Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα CounterPunch. Ο Peter Gelderloos είναι αναρχικός ακτιβιστής, αρθρογράφος και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Ένας νέος μαύρος άνθρωπος δολοφονήθηκε, πολλοί άνθρωποι που ήταν αρκετά γενναίοι ώστε να βγουν στους δρόμους μετά από αυτό, τραυματίστηκαν και συνελήφθησαν και οι μόνες πραγματικές συνέπειες που θα αντιμετωπίσει η αστυνομία, την επόμενη φορά που θα σκοτώσουν κάποιον, θα είναι οι αλλαγές που αποσκοπούν στην αύξηση της αποτελεσματικότητάς της ως προς την χειραγώγηση των ειδήσεων ή τη διαχείριση των πλήθους. Επειδή μέσα από όλες τις επίπονες διαμάχες, αυτό είναι ένα γεγονός που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει: η αστυνομία θα σκοτώσει ξανά, και ξανά, και ξανά. Ένας δυσανάλογος αριθμός στόχων θα είναι νεαροί φυλετικών μειονοτήτων και τρανσέξουαλ, αλλά έχουν σκοτώσει και ηλικιωμένους, όπως ο John T. Williams, ο Bernard Monroe και ο John Adams, όπως και λευκούς ανθρώπους. Η δεξιά έχει πάρει δύο περιπτώσεις λευκών νέων που σκοτώθηκαν από μπάτσους, όπως ο Dillon Taylor ή ο Joseph Jennings, πετώντας  τα ερωτηματικά σχετικά με την αναλογία από το παράθυρο σε μια άτεχνη προσπάθεια να πουν πως η αστυνομία δεν είναι ρατσιστική.

Ουσιαστικά, το επιχείρημα που χρησιμοποιούν οι δεξιοί αναλυτές είναι ότι οι μπάτσοι σκοτώνουν τους πάντες, γι’ αυτό δεν είναι πρόβλημα. Το γεγονός ότι μπορούν να πουν αυτό το επιχείρημα και να εξακολουθούν να διατηρούν την αξιοπιστία τους σε ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού δείχνει πόσο κανονικοποιημένος είναι ο ρόλος της αστυνομίας στην κοινωνία μας. Το πραγματικό νόημα των στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν με χειριστικό τρόπο από τη Δεξιά είναι ότι η αστυνομία αποτελεί κίνδυνο για όποιον δεν φοράει επαγγελματικό κοστούμι.

Σε μια σοβαρή συζήτηση, ωστόσο, θα ήταν δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι η αστυνομία αποτελεί έναν κατ’ εξοχήν ρατσιστικό θεσμό. Σκοτώνουν νεαρούς μαύρους, Λατίνους και αυτόχθονες με δυσανάλογα υψηλότερο ρυθμό από τη λευκή νεολαία και ο ίδιος ο θεσμός προέρχεται από τις περιπολίες που δημιουργήθηκαν για να συλλάβουν τους δραπέτες σκλάβους στο νότο και να αστυνομεύουν τους μετανάστες στις πόλεις στο Βορρά, όπως τεκμηριώνεται με κυριολεξία στο βιβλίο ορόσημο του Kristian Williams, Our Enemies in Blue. Επιπλέον, το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης στο οποίο διαδραματίζει αναπόσπαστο ρόλο η αστυνομία, τροφοδοτώντας και υπερασπιζόμενοι το σύμπλεγμα φυλακών-πολυεθνικών, που ανδρώθηκε άμεσα από την έγκριση της 13ης τροποποίησης για τη δουλεία σε περίπτωση φυλάκισης, φωτίζοντας τη διαδρομή με την οποία η προχωρημένη οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών θα μπορούσε να αφήσει πίσω τη δουλεία της φυτείας, πρώτα με τη σύνδεση κολίγων και αλυσοδεμένων καταδίκων, και πιο πρόσφατα με τη σύνδεση μιας επισφαλούς αγοράς εργασίας εξωτερικά και την άνθηση των βιομηχανιών των φυλακών στο εσωτερικό.

