Κείμενο  που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Race & Class Volume: 59, issue: 4. Η Antonia Von Der Behrens είναι δικηγόρος και στην δίκη του NSU εκπροσωπούσε την οικογένεια του Mehmet Kubaşık, θύματος της οργάνωσης. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Αν και η δίκη του μοναδικού εν ζωή μέλους της Εθνικοσοσιαλιστικής Αντίστασης (NSU) δεν έχει ακόμη τελειώσει, η υπόθεση είναι στο επίκεντρο αντιφασιστικών και νομικών εκστρατειών στη Γερμανία εξαιτίας των τρομακτικών ερωτημάτων που γεννά. Γιατί μέχρι το 2011, τη χρονιά που το NSU εντοπίστηκε, ακόμη και προοδευτικά στοιχεία της γερμανικής κοινωνίας υποτιμούσαν υπερβολικά την έκταση της ακροδεξιάς/νεοναζιστικής τρομοκρατίας; Και γιατί νομίζουν πως κάτι το NSU δεν μπορούσε να είναι πιθανό με δεδομένη την ιστορία της ακροδεξιάς τρομοκρατίας στη Γερμανία κατά τη δεκαετία του 1950 και τα βίαια πογκρόμ κατά προσφύγων κατά τη δεκαετία του 1990; Ποιος ήταν και είναι ο συνολικός ρόλος της αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών στη δημιουργία της νεοναζιστικής σκηνής, ιδιαίτερα μέσα από τη χρήση πληροφοριοδοτών, που είχαν και έχουν υψηλές θέσεις στις νεοναζιστικές οργανώσεις; Και τι γνώριζαν οι μυστικές υπηρεσίες για την ύπαρξη του NSU, τα εγκλήματά του και τις κινήσεις των μελών και των υποστηρικτών του; Τελικά, ποια είναι η έκταση του δομικού και θεσμικού ρατσισμού στη Γερμανία; Ποιους μηχανισμούς χρησιμοποιεί; Και πως επέτρεψε στις υπηρεσίες επιβολής του νόμου να αποδώσουν τα εγκλήματα του NSU στη «τουρκική μαφία» και το οργανωμένο έγκλημα παρά σε νεοναζί; Ποια ήταν η δυνατότητα του κράτους και η θέληση να προστατεύσει κοινότητες μεταναστών από φυλετικά υποκινούμενη τρομοκρατία;

Ο ομοσπονδιακός εισαγγελέας μέχρι στιγμής έχει φέρει στο δικαστήριο μια υπόθεση εναντίον δυο υποστηρικτών των φόνων, δυο υποστηρικτών του NSU και ενός μέλους του. Η δίκη στο Εφετείο του Μονάχου συνεχίζεται από το Μάιο του 2013 – η μεγαλύτερη και πιο σημαντική δίκη εναντίον νεοναζί στη Γερμανία μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τα Εγκλήματα

Η ύπαρξη του NSU έγινε γνωστή μόνο μετά την αυτοκτονία δύο μελών του, των Uwe Mundlos και Uwe Böhnhardt, μετά από μια αποτυχημένη ληστεία τραπεζών στο Άισεναχ της Θουριγγίας στις 4 Νοεμβρίου 2011. Λίγες μόλις ώρες αργότερα, το τρίτο μέλος, η Beate Zschäpe, έβαλε φωτιά στο κοινό τους διαμέρισμα στο Τσβικάου, στη Σαξονία ώστε να καταστρέψει αποδεικτικά στοιχεία. Τέσσερις μέρες αργότερα η Zschäpe παραδόθηκε στην αστυνομία.

Οι τρεις τους που είχαν όλοι τους ριζοσπαστικοποιηθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1990 στη Τζένα (προηγουμένως τμήμα της Ανατολικής Γερμανίας), ανήκαν στην αποκαλούμενη Φρουρά της Θουριγγίας (Thüringer Heimatschutz) μια οργάνωση που ιδρύθηκε το 1994 και είχε επαφές με άλλους μαχητικούς νεοναζί. (Ηγέτης της ήταν ο Tino Brandt, ένας πληροφοριοδότης της μυστικής υπηρεσίας του κρατιδίου της Θουριγγίας, που αργότερα έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να παραμείνουν κρυμμένα τα μέλη του NSU).

