν άπλετο φως, δίχως μετάνοια ή αμφισημία, στον παράλογο και εξωφρενικό χαρακτήρα της κατάστασης των πραγμάτων, μέσα από το παιχνίδι της αντικειμενικής ειρωνείας.

Αυτό που συμβαίνει στην κριτική σκέψη – τη σκέψη του Διαφωτισμού και της Επανάστασης, τη σκέψη που έδωσε ώθηση στην ανάλυση του κεφαλαίου, του εμπορίου και του θεάματος κατά τη διάρκεια του 19ου και του 20ου αιώνα – είναι αυτό που συνέβη νωρίτερα στα θρησκευτικά, εθνικά και γλωσσολογικά φαινόμενα. Είμαστε μάρτυρες της τυπικής τους ανανέωσης, αλλά χωρίς ίχνος της αρχικής τους ουσίας. Προϋποθέτει την διάλυση της πίστης ως συμβολικής οργάνωσης, της εξαφάνισης της υπέρβασης (και ίσως ακόμη και του θανάτου του Θεού). Είναι το συγκεκριμένο προϊόν μιας διαψευσμένης  κατάστασης απώλειας όπου οτιδήποτε εξαφανίζεται αναγεννάται τεχνητά. Είναι το ψυχοκαθαρτικό προϊόν ενός κόσμου όπου δεν έχει απομείνει άλλος λόγος να πιστεύει σε οτιδήποτε.

Η τωρινή κριτική σκέψη συνεχίζει να κινείται στη τροχιά της αλλά δεν είναι πλέον η κριτική σκέψη του Διαφωτισμού και της νεωτερικότητας, που είχαν το δικό τους αντικείμενο και τη δική τους ενέργεια. Είναι απλά το επιφαινόμενο ενός κόσμου όπου δεν μείνει τίποτα για να αναλυθεί με την ελπίδα να τον υπονομεύσει. Η σκέψη δεν είναι πια σύγχρονη επειδή δεν είμαστε πλέον σε «κρίσμη» κατάσταση, όπως η ιστορική Κυριαρχία του κεφαλαίου. Έχουμε μπει σε μια ηγεμονική μορφή απόλυτης πραγματικότητας, μιας οικουμενικής εξουσίας κλειστού κυκλώματος που έχει κατακτήσει ακόμη και το αρνητικό. Ότι έχει απομείνει σήμερα είναι το συγκεκριμένο προϊόν αυτής της μεταθανάτιας κατάστασης όπου δεν έχει πια ιστορικό λόγο ύπαρξης ή κάποια αποτελεσματικότητα.

Ωστόσο είναι ακόμη και πιο εμφανής. Η κριτική της αποξένωσης και το θέαμα έχει ανθίσει και εξαπλωθεί ως το βαθμό του να έχει γίνει η πιο κοινή βουλγάτα επειδή είναι η μοναδική συζήτηση παρηγοριάς που έχουμε. Ο τόνος της όμως έχει αλλάξει· έχει γίνει περισσότερο μελαγχολία καθώς η υπονόμευση και η υπέρβαση έχουν χάσει σήμερα τη δημοφιλία τους.

 

Τρεις ταυτόχρονες διαστάσεις σχηματίζουν το πέρασμα από την Κυριαρχία στην Ηγεμονία. Είναι ένα επικίνδυνο τριπλό άλμα, μια θυσία σε τρία μέρη:

  1. Το κεφάλαιο ξεπερνά τον εαυτό του και στρέφεται εναντίον του εαυτού του στην θυσία της αξίας (η οικονομική ψευδαίσθηση).
  2. Η εξουσία στρέφεται εναντίον του εαυτού του στη θυσία της αντιπροσώπευσης (η δημοκρατική ψευδαίσθηση)
  3. Ολόκληρο το σύστημα στρέφεται εναντίον του εαυτού του στην θυσία της πραγματικότητας (η μεταφυσική ψευδαίσθηση).

Και οι τρεις κάνουν άλμα πάνω από τη σκιά τους.

Η σκιά του κεφαλαίου είναι η αξία. Η σκιά της εξουσίας είναι η αντιπροσώπευση. Η σκιά του συστήματος είναι η πραγματικότητα. Κινούνται αντίστοιχα μακριά από την Αξία, την Αντιπροσώπευση και το Πραγματικό – σε έναν υπερχώρο που δεν είναι πλέον εικονικός, πολιτικός ή πραγματικός αλλά αντίθετα η ηγεμονική σφαίρα.

