Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Nationalities Papers Vol. 46. Issue 6. Ο Piotr Żuk είναι καθηγητής κοινωνιολογίας και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Βρότσλαβ. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

Ο Boyd C. Shafer σχολιάζει έξυπνα πως «οι πατριώτες έπρεπε να κατασκευαστούν. Μέχρι το 18ο αιώνα είχαν αποδοθεί πολλά στη φύση, αλλά δεν ήταν δυνατό οι άνθρωποι να την εμπιστευτούν να αναπτυχθεί δίχως βοήθεια». Αν και τώρα είμαστε στον 21ο αιώνα, αυτή η αρχή μοιάζει να είναι σε πλήρη ισχύ στα σχολεία της Πολωνίας, τα οποία είναι βυθισμένα στο πνεύμα του εθνοκεντρισμού και του εθνικισμού, και ενισχύοντας έτσι τους εθνικούς μύθους. Αυτό δεν αποκλίνει πολύ από την αποστολή των εθνικών κινημάτων κατά το 19ο αιώνα:

«Ο εθνικισμός ήταν ένα πρόγραμμα κοινωνικής μηχανικής , και το εθνικό κράτος θα αποτελούσε το εργοστάσιο του. Το εθνικό κράτος θα έμπαινε από την αρχή στο ρόλο ενός συλλογικού κηπουρού, με το καθήκον της καλλιέργειας αισθημάτων και ικανοτήτων που διαφορετικά ήταν απίθανο να δημιουργηθούν».

Σήμερα οι εθνικιστές προσπαθούν επίσης να επιβάλουν ένα παρόμοιο ρόλο στα σχολικά προγράμματα στη Πολωνία – το ρόλο μιας γραμμής παραγωγής που αποτελείται από άτομα προσανατολισμένα μόνο στην εθνική παράδοση, το παρελθόν, και την εθνική κοινότητα. Ενώ η χρήση του εκπαιδευτικού συστήματος για την νομιμοποίηση μιας πολιτικής τάξης δεν είναι κάτι νέο, αξίζει να παρατηρηθεί πως αυτός ο μηχανισμός χρησιμοποιείται στην Πολωνία από το κυβερνών εθνικιστικό λαϊκίστικο κόμμα, του Νόμου & Δικαιοσύνης (Prawo i Sprawiedliwość – PiS).

Εθνικιστική Νομιμοποίηση της Πολιτικής Εξουσίας

Τα εθνικά κράτη χρησιμοποίησαν κάθε δυνατό μέσο για να διατηρήσουν την ομοιογένεια στις περιχές τους: έλεγχαν την πολιτική δραστηριότητα σε μια συγκεκριμένη περιοχή, τη παραγωγή, και την ιδιοκτησία. Οι πατριωτικοί πολίτες ενός δεδομένου κράτους επίσης διαμορφώνονται μέσω της στρατιωτικής θητείας, η οποία όχι μόνο δένει τα άτομα με το κράτος, αλλά επίσης ενισχύει την αίσθηση τους πως ανήκουν σε μια εθνική κοινότητα. Ενώ πολλοί από αυτούς τους μηχανισμούς είναι άχρηστοι σήμερα, κάποιοι παραμένουν επίκαιροι. Οι τελευταίοι σίγουρα περιλαμβάνουν  κάθε απόπειρα να επιβληθεί «πολιτισμικός έλεγχος» και οι εκφράσεις τους. Ο Charles Tilly περιγράφει αυτό το μηχανισμό ως εξής:

«Ο κεντρικός έλεγχος περιλάμβανε εμφατικά τον πολιτιστικό έλεγχο, το ξεχώρισμα ή τη δημιουργία μιας μοναδικής γλωσσικής, ιστορικής, καλλιτεχνικής, και πρακτικής παράδοσης από όλες εκείνες που είναι παρούσες στην εθνική έκταση. Τα κράτη άρχισαν όπως ποτέ πριν να δημιουργούν εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα, για να επιβάλουν τυποποιημένες εθνικές γλώσσες, για να οργανώσουν εκθέσεις, μουσεία, καλλιτεχνικές επιχορηγήσεις, και άλλα μέσα επίδειξης πολιτιστικής παραγωγής ή κληρονομιάς, για να κατασκευάσουν δίκτυα επικοινωνίας, να εφεύρουν εθνικές σημαίες, σύμβολα, ύμνους, επετείους, τελετές, και παραδόσεις».

Στην ιστορία της Πολωνίας κατά τον 20ο αιώνα, αυτός ο μηχανισμός χρησιμοποιήθηκε και κατά το μεσοπόλεμο (1918-1939) και κατά την Λαϊκή Δημοκρατία της Πολωνίας (1945-1989). Όταν η Πολωνία ανέκτησε την ανεξαρτησία της το 1918, έπρεπε να αντιμετωπίσει την πολυεθνικότητα της νέας της έκτασης. Όπως σωστά περιγράφει ο Eric Hobsbawm, τα νέα κράτη που δημιουργήθηκαν μετά το 1918 ήταν ξανά πολυεθνικά, και τα εδαφικά ομογενή έθνη μπορούσαν να δημιουργηθούν μόνο με τη χρήση βάρβαρων μεθόδων.

Στην μεσοπολεμική Πολωνία, αυτό το πρόγραμμα εφαρμόστηκε από διαδοχικές κυβερνήσεις (ιδιαίτερα μετά το πραξικόπημα του Μάιου του 1926). Δεν ήταν τυχαίο πως οι περισσότεροι κρατούμενοι στη Μπερέζα Κατρούσκα (ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης για πολιτικούς κρατούμενους που δημιουργήθηκε το 1934, και σήμερα ανήκει στην Λευκορωσία) ήταν κομμουνιστές, αριστεροί ακτιβιστές, και ακτιβιστές εθνικών μειονοτήτων. Οι αντιπολιτευόμενοι στο πολωνικό εθνικιστικό κίνημα ήταν επίσης ενεργοί στη δημιουργία μιας ομοιογενούς εθνικής ταυτότητας. Έβλεπαν την εκπαίδευση ως σημαντικό εργαλείο για την ανατροφή της νέας γενιάς με το πνεύμα του «εθνικού κράτους». Ο Roman Dmowski (1864-1939), ηγέτης τότε του εθνικού κινήματος, που αποτελεί σημείο αναφοράς για το σημερινό εθνικό κίνημα και ανεπίσημο άγιο των σημερινών Πολωνών εθνικιστών, έγραψε πως η εκπαίδευση των νέων πρέπει να περάσει από βαθιές αλλαγές, και πως «οι νέες γενιές πρέπει να προετοιμαστούν για να χτίσουν την δύναμη του κράτους παρά να το προμηθεύουν με αλήτες».

Ανεξάρτητα από την εικόνα και την επίσημη ιδεολογία που επιλεκτικά αναφέρονταν σε διεθνιστικά συνθήματα του σοσιαλισμού, το Κομμουνιστικό σύστημα της Πολωνίας επίσης χρησιμοποίησε τον εθνικισμό για να ενισχύσει την πολιτική τάξη. Ο Marcin Zaremba ορίζει την εθνικιστική νομιμοποίηση ως μια θετική αξιολόγηση μιας πολιτικής οντότητας, η οποία είναι «εθνικά» οικεία και ως εκ τούτου προστατεύει το «εθνικό συμφέρον» (αντιληπτό ως ορισμό της έκτασης, των συνόρων, και της εθνικής οικονομίας) και εξασφαλίζει το «εθνικό αξιακό σύστημα» (σύμβολα, εθνικοί μύθοι, τη μνήμη εθνικών ηρώων, και ένα κοινό ιστορικό παρελθόν). Ο Zaremba επίσης έδειξε πως υπήρχε ισχυρός δεσμός μεταξύ της πολιτικής εξουσίας στη κομμουνιστική Πολωνία και τον εθνικισμό. Υπό αυτή την οπτική, ο νομιμοποιητικός ρόλος του εθνικισμού επέτρεψε την ένωση γύρω από μια ιδέα, ένα καθολικό πολιτισμικό κώδικα που ήταν αντιληπτός και αποδεκτός από όλους. Ο εθνικισμός πρόσφερε εθνική συμφιλίωση και εθνική ενότητα μέσα σε μια «εθνική κοινότητα» αντί της αποσύνθεσης. Ήταν σημαντικός εφόσον τα σύνορα της Πολωνίας άλλαξαν μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το προπολεμικό ανατολικό «τείχος» της Πολωνίας, δηλαδή οι περιοχές ανατολικά του ποταμού Μπούκ (οι αποκαλούμενες Ανατολικές Μεθοριακές Περιοχές), περιλαμβανομένων των επαρχιών του Βίλνιους, του Νοβγκορόντ, τη Πολέσια, τη Βολίνια, το Τερνοπίλ, και του Στανισλάβοβ, όπως και τμήματα των επαρχιών του Μπιαλστόκ και του Λβιβ, πέρασαν στην Σοβιετική Ένωση. Το δυτικό σύνορο της Πολωνίας καθορίστηκε μεταξύ του ποταμού Όντερ και του Λουσατιανού Νάισσε. Η εκδίωξη του γερμανικού πληθυσμού από τις νέες δυτικές περιοχές της Πολωνίας μεταξύ του Βρότσλαβ και του  Σζκζετσίν και η απώλεια των ανατολικών επαρχιών που κατοικούνταν κυρίως από Ουκρανούς και Λευκορώσους πριν από το πόλεμο, έκανε την χώρα σχεδόν ομοιογενή εθνικά. Οι κομμουνιστικές αρχές παρουσίασαν αυτή τη  νέα εδαφική διαίρεση ως επιτυχία – τόνισαν πως το νεοσύστατο Πολωνικό κράτος ήταν εθνικό κράτος, το οποίο αντιπαρέβαλαν με ένα πολυεθνικό κράτος που ήταν βυθισμένο σε εσωτερικές συγκρούσεις, όπως ήταν η Πολωνία την περίοδο του μεσοπολέμου (1918-1939). Με άλλα λόγια, υπό το φόβο να απορριφθούν από την κοινωνία για πολιτικούς λόγους, οι κομμουνιστικές αρχές προτίμησαν να αναφέρονται κυρίως σε μια «εθνική κοινότητα» και «εθνικά συμφέροντα».