Ωστόσο, αν και η αστυνομία δεν μας επηρεάζει όλους εξίσου, μας επηρεάζει όλους μας. Ο καθένας που δεν είναι πλούσιος μπορεί να αποτελέσει στόχο αστυνομικής βίας και όποιος αγωνίζεται για έναν πιο ελεύθερο, δικαιότερο κόσμο μπαίνει κατευθείαν στο στόχαστρο των μπάτσων. Κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών για τον Oscar Grant στο Όκλαντ ή των διαμαρτυριών για τον John T. Williams στο Σιάτλ, πολλοί δημοσιογράφοι, με τους οποίους συμφωνούσαν ιδιαίτερα οι εκπρόσωποι των προοδευτικών, καταδίκασαν τους λευκούς που βγήκαν στους δρόμους εξοργισμένοι από τις αστυνομικές δολοφονίες. Χρησιμοποιώντας έναν δόλιο ρατσισμό, κατονόμαζαν τους «λευκούς αναρχικούς» ως ηγέτες του χαμού, κρύβοντας τους μη λευκούς αναρχικούς, καθώς και τους πολλούς νέους ανθρώπους από τις μειονότητες, που δεν είχαν κάποια φανερή ιδεολογία,  που συχνά ήταν οι πιο δραστήριοι στο να βγουν στους δρόμους ή στο να αντισταθούν στην αστυνομία. Εάν ενδιαφέρονται πραγματικά για το ρατσισμό και την αστυνομική βία, δεν θα είχαν απεικονίσει τους νέους ανθρώπους των μειονοτήτων ως πρωταγωνιστές, αντί για άβουλους υποτακτικούς των «λευκών αναρχικών», ή να αγνοήσουν τη συμμετοχή τους εξ ολοκλήρου; Αντί να δυσφημούν τους σχετικά λίγους λευκούς που βγήκαν στους δρόμους, δεν θα έπρεπε οι επικρίσεις τους να στρέφονται προς όλους τους λευκούς που έμειναν στο σπίτι;

Ωστόσο, με τις διαμαρτυρίες μετά την μη καταδίκη του Darren Wilson, ορισμένες ως τότε αμετάβλητες δυναμικές άρχισαν να αλλάζουν. Είναι αλήθεια ότι η αντίδραση στη δολοφονία του Oscar Grant εξαπλώθηκε σε άλλα μέρη της δυτικής ακτής και δεν παρουσιάστηκε με επιτυχία ως θέμα που αφορά μόνο τους μαύρους· αλλά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό η αντίδραση στην επίσημη ανακοίνωση πως η κυβέρνηση ενέκρινε τη δολοφονία του Michael Brown εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα και περιλάμβανε ανθρώπους κάθε φυλής.

Αυτό είναι καλό: όλο και περισσότεροι άνθρωποι παίρνουν σοβαρά το πρόβλημα της αστυνομίας, συνειδητοποιώντας ότι πρέπει να αντιδράσουν, και να διερευνήσουν τις ενέργειες στις οποίες μπορούν να προχωρήσουν ώστε να κάνουν τη διαφορά. Οι περιστάσεις που ανάγκασαν το απαραίτητο αυτό βήμα προς τα εμπρός είναι τραγικές, αλλά δεν αποτελούν έκπληξη για κανέναν που διαθέτει την παραμικρή αίσθηση της ιστορίας. Οι αστυνομικές δολοφονίες και η ακλόνητη κυβερνητική υποστήριξη για τους μπάτσους αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας μας. Και δεν πρόκειται να εξαφανιστούν σύντομα.

Λογικά, οι άνθρωποι θα συζητούσαν: τι πρέπει να γίνει; Ωστόσο, πρόκειται για μια συζήτηση που οι δημοσιογράφοι των κυρίαρχων μέσων, προοδευτικοί δημοσιογράφοι, οργανώσεις διαμαρτυρίας και αριστερές προσωπικότητες απέφυγαν με προσοχή, διατηρώντας όχι τόσο μια συνωμοσία της σιωπής, όσο μια δηλητηριώδη συνωμοσία περιθωριοποίησης εναντίον όσων αμφισβητούν τις ανομολόγητες αρχές τους.