Το κεφάλαιο είναι τόσο η απόλυτη πραγμάτωση της Αξίας και η καταστροφή της. η Εξουσία είναι τώρα η τελική μορφή αντιπροσώπευσης: αντιπροσωπεύει μόνο τον εαυτό της. Το σύστημα είναι η απόλυτη εκδοχή του Πραγματικού και την ίδια στιγμή η καταστροφή του μέσω του Εικονικού. Αυτή είναι η ηγεμονική μορφή.

Η Οικονομική Ψευδαίσθηση

Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα του «κεφαλαίου» πρέπει να επανακαθοριστεί. Ένα πράγμα όπως το κεφάλαιο υπάρχει ακόμη, και, αν υπάρξει μια κρίση, ποια είναι η ουσία αυτής της κρίσης; Πρέπει να προσπαθήσουμε να περάσουμε «μέσα από τον καθρέφτη», πέρα από το καθρέφτη της παραγωγής.

Υπάρχει ακόμη η εκμετάλλευση; Μπορούμε να μιλάμε ακόμη περί αποξένωσης; Έχουμε γίνει οι όμηροι (όχι οι σκλάβοι, αλλά οι όμηροι) μιας παγκόσμιας αγοράς υπό τη ξεκάθαρη ένδειξη της παγκοσμιοποίησης; Μπορούμε όμως να μιλάμε ακόμη για «αγορά»; Και δεν έχει φτάσει ο καπιταλισμός στο σημείο της καταστροφής των συνθηκών της ίδιας του της ύπαρξης;

Ένα από τα προβλήματα της γενικευμένης ανταλλαγής είναι πως η αγορά είναι εξίσου το ιδανικό του όσο και η στρατηγική του θέση. Είναι μάλλον το θανάσιμο πεπρωμένο του κεφαλαίου να φτάσει στο όριο της ανταλλαγής – στην πλήρη κατανάλωση της πραγματικότητας. Στον ιστορικό του (και Μαρξιστικό του) ορισμό, ο καπιταλισμός επέβλεπε τον πολλαπλασιασμό των ανταλλαγών στο όνομα της αξίας. Η αγορά υπακούει το νόμο της αξίας και της ισοδυναμίας. Το όριο εδώ είναι το όριο του κλασικού καπιταλισμού. Και η κρίση του κεφαλαίου μπορεί να επιλυθεί πάντοτε ρυθμίζοντας την αξία.

Αυτό δεν είναι πλέον αλήθεια για τις χρηματοπιστωτικές ροές και την διεθνή κερδοσκοπία που ξεπερνούν κατά πολύ τους νόμους της αγοράς. Μπορούμε να μιλάμε ακόμη για κεφάλαιο; Κρατάμε τον όρο και το πλαίσιο και ως εκ τούτου τη γνώση της αυξητικής στρατηγικής που ωθεί το κεφάλαιο πέρα από ίδια του τα όρια, σε ένα κυκλώνα ανταλλαγών όπου το κεφάλαιο χάνει την ίδια του την ουσία, που είναι η ουσία της αγοράς – και αυτοκαταστρέφεται σε μια ανεξέλεγκτη κυκλοφορία που φέρνει στο τέλος της την ίδια την έννοια της ανταλλαγής; Ή θεωρούμε πως δεν υπάρχει καθόλου πια κεφάλαιο παρά μόνο κάτι ριζικά διαφορετικό, μια ανταλλαγή που δεν είναι μόνο γενική αλλά απόλυτη – εντελώς απελευθερωμένη από την αξία και τις αγορές – μια ανταλλαγή που, έχοντας χάσει την ορθολογιστική της αρχή, την αρχή της αξίας, έχει γίνει ζωτικής σημασίας όπως και η πραγματικότητα, έχοντας χάσει την αρχή της πραγματικότητας, γίνεται ζωτικής σημασίας πραγματικότητα, από την οποία δεν υπάρχει σωτηρία;

Υπό αυτό το φως, το κεφάλαιο στην ιστορική του μορφή μοιάζει να είναι το μικρότερο κακό. Σε σχέση με ένα εικονικό σύμπαν, η πραγματικότητα μοιάζει να είναι το μικρότερο κακό. Μπροστά στην όψη της Ηγεμονίας, η ίδια η Κυριαρχία  μοιάζει το μικρότερο κακό. Πάρτε για παράδειγμα τον Ιστό, το Διαδίκτυο, τα δίκτυα, τα μπλογκ, κλπ. Είναι όλα ελεύθερα, «ελεύθερα» ανεπτυγμένα δίχως οικονομικούς περιορισμούς, πέρα από τις αγορές, σε ένα παροξυσμό πλήρους επικοινωνίας. Αυτή είναι μια κυριολεκτική καταστροφή, η καταστροφή της πλήρους ανταλλαγής που δεν προστατεύεται καν από τα χρήματα ή την αγορά. Πιάνουμε τους εαυτούς μας να θέλουν όλα να είναι υπό το νόμο της αξίας, να ελέγχονται από το χέρι της καπιταλιστικής εξουσίας, να επιβραδύνει την γεωμετρική ανάπτυξη τους, να δραπετεύουμε από την έκσταση της (ελεύθερης, κοσμικής και υποχρεωτικής) επικοινωνίας – επειδή οδηγεί στην δικτατορία της αναγκαστικής ανταλλαγής – αλλά κανένας δεν θα δραπετεύσει.