Η στρατηγική που χρησιμοποιήθηκε από τις αρχές στη Κομμουνιστική Πολωνία επέστρεψε με μεγάλη ένταση τα τελευταία χρόνια λόγω της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού και της αποτυχίας της συστημικής μεταμόρφωσης. Οι δεξιοί λαϊκιστές από το PiS χρησιμοποίησαν αυτή τη παλιά στρατηγική για να κερδίσουν τις εκλογές του 2015. Μετά την εκλογική νίκη, χρησιμοποίησαν την ιδέα της «εθνικής αναγέννησης» για να δημιουργήσουν ένα ιδεολογικό υπόβαθρο για την δική τους κυβέρνηση.

Αυτό ήταν σε συμφωνία με τις κλασσικές φιλοδοξίες του εθνικισμού που βασίζονται στην ακόλουθη υπόθεση:

«η ύπαρξη μιας φανταστικής κοινότητας βασισμένη σε μια κοινή κουλτούρα και ενσωματωμένη στο κράτος, όπου η πίστη και η σύνδεση των ανθρώπων πρέπει να κατευθύνεται προς το κράτος και το νομοθετικό σύστημα παρά προς τα μέλη της οικογένειας τους ή χωριού».

Το PiS έχτισε την εκλογική του εκστρατεία και την κυβέρνηση στην πίστη στο εθνικό κράτος που ήταν σε αντίθεση με τους «ξένους». Ο όρος αυτός περιλάμβανε όχι μόνο τους προοδευτικούς και τους αριστερούς πολιτικούς, αλλά πάνω από όλα, τους μετανάστες. Η γλώσσα αυτή έπεσε σε γόνιμο έδαφος, μεταξύ τους νέοι και μπερδεμένοι ψηφοφόροι.

«Εθνικό Καταφύγιο» για την Χαμένη Νεολαία

Στις εθνικές εκλογές του 2015 στη Πολωνία, σχεδόν το 64% των νεαρότερων ψηφοφόρων μεταξύ 18 και 29 ψήφισαν λαϊκίστικα ή ακροδεξιά κόμματα. Το συντηρητικό εθνικιστικό PiS κέρδισε 26,6%, το λαϊκίστικό Kukiz’15 πήρε 20,6%· και 16,8% των ψήφων πήγαν στο KORWiN, ένα ιδιαίτερα συντηρητικό, ξενοφοβικό, και νεοφιλελευθερο κόμμα. Το αποτέλεσμα αυτό δεν έχει προηγούμενο σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα και είναι μόνο μια από τις πολλές εκφράσεις του όλο και μεγαλύτερου κύματος ξενοφοβίας  μεταξύ της νέας γενιάς της πολωνικής κοινωνίας.

Δεκάδες χιλιάδες νέων ανθρώπων συμμετέχουν κάθε χρόνο στις ακροδεξιές πορείες που οργανώνονται στις 11 Νοεμβρίου στη Πολωνία από το 2010 για να γιορτάσουν την Ημέρα της Εθνικής Ανεξαρτησίας. Συχνά είναι πολύ νέοι άνθρωποι που φωνάζουν ρατσιστικά και ξενοφοβικά συνθήματα. Η ατμόσφαιρα αυτή μεταφέρεται στους διαδρόμους των σχολείων. Η εθνικής κυκλοφορίας εφημερίδα Gazeta Wyborcza περιέγραψε ένα συμβάν στο Σβινόουστσιε (μια μικρή πόλη στη βόρεια Πολωνία). Αρχικά, στις 4 Οκτώβρη 2015, μια «διαδήλωση ενάντια στους μετανάστες» πέρασε μέσα από τη πόλη. Οι συμμετέχοντες σε αυτή φώναζαν, μεταξύ άλλων, «Ισλαμιστές θα κρέμονται από τα δέντρα αντί για φύλλα», και μερικές μέρες αργότερα ένας μαθητής, που είχε δεχτεί προηγουμένως προσβολές από συμμαθητές του ως «πρόσφυγας» και «μετανάστης», ξυλοκοπήθηκε σε ένα από τα τοπικά δημοτικά σχολεία. Ο λόγος ήταν ο «παράξενος» ήχος του ονόματος του θύματος – αν και τα παιδιά γνωρίζονταν μεταξύ τους και προηγουμένως ήταν φίλοι για αρκετά χρόνια, άλλαξαν τη συμπεριφορά τους προς το συμμαθητή τους μέσα στην αντιμεταναστευτική ατμόσφαιρα και τον αναγνώρισαν ως «ξένο».

Όπως σημειώνει ο Melosik, η κατακερματισμένη ταυτότητα και η επακόλουθη ανασφάλεια που συναντάται στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία:

«συχνά οδηγεί σε φονταμενταλιστικές απόπειρες για την μονολιθική της ανακατασκευή, βασισμένη σε ένα συγκεκριμένο κριτήριο. Συχνά αυτό είναι η θρησκεία, η φυλή, η εθνικότητα, ή υποκουλτούρα (π.χ. skinheads). Αυτό γεννά την λεγόμενη ταυτότητα «ξυράφι», που σημαίνει πως μια βασική μορφή διαφοράς γίνεται ουσιαστική για την κατασκευή ταυτότητας, και όλα όσα «δεν μοιάζουν» σε αυτή τη ταυτότητα και όλα όσα «δεν χωράνε» κόβονται».

Φαίνεται πως αυτή η προσέγγιση για την δημιουργία ταυτότητας κυριαρχεί μεταξύ της πολωνικής νεολαίας. Σύμφωνα με έρευνες, η μεγαλύτερη διστακτικότητα απέναντι στους πρόσφυγες και τους μετανάστες στην πολωνική κοινωνία μπορεί να παρατηρηθεί στις νεαρότερες ηλικιακές κατηγορίες – σχεδόν το 76% των Πολωνών νέων μεταξύ 18 και 24 είναι εναντίον της αποδοχής των προσφύγων στην Πολωνία. Μια δημοσκόπηση που έγινε τον Νοέμβριο του 2015 έδειξε πως μόνο το 22% των νέων συμμετεχόντων είχε την αντίθετη γνώμη. Αν και η πλειοψηφία των Πολωνών κάθε ηλικίας δεν είναι ανοιχτοί στην άφιξη μεταναστών, το επίπεδο της ανοιχτότητας στο πολιτισμικό και εθνικό «άλλο» αυξάνεται με την ηλικία.

Επιπλέον του πολιτισμικού στοιχείου, η ψυχρότητα των νέων ανθρώπων προς τους νεοφερμένους  από τις άλλες χώρες επηρεάζεται σχεδόν σίγουρα από τις άσχημες προοπτικές στην αγορά εργασίας. Το 2015, στη Πολωνία, το επίσημο ποσοστό ανεργίας μεταξύ των νέων ανθρώπων μέχρι 25 ετών ήταν περίπου 22%. Ωστόσο, η συντριπτική πλειοψηφία των νέων ανθρώπων που παρέμειναν στην αγορά εργασίας αντιμετώπιζαν μια αβέβαιη και επισφαλή εργασία. Η άποψη του Guy Standing πάνω στη συνθήκη του πρεκαριάτου περιγράφει πολύ καλά τη διάθεση της πολωνικής νεολαίας:

«Είναι τόσο αγχωμένοι και ανασφαλείς που σαγηνεύονται εύκολα  στο να στηρίξουν λαϊκίστικες και αυταρχικές δράσεις προς εκείνους που απεικονίζονται ως απειλές. (…) ξεσπάνε επειδή δεν έχουν πολιτικό παράδεισο να τους τραβήξει σε καλύτερες κατευθύνσεις».

Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να θυμηθούμε πως η ύπαρξη ταξικών κοινωνικών σχέσεων συχνά παράγει και ενισχύει άλλους τύπους ανταγωνισμού – π.χ. ο ανταγωνισμός στην αγορά εργασίας οδηγεί στην αύξηση της ρατσιστικής προκατάληψης εναντίον των μεταναστών. Ακόμη και αν – όπως στη περίπτωση της Πολωνίας – ο αριθμός των μεταναστών είναι πολύ μικρός, ο ίδιος ο ανταγωνισμός για καλές δουλειές μπορεί να δημιουργήσει αποστροφή προς τους «άλλους». Υπό την έννοια αυτή, ο McLaren έχει δίκιο όταν λέει πως τα κινήματα εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και αποτελεσματική αντιρατσιστική παιδαγωγική και πολιτική είναι αναγκαίο να λάβουν υπόψιν την οικονομική πίεση και την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Ο Thomas Hylland Eriksen παρατηρεί σωστά πως:

«Ο εθνικισμός προσφέρει ασφάλεια και θεωρούμενη σταθερότητα σε μια εποχή που οι ζωτικοί κόσμοι είναι κατακερματισμένοι και οι άνθρωποι ξεριζωμένοι. Ένας σημαντικός στόχος της εθνικιστικής ιδεολογίας είναι έτσι να αναδημιουργήσει ένα αίσθημα ολότητας και συνέχειας με το παρελθόν· να υπερβεί αυτή την αποξένωση ή ρήξη μεταξύ του ατόμου και της κοινωνίας που έχει φέρει η σύγχρονη εποχή».

Έχει γίνει ξεκάθαρο πως αυτή η διάγνωση ισχύει όχι μόνο στη μετάβαση από τη παραδοσιακή στη σύγχρονη κοινωνία, αλλά στη μετάβαση των οικονο-πολιτικών διαδικασιών από το επίπεδο του εθνικού κράτους στο επίπεδο της υπερεθνικής παγκοσμιοποίησης. Υπό αυτή την έννοια, το «εθνικό καταφύγιο» γίνεται θελκτικός χώρος για πολλές κοινωνικές ομάδες σε καιρούς απρόβλεπτης νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

Στην διάρκεια της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής κρίσης, ένα κύμα εθνικών προκαταλήψεων στη Πολωνία αφορούσαν όχι μόνο μαθητές αλλά και δασκάλους. Την ίδια περίοδο, τα μέσα ανέφεραν πως ένας καθηγητής φυσικής σε ένα από τα γυμνάσια του Μπιάλιστοκ ζήτησε από τους μαθητές του να λύσουν το παρακάτω μαθηματικό πρόβλημα:

«Τέσσερις Σύριοι πρόσφυγες προσπαθούν να πάνε στην Ελλάδα με μια μικρή σχεδία με διαστάσεις: 1m x 2m x 20cm και 800kg/m. Υπολογίστε πόσους πρόσφυγες θα πρέπει να πετάξετε από τη σχεδία ώστε να φτάσουν στο προορισμό τους αν ο καθένας ζυγίζει 60kg».