Η Zschäpe και οι δύο άνδρες συνεργοί της ζούσαν κρυμμένοι από τις 36 Ιανουαρίου 1998, όταν η αστυνομία έκανε επιδρομή σε ένα γκαράζ στη Τζένα, όπου οι τρεις τους είχαν αποθηκεύσει 1,4 κιλά TNT και είχαν αρχίσει την κατασκευή αυτοσχέδιων βομβών. Μετά την επιδρομή, οι Mundlos, Böhnhardt και Zschäpe, εκείνη την περίοδο όλοι τους σε ηλικία λίγο πάνω από είκοσι, έγιναν φυγάδες. Ήταν τότε σύμφωνα με τον ομοσπονδιακό εισαγγελέα, που δημιούργησαν την Εθνικοσοσιαλιστική Αντίσταση, η οποία είχε στόχο την δολοφονία μεταναστών, ιδιαίτερα εκείνων Τουρκικής καταγωγής. Αποκαλούσαν αυτούς τους μετανάστες «εχθρούς του γερμανικού έθνους» και ήλπιζαν πως θα απλώσουν το τρόμο μέσα στις κοινότητες των μεταναστών.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο του ομοσπονδιακού εισαγγελέας στην υπόθεση της Zschäpe και των άλλων, το NSU διέπραξε δέκα φόνους μεταξύ 2000 και 2007. Τα θύματα ήταν οκτώ άνδρες τουρκικής και κουρδικής καταγωγής, ένας άνδρας ελληνικής καταγωγής και μια αστυνομικός γερμανικής καταγωγής. Και τα εννέα από τα θύματα μη γερμανικής καταγωγής εκτελέστηκαν με το ίδιο όπλο, ένα πιστόλι Česká 83 με σιγαστήρα. Τα θύματα είχαν επιλεγεί τυχαία, με μόνο κριτήριο την τουρκική τους καταγωγή (ή την υποτιθέμενη τουρκική καταγωγή, όπως στη περίπτωση του θύματος ελληνικής καταγωγής). Ζούσαν σε διαφορετικές πόλεις της Γερμανίας και ήταν όλοι ιδιοκτήτες μικρών μαγαζιών και επιχειρήσεων. Ο τρόπος δράσης που ακολουθήθηκε και στους δέκα φόνος ήταν πανομοιότυπος· τα θύματα πυροβολήθηκαν στα καταστήματά τους, ή στην περίπτωση των αστυνομικών, στο αυτοκίνητό τους και οι δράστες διέφυγαν με ποδήλατα. Στη συνέχεια τα ποδήλατα έμπαιναν σε παρκαρισμένο τροχόσπιτο με το οποίο οι δράστες διέφευγαν από την πόλη προς το κρησφύγετο τους.

Το NSU έκανε τρεις επιθέσεις με βόμβες, που περιείχαν καρφιά, εναντίον μεταναστών· η πρώτη έγινε στην Νυρεμβέργη της Βαυαρίας στις 23 Ιουνίου 1999, όταν ο Τούρκος ιδιοκτήτης ενός μπαρ τραυματίστηκε. Η δεύτερη πραγματοποιήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2001 στη Κολονία της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, όταν μια βόμβα σε κουτί τούρτας που είχε αφεθεί ξεχασμένη σε ένα παντοπωλείο ενός ζευγαριού από το Ιράν, ανοίχτηκε από τη κόρη τους που υπέστη σοβαρά εγκαύματα. Η τελευταία επίθεση πραγματοποιήθηκε στις 19 Ιουνίου 2004, στην Καουπστράσε στη Κολονία, το κέντρο πολλών καταστημάτων και εστιατορίων που ανήκουν σε τουρκικής και κουρδικής καταγωγής. Η βόμβα, η οποία τοποθετήθηκε σε ποδήλατο τοποθετήθηκε μπροστά από ένα κουρείο και περιείχε μεγάλη ποσότητα πυρίτιδας καθώς και 800 καρφιά μήκους δέκα εκατοστών, τραυματίζοντας σοβαρά είκοσι τρεις ανθρώπους.

Το NSU πραγματοποίησε συνολικά δεκαπέντε ληστείες τραπεζών, ταχυδρομείων και ενός σουπερμάρκετ μεταξύ 1998 και 2007 και ξανά το 2011, με στόχο την χρηματοδότηση της οργάνωσης, κατά την εκτέλεση των οποίων τραυματίστηκαν, αλλά επέζησαν, δυο άτομα.