Το επόμενο στάδιο, που μπορεί να ειδωθεί σε αυτά τα μυστηριωδώς ελεύθερα δίκτυα, είναι πολύ χειρότερο από οτιδήποτε στιγματίστηκε ως η εμπορευματοποίηση της ανταλλαγής, όπου τα πάντα έχουν τιμή και αγορά. Αυτή η επιρροή (η οποία δεν είναι υποχρεωτικά η επιρροή ενός προσώπου, μιας «καπιταλιστικής» εξουσίας ή όποιας πολιτικής εξουσίας) είναι ο ερχομός της απόλυτης, πλήρους ελεύθερης ανταλλαγής, της οικουμενικής δικτύωσης, και της παγκόσμιας σύνδεσης. Το κεφάλαιο, οι αγορές, η υπεραξίας, το εμπόρευμα και οι τιμές μοιάζουν ως μικρότερο κακό ή προστασία απέναντι σε κάτι χειρότερο. Αυτή είναι η κυριολεκτική διάσταση της ηγεμονίας – είναι διαφορετική από την κυριαρχία του κεφαλαίου και διαφορετική από τη διάσταση της εξουσίας με τον αυστηρό της πολιτικό ορισμό.

Η Δημοκρατική Ψευδαίσθηση

Κάποιος, ωστόσο μπορεί να αναρωτιέται, αν η Ηγεμονία είναι μια άμεση συνέχιση ή διαιώνιση της Κυριαρχίας, είναι η ίδια μορφή χρησιμοποιημένη ως τις απόλυτες συνέπειες της; ή υπάρχει μια στιγμή όπου εντοπίζεται μια μετατόπιση σε μια μη κρίσιμη μορφή – πέρα από εσωτερικές κρίσεις αλλά χωρίς να είναι απρόσβλητη εσωτερική καταστροφή ή αυτοδιάλυση μέσα από το κορεσμό ( όπως σε κάθε σύστημα στα όρια των δυνατοτήτων του). Ένας κόσμος απόλυτης, στιγμιαίας, αδιάκοπης επικοινωνίας είναι αδιανόητος και σε κάθε περίσταση, αφόρητος.

Η Ηγεμονία αντιστοιχεί σε μια φάση του κορεσμού της εξουσίας (πολιτικής, οικονομικής, στρατιωτικής και ακόμη και πολιτισμικής εξουσίας) που ωθείται από την ίδια της την λογική αλλά είναι ανίκανη να υλοποιήσει πλήρως τις δυνατότητες της – μια φριχτή πράγματι μοίρα (η ιστορία της ομπρέλας – ίσως η τρομερή μοίρα της πλήρους υλοποίησης των δυνατοτήτων να είναι η μοίρα της ανθρωπότητας;). Ωστόσο κάθε πράξη που προσπαθεί να επιβραδύνει το κεφάλαιο ή την εξουσία, που προσπαθεί να τις συγκρατήσει από την υλοποίηση όλων των δυνατοτήτων τους είναι η τελευταία τους ελπίδα, η τελευταία τους ευκαιρία για επιβίωση «μόλις πριν το τέλος τους». Και αν το επιτρέψουμε, θα ορμήσουν μπροστά προς το τέλος τους (παίρνοντας και εμάς μαζί τους).

Είναι καλύτερο να το επιτρέψουμε να το κάνουν, να επιτρέψουμε να ακολουθήσουν  την θανάσιμη τάση τους για αυτοκαταστροφή μέσα από το κορεσμό και την υπερυλοποίηση – ή είναι καλύτερα να τα επιβραδύνουμε για να αποφύγουμε την καταστροφή; Αυτό είναι το παράδοξο που πρέπει να αντιμετωπίσουμε στο παροξυσμό της εξουσίας. (Και, ξανά, το ίδιο παγκόσμιο, οικουμενικό πρόβλημα έρχεται μπροστά στην ανθρωπότητα και στην «υπερτελική» μοίρα της, όταν τρέχει με ορμή προς το τέλος της επειδή είναι πολύ επιτυχημένη [τεχνολογικά, σεξουαλικά, δημογραφικά, κλπ]).