Αν και ο καθηγητής απολύθηκε εξαιτίας του γεγονότος, δεν είδε τίποτα το απρεπές στη συμπεριφορά του. Είπε πως ήταν απλά ένα αστείο για να τραβήξει τη προσοχή των μαθητών του στο θέμα.

Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως έκφραση κάποιου χαβαλετζίδικου, ανώριμου ρατσισμού, ο οποίος κερδίζει αποδοχή σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας και λειτουργεί ως μορφή ενός αθώου αστείου σε δημόσια κυκλοφορία.

Η Παράδοση της «Εθνικο-πατριωτικής Εκπαίδευσης»

Ενώ ο εθνικισμός και οι εθνικές προκαταλήψεις βρίσκουν καλές συνθήκες για την ανάπτυξη τους σήμερα στη Πολωνία, δεν επινοήθηκαν από το PiS. Κάποιες από αυτές τις προκαταλήψεις έχουν εσωτερικοποιηθεί στο επίπεδο μαζικής κουλτούρας και του εκπαιδευτικού συστήματος και είναι κομμάτι της πολωνικής παράδοσης που περνά από γενιά σε γενιά.

Αυτό λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο όπως ένα αρκετά γνωστό πολωνικό ποίημα για τον Bambo Brown, γραμμένο από τον Julian Tuwim στις αρχές του 20ου αιώνα (περ. 1923), που διδάχτηκε σε πολλές γενιές Πολωνών. Το ποίημα απεικονίζει ένα γλυκό μαύρο αγόρι – με το υπονοούμενο «όπως κάθε νέγρος» – που δεν θέλει να πλυθεί, δεν θέλει να μάθει, είναι αναιδής και ταραξίας. Είναι ένας «γλυκός, αλλά απολίτιστος βάρβαρος». Αν και είναι δύσκολο να μεταφράσω αυτό το ποίημα από την πολωνική γλώσσα, σε μια ελεύθερη μετάφραση, πάει ως εξής:

Bambo Brown

Στην αφρικάνικη γη ζει ο Bambo και οι μαύροι

Το σοκολατένιο πρόσωπό του λάμπει ακόμη και όταν μουτρώνει

Μόλις φανεί ο ήλιος στον ορίζοντα

Αυτό που αγαπά είναι το καινούριο του βιβλίο

Και όταν γυρνά από το σχολείο

Σκαρώνει σκανταλιές για νομίζει πως είναι ωραίο

«Έλα να πιείς λίγο γάλα» – λέει η μαμά του

Αλλά αυτός προτιμά να σκαρφαλώνει στα δέντρα

«Έλα να κάνεις μπάνιο» – του απαντά η μαμά του

Αλλά ο Bambo δεν θέλει να γίνει το δέρμα του άσπρο

Αλλά η μαμά αγαπάει το αγοράκι της

Γιατί είναι καλό και όλο χαρά

Τι κρίμα που ο Bambo, έξυπνος και αστείος

Δεν είναι εδώ να κάνει το καιρό ζεστό και φωτεινό.

Αυτή η αφήγηση μπαίνει στη γλώσσα της πολωνικής πολιτικής και ακόμη και στην αφήγηση των ιερέων. Στη διάρκεια μιας συνεδρίασης της κοινοβουλευτικής επιτροπής ένας από τους πολιτικούς του PiS αναφέρθηκε στον John Godson – ένα από τα ελάχιστα μαύρα μέλη στην ιστορία του πολωνικού κοινοβουλίου – ως «Νέγρο». Ο πατήρ Tadeusz Rydzyk, διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού Radio Maryja (που αντιπροσωπεύει τον σύγχρονο πολωνικό καθολικό φονταμενταλισμό) έκανε ένα παρόμοιο πράγμα στη διάρκεια μιας συνάντησης πιστών στη Ζεστοκόβα. Είπε δημόσια μπροστά σε έναν μαύρο ιεραπόστολο: «Και να ο Νέγρος. Δείτε, δεν έχει πλυθεί καθόλου». Ειπώθηκε σαν αστείο στο χαρακτήρα του «Bambo Brown» και έτσι έγινε αντιληπτό – ένα κοινό προσκυνητών, συγκεντρωμένο στο ετήσιο προσκύνημα για τους ακροατές του Radio Maryja, ξέσπασε σε γέλια εκείνη τη στιγμή.

Διδάσκοντας μια γλώσσα δεν αφορά μόνο ικανότητες επικοινωνίας, αλλά επίσης και το τρόπο που περιγράφουμε το κόσμο. Η ίδια η διδασκαλία των ικανοτήτων ανάγνωσης στη Πολωνία εισαγάγει ένα παιδί στη γη ενός έθνους, πέρα από το οποίο δεν υπάρχει «πολιτισμένος», φιλόξενος, και ασφαλής κόσμος. Αυτό γίνεται με την επιλογή των κατάλληλων κειμένων. Ένα δημοφιλές αλφαβητάριο που χρησιμοποιείται για να διδάξει στα παιδιά της Πολωνίας πως να διαβάζουν περιλαμβάνει ακόμη ένα ποίημα «Ποιος είσαι; Ένα παιδί από τη Πολωνία», που γράφηκε από τον Władysław Bełza το 1912:

Ποιος είσαι;

Ένα παιδί από τη Πολωνία

Ποιο είναι το έμβλημά σου;

Ο αετός στα λευκά

Που είναι το σπίτι σου;

Με τους συμπατριώτες μου

Σε ποια χώρα;

Στη γη της Πολωνίας

Ποια είναι αυτή η γη;

Η αγαπημένη μου πατρίδα

Πως την απέκτησες;

Με πληγές και αίμα

Την αγαπάς;

Με τη καρδιά και τη ψυχή μου

Σε ποιον δίνεις τη πίστη σου;

Στη Πολωνία – το σπίτι μου

Τι είσαι;

Το παιδί της που την ευγνωμονεί

Τι της χρωστάς;

Όλη μου τη ζωή

Η εθνική και φυλετική διαφορά είναι ιδιαίτερο πρόβλημα στην Πολωνία λόγω του μοναδικού εθνικού και μονοπολιτισμικού χαρακτήρα της πολωνικής κοινωνίας. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που ζουν εντός της πολωνικής έκτασης (3782000 ή 98,2% του πληθυσμού) έχουν γεννηθεί στη Πολωνία, μόνο το 1,8% του πληθυσμού έχει γεννηθεί σε άλλη χώρα. Ο πολωνικός πληθυσμός κυριαρχείται από άτομο ομοιογενούς πολωνικής εθνικής ταυτότητας (36157000 ή 93,9% του συνολικού πληθυσμού) περίπου 84200 (2,19%) έχουν πολωνική και μη πολωνική εθνική ταυτότητα. Υπάρχει μόνο μια μικρή ομάδα 562000 (1.46% του συνολικού πληθυσμού) που δηλώνουν πως η εθνική ή εθνοτική τους προέλευση είναι μη πολωνική. Έτσι υπάρχουν πολύ λίγοι μαθητές διαφορετικής εθνικής προέλευσης  ή διαφορετικής εμφάνισης στα πολωνικά σχολεία. Επίσης υπάρχουν λίγες πρακτικές ευκαιρίες  για να συναντήσουν το «άλλο» και να ξεπεράσουν τα στερεότυπα.  Την ίδια στιγμή, δημιουργεί μια παραδοξολογική κατάσταση – την ύπαρξη πραγματικού ρατσισμού δίχως πραγματικούς ξένους. Το γεγονός πως ο «άλλος» δεν υπάρχει στον πραγματικό κόσμο αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούν να υπάρχουν πραγματικές προκαταλήψεις εναντίον στο «φανταστικό άλλο». Το ίδιο ισχύει στην ανάπτυξη και διάδοση του αντισημιτισμού σε μια χώρα που πρακτικά δεν υπάρχουν καθόλου Εβραίοι.

Το Τέλος της «Παιδαγωγικής της ντροπής»: η δεξιά αντίληψη της εκπαίδευσης

Με δεδομένη τη μονοπολιτισμική κοινωνία και την ψυχρότητα της νεότερης γενιάς προς τον «άλλο», κάποιος θα περίμενε πως η κυβερνητική πολιτική θα περιλάμβανε κοινωνικές και εκπαιδευτικές για μεγαλύτερη ανοιχτότητα προς κάθε μορφή πολιτισμικής διαφοράς μεταξύ των παιδιών στο σχολείο. Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει. Πριν ακόμη αναλάβει τα καθήκοντά του ο Jarosław Selin, ο υπουργός Πολιτισμού και Εθνικής Κληρονομιάς είχε καθορίσει τις ακόλουθες προτεραιότητες για την εκπαιδευτική πολιτική:

«Ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα της πολιτείας είναι να εφαρμόσει ιστορική πολιτική. Αυτό είναι που κάνει κάθε μεγάλη χώρα. Πρέπει να βάλουμε τέλος σε ισχυρισμούς πως η ιστορία πρέπει να αφεθεί στα χέρια ιστορικών και μόνο, και πως εμείς πρέπει να εστιάσουμε μόνο στο μέλλον. Πρέπει να βάλουμε τέλος στην ηγεμονία της παιδαγωγικής της ντροπής και του αντιπατριωτικού αναθεωρητισμού στις περιγραφές της ιστορίας μας. Η σοφή ιστορική πολιτική πρέπει να διατηρεί περηφάνεια στο παρελθόν και τα επιτεύγματα μας, που είναι η βάση για τους εθνικούς και κοινωνικούς δεσμούς, όπως και να προωθεί τη δική μας οπτική στην αξιολόγηση του παρελθόντος στο διάλογο με άλλα έθνη».

