Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό New German Critique #19, Special Issue 1. Ο Moishe Postone (1942-2018) ήταν ιστορικός, φιλόσοφος και ακαδημαϊκός. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

I.

Η μεγάλη και βαθιά αντίδραση στην τηλεταινία «Ολοκαύτωμα» που σημειώθηκε στην Δυτική Γερμανία δημιουργεί ερωτηματικά αναφορικά με την σχέση του αντισημιτισμού του Εθνικοσοσιαλισμού και την δημόσια συζήτηση πάνω σε αυτά. Η συζήτηση χαρακτηρίζεται από μια εμφανή αντίφαση.

Με έμφαση στην ασυνέχεια μεταξύ του ναζιστικού παρελθόντος και του παρόντος, οι προοδευτικοί και οι συντηρητικοί έχουν εστιάσει την προσοχή στην δίωξη και την εξόντωση των Εβραίων όταν αναφέρονται σε αυτό το παρελθόν. Έτσι, άλλες πτυχές κεντρικές στο Ναζισμό υποβαθμίζονται. Η έμφαση στον αντισημιτισμό έχει βοηθήσει στην υπογράμμιση του υποτιθέμενου απόλυτου του διαχωρισμού μεταξύ του Τρίτου Ράιχ και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας και στην αποφυγή της αντιπαράθεσης με την κοινωνική και δομική πραγματικότητα του Εθνικοσοσιαλισμού, μια πραγματικότητα που δεν χάθηκε εντελώς το 1945. Δείχνει πως, ενώ η δυτικογερμανική κυβέρνηση πληρώνει αποζημιώσεις προς τους Εβραίους, σπάνια το κάνει προς κομμουνιστές και άλλους ριζοσπάστες αντιπάλους των Ναζί που είχαν διωχθεί. Η Αντίσταση που τιμάται επίσημα είναι αυτή της 20ης Ιουνίου 1944 (ΣτΜ: η επέτειος της αποτυχημένης απόπειρας κατά του Hitler από ανώτερους αξιωματικούς της Βέρμαχτ, γνωστή και ως Επιχείρηση Βαλκυρία). Με άλλα λόγια, αυτό που συνέβη στους Εβραίους έχει εργαλειοποιηθεί και μεταμορφωθεί σε μια ιδεολογία νομιμοποίησης του παρόντος συστήματος. Αυτή η εργαλειοποίηση ήταν δυνατή μόνο επειδή ο αντισημιτισμός έχει αντιμετωπισθεί κυρίως ως μορφή προκατάληψης, μιας ιδεολογίας αποδιοπομπαίων τράγων – μια άποψη που έχει καλύψει την φυσική σχέση μεταξύ αντισημιτισμού και άλλων πτυχών του Εθνικοσοσιαλισμού.

Από την άλλη η Αριστερά, έτεινε να επικεντρώνεται στη χρησιμότητα του Εθνικοσοσιαλισμού για το καπιταλισμό, τονίζοντας την καταστροφή των οργανώσεων της εργατικής τάξης, τις ναζιστικές οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές, τον επανεξοπλισμό, τον επεκτατισμό, και τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς της κομματικής και κρατικής κυριαρχίας. Στοιχεία συνέχειας μεταξύ του Τρίτου Ράιχ και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας έχουν τονιστεί. Η εξόντωση των Εβραίων, φυσικά δεν έχει αγνοηθεί. Ωστόσο, γρήγορα κατατάχθηκε κάτω από τις γενικές κατηγορίες της προκατάληψης, της διάκρισης και της δίωξης. Με άλλα λόγια, η εξόντωση των Εβραίων έχει αντιμετωπιστεί έξω από το πλαίσιο μιας ανάλυσης του ναζισμού. Ο αντισημιτισμός είναι αντιληπτός ως ένα περιφερειακό, παρά ως κεντρικό σημείο του Εθνικοσοσιαλισμού. Η φυσική σχέση μεταξύ των δυο έχει καλυφθεί και από την Αριστερά.

Και οι δυο αυτές θέσεις μοιράζονται μια κατανόηση του αντισημιτισμού ως σύγχρονης αντιεβραϊκής προκατάληψης, ως ιδιαίτερου παραδείγματος του ρατσισμού γενικότερα. Τονίζουν την μαζική ψυχολογική φύση του αντισημιτισμού με ένα τρόπο ο οποίος αποκλείει την ενσωμάτωση του στην κοινωνικοοικονομική μελέτη του Εθνικοσοσιαλισμού. Στο δεύτερο μισό αυτού του δοκιμίου, θα περιγράψω μια ερμηνεία του σύγχρονου αντισημιτισμού που θα δείξει την εγγενή σύνδεση του με τον Εθνικοσοσιαλισμό, ως μια απόπειρα να υπερβεί αυτή την ερμηνευτική αντίφαση, ως μια προσέγγιση στην κατανόηση της εξόντωσης των Εβραίων της Ευρώπης.