Αυτές οι αρχές είναι απλές: όλες οι απαντήσεις πρέπει να είναι ειρηνικές· και ο μόνος αντιληπτός στόχος είναι η αποσπασματική μεταρρύθμιση. Μέσα σε αυτό το τεχνητά καθορισμένο στίβο, μας επιτρέπεται να ασχοληθούμε με όλες τις λεπτομέρειες που θέλουμε, από τις κάμερες πάνω στους αστυνομικούς έως τις επιτροπές ελέγχου των πολιτών, αλλά δεν μας επιτρέπεται ποτέ να έχουμε τις απόψεις που υπερβαίνουν αυτά τα όρια. Εκείνοι που χρησιμοποιούν ένα ευρύτερο φακό για να καταλάβουν από πού προέρχεται η αστυνομική βία και ποιο ρόλο παίζει στην κοινωνία μας αγνοούνται. Αν απασχολούνται ως δημοσιογράφοι ή ακαδημαϊκοί, έχουν μόλις κάνει μια κακή κίνηση στη σταδιοδρομία τους και γρήγορα θα ταφούν από τους αναρριχητικούς, κυνικούς απατεώνες που καλύπτουν αυτή τη συνεχιζόμενη τραγωδία με κοινότοπες και μυωπικές παρατηρήσεις. Όσοι προσπαθούν να εξερευνήσουν άλλα μονοπάτια δράσης και αλλαγής θα καταδικαστούν ως «κακοποιοί», «εγκληματίες» και «ταραχοποιοί», το FOX και το NPR θα μιλήσουν για αυτούς με τους ίδιους όρους, οι αστυνομικοί και οι ηγέτες των διαμαρτυριών θα ενωθούν για να τους καταστείλουν.

Έτσι λειτουργεί η ελευθερία του λόγου σε μια δημοκρατία. Προσδιορίστε τους όρους της συζήτησης, αποπροσανατολίστε τις μάζες με έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο αποδεκτά «αντίθετα» που είναι τόσο κοντά που σχεδόν εφάπτονται, ενθαρρύνετε τες να συμμετάσχουν και είτε αγνοήστε ή ποινικοποιήστε όποιον έχει ανεξάρτητη θέση, ειδικά εκείνους που θέτουν υπό αμφισβήτηση τις θεμελιώδεις αρχές που έχουν κανονικοποιηθεί και ενισχυθεί και από τις δύο πλευρές στην επίσημη συζήτηση. Ο Noam Chomsky ήταν ένας από τους πολλούς αντιφρονούντες που αποκάλυψαν αυτή τη δυναμική κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ και να επιδείξει την ομοφωνία των θέσεων των γερακιών και των περιστεριών στις συζητήσεις των μέσων ενημέρωσης. Τα μέσα ενημέρωσης ακολουθούν τους ίδιους κανόνες και σήμερα. Σε αυτή την προηγούμενη κρίση, το θεμελιώδες δόγμα ήταν ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει το δικαίωμα να προβάλει τη δύναμή της, στρατιωτικά ή με άλλο τρόπο, σε ολόκληρο τον πλανήτη. Στην τρέχουσα κρίση, το αδιαμφισβήτητο δόγμα είναι ότι η αστυνομία έχει δικαίωμα ύπαρξης, ότι η αστυνομία ως όργανο είναι το κατάλληλο όργανο για την προστασία και την εξυπηρέτηση μας και επομένως είναι νόμιμη παρουσία της στους δρόμους μας και στις γειτονιές μας.