Το σύνθημα της «παιδαγωγικής της ντροπής» περιλάμβανε κάθε περιεχόμενο που δεν ενίσχυε την εθνικιστική όψη της ιστορίας, της εκπαίδευσης, και της ανατροφής. ένας διανοούμενος, υποστηρικτής του PiS και μέλος συμβουλίου προγράμματος του Ινστιτούτου Εθνικής Μνήμης (IPN) εξηγεί πως:

«Η παιδαγωγική της ντροπής είναι ένας τρόπος να κοιτάξουμε την ιστορία, που ηγεμονεύει στο προοδευτικό περιβάλλον. Η ουσία της είναι να δείξουμε κυρίως ντροπιαστικά θέματα στην πολωνική ιστορία, όπως οι Πολωνό-Εβραϊκές σχέσεις στη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου ιδωμένα μέσα από το πρίσμα του εκβιασμού ή γεγονότων όπως η σφαγή στο Τζεντβάμπνε»

Κάποιοι εθνικιστές αντιμετωπίζουν την «παιδαγωγική της ντροπής» όχι μόνο ως στρατηγική υπονόμευσης της θέσης της Πολωνίας στο κόσμο, αλλά επίσης ως τρόπο για την απόσπαση οικονομικών αποζημιώσεων. Δεν επιθυμούν η Πολωνία να αποζημιώσει τους Εβραίους για περιουσίες που αρπάχτηκαν στη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Η απλή αναφορά σε εκδηλώσεις πολωνικού αντισημιτισμού αντιμετωπίζεται ως κομμάτι της «παιδαγωγικής της ντροπής». Ο Norman Czarnecki, που είναι ένας από τους ηγέτες Παν-Πολωνικής Νεολαίας (Młodzież Wszechpolska) και αρχισυντάκτης της ιστοσελίδας narodowcy.net, γράφει:

«Όλη αυτή η προσπάθεια της διαστρέβλωσης της αλήθειας για την πολωνική ιστορία είναι θέμα από πολύτομο μυθιστόρημα. Αναρίθμητα άρθρα στην καθημερινή εφημερίδα Gazeta Wyborcza, βιβλία από τον Jan Tomasz Gross, η ταινία Poklosie του Pasikowski, η τηλεοπτική σειρά «Generation War» και η μόνιμα επαναλαμβανόμενη ατάκα για τα «πολωνικά στρατόπεδα θανάτου» είναι απλά η κορυφή του παγόβουνου. Δεν μπορούμε να προσποιούμαστε πως αυτά είναι απλά μεμονωμένες περιπτώσεις και δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους και δεν είναι μέρος της μεγάλης αφήγησης, που στοχεύει στην επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Αυτοί οι στόχοι είναι ο εκβιασμός δισεκατομμυρίων σε αποζημιώσεις από το πολωνικό κράτος και να κάνει τους Πολωνούς να ντρέπονται για την ιστορία τους, ιστορία για την οποία πρέπει να είμαστε υπερήφανοι».

Μεγάλο ποσοστό ιερέων που υποστηρίζουν την προπολεμική παράδοση του Καθολικού εθνικισμού αντιμετωπίζουν την «παιδαγωγική της ντροπής» ως μια επιζήμια αφήγηση πολιτιστικών τάσεων που επιβάλλονται στη Πολωνία και τους Πολωνούς από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην Καθολική εβδομαδιαία εφημερίδα Echo katolickie (Καθολική Ηχώ), ένας από τους ιερείς επικρίνει την «παιδαγωγική της ντροπής»:

«Μας λένε από καιρό προς πρέπει να ντρεπόμαστε για την ιστορία μας, τις συντηρητικές μας απόψεις, το δέσιμο μας με την θρησκεία και την παράδοση και τον ‘έμφυτο’ αντισημιτισμό μας, για αυτά που λένε για εμάς στους Financial Times και στην Die Welt, και της αντίστασης μας ενάντια στις αριστερές δικαιολογίες που εισάγονται από την ΕΕ. Η πολωνική ‘ανθολογία της χολής’ είναι γεμάτη από ταινίες, βιβλία, ψευτοδιανοούμενες συζητήσεις και άρθρα στο τύπο, τα οποία βασίζονται στην περιφρόνηση, τονίζουν την έλλειψη τρόπων μας, βάζουν την Πολωνία και τους Πολωνούς στη γωνία και μας πείθουν πως η ντροπή είναι το μόνο πράγμα που μας έμεινε…. Έχουν επιβάλει την παιδαγωγική της ντροπής πάνω μας (ή το κάναμε οι ίδιοι)».

Η ιδέα της απόρριψης της «παιδαγωγικής της ντροπής» συνέπεσε με το εκπαιδευτικό όραμα του PiS. Πριν τις εκλογές του 2015, το πρόγραμμα του PiS παρουσίαζε το ακόλουθο όραμα για τα σχολεία:

«Οι απόφοιτοι των πολωνικών σχολείων πρέπει να έχουν κοινή γνώση, γνώση κοινων συμβόλων, αναφορών, εικόνων, που αντιπροσωπεύουν την πολωνική ταυτότητα και το σχηματισμό της εμπειρίας του έθνους μας. Έτσι, ο κατάλληλος αριθμός μαθημάτων λογοτεχνίας και ιστορίας θα αποκατασταθεί, και σε χρονολογική τάξη. […] Η εκπαίδευση επίσης περιλαμβάνει την πατριωτική και πολιτική πτυχή. Θα βασίζεται – που αναφέρθηκε νωρίτερα – στην αποκατάσταση του αριθμού μαθημάτων ιστορίας και λογοτεχνίας, με ιδιαίτερη έμφαση στη πολωνική ιστορία και λογοτεχνία».

Το παραπάνω απόσπασμα περιγράφει τις εκπαιδευτικές προτεραιότητες της πολωνικής δεξιάς, που ουσιαστικά μειώνει την εκπαίδευση στο επίπεδο της διαδικασίας εσωτερίκευσης των σημαντικών εθνικών μύθων και μεταφοράς μια απλοποιημένης εικόνας της πραγματικότητας. Δεν υπάρχει χώρος για πολιτιστική ποικιλία και τη πολλαπλότητα πολιτισμικών και θρησκευτικών παραδόσεων. Ο πυρήνας αυτού του εκπαιδευτικού μοντέλου είναι η υπεροχή της εθνικής ιστορίας μπροστά στην ευρύτερη ιστορία της Ευρώπης και του κόσμου, η υπεροχή του εθνικού κανόνα ρομαντικών και πατριωτικών αναγνωσμάτων μπροστά στην παγκόσμια λογοτεχνία και τελικά στην καλλιέργεια του παρελθόντος του έθνους παρά η αναζήτηση λύσεων για το μέλλον ολόκληρου του κόσμου.

Η συντηρητική εθνικιστική δεξιά κοιτά το ευρωπαϊκό περιβάλλον από απόσταση και ισχυρίζεται πως αυτές οι κοσμοπολίτικες επιρροές και δυνάμεις παραμονεύουν για να κατακτήσουν την πολωνική εθνική ταυτότητα και τη θρησκευτική παράδοση, αυτό πρέπει να αποφευχθεί, μεταξύ άλλων, με «κατάλληλη πολιτική σχολικών εγχειριδίων». Το πρόγραμμα του PiS δηλώνει το εξής:

«Η έλλειψη μιας λογικής πολιτικής βιβλίου αποτρέπει την δημιουργία μιας κοινής συνείδησης των μαθητών και, την ίδια στιγμή, οδηγεί στη μετάδοση σκανδαλώδους περιεχομένου, για παράδειγμα, τα κομμουνιστικά εγκλήματα και η κλίμακα των γερμανικών εγκλημάτων στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο σχετικοποιούνται. Αυτά τα μέτρα χρησιμοποιούν την εκπαίδευση για να αποδομήσουν την ταυτότητα μας. […] Η επίθεση στη παράδοση και τη σχετική εθνική συνείδηση είναι ολοφάνερη στην πολιτιστική σφαίρα. Η προτίμηση για δημιουργικότητα που είναι επιζήμια στην πολωνική ταυτότητα είναι ξεκάθαρη. Τα αριστερά περιοδικά στηρίζονται· διάφοροι τύποι κρατικά χρηματοδοτούμενων μεταδόσεων επιτίθενται στο πατριωτισμό και τις εθνικές αξίες».

Αυτά τα αριστερά περιοδικά από το παραπάνω απόσπασμα περιλαμβάνουν περιοδικά αφιερωμένα στα θέματα του φύλου και της σεξουαλικής ισότητας. Ο Jaroslaw Gowin υπουργός Επιστημών και Ανώτερης Εκπαίδευσης στην κυβέρνηση του PiS, ανακοίνωσε πως «είναι αναγκαίο να αφαιρέσουμε κάποιες γκέι ή λεσβιακές μελέτες από τις επιστημονικές επιθεωρήσεις».

Το εκπαιδευτικό μοντέλο που προτείνεται από την πολωνική δεξιά είναι η επόμενη ενσάρκωση της «ποιμενικής εξουσίας» που έχει εσωτερικοποιηθεί στην εκπαιδευτική διαδικασία. Αναφερόμενος στον Michel Foucault, ο Zbyszko Melosik εισαγάγει την ιδέα του «ποιμενικού παραδείγματος», το οποίο αρχικά εξασκούνταν από την εκκλησία και έχει γίνει μια μορφή θεσμικής διακυβέρνησης στη σημερινή Πολωνία:

«Συμφωνώντας πάνω σε ορισμένες δραστηριότητες και όχι άλλες, η ποιμενική εξουσία επηρεάζει τις ζωές των ατόμων. Η ουσία εδώ δεν είναι απόλυτη κυριαρχία πάνω στους ανθρώπους, αλλά η «κατηγοριοποίηση», η συμβούλευση, και η καθοδήγηση τους. η ποιμενική εξουσία είναι ουσιαστικά κανονιστική και απαιτεί το άτομο να επιλέξει μόνο εκείνες τις δραστηριότητες που συμβάλουν στην «σωτηρία» τους.