Η αδυναμία της κατανόησης του αντισημιτισμού που περιγράφηκε παραπάνω αναδείχτηκε με ιδιαίτερη καθαρότητα στις συζητήσεις πάνω στην ταινία «Ολοκαύτωμα» μετά από κάθε προβολή της από την δυτικογερμανική τηλεόραση. Τα μέλη των πάνελ ήταν στα καλύτερά τους όταν παρουσίαζαν πληροφορίες: συνθήκες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης· τις δραστηριότητες των Einsatzgruppen και της σύστασής τους (αστυνομία και ως μονάδες των SS)· ο μαζικός φόνος των Ρομά· και οι υλικές δυσκολίες και η έκταση της Εβραϊκής αντίστασης. Ωστόσο έχαναν, όταν προσπαθούσαν να εξηγήσουν την εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης. Αντιμετώπιζαν την ερώτηση κυρίως με όρους έλλειψης πολιτικού σθένους στον πληθυσμό (υπονοώντας έτσι πως η πλειοψηφία του γερμανικού πληθυσμού ήταν τουλάχιστον παθητικά αντίθετη με τον αντισημιτισμό των Ναζί)· ή με γενικούς όρους υποψίας και φόβου για τον Άλλο· ή με όρους ατομικής ψυχολογίας («ο εν δυνάμει Dorf μέσα στον καθένα μας»). Υπήρχε σχετικά μικρή κουβέντα για τον αντισημιτισμό, και καμιά προσπάθεια δεν έγινε να ορίσει τον σύγχρονο αντισημιτισμό πιο στενά και να τον συνδέσει μα τον Ναζισμό. Κατά συνέπεια, το ερώτημα πως μπορούσε να συμβεί ένα τέτοιο πράγμα παρέμεινε αναγκαστικά ρητορικό, ως μια έκφραση ντροπής και τρόμου.

Ο τρόμος και η ντροπή που προκάλεσε η ταινία εστίασε στη συζήτηση πάνω στο ερώτημα αν οι Γερμανοί γνώριζαν τι συνέβαινε στους Εβραίους, ένα ερώτημα που συζητήθηκε έντονα τόσο στη τηλεόραση όσο και στον τύπο. Με το να δείχνει μαζικές εκτελέσεις Εβραίων από τα Einsatzgruppen, το «Ολοκαύτωμα» υπονόμευσε την φαντασία πως η ναζιστική γενοκτονία ήταν υπόθεση μιας απεχθούς ολιγομελούς ομάδας ανθρώπων που δρούσε μέσα σε ένα πλαίσιο ερμητικά κλειστού για τους περισσότερους στρατιώτες όπως και για τον υπόλοιπο γερμανικό πληθυσμό. Το γεγονός πως εκατομμύρια Εβραίοι, Ρώσσοι και Πολωνοί δολοφονήθηκαν ή οδηγήθηκαν στο θάνατο από την ασιτεία, έξω από τα στρατόπεδα με την γνώση, και κατά περιπτώσεις, την ενεργή συμμετοχή της Βέρμαχτ, δεν μπορούσε να μείνει κρυφή από τη δημόσια συνείδηση πλέον. Η δημόσια αντίδραση στο «Ολοκαύτωμα» έκανε ξεκάθαρο πως εκατομμύρια Γερμανών, στην πράξη, γνώριζαν, ακόμη και αν αρκετοί δεν γνώριζαν όλες τις λεπτομέρειες.

Αυτό το γεγονός της επίγνωσης δημιουργεί το πρόβλημα της τυπικής μεταπολεμικής γερμανικής επιμονής στην άγνοια της εξόντωσης των Εβραίων της Ευρώπης και των άλλων ναζιστικών εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Είναι ξεκάθαρο πως αυτή η άρνηση επίγνωσης ήταν μια απόπειρα για άρνηση της ενοχής. Μπορούσε ωστόσο, να λεχθεί, πως ακόμη και αν οι άνθρωποι γνώριζαν, ήταν λίγα αυτά που θα μπορούσαν να κάνουν. Η επίγνωση των ναζιστικών εγκλημάτων δεν συνεπάγεται αναγκαία και ενοχή. Επιπλέον, ποια ήταν η σημασία αυτής της άρνησης της γνώσης μετά τον πόλεμο, όταν οι περισσότεροι άνθρωποι σίγουρα γνώριζαν;