Σε αυτή τη συζήτηση, η Δεξιά ισχυρίζεται ότι η αστυνομία λειτουργεί μια χαρά, ενώ η Αριστερά ισχυρίζεται ότι απαιτούνται αλλαγές για να λειτουργήσει καλύτερα. Και οι δύο ταυτίζονται στο να διατηρήσουν τον ρόλο της αστυνομίας και να κρατήσουν τους πραγματικούς ανθρώπους – γειτονιές, κοινότητες και όλα τα άτομα που επηρεάζονται από την αστυνομία – από το να γίνουν πρωταγωνιστές στις συγκρούσεις που μας επηρεάζουν. Ομοίως, ακούμε συχνά ότι οι αριστεροί ισχυρίζονται ότι «οι φυλακές δεν δουλεύουν», δείχνοντας μια ηθελημένη άγνοια ως προς τον πραγματικό σκοπό των φυλακών. Δυστυχώς, παρά τις όλες στρεβλώσεις και τους χειρισμούς της, η Δεξιά είναι πιο ειλικρινής. Η αστυνομία και οι φυλακές λειτουργούν πολύ καλά. Σύμφωνα με το σχεδιασμό τους, λειτουργούν εναντίον μας.

Στην Αριστερά, βρίσκουμε ένα τραγικό μίγμα ασυνείδητα κυνικών και απελπιστικά αφελών. Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι κάποια από τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις θα φέρει κάποιο αποτέλεσμα· και στην πραγματικότητα οι περισσότερες έχουν ήδη δοκιμαστεί. Η εκπαίδευση στην φυλετική ευαισθησία απλά κάνει τους μπάτσους να κρύβουν καλύτερα τον ρατσισμό τους. Σίγουρα δεν αγγίζει τις υποκείμενες ιεραρχίες  για την προστασία των οποίων χρησιμεύει η αστυνομία. Η πολιτική επίβλεψη, στο καλύτερο δυνατό, μπορεί να οδηγήσει κάποια από τα «σάπια μήλα» να αναγκαστούν να παραιτηθούν και σπάνια έχουν φτάσει σε αυτό το επίπεδο δύναμης. Δεν πειράζει· οι γραφειοκρατίες γνώριζαν πάντοτε πώς μπορούσαν κάνουν μεμονωμένα άτομα του προσωπικού αναλώσιμα για να προστατεύσουν τη ευρύτερη δομή εξουσίας και πως καμία κυβέρνηση στον κόσμο δεν έδωσε στα όργανα εποπτείας περισσότερη εξουσία από τα όργανα που υποτίθεται ότι θα παρακολουθούσαν και όχι όταν αυτοί οι θεσμοί είναι ζωτικής σημασίας για την ομαλή λειτουργία της εξουσίας.

Όσον αφορά τις κάμερες, θα αυξήσουν μόνο την ισχύ της αστυνομίας, αυξάνοντας την εισβολή της κρατικής επιτήρησης στη ζωή μας. Οι δολοφονίες του Eric Garner και του Oscar Grant τραβήχτηκαν σε βίντεο και τίποτα δεν άλλαξε. Το θέμα είναι ότι η μεγάλη πλειοψηφία των δολοφονιών που διαπράττουν οι αστυνομικοί είναι απολύτως νόμιμες. Πώς μπορεί να αποτελεί έκπληξη αυτό; Τα ίδια άτομα που επωφελούνται από την αστυνομική βία είναι αυτά που γράφουν τους νόμους ή που εκλέγονται νομοθέτες. Το μόνο πραγματικό θύμα των φωτογραφικών μηχανών θα είναι οι άνθρωποι που επιλέγουν να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους εναντίον των μπάτσων, μια ενέργεια που, ανεξάρτητα από το πόσο δικαιολογημένη, δεν είναι ποτέ νόμιμη. Αν οι μπάτσοι φορούσαν κάμερες, όποιος σήκωνε το χέρι του εναντίον τους θα καταγράφονταν σε βίντεο. Αλλά οι μεταρρυθμιστές δεν σκέφτονται την αυτοάμυνα, σωστά;