Μεταξύ 1998 και 2011, ενώ έκαναν τα εγκλήματα, τα τρία μέλη του NSU βοηθήθηκαν και διευκολύνθηκαν από μεγάλο αριθμό νεοναζί και το νεοναζιστικό δίκτυο Blood & Honour που πρόσφερε καταλύματα, διαβατήρια, ιατρική φροντίδα και ίσως και ένα όπλο, μερικοί από τους νεοναζί σε αυτό το υποστηρικτικό δίκτυο ήταν πληροφοριοδότες της αστυνομίας ή των μυστικών υπηρεσιών και πολύ περισσότεροι πληροφοριοδότες υπήρχαν ως στα ευρύτερα δίκτυα τους και ως συνεργάτες ή ως φίλοι φίλων. Οι σημαντικότεροι πληροφοριοδότες ήταν ο Tino Brandt και ο Marcel Degner, που και οι δυο τους εργάζονταν  για την μυστική υπηρεσία τη Θουριγγίας· ο Carsten Szczepanski, που εργάζονταν για την μυστική υπηρεσία του Βρανδεμβούργου· και οι Ralf Marschner και Thomas Richter, που και οι δύο εργάζονταν για την ομοσπονδιακή μυστική υπηρεσία. Οι υπηρεσίες ισχυρίζονται, παρά όλα τα στοιχεία για το αντίθετο, πως ούτε αυτοί αλλά και ούτε και άλλοι πληροφοριοδότες έδωσαν αρκετές πληροφορίες για τη σύλληψη των Mundlos, Böhnhardt και Zschäpe.

Η μυστική υπηρεσία και οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου αρνούνται πως είχαν καν ακούσει για το NSU πριν τον Νοέμβριο του 2011. Ωστόσο, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις πως αυτό δεν ισχύει. Είναι γνωστό, για παράδειγμα, πως το 2003 το NSU έστειλε μια μονοσέλιδη επιστολή σε αρκετά νεοναζιστικά έντυπα και οργανώσεις που έλεγε:

«Η Εθνικοσοσιαλιστική Αντίσταση ενσαρκώνει την νέα πολιτική δύναμη στον αγώνα για την ελευθερία του Γερμανικού Έθνους… Πιστό στο σύνθημα ‘Νίκη ή Θάνατος’ δεν θα υπάρξει οπισθοδρόμηση… Το NSU δεν θα επικοινωνεί μέσω κάποιας διεύθυνσης, που ωστόσο δε σημαίνει πως θα είναι απρόσιτο. Το internet, οι εφημερίδες και τα περιοδικά είναι εξαιρετικές πηγές πληροφοριών ακόμη και για το NSU».

Μαζί με το γράμμα εσωκλείονταν στο φάκελο και ένα χρηματικό ποσό, από τη λεία των ληστειών στις τράπεζες, για την στήριξη των οργανώσεων. Και ένα περιοδικό τύπωσε ένα ευχαριστήριο σημείωμα προς το NSU – κάτι που οι μυστικές υπηρεσίες σίγουρα γνώριζαν.

Αστυνομική Έρευνα

Η αστυνομική έρευνα για τα εγκλήματα πραγματοποιήθηκαν από πολλές υπηρεσίες διαφορετικών κρατιδίων και δεν συντονίζονταν κεντρικά από την ομοσπονδιακή αστυνομία. Οι αστυνομικές αρχές δεν είδαν ποτέ σύνδεση μεταξύ των φόνων εννέα μεταναστών που εκτελέστηκαν με το Česká 83, το φόνο της αστυνομικού, τις τρεις βομβιστικές επιθέσεις και τις ληστείες.