Κράτος, σχολείο, και εθνική κοινότητα μπορούν να προσφέρουν «σωτηρία», αλλά μόνο σε εκείνα τα άτομα που θα ζήσουν σε αρμονία με τη παράδοση, την αλήθεια και τον προκαθορισμένο κανόνα γνώσης. Στο πλαίσιο αυτό, σωτηρία σημαίνει ασφάλεια, αποδοχή, στήριξη, και άνοιγμα ευκαιριών καριέρας. Τα άτομα μπορούν να αποκτήσουν όλα αυτά αν αποδεχτούν τους τωρινούς κανόνες, αναγνωρίσουν τη σχετική ιστορική αφήγηση, τάσσονται με τα πατριωτικά πρότυπα, και είναι πιστά στην «αλήθεια». στη περίπτωση αυτή, η «υπεράσπιση της αλήθειας» δεν είναι παρά ένας αγώνας για εξουσία, που γίνεται ορίζοντας και αναπαράγοντας τη «πραγματική γνώση».

Η εκπαιδευτική πολιτική της πολωνικής δεξιάς είναι μια τέλεια απεικόνιση της θέσης του Foucault πως γνώση και εξουσία είναι αχώριστες – καμιά εξουσία δεν μπορεί να υπάρξει δίχως τον κατάλληλο ορισμό και δημιουργία των κυρίαρχων μοντέλων γνώσης. Δεν μπορεί να υπάρξει γνώση που δεν εδραιώνει τις υπάρχουσες σχέσεις εξουσίες.

Εθνικο-πολιτιστική «μαλακή εξουσία» και η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του PiS

Ακόμη και πριν το PiS πάρει την εξουσία, οι κομματικοί ηγέτες επέκριναν την πιο προοδευτική προσέγγιση στη διδασκαλία της ιστορίας που προτάθηκε από το κόμμα της Κοινωνικής Πλατφόρμας (PO) το 2012. Τα στελέχη του PO ήθελαν να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην σύγχρονη ιστορία του 20ου αιώνα και να αυξήσουν την ελευθερία των διδασκόντων στην επιλογή ιστορικών γεγονότων. Αυτό προκάλεσε την οργή και την πολιτική επίθεση συντηρητικών κύκλων. Στη διάρκεια μιας διαδήλωσης μπροστά από το Υπουργείο Παιδείας, ο Kaczyński, ο ηγέτης του PiS, δήλωσε πως «η πολωνική εκπαίδευση πρέπει να εξυπηρετεί όλα όσα είναι απαραίτητα για να πάει το έθνος προς τα πάνω, να προοδεύσει μεταξύ των άλλων εθνών και να επανορθώσει τις ιστορικές απώλειες. Ο Kaczyński συμπλήρωσε πως:

«αυτό θα καθορίσει αν θα παράγουμε μια φτηνή εργατική δύναμη για όλους εκείνους που είναι πλουσιότεροι από εμάς και να καταλήξουμε να πιστεύουμε πως το δικό μας κομμάτι της Ευρώπης, και η Πολωνία συγκεκριμένα, θα είναι ένα πόρος για το ασταθές δυτικοευρωπαϊκό σύστημα. Ο περιορισμός της διδασκαλίας της ιστορίας είναι μια μετα-αποικιοκρατική μέθοδος, η οποία θα κάνει τους Πολωνούς μια πηγή εργατικού δυναμικού για τη Δύση».

Έτσι, αφού κέρδισαν τις εκλογές του 2015, το PiS αμέσως πήρε τον έλεγχο θεσμών σκληρής εξουσίας (αστυνομία, ειδικές υπηρεσίες, και εισαγγελείς), «ηρέμησε» το Συνταγματικό Δικαστήριο, και τελικά, προχώρησε στα εργαλεία μαλακής εξουσίας.

Στο πεδίο του πολιτισμού, το κόμμα πήρε αρχικά τον έλεγχο στα δημόσια μέσα, τα οποία, σύμφωνα με τους ηγέτες του PiS, έπρεπε να γίνουν τα «εθνικά μέσα» – πολλοί δημοσιογράφοι που δεν ταυτίζονταν με το PiS έχασαν τις θέσεις τους. Στη συνέχεια το κόμμα άρχισε να μετατρέπει τα δημόσια θέατρα σε «εθνικές σκηνές» – το PiS επίσης ήθελε να ελέγχει όλες τις σφαίρες καλλιτεχνικής έκφρασης. Για αυτό μια από τις πρώτες αποφάσεις που πάρθηκαν από τον Piotr Gliński, τον υπουργό Πολιτισμού στη κυβέρνηση του PiS, ήταν να επέμβει σε και να λογοκρίνει έργα που ανέβαιναν σε δημόσια θέατρα.

Το πιο συμβολικό παράδειγμα της νοοτροπία του PiS απέναντι στην ιστορία και το πολιτισμό είναι η διαφωνία γύρω από το νέο Μουσείο του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου που άνοιξε στο Γκντανσκ το Μάρτιο του 2017. Η προσπάθεια να δειχθεί το δράμα του πολέμου όχι μόνο από τη πολωνική πλευρά, αλλά επίσης από μια οικουμενική οπτική, και τον αντιπολεμικό χαρακτήρα της έκθεσης προκάλεσε μια επιθετική αντίδραση από το PiS, η οποία οδήγησε στην απόλυση του διευθυντή του μουσείου. Η έκθεση κατηγορήθηκε πως είχε πολύ λίγο εθνικό χαρακτήρα. η δεξιά κριτική του μουσείου αντικατοπτρίζεται πολύ καλά από τη δήλωση του Jan Żaryn, ιστορικού και γερουσιαστή του PiS, που είπε πως «δεν υπάρχει σύνθεση της πολωνικής εμπειρίας του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου»· «οι δημιουργοί της έκθεσης αποφεύγουν κάθε αναφορά στο πολωνικό Καθολικισμό και την αρχή της Καθολικής Εκκλησίας στο πλαίσιο του πολέμου και την κατοχή των πολωνικών περιοχών»· και «οι λέξεις ‘εθνικισμός’ και ‘η Εκκλησία’ όπως χρησιμοποιούνται από τους δημιουργούς της έκθεσης βαρύνονται περισσότερο με αρνητικό συναίσθημα και περιεχόμενο».

Μετά την αλλαγή του διευθυντή και της φύσης του μουσείου στο Γκντανσκ, το κυβερνών κόμμα άρχισε να εφαρμόζει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Επίσημα, η μεταρρύθμιση σκοπεύει να επαναφέρει το προηγούμενο σύστημα αυτό που υπήρχε στην Λαϊκή Δημοκρατία και πριν το 1999) που αποτελούνταν από το πρωτοβάθμιο σχολείο (οχτώ χρόνια) και το δευτεροβάθμιο (τέσσερα χρόνια). Τα σχολεία μέσης εκπαίδευσης (middle) που δημιουργήθηκαν το 1999 προγραμματίζεται να καταργηθούν. Το εκπαιδευτικό σύστημα του 1999 αποτελούνταν από το δημοτικό (primary, έξι χρόνια), το γυμνάσιο (middle, τρία χρόνια) και το λύκειο (secondary, τρία χρόνια). Το PiS λέει πως η επαναφορά του παλιού συστήματος θα εξασφαλίσει σε όλους πρόσβαση σε καλύτερη εκπαίδευση. Ωστόσο. Οι επικριτές της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης στη Πολωνία τονίζουν πως ο βασικός σκοπός του PiS είναι να αλλάξει τους διευθυντές των σχολείων και να εισαγάγει πιο «εθνικά» σχολικά προγράμματα.

Για παράδειγμα, οι πολιτικοί του PiS θέλουν να εισαγάγουν ένα νέο σχολικό αντικείμενο: πατριωτική εκπαίδευση. Όπως σημειώνει ο Hodun, ο σκοπός  του θα είναι να «διαμορφώσει πατριωτική και πολιτική συμπεριφορά, μια αίσθηση ταυτότητας και εθνικής, πολιτιστικής και ατομικής συνειδητότητας». Θα χρησιμοποιηθεί από τη κυβέρνηση ως ευκαιρία για να εισαγάγει στα σχολεία περισσότερο εθνικισμό και συντηρητισμό, μιας και έτσι αντιλαμβάνεται το πατριωτισμό το PiS. Στη περίπτωση αυτή, θα εισαχθεί άμεσα. Ο υπουργός δεν θα χρειαστεί να κρύψει αυτού του είδους το περιεχόμενοι στο πρόγραμμα της πολωνικής λογοτεχνίας ή τα μαθήματα της ιστορίας. Εκείνοι που πιστεύουν στο σύγχρονο και θετικό πατριωτισμό, ένα πιο ευρωπαϊκό, χαρακτηρίζονται κατά κανόνα ως κοινοί προδότες στα μάτια της κυβέρνησης και δεν θα βρουν τη θέση τους στο σχολικό πρόγραμμα.

Οι ιδεολόγοι και οι δεξιοί πολιτικοί έχουν μεγαλύτερη προδιάθεση προς ένα παραδοσιακό μαγικό τρόπο σκέψης, ο οποίος βασίζεται σε συμβολικές λέξεις παρά σε οικουμενική γνώση βασισμένη σε πρακτική επαληθευσιμότητα. Για το λόγο αυτό, όροι όπως «έθνος», «μητέρα πατρίδα», «παράδοση», και «πίστη» είναι λέξεις κλειδιά δίχως τις οποίες είναι δύσκολο να κατανοηθούν οι περιγραφές της πραγματικότητας του δημιουργούν. Όπως λέει η Daria Hejwosz-Gromkowska:

«Δεν χρειάζεται να πω, οι δεξιοί πολιτικοί συχνά έχουν μια τάση να χρησιμοποιούν συναισθηματικά φορτισμένο λεξιλόγιο όταν μιλάνε για το έθνος, την εθνική ταυτότητα, ή το πατριωτισμό. Το παρελθόν, ιδιαίτερα ενός έθνους, δοξάζεται και θεωρείται ως αντικείμενο μεγάλης σημασίας στη συντηρητική (ρεπουμπλικανική) ατζέντα. Οι πολιτικοί του PiS επίσης πιστεύουν στην ισχυρή σχέση μεταξύ της διδασκαλίας της ιστορίας και του χτισίματός ενός ισχυρού έθνους κράτους».