Όλα εξαρτώνται από την ιδέα που έχετε για την εξουσία. Αν προϋποθέσουμε πως η νοημοσύνη ή η φαντασία έχουν εξουσία, τότε η επιμονή της ανοησίας ή τουλάχιστον η μόνιμη απουσία της φαντασίας από την εξουσία είναι ανεξήγητη. (Εκτός επίσης αν υποθέτετε μια γενικότερη προδιάθεση μεταξύ των ανθρώπων να παραχωρούν την κυριαρχία τους στο λιγότερο προσβλητικό, με την μικρότερη φαντασία μεταξύ των συμπολιτών τους, μια διαβολική ιδιοφυία (malin génie) που ωθεί τους ανθρώπους να εκλέξουν το πιο κοντόφθαλμο, διεφθαρμένο πρόσωπο από κάποια μυστική ευχαρίστηση στο να βλέπουν την ανοησία και τη διαφθορά αυτών στην εξουσία. Ιδιαίτερα σε περιόδους ταραχών, οι άνθρωποι θα ψηφίσουν μαζικά για το υποψήφιο που δεν τους ζητά να σκεφτούν. Είναι μια σιωπηρή ταχυδακτυλουργία, ανάλογη στη πολιτική σφαίρα με την συνωμοσία της τέχνης σε άλλο πεδίο).

Θα έπρεπε να εγκαταλείψουμε την δημοκρατική ψευδαίσθηση της φαντασίας ή της νοημοσύνης στην εξουσία που έρχεται από τα βάθη της ιδεολογίας του Διαφωτισμού. Οι αφελείς ουτοπίες της δεκαετίας του 1960 πρέπει να αναθεωρηθούν: «Η φαντασία στην εξουσία!» – «Κάντε τα όνειρα σας πραγματικότητα!» – «Κανένα όριο στην ευχαρίστηση!». Όλα αυτά τα συνθήματα υλοποιήθηκαν (ή υπερυλοποιήθηκαν) στην εξέλιξη του συστήματος.

Αν αφαιρέσουμε την ηθική ουτοπία της εξουσίας – η εξουσία όπως πρέπει να είναι στα μάτια εκείνων που την απορρίπτουν – αν υποθέσουμε πως η εξουσία ζει μόνο μέσα από τη παρωδία ή τις προσομοιώσεις της αντιπροσώπευσης, και ορίζεται από την κοινωνία που την χειραγωγεί· αν δεχτούμε την υπόθεση πως η εξουσία είναι μια εκτοπλασμική, αλλά παρόλα αυτά αναγκαία λειτουργία, τότε άνθρωποι όπως ο Bush και ο Swarzenegger παίζουν το ρόλο τους τέλεια. Όχι πως μια χώρα ή ένας λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζεί αλλά πως οι ηγέτες προέρχονται από την παγκόσμια εξουσία. Η πολιτική δομή των Ηνωμένων Πολιτειών είναι σε άμεση σχέση με την παγκόσμια Κυριαρχία τους. Ο Bush καθοδηγεί τις Ηνωμένες Πολιτείες  με τον ίδιο τρόπο όπως εκείνοι που ασκούν παγκόσμια Ηγεμονία πάνω στον υπόλοιπο πλανήτη. (Μπορούμε ακόμη και να πούμε πως η Ηγεμονία της παγκόσμιας εξουσίας θυμίζει το απόλυτο προνόμιο του ανθρώπινου είδους πάνω σε όλα τα άλλα). Έτσι δεν υπάρχει κανένας λόγος να σκεφτούμε μια εναλλακτική.

Η ίδια η εξουσία πρέπει να καταργηθεί – και όχι απλά για την άρνηση του να κυριαρχείσαι, που βρίσκεται στην καρδιά κάθε παραδοσιακού αγώνα – αλλά επίσης, το ίδιο βίαια, στην άρνηση να κυριαρχείς (αν η άρνηση του να κυριαρχείς είχε την ίδια βία και την ίδια ενέργεια με την άρνηση του να κυριαρχείσαι, το όνειρο της επανάστασης θα είχε εξαφανιστεί από παλιά). Η νοημοσύνη δεν μπορεί, δεν μπορεί ποτέ να είναι στην εξουσία επειδή η νοημοσύνη αποτελείται από αυτή τη διπλή άρνηση. «Αν μπορούσα να σκεφτώ πως υπήρχαν μερικοί άνθρωποι δίχως καμιά εξουσία στο κόσμο, τότε θα μπορούσα να ξέρω πως δεν είναι όλα χαμένα» (Elias Canetti).