Η μεταπολεμική επιμονή στο ότι δεν γνώριζαν πρέπει μάλλον να ερμηνεύεται ως μια συνεχής επιμονή στο να μη θέλουν να ξέρουν. Το «Δεν ξέραμε» πρέπει να γίνεται κατανοητό ως «συνεχίζουμε να μην δεν θέλουμε να ξέρουμε». Παραδοχή γνώσης – ακόμη και post factum – θα απαιτούσε αναγκαία μια εσωτερική απομάκρυνσή από προηγούμενη ταύτιση και θα οδηγούσε σε πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες. Αν οι άνθρωποι ήταν ανοιχτοί σε αυτή τη γνώση μετά το πόλεμο, που εμφανώς δεν ήταν ίσως να είχε συμβεί, μια μαζική δημόσια αντίδραση στο τρόμο και η απαίτηση για δικαιοσύνη. Ίσως θα ήταν αδύνατο για τόσους πολλούς Ναζί δημόσιους λειτουργούς, δικηγόρους και δικαστές να συνεχίσουν να εξασκούν αυτές τις λειτουργίες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. ο στόχος ήταν η «κανονικότητα» με κάθε κόστος – του είδους που θα επιτυγχάνονταν δίχως να αντιμετωπιστεί το παρελθόν. Η ισχυρή ταυτοποίηση με το παρελθόν δεν ξεπεράστηκε, αλλά απλά θάφτηκε κάτω από ένα πλήθος από Volkswagen.

Το αποτέλεσμα ήταν η ψυχική αυτό-άρνηση και απώθηση. Υπάρχουν πολλές ερμηνείες της φύσης της ψυχικής καταπίεσης: φόβος της τιμωρίας, ντροπή, συνεχιζόμενη ταύτιση ή άρνηση αυτού που ήταν ισχυρή ταύτιση, παρά η υπέρβαση της (η θέση του Mitscherlich για την ανικανότητα για πένθος). Το ότι τέτοια απώθηση υπάρχει δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Έχει προκύψει ένα είδος συλλογικής υπνοβασίας, με την πλειονότητα του πληθυσμού να υπνοβατεί στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, του «οικονομικού θαύματος», της επανεμφάνισης της πολιτικής με την φοιτητική εξέγερση, καταπιέζοντας το παρελθόν.

Αυτός η κατάσταση ύπνωσης έσπασε, έστω και στιγμιαία, με το «Ολοκαύτωμα». Αυτό είναι μάλλον τόσο αποτέλεσμα του χρόνου όσο και της ίδιας της ταινίας. Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, η ιστορία επιβραδύνθηκε. Η πορεία προς τα εμπρός της μεταπολεμικής εποχής – η ταχεία αναδόμηση του κόσμου σε δυο στρατόπεδα· η περίοδος οικονομικής επέκτασης, όταν η ευτυχία επιτυγχάνονταν μέσα από τον καταναλωτισμό· η περίοδος της φοιτητικής και νεανικής εξέγερσης, όταν η ευτυχία επιτυγχάνονταν μέσα από της βιωματική πολιτική – έχει τελειώσει. Το παρελθόν, το οποίο θεωρητικά έχει μείνει πολύ μακριά πίσω, έχει εμφανιστεί ξανά. Ωστόσο, είναι πολύ νωρίς για να καθορίσουμε αν οι αντιδράσεις στο «Ολοκαύτωμα» θα οδηγήσουν στην σύγκρουση με το παρελθόν το οποίο θα έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες, ή θα αποδειχτεί μια παροδική κάθαρση.

II.