Ωστόσο, το PiS, όχι μόνο σκοπεύει να ρομαντικοποιήσει το παρελθόν, αλλά επίσης να επιβάλει την δική του ερμηνεία του παρελθόντος. Ενώ για την πολωνική δεξιά, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του κόσμου του καλού και του κακού κατά την Πολωνία του 20ο αιώνα βρίσκονταν ανάμεσα στους Κομμουνιστές και τους αντικομμουνιστές, τώρα φαίνεται πως κάθε αντιπολίτευσης στην Λαϊκή Δημοκρατία της Πολωνίας δεν ήταν σωστή. Εκείνοι που σχετίζονταν με την αριστερά δεν αξίζει να τους θυμόμαστε. Οι τωρινές πολιτικές συμπάθειες των ηρώων των παρελθόντων γεγονότων επίσης είναι σημαντικές – αν στηρίζουν το PiS, ακόμη και η δραστηριότητα τους στις δομές του Κομμουνιστικού κόμματος δεν είναι πρόβλημα (όπως στη περίπτωση του Piotrowicz. Ένα δικηγόρο και εισαγγελέα του PiS που στη δεκαετία του 1980 καταδίωκε την αντιπολίτευση). Τα πάντα είναι θέμα σωστής ερμηνείας. Για αυτό, η Hejwosz-Gromkowska έχει δίκιο όταν λέει πως:

«αν και το PiS μπορεί να μην ξαναγράφει την πιο πρόσφατη ιστορία της Πολωνίας, προσπαθούν να εισαγάγουν μια εναλλακτική ερμηνεία. Μια πλαστή ερμηνεία. Το κυβερνών κόμμα χρησιμοποιεί τη μέθοδο της γομολάστιχας της ιστορίας – οι πολιτικοί του «καθαρίζουν» τα γεγονότα σε μια προσπάθεια να αλλάξουν την παρούσα ιστορική πραγματικότητα. Για να κάνουν την προσπάθεια τους πιο αποτελεσματική , η καλύτερη λύση για αυτούς είναι να δημιουργήσουν το Υπουργείο Αλήθειας το οποίο θα ελέγχει και θα ρυθμίζει την νέα ιστορική τάξη. Αλλά ας μην τους δίνουμε ιδέες».

Ούτε οι μαζικές διαμαρτυρίες από σωματεία δασκάλων, ούτε η γενική απεργία που οργανώθηκε στα σχολεία μέσης εκπαίδευσης το Μάρτιο του 2017, ούτε το γεγονός πως σχεδόν ένα εκατομμύριο υπογραφές συγκεντρώθηκαν σε μια εκστρατεία για να γίνει δημοψήφισμα για το εκπαιδευτικό σύστημα, ή γνώμες εμπειρογνωμόνων που επέκριναν τις αλλαγές στο σχολικό πρόγραμμα, εμπόδισαν το PiS από το να εφαρμόσει την μεταρρύθμιση. Από το Σεπτέμβριο του 2017, τα σχολεία μέσης εκπαίδευσης θα καταργηθούν και τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια σχολεία της Πολωνίας θα είναι «περισσότερο εθνικά». Επιπλέον, χιλιάδες καθηγητές θα χάσουν τη δουλειά τους. η εμμονή του PiS με το επίθετο «εθνικός» φέρνει στο νου τη παρατήρηση του Michael Billig:

«ο κοινότοπος εθνικισμός λειτουργεί με πεζές, συνηθισμένες λέξεις, οι οποίες παίρνουν το έθνος ως δεδομένο, και ο οποίος, κάνοντας το, τις γεμίζει. Μικρές λέξεις, παρά πομπώδεις εύκολες στην μνημόνευση φράσεις, προσφέρουν συνεχή, αλλά μόλις συνειδητές υπενθυμίσεις για τη πατρίδα, κάνοντας την «δική μας» εθνική ταυτότητα αξέχαστη».

Όταν ο κόσμος παρατηρείται μέσα από το πρίσμα της λέξης «εθνικός», τα φαινόμενα, οι θεσμοί, και τα γεγονότα που δεν έρχονται μαζί με αυτή τη λέξη μοιάζουν ασήμαντα. Ακόμη και ένας ξεχωριστός θεσμός έπρεπε να δημιουργηθεί στη Πολωνία για να διατηρήσει τη σωστή μνήμη του παρελθόντος.

Το IPN και οι Σχολικές Αίθουσες Εθνικής Μνήμης

Η εθνική μνήμη πρέπει να διατηρηθεί και να ενισχυθεί όχι μόνο μέσα από το περιεχόμενο των σχολικών εγχειριδίων αλλά και μέσα από ειδικές εκστρατείες, διαγωνισμούς, και σχολικές τελετές. Το IPN είναι ένα κρατικό ινστιτούτο που χρηματοδοτείται με δημόσιους πόρους, που συντονίζει την εκπαίδευση κατά το εθνικό πνεύμα. Δημιουργήθηκε τον Ιανουάριο του 1999 με την πρωτοβουλία της πολωνικής δεξιάς. Επιπλέον της συλλογής κειμένων που συντάχθηκαν την Κομμουνιστική περίοδο από τις πολωνικές αρχές, ο βασικός σκοπός του IPN είναι να οργανώνει δήθεν εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Πρακτικά, αυτό σημαίνει το χτίσιμο μιας εικόνας του παρελθόντος όχι μόνο από την πλευρά μιας συντηρητικής εθνικιστικής θέσης. Η ιστοσελίδα του IPN λέει:

«Η εκπαιδευτική δραστηριότητα του IPN περιλαμβάνει την ιστορική επιμόρφωση των Πολωνών και την διάχυση διάφορων μορφών γνώσης για την σύγχρονη Πολωνία. Η προσφορά απευθύνεται σε σχολικές κοινότητες και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εκπαιδευτικά πρότζεκτ, μαθήματα, διαλέξεις, εργαστήρια, διαγωνισμούς, συγκεντρώσεις, κινηματογραφικές προβολές και προσφέρει επαγγελματική εξέλιξη στους δασκάλους».

Αξίζει να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά αυτές τις δραστηριότητες. Η ενότητα με στους διαγωνισμούς περιλαμβάνει, για παράδειγμα, έναν εθνικό διαγωνισμό για μαθητές γυμνασίου με θέμα «Ο Ιωάννης Παύλος Β’ και η Καθολική Εκκλησία στην Λαϊκή Δημοκρατία της Πολωνίας». Οι οργανωτές εξηγούν πως ο στόχος του διαγωνισμού είναι «να διαδώσει τη γνώση για τον Ιωάννη Παύλο Β’ και την μεταπολεμική ιστορία της Καθολικής Εκκλησίας στη Πολωνία». Επιπλέον, Η ενότητα με τα «εκπαιδευτικά πρότζεκτ» περιλαμβάνει ένα πρότζεκτ με τίτλο «Η Ιστορία με Χρώματα». Αυτό το εκπαιδευτικό πρότζεκτ του IPN απευθύνεται στους πιο νεαρούς δέκτες της πρόσφατης ιστορίας. Οι οργανωτές λένε πως «ο βασικός της σκοπός είναι να προσελκύσει παιδιά και νέοςυ ανθρώπους στην ιστορία της Πολωνίας και το πολωνικό λαό και να παρουσιάσει τα εθνικά σύμβολα συμπεριλαμβανομένων του εθνόσημου, της σημαίας και του εθνικού ύμνου με έναν ελκυστικό και κατανοητό τρόπο». Μια παρόμοια λειτουργία πραγματοποιείται από το εκπαιδευτικό παιχνίδι «Ένας Μικρός Πολωνός». Νεαροί παίχτες ενώνουν κομμάτια πάζλ και μαθαίνουν τα πολωνικά εθνικά σύμβολα: τη σημαία, το εθνόσημο, τον ύμνο.

Από την άλλη το «ZnajZnak» (Μάθε το Σύμβολο) είναι ένα εκπαιδευτικό παιχνίδι για δυο παίχτες στο οποίο η γνώση αποκτιέται στη διάρκεια του παιχνιδιού. Μέχρι 32 άνθρωποι μπορούν να παίξουν ταυτόχρονα χρησιμοποιώντας ένα σετ καρτών «ZnajZnak». Η περιγραφή του παιχνιδιού λέει πως «στη διάρκεια του παιχνιδιού, οι παίκτες μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τα σύμβολα, τις ημερομηνίες, τους χαρακτήρες, τα μέρη και τα αντικείμενα που είναι σημαντικά για την ιστορία της Πολωνίας».

Μαζί με την έμφαση στο εθνικό πνεύμα της ιστορίας, το IPN επίσης ενισχύει το αντικομμουνιστικό μήνυμα. Όχι μόνο χτίζουν μια αντιπάθεια για την Κομμουνιστική εποχή, αλλά επίσης δημιουργούν μια ασπρόμαυρη εικόνα του κόσμου, όπου το ρόλο «των δυνάμεων του καλού» παίζουν μόνο όσοι σχετίζονται με τη δεξιά αντικομμουνιστική αντιπολίτευση, την Καθολική Εκκλησία, την «Αλληλεγγύη», και μέλη του εθνικού κινήματος, που μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο παρέμεινε κρυμμένο στην Πολωνία, επιτιθέμενο στην δομή του νέου Κομμουνιστικού καθεστώτος περιμένοντας το ξέσπασμα του 3ου Παγκόσμιου Πολέμου. Στην απλοποιημένη αυτή εικόνα του κόσμου, «οι δυνάμεις του κακού» φυσικά είναι οι Κομμουνιστές, η κυβέρνηση της Κομμουνιστικής περιόδου, αλλά επίσης και όσοι δεν ταιριάζουν στη μορφή της συντηρητικής αντιπολίτευσης της Κομμουνιστικής περιόδου. Σύμφωνα με την εικόνα αυτή, η αντιπολίτευση δεν μπορεί να περιλαμβάνει, για παράδειγμα, μέλη του αναρχικού κινήματος, την αριστερή αντιπολίτευση, ή ομοφυλόφιλους και σεξουαλικές μειονότητες, που καταδιώκονταν εκείνη την εποχή.