Η Μεταφυσική Ψευδαίσθηση

Η επαναρρόφηση της κριτικής αρνητικότητας επαναλαμβάνεται από μια ακόμα πιο ριζοσπαστική μορφή άρνησης: την άρνηση της πραγματικότητας.

Στην προσομοίωση, προχωράς πέρα από το αληθινό και το ψεύτικο μέσα από τη παρωδία, την μεταμφίεση, το χλευασμό για το σχηματισμό μιας τεράστιας επιχείρησης παρεμπόδισης. Παρεμπόδιση από κάθε ιστορική αναφορά, από κάθε πραγματικότητα στο πέρασμα στα νοήματα. Αυτή η στρατηγική της αποσταθεροποίησης, της δυσφήμισης, της απέκδυσης της πραγματικότητας με τη μορφή της παρωδίας, της χλεύης, ή της μεταμφίεσης γίνεται ή ίδια η αρχή της κυβέρνησης, είναι επίσης μια υποτίμηση όλων των αξιών.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον μιας εξουσίας ή μιας «πολιτικής» εξουσίας συνδεδεμένη σε μια ιστορία, σε μορφές αντιπροσώπευσης, στις αντιφάσεις και μιας κριτικής εναλλακτικής. Η αντιπροσώπευση έχει χάση την αρχή της και η δημοκρατική ψευδαίσθηση είναι ολοκληρωμένη – όχι τόσο από την παραβίαση των δικαιωμάτων όσο από την προσομοίωση των αξιών, την γενική αβεβαιότητα και την αποϋλοποίηση κάθε πραγματικότητας. Όλοι εγκλωβίζονται στα νοήματα της εξουσίας που καταλαμβάνουν ολόκληρο το χώρο – και που μοιράζονται από το καθένα συλλογικά (πάρτε για παράδειγμα την παραιτημένη, αμήχανη συνέργεια στις στημένες λειτουργίες της πολιτικής σφαίρας και των δημοσκοπήσεων).

Από εδώ και πέρα, το σύστημα λειτουργεί εκθετικά:

  • Ξεκινώντας όχι από την αξία, αλλά από την καταστροφή της αξίας
  • Όχι μέσα από την αντιπροσώπευση, αλλά μέσα από την καταστροφή της αντιπροσώπευσης
  • Όχι από την πραγματικότητα αλλά από τη καταστροφή της πραγματικότητας.

Τα πάντα στο όνομα ποιας Κυριαρχίας που χρησιμοποιήθηκε, τερματίζεται, θυσιάζεται, το οποίο λογικά οδηγεί στο τέλος της Κυριαρχίας. Πράγματι αυτή είναι η περίπτωση, αλλά για χάρη της ηγεμονίας.

Το σύστημα δεν δίνει δεκάρα για τους νόμους· εξαπολύει την απορρύθμιση σε κάθε πεδίο.

  • Απορρύθμιση της αξίας στην κερδοσκοπία.
  • Απορρύθμιση της αντιπροσώπευσης στις διάφορες μορφές της χειραγώγησης και παράλληλων δικτύων.
  • Απορρύθμιση της πραγματικότητας μέσα από την πληροφορία, τα μέσα και την εικονική πραγματικότητα.

Από το σημείο αυτό και μετά: απόλυτη ασυλία – κάποιος δεν μπορεί να απαντήσει στο σύστημα στο όνομα των αρχών του μιας και το σύστημα τις έχει καταστρέψει. Το τέλος κάθε κριτικής αρνητικότητας. Το κλείσιμο κάθε λογαριασμού και του συνόλου της ιστορίας. Η βασιλεία της Ηγεμονίας. Το αντίθετο, μιας και δεν ρυθμίζεται πια από την αντιπροσώπευση, ή από το ίδιο του το πλαίσιο, ή από την εικόνα του εαυτού του, το σύστημα υποκύπτει στον τελικό πειρασμό: γίνεται υπερευαίσθητο στις τελικές του συνθήκες και θέτει τον εαυτό του πέρα από το δικό του σκοπό σύμφωνα με την άκαμπτη μείωση των ρυθμών της πραγματικότητας.