Και αυτή είναι η ουσία του θέματος. Το ζήτημα της αυτοάμυνας εναντίον της αστυνομίας είναι ένα θέμα που δεν μας επιτρέπεται να το εξετάσουμε, αλλά είναι το μόνο που έχει πραγματική σημασία. Η αστυνομία δεν υπάρχει για να προστατεύσει την κοινωνία από τον γενικευμένο κανιβαλισμό και το χάος, όπως σε κάποια παρανοϊκή φαντασία τύπου Batman. Υπάρχει για να προστατεύει τους έχοντες από τους μη έχοντες, ώστε να διατηρήσουν το κρατικό μονοπώλιο στη βία και να αντισταθμίσουν την ατροφική μας ικανότητα για λύσεις μέσω συγκρούσεων, ένα ακόμη από τα πολλά προνόμια που μας έκλεψε το κράτος (είτε πρόκειται για έλλειψη της ικανότητας να χτυπήσουμε την πόρτα του γείτονά μας όταν παίζει η μουσική τους πολύ δυνατά ή να χρησιμοποιήσουμε ένα ευρύτερο δίκτυο οικογενειακών και κοινοτικών δεσμών για να αντιμετωπίσουν μια καταχρηστική σχέση).

Μπορούμε να αγνοήσουμε την ανταγωνιστική σχέση που έχει η αστυνομία με όποιον δεν προσπαθεί ή δεν μπορεί να φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα της κοινωνίας, αλλά αυτό που δεν μπορούμε να κάνουμε είναι η μεταρρύθμιση αυτής της σχέσης ώστε να χαθεί. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να μιλήσουμε για την αυτοάμυνα εναντίον της αστυνομίας.

Αλλά δεν έχουμε να κάνουμε με μια ανοιχτή συζήτηση μεταξύ δύο ισότιμων θέσεων, μεταρρύθμιση ή αντίσταση. Πρώτα απ’ όλα, αυτό συμβαίνει επειδή οι μεταρρυθμιστές συνεργάζονται σταθερά με όλους τους κυρίαρχους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων των αιματοβαμμένων μπάτσων στους οποίους ισχυρίζονται ότι αντιτίθενται, για να φιμώνουν, να περιθωριοποιούν, να ποινικοποιούν ή να δαιμονοποιούν όποιον επιλέγει να αντισταθεί στην αστυνομία. Δεν συμμετέχουν στη συζήτηση γιατί μόνο να χάσουν μπορούν· αντίθετα κάνουν χρήση όλων των ψεμάτων, των στρεβλώσεων και της γενικευμένης αμνησίας που διαιωνίζονται από τα μέσα ενημέρωσης με στόχο να αποφευχθεί η ίδια η συζήτηση.

Δεύτερον, οι μεταρρυθμιστές είναι παράσιτα. Δεν θα υπήρχαν δίχως εκείνους που αντιστέκονται. Κανείς έξω από τις αντίστοιχες κοινότητες τους δεν θα είχε ακούσει ποτέ για τον Oscar Grant ή τον Michael Brown αν δεν ήταν οι εξεγερμένοι. Οι πρόσφατες πανεθνικές διαμαρτυρίες ήταν δυνατές μόνο επειδή οι άνθρωποι του Φέργκιουσον έβαλαν φωτιές, λεηλάτησαν, έριχναν πέτρες και μολότοφ και πυροβολούσαν εναντίον των αστυνομικών για δέκα ημέρες τον Αύγουστο.