Η κατηγορία «εκθέσεις» που είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του IPN περιλαμβάνει ενότητες όπως «π κομμουνιστικός μηχανισμός εξουσίας», «η Εκκλησία», ή «Αλληλεγγύη».

Η ιστορική πολιτική του IPN απλώνεται πέρα από τους τοίχους αυτού του θεσμού και επηρεάζουν το περιεχόμενο και τη μορφή του δημόσιου διαλόγου στην Πολωνία, αλλά επίσης το μοντέλο της σχολικής εκπαίδευσης. Το IPN ξεκίνησε τη δημιουργία των λεγόμενων σχολικών αιθουσών εθνικής μνήμης και παράδοσης.  Τι είναι αυτές οι πρωτοβουλίες; Μπορούν καλύτερα να περιγραφούν από τον διασχολικό διαγωνισμό για το καλύτερο σχολικό συμβούλιο της εθνικής μνήμης και παράδοσης που ανακοινώθηκε από την εκπαιδευτική επιτροπή του Δημοτικού Συμβουλίου στην Ζεστοκόβα. Σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή, ο βασικός σκοπός του διαγωνισμού είναι:

«η κατανόηση και ο σεβασμός της εθνικής παράδοσης και κληρονομιάς· να προωθήσει τις σχολικές αίθουσες μνήμης και παράδοσης, τις περιφερειακές αίθουσες και τις ιστορικές γωνιές· να δώσει έμφαση στο ρόλο τους στη διαμόρφωση μιας αίσθησης εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητας, και πατριωτικής εκπαίδευσης· όπως και να καλλιεργήσει πατριωτικές παραδόσεις με την προώθηση της γνώσης για σημαντικά γεγονότα στην ιστορία της χώρας και της περιοχής».

Μελετώντας τις περιγραφές των μέτρων που λαμβάνονται από μεμονωμένα δημόσια σχολεία, είναι δύσκολο να μην αναπτύξουμε την αίσθηση πως οργανώνουν διάφορα εθνικοϊστορικές τελετές. Για παράδειγμα, η ιστοσελίδα του Δημοτικού Σχολείου «Ιωάννης Παύλος Β’» στο Σιέμοβο γράφει:

«Φέτος στις 10 Νοεμβρίου, το σχολείο μας γιόρτασε την Ημέρα της Ανεξαρτησίας. Αποδώσαμε τιμές σε όλους εκείνους χάρη στους οποίους η Πολωνία κέρδισε ξανά την ανεξαρτησία της μετά από 123 χρόνια κατοχής, όπως και σε όλους εκείνους που υπερασπίστηκαν την ανανεωμένη ανεξαρτησία θυσιάζοντας το αίμα και τη ζωή τους. τα μικρότερα ήρθαν στην ακαδημία με σημαίες και τα επίσημα κοστούμια των μεγαλύτερων ήταν στολισμένα με άσπρες και κόκκινές κορδέλες. Στη σχολική αίθουσα, το φόντο για την τελετή, ήταν διακοσμημένη με τα χρώματα του φθινοπώρου: σκόρπια κίτρινα φύλλα, ένα τάφο με σταυρό από σημύδα και ένα τζάκι.

Οι περιγραφές των «αιθουσών μνήμης» είναι παρόμοιες παντού και μοιάζουν να έχουν γραφεί με γραφειοκρατική και τελετουργική γλώσσα, που εξυμνεί το μαρτύριο του πολωνικού έθνους. Το σχολείο στο Κροτόζιν περιγράφει το συμβούλιο του ως εξής:

«Η Αίθουσα Εθνικής Μνήμης είναι ένα ιδιαίτερο μέρος στο σχολείο μας και εκπληρώνει πολλές λειτουργίες. Θα θέλαμε να σφύζει με τη ζωή του σχολείου, μαθητές, δασκάλους και επισκέπτες. Είναι ένα είδος μουσείου, το οποίο θα φιλοξενεί διάφορες περιοδικές συναντήσεις, όπως τα «Μαθήματα Ιστορίας»· περιτριγυρισμένες από εκθέματα από περασμένα χρόνια, δασκάλους ιστορίας και τη πολωνική γλώσσα, όπως και υπεύθυνοι καθηγητές θα διδάσκουν την ιστορία του στρατού μας και την μοίρα των στρατιωτών μας».

Το φαινόμενο των «αιθουσών εθνικής μνήμης» είναι ακόμη μια εκδήλωση «κοινότοπου εθνικισμού», που εισάγεται στη καθημερινότητα της σχολικής πρακτικής. Φυσικά, αυτή η διαδικασία δεν μας φέρνει πιο κοντά στο «μεθοδολογικό κοσμοπολιτισμό» που προτάθηκε από τον Ulrich Beck, ο οποίος δείχνει τη πολυπλοκότητα του σύγχρονου κόσμου, υπερεθνικών διαδικασιών που επηρεάζουν τις πολιτικές, και τη συμπεριφορά κοινωνιών, και «θέτει την εθνική κατήχηση […] συστηματικά υπό αμφισβήτηση». Το φαινόμενο της αντιμετώπισης της εκπαίδευσης μόνο από εθνική οπτική είναι μάλλον ένα τέλειο παράδειγμα αυτού που ο Beck αποκαλεί «μεθοδολογικό εθνικισμό» – κρύβει την πολυπλοκότητα του κόσμου, τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της Ευρώπης και τις πραγματικές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που συμβαίνουν στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Από την οπτική του μεθοδολογικού εθνικισμού, είναι δύσκολο να δεις, στο επίπεδο της κοινωνικής επιστήμης και της σχολικής εκπαίδευσης, υπερεθνικά κοινά διεθνικά συμφέροντα ή την κοινή γένεση των ίδιων προβλημάτων (ανεργία μεταξύ των νέων ανθρώπων, εργασιακή μετανάστευση, οικονομική κρίση, περιβαλλοντικές προκλήσεις, και υπερεθνικό έλεγχο του διαδικτύου και της κοινωνικής επικοινωνίας). Όπως φαίνεται, στον κυρίαρχο διάλογο, υπάρχει θέση για τη θρησκεία στα δημόσια σχολεία και του σχεδιαζόμενου, ξεχωριστού αντικειμένου που ονομάζεται «πατριωτική εκπαίδευση», αλλά δεν υπάρχει χώρος για ένα διάλογο στις υπερεθνικές διαδικασίες, τις εθνικές ή πολιτιστικές μειονότητες και την έμφυλη εκπαίδευση.

Έθνος και Παραδοσιακή Οικογένεια

Σύμφωνα με την πολωνική εθνικιστική δεξιά, η έμφυλη πτυχή είναι σοβαρή απειλή στα πολωνικά σχολεία. Μεταξύ 2011 και 2015, δημιουργήθηκε ακόμη και μια ειδική κοινοβουλευτική ομάδα με όνομα «Σταματήστε την Έμφυλη Ιδεολογία». Ο στόχος της ήταν, μεταξύ άλλων, «να καταπολεμήσει την αρνητική επίπτωση της έμφυλης ιδεολογίας στην εκπαίδευση των παιδιών και να παρακολουθεί την εφαρμογή της έμφυλης ιδεολογίας στα εκπαιδευτικά ιδρύματα». Επικεφαλής της ήταν η Beata Kempa, μια βουλευτίνα, που διορίστηκε υπεύθυνη του γραφείου του πρωθυπουργού της κυβέρνησης του PiS μετά τις εκλογές του 2015.

Οι πράξεις αυτές ήταν και είναι συμβατές με το πρόγραμμα του PiS, που ανοιχτά δηλώνει πως:

«Η διάδοση της έμφυλης ιδεολογίας είναι μια απειλή στην οικογένεια και στην γονεϊκή ιδιότητα στην Πολωνία. Η διάδοση της είναι τεχνητή και, πάνω από όλα, είναι εμπνευσμένη από την ροή κυρίως ξένων κεφαλαίων. Ωστόσο, η επίδραση της μεγαλώνει, ιδιαίτερα μεταξύ μερικών νέων ανθρώπων, και συμβάλει στη διάδοση συμπεριφορών εχθρικών στη δημιουργία οικογενειών και της απόκτησης παιδιών. Είναι σημαντικό να βάλουμε φραγμούς στη διάδοση της έμφυλης ιδεολογίας».

Για τους Πολωνούς εθνικιστές, η οπτική του φύλλου είναι μια άλλη κρυφή ενσάρκωση του Μαρξισμού. Συχνά λένε πως το έμφυλο είναι «πολιτιστικός Μαρξισμός» – δεξιοί αρθρογράφοι λένε πως, όπως ο κλασικός Μαρξισμός ήθελε να καταργήσει την διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις, έτσι και το έμφυλο θέλει να καταργήσει την διαίρεση με βάση το φύλο.

Εκφέρουν αυτές τις προειδοποιήσεις με το αγαπημένο τους δραματικό ύφος:

«Οι βάρβαροι δεν είναι πια στις πύλες μας, αλλά στα σχολεία μας και τα νηπιαγωγεία μας. Όλο και πιο συχνά διαμορφώνουν τα παιδιά μας στο πνεύμα του Μαρξισμού-εμφυλισμού (genderism) και κάνουν όσα μπορούν για να τα κλέψουν από τους γονείς τους και να διαστρεβλώσουν τις ψυχές τους».

Για τους θρήσκους συντηρητικούς φονταμενταλιστές, το φύλο είναι σύμβολο πολιτιστικής σχετικοποίησης, η οποία καταστρέφει κάθε σταθερό πρότυπο:

«Αυτές είναι οι πύλες στην ρευστότητα όλων των προτύπων. Αν κάτι τόσο θεμελιώδες όπως το να είσαι άνδρας και γυναίκα είναι απλά θέμα συμβολαίου, μια κοινωνική φαντασίωση, σημαίνει πως δεν υπάρχουν σταθερά σημεία αναφοράς και όλα τα υπόλοιπα μπορούν να υπονομευθούν».