Όσον αφορά τους εννέα φόνους των μεταναστών που δολοφονήθηκαν από το ίδιο όπλο, οι έρευνες εστίασαν αποκλειστικά σχεδόν πάνω στα θύματα και τις υποτιθέμενες και πρακτικά ανύπαρκτες σχέσεις τους με το οργανωμένο έγκλημα, την «τουρκική μαφία», τη διακίνηση ναρκωτικών, το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK), και ούτω καθεξής. Σε μια περίπτωση που η αστυνομία διερεύνησε την πως ίσως αυτά τα εγκλήματα να είχαν ίσως διαπραχτεί από την ακροδεξιά, το έκαναν τόσο επιφανειακά, και τα στοιχεία διερευνήθηκαν ελάχιστα. Η συνεχιζόμενη αποτυχία της αστυνομίας να επιλύσουν την υπόθεση των φόνων αποδίδονταν στην τουρκική και κουρδική καταγωγή των θυμάτων και της υποτιθέμενης απροθυμίας των μελών των οικογενειών να συνεργαστούν με την αστυνομία. Τα «επιχειρήματα» για τον ισχυρισμό αυτό ήταν πως κάθε οικογένεια είχε πει στην αστυνομία πως δεν είχε ιδέα ποιος θα μπορούσε να θέλει να σκοτώσει τον πατέρα, τον γιο, τον αδερφό τους. η αστυνομία είχε μόνο μια εξήγηση για την φαινομενική έλλειψη παροχή πληροφοριών από τις οικογένειες: ζούσαν σε μια «παράλληλη κοινωνία»  με τους δικούς της αξιακούς κώδικες που τους απέτρεπαν από το να μιλήσουν με την αστυνομία. Οι κατηγορίες αυτές ήταν τόσο άδικες όσο και οδυνηρές για τους εμπλεκόμενους, καθώς οι οικογένειας ανακρίνονταν συνεχώς από την αστυνομία, συχνά για αρκετές μέρες στη σειρά. Επιπλέον οι οικογένειες συνεργάστηκαν πλήρως με την αστυνομία, παρέχοντας στην αστυνομία οποιαδήποτε πληροφορία είχαν με την ελπίδα πως αυτή θα βοηθούσε στον εντοπισμό του δολοφόνου. Αποκάλυψαν πληροφορίες που σχετίζονταν με την οικογενειακή οικονομική κατάσταση, προσωπικά προβλήματα, και ακόμη και πληροφορίες για κάποια μακρινά ξαδέρφια στην Τουρκία, για τα οποία ενδιαφέρονταν η αστυνομία.

Οι περισσότερες οικογένειες των θυμάτων, έχοντας υποστεί το φόνο των αγαπημένων τους και μη έχοντας ιδέα για το ποιος ήταν ο δολοφόνος, βρέθηκαν μπροστά στην επίθεση των αστυνομικών ερευνών και των μέσων. Επιπλέον, οι φήμες των νεκρών ανδρών και των οικογενειών τους κηλιδώθηκαν, καθώς από εδώ και εμπρός θα σχετίζονταν με το οργανωμένο έγκλημα. Ακόμη και όταν οι οικογένειας ζητούσαν από την αστυνομία να σκεφτεί την πιθανότητα ακροδεξιών κινήτρων πίσω από το έγκλημα, δεν είχε αποτέλεσμα. Επιπλέον η αστυνομία αγνόησε μια εγκληματολογική ανάλυση που συνέταξε το FBI μετά από αίτημα της γερμανικής αστυνομίας. Η ανάλυση κατέληγε στο συμπέρασμα πως τα θύματα δολοφονήθηκαν «επειδή είχαν τουρκική εθνική καταγωγή». Ωστόσο, τα ευρήματα αυτά δεν στάθηκαν ικανά να προκαλέσουν σοβαρή έρευνα για την διασταύρωση της εγκυρότητας τους.

Τα μέσα, σε γενικές γραμμές, αποδέχτηκαν άκριτα τις πληροφορίες από την αστυνομία και ήταν υπεύθυνα για την διάδοση των κατηγοριών πως η τουρκική μαφία ή άλλες παρόμοιες οργανώσεις ήταν υπεύθυνες για τα εγκλήματα, και πως οι οικογένειες αρνούνταν να συνεργαστούν με τη γερμανική αστυνομία. Ο όρος Dönermorde (οι φόνοι κεμπάπ), επινοήθηκε από τα γερμανικά μέσα, δείχνει ιδιαίτερα το φυλετικό συνειρμό που είχαν οι φόνοι, και σύντομα έγινε ο κωδικός για την αναφορά σε αυτή τη σειρά φόνων. Η εικόνα των φόνων ως εσωτερικού προβλήματος της τουρκικής κοινότητας και ο στιγματισμός οφείλονταν εν μέρει στην κάλυψη των μέσων.

Αλλά οι επιθέσεις αυτές φυσικά σκόρπισαν το τρόμο μέσα στις τουρκικές και κουρδικές κοινότητες, κάτι το οποίο ήταν και ο σκοπός των δραστών. Μετά το όγδοο και το ένατο θύμα, τα μέλη των οικογενειών οργάνωσαν διαδηλώσεις στις πόλεις το Κάσσελ και στο Ντόρτμουντ ζητώντας την ενδελεχή διερεύνηση των φόνων. Σχεδόν όλοι όσοι συμμετείχαν στη διαδήλωση ανήκαν στην κοινότητα των μεταναστών.