Η πιο σοβαρή από όλες τις μορφές της αυτοακύρωσης – όχι μόνο οικονομικά και πολιτικά αλλά μεταφυσικά – είναι η άρνηση της πραγματικότητας. Η τεράστια επιχείρηση της παρεμπόδισης από κάθε ιστορική αναφορά, αυτή η στρατηγική δυσφήμισης, της απέκδυσης από τη πραγματικότητα με τη μορφή της παρωδίας, της χλεύης, η μεταμφίεσης, γίνεται η ίδια η αρχή της κυβέρνησης. Η νέα στρατηγική – και είναι πράγματι μια μετάλλαξη – είναι η αυτοπυρπόληση της αξίας – κάθε συστήματος αξίας και αυτοακύρωσης – η αδιαφορία, η απόρριψη και η κενότητα ως θριαμβευτική διακυβέρνηση.

 

Επιπλέον, το πλαίσιο του οικουμενικού είναι το συγκεκριμένο προϊόν, μέσα στην ανθρώπινη φυλή, ενός συγκεκριμένου πολιτισμού που ονομάζεται Δυτικός, και μέσα σε αυτή τη κουλτούρα, μιας προνομιούχας μειονότητας, μια μοντέρνας ιντελιγκέντσιας που έχει αφιερωθεί στην φιλοσοφική και την τεχνική επιμόρφωση της ανθρωπότητας. Αλλά τι μπορεί να σημαίνει αυτό το πλαίσιο, όχι μόνο έξω από την ανθρώπινη φυλή (είναι άχρηστο για το ζωικό, το φυτικό ή το κοσμικό βασίλειο, το μη ανθρώπινο γενικά) αλλά και στις σημαντικές κουλτούρες πέρα από τη δική μας (αρχαϊκή, παραδοσιακή ή Ανατολική ή Απωανατολίτικη που δεν έχουν καν όρο για αυτό) ή ακόμη και στις δικές μας κοινωνίες έξω από τις πολιτισμένες και καλλιεργημένες τάξεις όπου ο ανθρωπισμός και οι οικουμενικές αρχές έχουν γίνει κληρονομικές. Τι σημαίνει το οικουμενικό στα μάτια των μεταναστών, πληθυσμοί που έμειναν άχρηστες, ολόκληρες ζώνες ρήξης και αποκλεισμού στις δικές μας «υπεραναπτυγμένες» κοινωνίες; Και ακόμη και στο προνομιούχο περιθώριο, η υψηλή τεχνολογικά οικουμενικότητα,  τι σημαίνει το οικουμενικό για όλους τους «εταιρικούς ανθρώπους», για όλες τις ομάδες ή άτομα υψηλής αποδοτικότητας σύμφωνα με μια τόσο παγκόσμια όσο και μια όλο και περισσότερο εταιρική, απομονωτική, προστατευτική εξέλιξη;

Αντίθετα με αυτό που είπε ο Immanuel Kant, ο έναστρος ουρανός γελάει με αυτόν τον οικουμενικό νόμο, αλλά το ίδιο κάνει και η καρδιά της ανθρωπότητας: όχι μόνοι οι ζωντανοί αλλά και η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων δεν την υπάκουσαν ποτέ. Και εκείνοι που ισχυρίζονται πως την υπακούν, με ευχαρίστηση βάζουν τα μεμονωμένα πάθη τους μπροστά από κάθε άλλη ιδανική οριστικότητα – είναι δίχως αμφιβολία, παρά το πλαίσιο, ένας πιο αυθεντικός τρόπος να είσαι «άνθρωπος». Πιστεύουν οι ίδιοι σε αυτή την ιδανική οριστικότητα; Κανένας δεν γνωρίζει· το μόνο βέβαιο είναι πως ισχυρίζονται πως κάνουν τους άλλους να υπακούν.

Ο λόγος του οικουμενικού περιγράφει μια ταυτολογική έλικα: γίνεται από το είδος που θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από όλα τα άλλα και μέσα σε αυτό το είδος, από μια μειονότητα που θεωρεί τον εαυτό της το φύλακα των ηθικών και των οικουμενικών σκοπών, δημιουργώντας μια πραγματική, «δημοκρατική» φεουδαρχία.

Όποια και είναι η περίπτωση, υπάρχει μια σημαντική ασυνέπεια στην συνέχιση της χρήσης ενός λόγου του οικουμενικού ως το λόγο αναφοράς όταν δεν έχει νόημα ή επιπτώσεις πουθενά – ούτε με την παγκόσμια εξουσία ούτε σε αντίθεση μαζί της.

Για να σχετικοποιήσουμε το δικό μας πλαίσιο του οικουμενικού: με την αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση του κόσμου, η διάκριση γίνεται πιο άγρια.