Η μάχη ενάντια στο «φύλο» περιλαμβάνει όχι μόνο το μπλοκάρισμα των μη εθνικών Καθολικών αξιακών συστημάτων και εκπαίδευσης, αλλά επίσης τον αποκλεισμό της σεξουαλικής εκπαίδευσης από τα σχολεία και τη δημιουργία της σωστής ατμόσφαιρας για την εισαγωγή της πλήρους απαγόρευσης της έκτρωσης στη Πολωνία.

Ενώ η έμφαση στις συντηρητικές αξίες και τις εθνικές παραδόσεις εξασφαλίζει πως τα σχολεία θα παράξουν πατριώτες, εδραιώνοντας τις εξτρεμιστικές απόψεις των θρησκευτικών φονταμενταλιστών στοχεύει στην υπεράσπιση του παραδοσιακού οικογενειακού μοντέλου, την ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού ρόλου στην κοινωνία και την αναπαραγωγή θρησκευτικών παραδόσεων. Επιπλέον, οι εθνικιστές αντιμετωπίζουν τις εκπαιδευτικές τους προτάσεις ως «κανονικές», «ουδέτερες», και «προφανείς». Κάθε άλλη ιδέα και εκπαιδευτικό μοντέλο αναφέρεται ως «ιδεολογία». Αυτό το εκπαιδευτικό όραμα είναι καχύποπτο σε κάθε ιδέα  ισότητας και πολυπολιτισμικών εγχειρημάτων – πρέπει να υπερασπιστούν τα σχολεία σαν οχυρά  και κλειστά φρούρια των εθνικών Καθολικών αξιών δίχως συμβιβασμούς.

Το Ομοιογενές Εθνικό Παρελθόν Αντί ενός Ποικίλου Μέλλοντος

Αυτός ο συνδυασμός εθνικισμού, συντηρητισμού, και θρησκευτικού φονταμενταλισμού που κυριαρχεί στα σχολεία της Πολωνίας μπορεί να παράξει άτομα που θα φοβούνται τις νέες ιδέες, θα είναι καχύποπτα απέναντι στις πολιτισμικές διαφορές και πάνω από όλα, δεν θα ανταπεξέρχονται σωστά απέναντι στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής. Τα αποτελέσματα μιας έρευνας που πραγματοποιήθηκε σε αντιπροσωπευτικό δείγμα της πολωνικής κοινωνίας έδειξε πως, σύμφωνα με τους συμμετέχοντες, το πολωνικό σχολείο «διδάσκει πατριωτισμό» πολύ καλά (62%), «νοιάζεται για την φυσική ανάπτυξη των μαθητών» (59%), αλλά δεν προετοιμάζει πολίτες για ενεργή συμμετοχή στις κοινωνικές δραστηριότητες (σχεδόν το 43% εκείνων που απάντησαν είναι κριτικοί στη πτυχή αυτή της εκπαίδευσης), και δεν διδάσκει τους μαθητές πως να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα που παρουσιάζει η σύγχρονη ζωή (σχεδόν το 50% το θεωρούν αδύνατο σημείο της εκπαίδευσης).

Αυτά τα αποτελέσματα μπορεί να είναι ικανοποιητικά για εκείνους που επιθυμούν το σχολείο να αναπαράγει και να διατηρεί την υπάρχουσα κοινωνική τάξη. Ωστόσο, αν τα σχολεία πρέπει να διδάσκουν μια ανοιχτή νοοτροπία στη νέα σκέψη και να είναι ο πυρήνας κοινωνικής αλλαγής, η αξιολόγηση των πολωνικών σχολείων δεν μπορεί να είναι θετική.

Ο πολωνικό εθνικισμός δεν είναι πολιτικός: το έθνος δεν αντιμετωπίζεται ως κοινότητα όπου οι άνθρωποι του κράτους σχετίζονται με έναν «συνταγματικό πατριωτισμό». Το πολωνικό κράτος ορίζεται από εθνοπολιτισμικούς όρους: οι Πολωνοί δεν είναι ενωμένοι ως κοινότητα πολιτών (η οποία είναι πολύ αδύναμη πρακτικά), αλλά από κοινούς μύθους, ένα κοινό εξιδανικευμένο παρελθόν και την «εθνική κουλτούρα». Υπό μια έννοια, ο σύγχρονος πολωνικός εθνικισμός έχει την αναφορά του στο κλασικό έργο του Florian Znaniecki. Αυτός ο Πολωνός κοινωνιολόγος υπερασπίστηκε την ιδέα του «πολιτισμικού έθνους», σύμφωνα με αυτός, «ο σχηματισμός μιας εθνικής κοινότητας ξεκινά με σχετικά μικρούς κοινωνικούς πυρήνες, των οποίων η επιρροή βαθμιαία αυξάνεται ώστε να περιλαμβάνει εκατομμύρια ανθρώπους». Υπό την έννοια αυτή, το έθνος είναι μια «πολιτισμική ομάδα» ή μια ¨κοινότητα εθνικής κουλτούρας». Αν και στις σκέψεις του ο Znaniecki αναφέρονταν στην πολωνική εμπειρία ενός «έθνους δίχως κράτος» (η Πολωνία στερήθηκε κρατικής οντότητας για 123 χρόνια), αντιμετώπισε τις ιδέες του ως οικουμενικές και ισχυρίζονταν πως ένα έθνος μπορεί να υπάρχει πάντα ανεξάρτητα από το κράτος, όπως ένα κράτος μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από το έθνος. Σύμφωνα με τον Jerzy Szacki για τον Znaniecki:

«Όλα τα έθνη δίχως εξαίρεση είναι πολιτισμικά, επειδή όλα βασίζονται στην «αρχή του διαχωρισμού» πέρα από το κράτος, και έτσι ανταγωνίζονται με κράτος ως ομάδες οργανωμένες γύρω από ελεύθερα ορισμένους «ηγέτες»…. Δεν υπάρχει έθνος, αν δεν υπάρχει εθνική κουλτούρα, την οποία δημιουργούν και καλλιεργούν αυτοί οι ηγέτες».

Ενώ για τον Znaniecki αυτοί οι «ηγέτες» είναι διανοούμενοι και καλλιτέχνες, σήμερα, το δημόσιο σχολείο υιοθετεί το ρόλο του «δασκάλου του έθνους». Αν και η πρόθεση του Znaniecki φυσικά δεν ήταν να στηρίξει το εθνικιστικό κίνημα, η ιδέα του για το διαχωρισμό έθνους και κράτους μπορεί να χρησιμοποιηθεί σήμερα από ριζοσπάστες εθνικιστές για να υπερασπιστούνε εθνικές αξίες και παραδόσεις εναντίον του «φιλελεύθερου και φιλοχρήματου κράτους, όπως και απέναντι στη κοσμοπολίτκή Ευρωπαϊκή Ένωση».

Ο Walicki αναλύει πως η πολωνική δεξιά ορίζει το κράτος κατά την μετά-1989 περίοδο. Σημειώνει κριτικά πως οι δεξιοί ηγέτες αναγνωρίζουν  μόνο το 30% της κοινωνίας ως πραγματικούς Πολωνούς, οι άλλοι πολίτες πρέπει να θεωρούνται ως «Πολωνοί κατ’ όνομα», «το σοβιετικοποιημένο κομμάτι του πληθυσμού» ή ακόμη και «τυχαία κοινωνία». Την ίδια στιγμή ο Andrzej Walicki ισχυρίζεται πως ανεξάρτητα από τον «φιλελεύθερο εθνικισμό», τον οποίο προωθεί ο ίδιος, είναι εφικτός στη Πολωνία. Από την οπτική αυτή, «ως ξεχωριστό από μια φυλή ή σέκτα, το έθνος είναι μια τεράστια πλουραλιστική κοινότητα, η οποία περιλαμβάνει διαφορετικές ταυτότητες, διαφορετικές ιδεολογικές προελεύσεις, όπως και διαφορετικούς και ισότιμους τύπους ενός ατομικού και συλλογικού ‘Εγώ’». Ο κυρίαρχος ορισμός του έθνους στο δημόσιο χώρο θα διαμορφώσει έτσι το μοντέλο της εκπαίδευσης στα πολωνικά σχολεία.

Αξίζει να τονιστεί πως η παρούσα κυριαρχία της δεξιάς εθνικιστικής γλώσσας σε ιστορικές και εκπαιδευτικές αφηγήσεις, όπως και στη γενική σφαίρα της κουλτούρας, είναι το αποτέλεσμα όχι μόνο της αδύναμης θέσης των φιλελεύθερων κύκλων, αλλά επίσης η πλήρης απουσία της αριστεράς στο δημόσιο διάλογο στην Πολωνία. Αν οι προοδευτικές αριστερές φωνές καταφέρουν να ακουστούν μέσα στην δεξιά εθνικιστική κακοφωνία στα σχολεία, τα θέατρα, και τα μέσα θα έχουν μια σπουδαία επίδραση στις μελλοντικές εξελίξεις στη Πολωνία.

Σύμφωνα με τον Peter McLaren, η σχολική εκπαίδευση είναι μια μορφή πολιτισμικής πολιτικής, καθώς:

«αποτελεί πάντοτε μια εισαγωγή σε, προετοιμασία για, και νομιμοποίηση συγκεκριμένων μορφών κοινωνικής ζωής. Εμπλέκεται πάντοτε σε σχέσεις εξουσίας, κοινωνικές πρακτικές, και την ευνόηση μορφών γνώσης που στηρίζουν μια συγκεκριμένη εικόνα του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος».

Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την άποψη, τα πολωνικά σχολεία κοιτάζουν στο παρελθόν αντί στο μέλλον. Είναι ένα μονοπολιτισμικό παρελθόν, κλεισμένο μέσα στα σύνορα μιας εθνικής κοινότητας, και γεμάτο από θρησκευτικά δόγματα και συντηρητικούς μύθους. Για να σταματήσει η αναπαραγωγή της παρούσας πολιτικής τάξης, η «σχολική παραγωγή» της ξενοφοβίας και του εθνικισμού πρέπει να εμποδιστεί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s