Εάν οι μεταρρυθμιστές ήταν ειλικρινείς, θα ευχαριστούσαν όσους βγήκαν στους δρόμους για να φέρουν το πρόβλημα στην προσοχή της χώρας, και να διαφοροποιηθούν με σεβασμό σχετικά με τις επιλεγμένες τακτικές και στόχους, παραθέτοντας ένα ιστορικό παράδειγμα γιατί οι ειρηνικές τακτικές και οι μεταρρυθμιστικοί στόχοι είναι πιο κατάλληλοι για την επίτευξη μια πραγματικής αλλαγής. Αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακριά από τον πραγματικό τρόπο δράσης τους. Από παρασιτικές προσωπικότητες όπως ο Jesse Jackson ως στη σούπα με αρκτικόλεξα ΜΚΟ, οι αριστεροί έρχονται, τοποθετούν τον εαυτό τους στην ηγεσία από κάτι που δεν ξεκίνησαν και εργάζονται μαζί με την αστυνομία για να προσπαθήσουν να ηρεμήσουν τα πράγματα. Αυτοί οι επαγγελματίες ακτιβιστές δεν έχουν δικό τους πρόγραμμα· είναι απλά επαγγελματίες πυροσβέστες. Και στην περίπτωση του Φέργκιουσον, είναι το πιο πολύτιμο εργαλείο της κυβέρνησης. Επειδή δεν ήταν η αστυνομία ή ακόμα και η Εθνική Φρουρά που πέτυχε να θέσει τέλος στις ταραχές, αλλά αυτοί οι επαγγελματίες ακτιβιστές.

Ο κυνισμός τους ξεπερνά την παρασιτική, προδοτική σχέση που έχουν με εκείνους που πραγματικά διακινδυνεύουν αγωνιζόμενοι για να διώξουν την αστυνομία από τις γειτονιές τους και πέρα ​​από τη ρατσιστική απεικόνιση των ντόπιων πολιτών από τις μειονότητες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του αγώνα είτε ως «κακοποιούς» ή ως άβουλα πιόνια εξωτερικών ταραχοποιών. Θα φτάσουν ακόμη και στο σημείο να χρησιμοποιήσουν τις οικογένειες των εκτελεσμένων από την αστυνομία· Στην πραγματικότητα σε αυτό το σημείο φαίνεται να είναι μέρος του εγχειριδίου δράσης τους.

Εάν η οικογένεια του θύματος ζητά ειρηνική διαμαρτυρία, όπως και οι οικογένειες του John T. Williams ή του Michael Brown, το θέτουν σαν νόμο και περιθωριοποιούν όποιον προσπαθεί να ανταποκριθεί με πιο μαχητικό τρόπο, κακολογώντας τους τους ως ασεβείς προς το θύμα, ως άκαρδους ταραχοποιούς που εκμεταλλεύονται την τραγωδία για να σπείρουν το χάος. Ωστόσο, οι οικογένειες δεν είναι οι μόνοι που έχουν δικαίωμα απάντησης στις αστυνομικές δολοφονίες. Πόσοι από εμάς θα ήθελαν οι γονείς μας να γράψουν τον επιτάφιο μας; Πόσοι από εμάς θα εμπιστευόμαστε τους φίλους μας περισσότερο από τις οικογένειές μας για να πούνε τι θα θέλαμε, αν μας σκότωναν; Αν και η φιλία δεν είναι μια σχέση αναγνωρισμένη από το νόμο, οι φίλοι ενός θύματος έχουν επίσης επηρεαστεί άμεσα και θα πρέπει να έχουν λόγο στο ποια είναι η κατάλληλη απάντηση. Στην πραγματικότητα, οι φίλοι και οι γνωστοί έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε πολλές από τις αντι-αστυνομικές ταραχές τα τελευταία χρόνια, αν και η συμμετοχή τους σε μεγάλο βαθμό αποκρύπτεται από τα ΜΜΕ και τους πασιφιστές.

Δεν τελειώνει εκεί. Οι γείτονες και οι μάρτυρες είναι επίσης θύματα μιας αστυνομικής δολοφονίας. Έχουν επίσης μια αναμφισβήτητη ανάγκη να εκφράσουν οργή και να επαναβεβαιώσουν τον έλεγχο στο περιβάλλον τους, έναν έλεγχο που το περπάτημα σε μια ειρηνική διαμαρτυρία που πλαισιώνεται από μπάτσους δεν μπορεί να δώσει. Και αν δεν έχουμε να κάνουμε με μια απομονωμένη δολοφονία αλλά ένα συστηματικό πρόβλημα, όπως συμβαίνει με τις αστυνομικές δολοφονίες, τότε όλοι επηρεάζονται και όλοι έχουν ανάγκη να απαντήσουν.