Οι συνθήκες του φόνου του Halit Yozgat στο Κάσσελ, στις 6 Απριλίου 2006, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές. Πυροβολήθηκε στο κεφάλι στο internet café του, ενώ ήταν παρόντες αρκετοί πελάτες, μεταξύ τους ο Andreas Temme, στέλεχος της τοπικής μυστικής υπηρεσίας της Έσσης. Ο Temme δεν ενημέρωσε την αστυνομία για την παρουσία του στη σκηνή του εγκλήματος, αλλά εντοπίστηκε από την αστυνομία μέσα από τη κατάθεση ενός μάρτυρα και των δεδομένων σύνδεσης του υπολογιστή που χρησιμοποίησε. Το στέλεχος της μυστικής υπηρεσίας αρνείται πως ήταν μάρτυρας του εγκλήματος ή πως άκουσε τον πυροβολισμό. Ο ισχυρισμός αυτός είναι σχεδόν αδύνατο να γίνει πιστευτός μιας και δεν υπήρχε αρκετός χρόνος στη διάθεση του Temme να φύγει από το café πριν να συμβεί ο φόνος. Όσο για τους λόγους που δεν ενημέρωσε την αστυνομία, ισχυρίζεται πως αυτός ως στέλεχος της μυστικής υπηρεσίας, δεν έπρεπε να βρίσκεται στο συγκεκριμένο internet café και πως ντρέπονταν, καθώς ως παντρεμένος, κοιτούσε ιστοσελίδες γνωριμιών. Φυσικά η παρουσία του Temme στη σκηνή του εγκλήματος προκαλεί πολλά ερωτηματικά, περισσότερο γιατί ο Temme ήταν υπεύθυνος για δυο νεοναζί πληροφοριοδότες  στο Κάσσελ και ο ένας ήταν στο τηλέφωνο για δεκαπέντε περίπου λεπτά αμέσως πριν το φόνο.

Η επίσημη έρευνα για την υπόθεση μετά την 4η Νοεμβρίου 2011 ήταν υπό την ευθύνη του γραφείου της ομοσπονδιακής εισαγγελίας (Generalbundesanwalt) και την ομοσπονδιακή αστυνομία (Bundeskriminalamt). Στο κατηγορητήριο του Νοεμβρίου του 2012, ο ομοσπονδιακός εισαγγελέας  ισχυρίζεται πως το NSU αποτελούνταν αποκλειστικά από ένα απομονωμένο πυρήνα τριών ατόμων, δίχως άλλοι να έχουν άμεση γνώση των εγκλημάτων, και δίχως κάποια ανάμειξη από τις μυστικές υπηρεσίες ή τους πληροφοριοδότες τους.

Φέρνοντας Πληροφορίες στο Φως

Ήταν κυρίως το έργο ερευνητών δημοσιογράφων και κοινοβουλευτικών ερευνητικών επιτροπών που έφεραν στο φως μια σειρά από σημαντικά ζητήματα που είχαν σχέση με την υπόθεση. Πολλά καίρια «λάθη» έγιναν στη διάρκεια της έρευνας του γκαράζ στη Τζένα τον Ιανουάριο του 1998 και του ανθρωποκυνηγητού που ακολούθησε στη συνέχεια – γεννώντας το ερώτημα για το αν οι τρεις ύποπτοι κρύβονταν πράγματι ή οι αρχές απλά δεν ενδιαφέρονταν να τους εντοπίσουν.

Οι υψηλόβαθμοι και σημαντικοί νεοναζί πληροφοριοδότες της εσωτερικής μυστικής υπηρεσίας, επένδυαν τα κέρδη τους στο χτίσιμο της νεοναζιστικής σκηνής και προειδοποιούνταν για έρευνες που θα έκανε η αστυνομία σε σπίτια. Επιπλέον, είναι ασαφές σε ποιο βαθμό οι μυστικές υπηρεσίες έδρασαν όταν είχαν τις πληροφορίες των πολλών πληροφοριοδοτών τους για τις κινήσεις και τις πράξεις των Mundlos, Böhnhardt και Zschäpe μεταξύ 1998 και 2011. Υπάρχουν στοιχεία πως οι μυστικές υπηρεσίες γνώριζαν για τις πράξεις και τις δράσεις τους.