Το πρόβλημα της γνώση του ναζιστικού παρελθόντος έχει παίξει πολύ ειδικό ρόλο στην γερμανική Νέα Αριστερά, τέτοιο που δεν είναι αμέσως εμφανής. Αυτό το παρελθόν και η συλλογική ψυχική καταπίεση ήταν πολύ σημαντικά σημεία στην εμφάνιση της Νέας Αριστεράς, παρά το γεγονός πως υπήρχε συζήτηση για τον Ναζισμό και το Ολοκαύτωμα μέσα στην Αριστερά, πολλές πρόσφατες συζητήσεις στην Φρανκφούρτη έχουν αποκαλύψει ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο. Ενώ οι περισσότερες από την παλιότερη γενιά της Νέας Αριστεράς, στη δεκαετία του 1960, απασχολούνταν έντονα με το πρόβλημα, ένας μεγάλος αριθμός, ίσως οι περισσότεροι, της νεότερης γενιάς πολιτικοποίησε από το 1968 και μετά, δεν είχε δει ντοκιμαντέρ ή διαβάσει έγγραφα για την εξόντωση των Ευρωπαίων Εβραίων. Για αυτή τη γενιά, το «Ολοκαύτωμα» ήταν σοκ. Ήταν η πρώτη φορά που ήρθε αντιμέτωπη με την μοίρα των Εβραίων με απτό και αδυσώπητο τρόπο. Γνώριζαν, φυσικά, αλλά μόνο γενικότητες. Η πραγματικότητα του τρόμου δεν είχε αντιμετωπιστεί ποτέ με απτό τρόπο. Η απουσία αυτής της αντιπαράθεσης απεικονίζονταν στην αντιμετώπιση της ιστορίας από την μετά 1968 γερμανικής Νέας Αριστεράς και στην κατανόηση της του Εθνικοσοσιαλισμού.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές εκείνης του 1970 η Νέα Αριστερά αφιέρωσε μεγαλύτερη προσοχή στην ιστορία του εργατικού κινήματος, ιδιαίτερα από το 1918 ως το 1923, και στην αντίσταση εναντίον των Ναζί, από ότι στην ιστορία του ίδιου του Εθνικοσοσιαλισμού. Η μελέτη της ιστορίας έγινε η αναζήτηση ταυτοποίησης – μια αναζήτηση που ήταν ιδιαίτερα ισχυρή, με δεδομένο το ναζιστικό παρελθόν. Μια ιστορική αντιπαράθεση, ωστόσο, με το Τρίτο Ράιχ αποφεύχθηκε. Η εστίαση στις επαναστατικές στιγμές που ακολούθησαν τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο απέκρυψαν το γεγονός πως αυτή η ιστορία ήρθε στο τέλος της, το αργότερο το 1933 και δεν αντιπροσωπεύει πλέον μια ζωντανή ιστορική παράδοση – είτε στην Ομοσπονδιακή είτε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η ανάγκη για ταύτιση οδήγησε στην έμφαση στην αντίσταση στον Hitler, η οποία αποφεύγει τον συμβιβασμό με την δημοφιλία του ναζιστικού καθεστώτος. Επίσης εξυπηρετεί για να εμποδίσει μια κατανόηση της κατάστασης των Εβραίων στην Ευρώπη μεταξύ 1933 και 1945. Η «έλλειψη Εβραϊκής αντίστασης» έγινε μια έμμεση κατηγορία παρά μια αφετηρία για πιο προσεκτική διερεύνηση.

Η έλλειψη πραγματικής γνώσης για τις ναζιστικές πολιτικές δραστηριότητες στην Πολωνία και στη Σοβιετική Ένωση, στα γκέτο και στα στρατόπεδα εξόντωσης, οδήγησε σε μια ατελή εικόνα του Ναζισμού. Το αποτέλεσμα ήταν μια ανάλυση του Εθνικοσοσιαλισμού που βασίζονταν σε εκείνες τις στιγμές που το φαινόμενο ήταν πιο εμφανές κατά τα χρόνια 1933-39: ένα τρομοκρατικό, γραφειοκρατικό αστυνομικό κράτος που λειτουργεί για τα άμεσα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, βασισμένου σε ολοκληρωτικές δομές, εξυμνώντας την οικογένεια και χρησιμοποιώντας τον ρατσισμό ως μέσο κοινωνικής συνοχής. Αυτό το είδος ανάλυσης ενισχύθηκε ιδιαίτερα από την κομμουνιστική συνήθεια να μιλά για φασισμό αντί για Ναζισμό, τονίζοντας έτσι την ταξική του λειτουργία σε αποκλεισμό των άλλων σημείων του. Με άλλα λόγια, τόσο οι μη δογματικοί Αριστεροί όσο και οι ορθόδοξοι Μαρξιστές έτειναν να αντιμετωπίζουν τον αντισημιτισμό ως επιφαινόμενο του Εθνικοσοσιαλισμού. Έτσι, τα ναζιστικά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας απομονώθηκαν από την κοινωνικοοικονομική εξέταση του Εθνικοσοσιαλισμού. Ένα αποτέλεσμα είναι πως τα στρατόπεδα εξόντωσης εμφανίζονται ως περιπτώσεις ιμπεριαλιστικής (ή απολυταρχικής) μαζικής δολοφονίας γενικότερα, ή παραμένουν ανεξήγητα.