Δεν θα έπρεπε να είναι αναγκαίο να επισημανθεί πως αυτό μας επηρεάζει όλους μας. Αλλά ο ειρηνικός, παραλυτικός λόγος των μεταρρυθμιστών διασπά συγκεκριμένα την αλληλεγγύη. Αντί να ενθαρρύνει όλους μας να αισθανόμαστε το χτύπημα σε κάποιον άλλο, ως χτύπημα στον εαυτό μας, υποτίθεται πως όλοι μας πρέπει να στηρίζουμε «αυτό που θέλει η οικογένεια». Το επίπεδο της υποκρισίας είναι εξοργιστικό όταν συνειδητοποιείτε ότι οι επαγγελματίες ακτιβιστές που κηρύττουν την ειρήνη δεν δίνουν δεκάρα για την οικογένεια του Michael Brown ή για οποιονδήποτε άλλον δολοφονήθηκε από τους μπάτσους. Τα μέλη των οικογενειών είναι απλά πιόνια στα σχέδια τους.

Όταν ο έφηβος Jesus “Chuy” Huerta από το Ντέρχαμ πυροβολήθηκε στο πίσω κάθισμα ενός αστυνομικού αυτοκινήτου πριν από ένα χρόνο, η οικογένειά του απέρριψε τις κούφιες χειρονομίες συμφιλίωσης της αστυνομίας, και δεν καταδίκασαν τους ανθρώπους που συγκρούστηκαν με τους μπάτσους, γεμάτοι οργή εξαιτίας του φόνου. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι ντόπιοι αριστεροί ξαφνικά ήταν σιωπηλοί για το τι ήθελε η οικογένεια. Και μετά από την μη απαγγελία κατηγοριών, όταν ο Louis Head, πατριός του Michael Brown προέτρεψε το πλήθος να «κάψει αυτό το μπουρδέλο!», πόσοι μεταρρυθμιστές αποφάσισαν να ακολουθήσουν πραγματικά τη θέληση του; Αντίθετα, όλοι τσακίστηκαν να αποδείξουν πως δεν το εννοούσε, μεταφέροντας μια συγγνώμη που εξέδωσε περίπου μια εβδομάδα αργότερα, μια υποχώρηση που θα μπορούσε να είχε επιβληθεί από το γεγονός ότι ο Head αντιμετώπιζε ποινική έρευνα και είχε ήδη δαιμονοποιηθεί στα μέσα ενημέρωσης για μια αντίδραση που, τουλάχιστον στο Φέργκιουσον, για χιλιάδες ανθρώπους αποτελούσε κοινή λογική.

Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα απόψεων που δεν μπορούμε να διατηρούμε και πώς το νομικό σύστημα, τα ΜΜΕ και η Αριστερά συνεργάζονται για να τιμωρήσουν και να εξαφανίσουν τέτοιες απόψεις. Ήταν θρίαμβος για αυτή την τριανδρία του κοινωνικού ελέγχου το ότι οι περισσότερες από τις διαμαρτυρίες σε όλη τη χώρα ήταν ήρεμες, νομικές υποθέσεις που με επιτυχία έσβησαν την οργή των ανθρώπων, αλλά οι πυρκαγιές, οι ταραχές και τα οδοφράγματα από το Όκλαντ ως τη Βοστόνη δείχνουν πως ο έλεγχος αυτός αρχίζει επιτέλους να χάνεται. Για να καταρρεύσει πλήρως, πρέπει να κατανοήσουμε τον πραγματικό ρόλο του νομικού συστήματος και των μέσων ενημέρωσης και να κατανοήσουμε την πλήρη υποκρισία της Αριστεράς.

Είναι μια ανησυχητική, αλλά ιστορική, στιγμή που η Δεξιά μιλάει πιο ειλικρινά από την Αριστερά. Ενώ οι μεταρρυθμιστές μιλούσαν για σάπια μήλα και εκπαίδευση ευαισθησίας, οι μπάτσοι στο Μισσούρι τα κατάφεραν τέλεια όταν άρχισαν να μοιράζουν και να φοράνε βραχιόλια που έγραφαν, «Είμαστε όλοι Darren Wilson».