Σχετικοί φάκελοι με πληροφορίες για επτά πληροφοριοδότες μέσα στη νεοναζιστική σκηνή της Θουριγγίας, της οποία αποτελούσαν μέρος οι Mundlos, Böhnhardt και Zschäpe, καταστράφηκαν σκόπιμα από την ομοσπονδιακή μυστική υπηρεσία στις 11 Νοεμβρίου 2011, μόλις τα εγκλήματα του NSU ήρθαν στην επιφάνεια – μεταξύ τους ήταν ο φάκελος του πληροφοριοδότη Michael See, που σύμφωνα με την κατάθεση του, του είχε ζητηθεί να βοηθήσει τους Mundlos, Böhnhardt και Zschäpe να κρυφτούν όταν διέφυγαν αρχικά. Μέχρι σήμερα, ούτε οι ερευνητικές επιτροπές των τοπικών κοινοβουλίων, ούτε ομάδες ειδικών κατάφεραν να δώσουν ικανοποιητικές απαντήσεις για την καταστροφή των φακέλων.

Κοινωνική Αντίδραση

Μετά την αποκάλυψη του NSU και των εγκλημάτων του το 2011, υπήρξε απόλυτη αναστάτωση για το ότι μια νεοναζιστική οργάνωση μπορούσε να δρα, να διαπράττει εγκλήματα στη Γερμανία και να περνά απαρατήρητη για δεκατρία χρόνια. Στη συνέχεια άνοιξε διάλογος για την αγνόηση από μέρους της μυστικής υπηρεσίας των πιθανών κινδύνων από ακροδεξιές οργανώσεις. Πρέπει να δοθούν τα εύσημα σε δυο Γερμανούς δημοσιογράφους, τους Stefan Aust και Dirk Laabs, που έδειξαν το αντίθετο στο βιβλίο τους, Homeland Security, πως η εγχώρια μυστική υπηρεσία, ήταν ενήμερη για τις ακροδεξιές τρομοκρατικές δομές και είχε πληροφοριοδότες μέσα μέσα σε αυτές τις οργανώσεις και πως ο λόγος που η μυστική υπηρεσία δεν είχε γνώση για την ύπαρξη του NSU ήταν εξαιτίας του ότι έκανε τα στραβά μάτια.

Στις 23 Φεβρουαρίου 2012, μια επίσημη κρατική τελετή στη μνήμη των θυμάτων μεταδόθηκε ζωντανά από το Βερολίνο· κρατήθηκε ενός λεπτού σιγή σε εθνικό επίπεδο, οι σημαίες ήταν μεσίστιες και μια επίσημη συγνώμη ζητήθηκε για το αναποτελεσματικό αστυνομικό έργο. Ωστόσο, ο δομικός ρατσισμός μέσα στην αστυνομική δύναμη δεν αντιμετωπίστηκε.  Οι οικογένειες των θυμάτων πήραν μια πενιχρή «αποζημίωση». 10000€ για τους στενούς συγγενείς των θυμάτων των φόνων και 5000€ για τα άλλα θύματα του NSU

Η αποκάλυψη του NSU επίσης οδήγησε στην παραίτηση αρκετών υψηλόβαθμων δημόσιων αξιωματούχων στις μυστικές υπηρεσίες, μεταξύ τους ο επικεφαλής της ομοσπονδιακής γερμανικής εσωτερικής μυστικής υπηρεσίας και οι αρχηγοί των μυστικών υπηρεσιών σε τρία κρατίδια. Οι παραιτήσεις όμως αυτές ήταν απλά για τα μάτια του κόσμου καθώς μπορούν να αντιμετωπιστούν ως προαγωγή για τα άτομα που εμπλέκονταν στις αναποτελεσματικές έρευνες.