Η επιμονή σε μια αντιπαράθεση με την ειδικότητα του Ναζισμού και την εξόντωση των Ευρωπαίων Εβραίων, συχνά παρερμηνεύεται στην Γερμανία – και από την Αριστερά επίσης – ως κατηγορία πως ο τρόμος, ο μαζικός φόνος, ο ρατσισμός και ο απολυταρχισμός είναι γερμανικό μονοπώλιο, μια παρανόηση που προκαλεί αμυντικές αντιδράσεις. Ένα τυπικό παράδειγμα: η αναφορά του Ναζισμού σε ένα Γερμανό ακολουθείται αμέσως από «απαντήσεις» με παραδείγματα άλλων θηριωδιών σε Βιετνάμ και Παλαιστίνη, κλπ. οι θεωρίες της Αριστεράς επίσης τείνουν να εκφράζουν αυτή την αμυντικότητα. Οι αντικειμενιστικές θεωρίες είτε γκρεμίζουν το θεώρημα του Horkheimer που συνδέει το φασισμό με τον καπιταλισμό σε μια θεωρούμενη ταυτότητα, ή διαμεσολαβούν τους δυο με οικονομίστικο τρόπο. Οι υποκειμενιστικές θεωρίες (όπως για παράδειγμα, του Theweleit, η οποία αντιμετωπίζει τον Ναζισμό με όρους αρσενικής φαντασίας) επίσης αγνοούν την ειδικότητα του Εθνικοσοσιαλισμού. Το Τρίτο Ράιχ καταλήγει να ταυτιστεί με το κεφάλαιο ή την πατριαρχία, δηλαδή να γίνει αντιληπτό με ιστορικά μη συγκεκριμένους όρους.

Η ίδια η θεωρία έχει γίνει ένα είδος ψυχικής καταπίεσης. Έννοιες έχουν χρησιμοποιηθεί για να μπλοκάρουν μια αδιαμεσολάβητη αντίληψη του Ναζισμού παρά να χρησιμοποιηθούν για την συλλήψη αυτής της πραγματικότητας και να την καταστήσουν κατανοητή. Αυτή η μεταμόρφωση της χρήσης της ανάλυσης προέκυψε, κατά την γνώμη μου, από την από την απέχθεια και την ενοχή που ένιωθε η μεταπολεμική γενιά σε σχέση με το ναζιστικό παρελθόν. Αυτή η αίσθηση ενοχής ήταν δυσνόητη και δύσκολη στην αντιμετώπιση, επειδή δεν ήταν το αποτέλεσμα πραγματικής ενοχής. Ο συνδυασμός απέχθειας και ενοχής οδήγησε σε ένα ενδιαφέρον για το Ναζισμό – αλλά χαρακτηριζόμενο από αμυντικές αντιδράσεις οι οποίες εμπόδιζαν ένα συμβιβασμό με την ειδικότητα του παρελθόντος. Μια παραδοχή αυτής της ειδικότητας συσχετίστηκε με την παραδοχή ενοχής. Το αποτέλεσμα είναι μια τάση να αντιμετωπίζεται ο Ναζισμός ως μια κενή γενικότητα, που σχετίζεται με τον καπιταλισμό, την γραφειοκρατία και απολυταρχικές δομές – μια μεγεθυμένη μορφή της «κανονικότητας» που όλοι γνωρίζουμε. Η ειδικότητα του γερμανικού παρελθόντος όχι μόνο αποφευχθεί, αλλά ο όρος «φασισμός» είναι το αντικείμενο ρητορικού πληθωρισμού ο οποίος υποτίμησε την έννοια του. Από την μια, αυτή η μονόπλευρη έμφαση στα παραπάνω σημεία του Εθνικοσοσιαλισμού αγνόησε τις αντιαστικές πτυχές του: την επανάσταση, το μίσος για το Κατεστημένο και την μονοτονία της καπιταλιστικής καθημερινής ζωής. Από την άλλη, η πάλη εναντίον του καπιταλιστικού παρόντος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ένα παρόν με σημαντικά στοιχεία συνέχειας με το ναζιστικό παρελθόν, μπορεί να ερμηνευτεί ως άμεση πάλη εναντίον του φασισμού, μια προσπάθεια να αντισταθμιστεί σήμερα η έλλειψη γερμανικής αντίστασης τότε. Τέτοιες τάσεις επηρέασαν έντονα την πολιτική συζήτηση στην Φρανκφούρτη κατά την δεκαετία του 1970, η οποία καθορίστηκε σε ένα μεγάλο βαθμό από την αντιπαράθεση με την θεωρία, την στρατηγική και τις τακτικές της Δυτικογερμανικής αντίστασης.

Ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής δραστηριότητας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία παρουσιάζεται με όρους του «μαθαίνοντας από το παρελθόν». Τα σημεία ενδιαφέροντος του πολιτικού προβληματισμού και δραστηριότητας στην Δυτική Γερμανία σήμερα είναι οι αγώνες εναντίον της καταπίεσης, του Berufsverbot (ΣτΜ: μπορεί να αποδοθεί ως επαγγελματικός αποκλεισμός, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία μέλη ή συμπαθούντες ριζοσπαστικών οργανώσεων αποκλείονταν από τον δημόσιο τομέα), την καταστολή των πολιτικών ελευθεριών, των δικαστικών διαδικασιών, την απάνθρωπη κακομεταχείριση πολιτικών κρατούμενων (πρακτικά, όλων των κρατούμενων), διακρίσεις εναντίον των ξένων εργατών, του ρατσισμού, και της ατομικής ενέργειας τόσο σε επίπεδο πολιτικών όσο και οικολογικών συνεπειών. Απαιτούν όμως γνώση του Ναζιστικού παρελθόντος; Φυσικά όλες τους στρέφονται κατά του απολυταρχικού κράτους. Αυτή η αποφασιστικότητα όμως δεν ξεπερνά εκείνη του Εθνικοσοσιαλισμού. Το να παρουσιάζεις αυτές τις εκστρατείες – όσο σημαντικές και αν είναι – ως «μαθήματα από το παρελθόν» είναι περίπου ισοδύναμη και με, γιατί εδώ το μάθημα είναι πολύ γρήγορο και αντιπροσωπεύει, εν μέρει, μια διαφυγή από την ειδικότητα του παρελθόντος.

Τα αποτελέσματα αυτής της διαφυγής είναι ασαφή. Αμφιβάλω αν υπάρχει μια άλλη Αριστερά στη Δύση τόσο ανοιχτή προς, και ενήμερη για, τις εξελίξεις στις άλλες χώρες, όπως αυτή στην Δυτική Γερμανία. Όμως, κάποιος μπορεί να αισθανθεί μια υποβόσκουσα απελπισία, μια αναζήτηση ταυτότητας, στο βαθμό που μεγάλα τμήματα της μη δογματικής Αριστεράς έχουν προσπαθήσει να συνδεθούν με εξελίξεις στο εξωτερικό με αδιαμεσολάβητο τρόπο – από το ιταλικό «Καυτό Φθινόπωρο» του 1969, ως τους Πάνθηρες, την Παλαιστίνη, την Πορτογαλίας, εναλλακτικά εγχειρήματα στις ΗΠΑ, τους Ιταλούς «μητροπολιτικούς Ινδιάνους», την γαλλική «Νέα Φιλοσοφία» κλπ.

Αυτά τα προβλήματα μάθησης και καταπίεσης, διαφυγής και αναζήτησης ταυτότητας, εκφράστηκαν πιο καθαρά στην στάση της Γερμανικής Νέας Αριστεράς προς το Ισραήλ. Καμιά δυτική Αριστερά δεν ήταν πιο φιλοσημιτική και φιλοσιωνιστική πριν από το 1967. Ίσως καμιά δεν ταυτίστηκε πιο έντονα με τον παλαιστινιακό σκοπό στη συνέχεια. Αυτό που ονομάστηκε «αντισιωνισμός» ήταν πρακτικά τόσο συναισθηματικά και φυσικά φορτισμένος που πήγε πέρα από τα όρια μιας πολιτικής και κοινωνικής κριτικής του Σιωνισμού. Η ίδια η λέξη έγινε εξίσου αρνητικά φορτισμένη όσο και ο Ναζισμός, σε μια χώρα που η Αριστερά θα έπρεπε να γνωρίζει καλύτερα. Η χρονική στιγμή της αναστροφής ήταν ο πόλεμος του 1967. Θα έλεγα πως μια διεργασία ψυχολογικής αναστροφής έλαβε χώρα στην οποία οι Εβραίοι ως νικητές ταυτίστηκαν με το ναζιστικό παρελθόν – θετικά από την γερμανική Δεξιά, αρνητικά από την Αριστερά. Τα θύματά τους, οι Παλαιστίνιοι, ταυτίστηκαν με τους Εβραίους. Είναι σημαντικό από αυτή την άποψη πως αυτό που πυροδότησε αυτή την αναστροφή ήταν η εκδίωξη και το μαρτύριο των Παλαιστίνιων το οποίο, εν τέλει, είχε αρχίσει πολύ πριν το 1967. Ήταν μάλλον το νικηφόρο «Blitzkrieg» των Ισραηλινών. Ο φιλοσημιτισμός έδειξε το άλλο του πρόσωπο: αν οι Εβραίοι δεν είναι τα θύματα και ως εκ τούτου ηθικοί, και αν οι Ισραηλινοί ήταν βάναυσοι και ρατσιστές, πρέπει να είναι «Ναζί». Επιπλέον μετά την μάχη του Κάραμεχ το 1968, οι Παλαιστίνιοι αποδείχτηκαν πως ήταν οι «καλύτεροι Εβραίοι» – αντιστάθηκαν. Επιτέλους παρουσιάστηκε μια ευκαιρία για ταύτιση με τους «Εβραίους» και με την αντίστασή τους. Ο αγώνας κατά του Σιωνισμού μεταμορφώθηκε στον επιθυμητό αγώνα εναντίον του ναζιστικού παρελθόντος, απελευθερωμένο από την ενοχή.