Ακόμα και οι αριστεροί που δεν καταδίκασαν ανοιχτά τις ταραχές έπεσαν σε ένα δοκιμασμένο και αληθινό μοτίβο συγκράτησης. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να καταστήσουν τις εξεγέρσεις αποδεκτές ήταν να μιλήσουν για την αστυνομική βαρβαρότητα εναντίον διαδηλωτών. Στην πραγματικότητα, για αρκετές από τις εξεγέρσεις, η αστυνομία στο Φέργκιουσον ήταν αξιοσημείωτα συγκρατημένη. Έγινε συνηθισμένο για τους διαδηλωτές να πυροβολούν την αστυνομία με όπλα και το Νοέμβριο, ακόμα και τουφέκια έκαναν την εμφάνιση τους, όμως οι μπάτσοι δεν πυροβόλησαν.

Αυτό είναι ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός. Μπροστά σε ένα αστυνομικό θεσμό που έχει εν λευκώ την άδεια να σκοτώνει, οι άνθρωποι αρχίζουν να εκτιμούν τη ζωή τους περισσότερο από τους νόμους της ελίτ. Ωστόσο, για τους μεταρρυθμιστές που δεν μπορούν να συλλάβουν οτιδήποτε είναι απόλυτα αντίθετο σε κάποιο από τα υπάρχοντα θεσμικά όργανα, αυτή η αφήγηση δεν έχει νόημα. Οι κανονικοί άνθρωποι μπορούν να είναι μόνο θύματα, ποτέ πρωταγωνιστές. Και η κριτική στην αστυνομία δεν σημαίνει πως δεν μιλάμε για εκείνες τις στιγμές που οι αστυνομικοί είναι πραγματικά φοβισμένοι για τη ζωή τους και δεν ενεργούν με απόλυτη ατιμωρησία. Η έλλειψη στρατηγικής σκέψης είναι εκπληκτική.

Όσον αφορά τις κυβερνήσεις, οι ΗΠΑ είναι ήδη διαβόητες για το ότι είναι σκληρές και ανεξέλεγκτες στην εξουδετέρωση της αντίστασης. Στρατιωτικοποιεί τους μπάτσους της, μοιράζει ποινές πολύ πιο βαριές από αυτές που θα θεωρούνταν δίκαιες στις περισσότερες άλλες χώρες, και δεν καταδέχονται να εμπλακούν σε ισορροπίες συμβιβασμού και κοινωνικής ειρήνης όπως κάνουν οι σοσιαλδημοκρατίες. Για να ξεπεραστεί η βιαιότητα με την οποία η αμερικανική κυβέρνηση κατέστειλε τα χειραφετικά κινήματα των μαύρων και των αυτοχθόνων στη δεκαετία του 1960 και του 1970, θα πρέπει να κοιτάξουμε στο Ιράν ή στη Κίνα. Ωστόσο, στο Φέργκιουσον και σε πολλές άλλες πόλεις τον περασμένο Νοέμβριο, οι μπάτσοι και οι αφέντες τους φοβήθηκαν αρκετά ότι όταν οι άνθρωποι άρχισαν να εξεγείρονται, να λεηλατούν, να παίρνουν τα όπλα στις διαδηλώσεις, και να κλείνουν αυτοκινητόδρομους, οι αρχές δεν απάντησαν με αστυνομικά επεισόδια ή με στρατιωτική καταστολή. Σε μεγάλο βαθμό, τα χέρια τους ήταν δεμένα.

Γιατί; Τι φοβόντουσαν;

Σίγουρα δεν ήταν μια ειρηνική διαμαρτυρία ή μια κακή απεικόνιση τους από τα μέσα.

Η ολοκληρωμένη απάντηση σε αυτή το ερώτημα, και η εφαρμογή των απαντήσεων είναι το δεύτερο βήμα προς τον τερματισμό της αστυνομικής βίας μια για πάντα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s