Δώδεκα κοινοβουλευτικές ερευνητικές επιτροπές δημιουργήθηκαν  για να διερευνήσουν την υπόθεση του NSU και να σκεφτούν πιθανές επιπτώσεις. Μερικές έπαιξαν και παίζουν σημαντικό ρόλο στη συγκέντρωση πληροφοριών και ρίχνουν φως σε μερικά από τα πιεστικότερα ερωτήματα. Ωστόσο, ακόμα και αυτές συχνά δεν καταφέρνουν να αντιμετωπίσουν τον δομικό ρατσισμό μέσα στις αστυνομικές υπηρεσίες και να ξεκαθαρίσουν την εμπλοκή των μυστικών υπηρεσιών. Κατά συνέπεια, οι αστυνομικές μέθοδοι δεν άλλαξαν αναφορικά με τον τρόπο που αντιμετωπίζονται τα ρατσιστικά και νεοναζιστικά εγκλήματα και συχνά η πολιτική πλευρά αυτών των εγκλημάτων υποβαθμίζεται.

Μέχρι στιγμής, μόνο τα πέντε άτομα που προαναφέρθηκαν δικάζονται στο Εφετείο του Μονάχου για τα εγκλήματα του NSU. Μετά από τόσο μακροχρόνια δίκη, με τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου να έχουν αποδειχτεί, είναι μάλλον απίθανό να μη βρεθούν ένοχα για όλες τις κατηγορίες. Την ίδια στιγμή, ο ομοσπονδιακός εισαγγελέας μάλλον δεν θα απαγγείλει κατηγορίες σε κάποιον από τους εννέα υποστηρικτές των οποίων οι υποθέσεις είναι ακόμη υπό διερεύνηση.

Καθώς δεν υπάρχει επίσημη καταγραφή της δίκης, έχει περάσει στα χέρια της αντιφασιστικής οργάνωσης NSU-Watch να την καταγράψει και να καλύψει τις καθημερινές συνεδριάσεις. Αν και μερικοί δημοσιογράφοι έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην διερεύνηση πτυχών της υπόθεσης του NSU  και γράφουν για, υπό άλλες συνθήκες, απόρρητες πληροφορίες, και κάποιες εφημερίδες και τηλεοπτικοί σταθμοί έχουν καλύψει την υπόθεση εκτενώς, μερικά μέσα αποπολιτικοποίησαν τα εγκλήματα με το να εστιάσουν στην ψυχολογία των κατηγορούμενων, ιδιαίτερα της Beate Zschäpe, την εμφάνιση της, τη πάλη της με τους δικηγόρους της και τη συμπεριφορά της στη διάρκεια της δίκης, και έχουν χρησιμοποιήσει ρατσιστικά στερεότυπα όταν γράφουν για τα θύματα.

Αυτό που έπρεπε να ζητηθεί μετά το αρχικό σοκ ήταν ένας ευρύτερος δημόσιος διάλογος μέσα στη κοινωνία για το δομικό ρατσισμό μέσα στους θεσμούς, το κίνδυνο της ακροδεξιάς τρομοκρατίας και το ρόλο της μυστικής υπηρεσίας  όσον αφορά τα ακροδεξιά εγκλήματα. Ο ακαδημαϊκός κόσμος άργησε στο να δείξει ενδιαφέρον για την υπόθεση και πέρασε σε οργανώσεις όπως η NSU-Watch η διερεύνηση του πως να τοποθετηθεί η υπόθεση σε πλαίσιο μαζί με τις άλλες ευρωπαϊκές τάσεις. Ήταν η δημιουργική και η πολιτιστική σκηνή που έδειξε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την υπόθεση και τα ευρύτερα νοήματά της, όπως η εκδήλωση «Apparatus of Racism» που διοργανώθηκε από το Haus der Kulturen για να δώσει ώθηση μια «διεθνή συζήτηση για το ζήτημα του NSU ως σύνθεση του νεοναζιστικού τρόμου, του θεσμικού και δομικού ρατσισμού μέσα στο πλαίσιο της γερμανικής ιστορίας και της μακροχρόνιας μελέτης της αποικιοκρατίας, της μετανάστευσης και της γενοκτονίας στην παγκοσμιοποιημένη σύγχρονη εποχή».

 

 

Επιπλέον υλικό, αναλύσεις και άρθρα μπορούν να βρεθούν στην ιστοσελίδα της οργάνωσης NSU-Watch 

 

Δείτε ακόμη:

The Neo Nazi Killer of Germany, ντοκιμαντέρ της DW του 2013 στην αρχή της δίκης

Germany’s Right-Wing Terror Network – The NSU on Trial, ντοκιμαντέρ της DW του 2018 στο τέλος της δίκης

Aus dem Nichts (Μαζί ή Τίποτα), 2017, ταινία του Fatih Akin που είναι εμπνευσμένη από τα γεγονότα (trailer)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s