Αυτός ο κύκλος ψυχικής αναστροφής εμφανίστηκε πιο γκροτέσκα στην Εντέμπε το 1976. Ένα αεροπλάνο της Air France είχε πέσει θύμα αεροπειρατίας και όλοι οι μη Εβραίοι επιβάτες είχαν απελευθερωθεί. Οι όμηροι που κρατήθηκαν ήταν οι Εβραίοι επιβάτες. (Όχι απλά οι Ισραηλινοί επιβάτες, που από μόνο του ήταν αρκετά άσχημο). Η διαδικασία της «επιλογής» έγινε, μεταξύ άλλων από δυο νεαρούς Γερμανούς αριστερούς, λιγότερο από τέσσερις δεκαετίες μετά το Άουσβιτς! Δεν υπήρξε καμιά δημόσια αρνητική αντίδραση… για να μη πω γενικότερη κατακραυγή – μέσα στην Γερμανική Νέα Αριστερά. Τα «μαθήματα από το παρελθόν» απέτυχαν να υλοποιηθούν. Είχαν εμποδιστεί από την ενοχή, παρακωλυθεί από την άγνοια, και καταπιεστεί από την ακατανίκητη ανάγκη για αδιαμφησβήτητη ταύτιση.

Μπορεί τα άμεσα προβλήματα που έχει μπροστά της η Γερμανική Αριστερά να έχουν περισσότερα να κάνουν με έναν όλο και περισσότερο απολυταρχικό, τεχνοκρατικό καπιταλισμό, από ότι με το Ναζισμό και τον αντισημιτισμό. Ωστόσο, το βάρος του παρελθόντος αυτού είναι πολύ μεγάλο για να αγνοηθεί· η προσπάθεια για να παραμεριστεί το παρελθόν ώστε να αντιμετωπιστεί το παρόν δεν έχει φέρει αποτέλεσμα. Το καταπιεσμένο παρελθόν παρέμεινε, συνέχισε να λειτουργεί υπόγεια, και βοήθησε να καθοριστεί ο τρόπος αντιμετώπισης του παρόντος.

ΙΙΙ.

Μια σημαντική πτυχή στην αντιμετώπιση αυτού του παρελθόντος θα περιλάμβανε ένα συμβιβασμό με τον αντισημιτισμό και τη σχέση του με τον Εθνικοσοσιαλισμό, για να γίνει μια προσπάθεια κατανόησης της εξολόθρευσης των Ευρωπαίων Εβραίων. αυτό δεν μπορεί να γίνει για όσο ο αντισημιτισμός γίνεται για όσο ο αντισημιτισμός είναι αντιληπτός ως ένα παράδειγμα ρατσισμού sans phrase (ΣτΜ: δίχως άλλη ανάλυση) και για όσο ο Ναζισμός είναι αντιληπτός με όρους μεγάλου κεφαλαίου και ενός τρομοκρατικού γραφειοκρατικού, αστυνομικού κράτους. Το Άουσβιτς, το Μπέλζεκ, το Κέλμνο, το Μαϊντάνεκ, το Σόριμπορ και η Τρεμπλίνκα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται έξω από το πλαίσιο μιας ανάλυσης του Εθνικοσοσιαλισμού. Αντιπροσωπεύουν ένα από τα λογικά του άκρα, όχι απλά το πιο τρομερό επιφαινόμενο του. Καμιά ανάλυση του Εθνικοσοσιαλισμού που δεν μπορεί να αιτιολογήσει την εξολόθρευση των Ευρωπαίων Εβραίων δεν είναι εντελώς ικανοποιητική.