Η χαρτογράφηση δεν πρέπει να μπερδέψει αυτές τις ζώνες πέρα από την πραγματικότητα με εκείνες που δίνουν ακόμη σημάδια πραγματικότητας στο μέσα στο ίδιο ηγεμονικό σύστημα παγκοσμιοποίησης, ακόμη και αν δεν λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Μπορούμε ακόμη να πούμε πως το κενό που τις χωρίζει μεγεθύνεται και κάτι που ήταν μόνο μια πολιτιστική μοναδικότητα σε έναν μη ενοποιημένο σύμπαν. Όσο περισσότερο παγκοσμιοποιημένος είναι ο κόσμος, τόσο χειρότερη είναι η διάκριση.

Τα δύο σύμπαντα, το υπερεαλιστικό και το υπορεαλιστικό, μοιάζουν να αλληλοδιεισδύουν αλλά είναι έτη φωτός μακριά μεταξύ τους. Η βαθύτερη μιζέρια και θύλακες πολυτέλειας αλληλουπάρχουν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο (πάρτε, για παράδειγμα τα πετρελαϊκά ρετιρέ στην Σαουδική Αραβία και οι φαβέλες στην Βραζιλία, αλλά αυτές είναι ακραίες περιπτώσεις). Στη πράξη, ολόκληρος πλανήτης είναι οργανωμένος με βάση την αρχή της καθοριστικής διάκρισης μεταξύ δύο συμπάντων – τα οποία πλέον δεν έχουν καμιά γνώση η μια για την άλλη. Η παγκόσμια εξουσία κρατά τον πλήρη έλεγχο της στον υπόλοιπο κόσμο, και έχει όλα τα απαραίτητα μέσα για την εξολόθρευση του. Είναι η ρωγμή στο οικουμενικό. Όσο για τις συνέπειες αυτής της ρωγμής, η αναταραχή που μπορεί να δημιουργήσει, δεν έχουμε ιδέα – εκτός από ότι είναι ήδη εμφανές σήμερα (αν και είναι μόλις η αρχή): η μόνη απάντηση σε αυτή την όλο και περισσότερο βίαιη διάκριση είναι μια εξίσου βίαιη μορφή, η τρομοκρατία. Μια ακραία αντίδραση σε αυτή τη κατάσταση αδύνατης ανταλλαγής.

 

Πράγμα που μας φέρνει στην Ευρώπη. Στη σημερινή της μορφή, η Ευρώπη είναι ένα μη-γεγονός. Αρχικά ήταν μια ιδέα (ίσως ξεκινώντας στο Μεσαίωνα, μια πραγματικότητα πριν την ιδέα;). πλέον δεν είναι μια ιδέα ή μια πραγματικότητα αλλά μια εικονική πραγματικότητα που αναφέρεται σε ένα μοντέλο προσομοίωσης στο οποίο πρέπει να προσαρμοστεί. Από την οπτική της προβολής με κάθε κόστος, η θέληση του λαού είναι ένα εμπόδιο ή τουλάχιστον μια αδιάφορη παράμετρος ή ένα άλλοθι. Η θετική ψήφος έρχεται από ψηλά, και μπορούμε τώρα να δούμε πως ο λαός είναι ο σκελετός στη ντουλάπα της Ευρώπης.

Αυτή η εικονική Ευρώπη είναι μια καρικατούρα παγκόσμιας δύναμης. Θέλει να βρει τη θέση της στην παγκόσμια τάξη, να αντιπροσωπεύει μια οικονομική δύναμη που ανταγωνίζεται την γελοία εικόνα του Αμερικάνου της μεγάλου αδερφού. Η Ευρώπη είναι οργανωμένη σύμφωνα με τις ίδιες φιλελεύθερες αρχές, και πέρα από μερικές τελευταίες κραυγές συναισθηματικού σοσιαλισμού, είναι ευθυγραμμισμένο με το μοντέλο της ελαστικότητας και της παγκόσμιας απορρύθμισης. Είναι ανίκανη να ανακαλύψει ένα νέο κανόνα για το παιχνίδι (το οποίο είναι επίσης ο αγώνας της Αριστεράς σε εθνικό επίπεδο).

Δίχως τη δική της πολιτική δομή ή ιστορικό λόγο ύπαρξης, η Ευρώπη μπορεί μόνο να επιθυμεί επέκταση και εξάπλωση στο κενό μέσα από την αόριστη «δημοκρατική» προσάρτηση, ακριβώς όπως μια παγκόσμια εξουσία. Φυσικά, όλες οι περιφερικές χώρες θέλουν να μπουν σε αυτό το παραπροϊόν της παγκοσμιοποίησης, όπως οι Ευρωπαίοι ονειρεύονται το να φτάσουν σε παγκόσμιο επίπεδο.

Οι Ευρωπαίοι έχουν την ίδια σχέση με την Αμερικάνικη εξουσία που οι υπόλοιπες χώρες (όπως η Τουρκία, για παράδειγμα) έχουν με την Ευρώπη. Η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη, πέρα από κάθε πολιτική σκέψη, μπορεί να είναι αποκαλυπτική με τους όρους αυτού του παραδόξου: οι Ευρωπαίοι «από τη γέννηση» τους δεν είναι ούτε πραγματικά μοντέρνοι· δεν έχουν εισέρθει πραγματικά στην υπερμοντερνικότητα. Στην ουσία αντιστέκονται απέναντι της, και σε κάθε χώρα υπάρχει κάτι που αντιστέκεται την γενικευμένη ανταλλαγή, τον ίλιγγο της οικουμενικής ανταλλαγής.

Είναι καλό ή κακό; Πρέπει να είναι η Ευρώπη αποφασιστικά μοντέρνα; Πρέπει να αντισταθεί στην αρπαγή της Ηγεμονίας, ενώ είναι ο καλύτερος συνεργός της;

Το ότι η Τουρκία θέλει να ενταχθεί στην Ευρώπη δεν είναι το μικρότερο από τα παράδοξα την εποχή που οι Γάλλοι δείχνουν σημάδια πως θέλουν να φύγουν. Η ξαφνική άνοδος της ψήφου «Όχι» στη διάρκεια του δημοψηφίσματος ήταν σημαντική από αυτή την άποψη. Είναι το καλύτερο παράδειγμα μιας ζωτικής ή μιας αποτρόπαιας αντίδρασης ως άμυνα απέναντι στο συναινετικό εκβιασμό του «Ναι», ενάντια στο μεταμφιεσμένου τελεσίγραφου του δημοψηφίσματος. Δεν υπάρχει ανάγκη να υπάρχει πολιτική συνείδηση για την εμφάνιση αυτού του αντανακλαστικού: είναι η αυτόματη αναζωπύρωση της αρνητικότητας μπροστά στην υπερβολική θετικότητα, στην συμμαχία της «θεϊκής» Ευρώπης, της Ευρώπης της καλής συνείδησης, εκείνης στη σωστή πλευρά της οικουμενικότητας – με όλους τους άλλους να ρίχνονται στα σκοτάδια της ιστορίας.

Οι δυνάμεις του Καλού είναι εντελώς λάθος για τις διεστραμμένες συνέπειες ενός πλεονάσματος Καλού και της ασυνείδητης καθαρότητας που μας λέει πως δεν είναι η δουλειά του αρνητικού ή το αποτέλεσμα της κριτικής σκέψης (οι πολιτικοί λόγοι του «Όχι» δεν είναι ορθότεροι από εκείνους για το «Ναι»). Είναι μια απάντηση στη μορφή μιας αγνής και απλής πρόκλησης στο κορεσμό του συστήματος, η εφαρμογή (για ακόμη μια φορά, πέρα από πολιτικές σκέψεις) μιας αρχής αναστροφής, της αναστρεψιμότητας εναντίον της ηγεμονικής αρχής. Ένα καλό παράδειγμα είναι αυτό της «παράλλαξης του Κακού».

Έχουμε μπροστά μας το προφίλ ενός νέου τύπου σύγκρουσης που χαρακτηρίζει την εποχή της Ηγεμονίας. Δεν είναι ταξική πάλη ή μια πάλη για απελευθέρωση σε παγκόσμιο επίπεδο (αφού η «απελευθέρωση» της ανταλλαγής και της δημοκρατίας, που ήταν αντιστάθμισμα στην Κυριαρχία, είναι οι στρατηγικές της Ηγεμονίας. Πάρτε για παράδειγμα, την παρουσία της Αγγλίας στην Ζανζιβάρη: με την απελευθέρωση των σκλάβων στα τέλη του δέκατου ενάτου αιώνα, η Αγγλία ήταν σε θέση να πάρει τον έλεγχο στην Ανατολική Αφρική). Είναι μια αδυναμία αναγωγής, ένας αμείωτος ανταγωνισμός στην παγκόσμια αρχή της γενικευμένης ανταλλαγής.

Με άλλα λόγια, μια σύγκρουση που δεν είναι πλέον ακριβώς πολιτική αλλά μεταφυσική και συμβολική με την κυριολεκτική έννοια. Είναι μια σύγκρουση, μια διαίρεση που υπάρχει όχι μόνο στη καρδιά της επικρατούσας εξουσίας, αλλά στη καρδιά της ατομικής μας ύπαρξης.

Απρίλιος 2005

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Jean Baudrillard: Από την Κυριαρχία στην Ηγεμονία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s