Η πρόθεσή μου εδώ δεν είναι να εξηγήσω γιατί ο Ναζισμός και ο σύγχρονος αντισημιτισμός κατόρθωσαν να ανέβουν και να ηγεμονεύσουν στην Γερμανία. Μια τέτοια προσπάθεια θα απαιτούσε μια ανάλυση της ειδικότητας της εξέλιξης της γερμανικής ιστορίας, για την οποία έχουν γραφτεί πολλά. Ο σκοπός σε αυτό το δοκίμιο, αντίθετα, είναι να εξεταστεί τι ήταν αυτό που πέτυχε να κάνει την τομή – δηλαδή, να προτείνω μια ανάλυση εκείνων των στοιχείων του σύγχρονου αντισημιτισμού που δείχνει την φυσική του σχέση με τον Εθνικοσοσιαλισμό, ως μια προσέγγιση να κατανοηθεί η εξόντωση των Ευρωπαίων Εβραίων. Μια τέτοια εξέταση είναι αναγκαία προϋπόθεση για κάθε πλήρως ικανοποιητική ανάλυση του γιατί πέτυχε στη Γερμανία.

Το πρώτο βήμα πρέπει να είναι ένας ορισμός του Ολοκαυτώματος και του σύγχρονου αντισημιτισμού. Η έλλειψη σοβαρής και εντατικής σκέψης του σύγχρονου αντισημιτισμού κάνει ανεπαρκή κάθε προσπάθεια για κατανόηση της εξολόθρευσης των Ευρωπαίων Εβραίων. Το πρόβλημα δεν πρέπει να τίθεται ποσοτικά, είτε με βάση τον αριθμό των ανθρώπων που δολοφονήθηκαν ή το βαθμό του μαρτυρίου. Υπάρχουν πολλά ιστορικά παραδείγματα μαζικού φόνου και γενοκτονίας. (Πολλοί περισσότεροι Ρώσσοι από ότι Εβραίοι, για παράδειγμα, δολοφονήθηκαν από τους Ναζί). Το ερώτημα, είναι μάλλον, ποιοτικής ειδικότητας. Συγκεκριμένες πτυχές της εξολόθρευσης των Εβραίων της Ευρώπης από τους Ναζί παραμένουν ανεξήγητα για όσο ο αντισημιτισμός αντιμετωπίζεται ως ειδικό παράδειγμα της προκατάληψης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού γενικότερα, ως παράδειγμα μια στρατηγικής αποδιοπομπαίων τράγων της οποίας τα θύματα θα μπορούσαν να είναι κάλλιστα μέλη οποιασδήποτε άλλης ομάδας.

Το Ολοκαύτωμα χαρακτηρίζονταν από την αίσθηση αποστολής, την σχετική έλλειψη συναισθήματος και το άμεσο μίσος (αντίθετα από τα πογκρόμ, για παράδειγμα) και, κυρίως, την εμφανή έλλειψη πρακτικότητας του. Η εξόντωση των Εβραίων δεν ήταν μέσο για κάποιον άλλο σκοπό. Δεν εξοντώνονταν για στρατιωτικούς σκοπούς, ή ώστε να πάρουν βίαια γη (όπως στην περίπτωση των Αμερικάνων Ινδιάνων και των Τασμανών), ή ώστε να εξαφανίσουν εκείνα τα μέλη του πληθυσμού γύρω από τους οποίους θα μπορούσε να σχηματιστεί εύκολα η αντίσταση ώστε οι υπόλοιποι να είναι εύκολα το αντικείμενο εκμετάλλευσης ως είλωτες (όπως ήταν η ναζιστική πολιτική προς τους Πολωνούς και τους Ρώσους), ή για κάθε άλλο «εξωγενή» σκοπό. Η εξόντωση των Εβραίων όχι μόνο έπρεπε να είναι ολοκληρωτική, αλλά ήταν ο αυτοσκοπός της – εξόντωση για χάρη της εξόντωσης – ένας σκοπός που απαιτούσε απόλυτη προτεραιότητα.

Καμιά λειτουργιστική εξήγηση του Ολοκαυτώματος και καμιά αντισημιτική θεωρία στοχοποίησης δεν μπορεί καν να αρχίσει να εξηγεί γιατί, στα τελευταία χρόνια του πολέμου, όταν οι Γερμανικές στρατιές τρέπονταν σε φυγή από τον Κόκκινο Στρατό, ένα σημαντικό τμήμα του συνόλου των οχημάτων χρησιμοποιούνταν για την μεταφορά Εβραίων στους θαλάμους αερίων, αντί για λογιστική υποστήριξη. Μόλις αυτή η ποιοτική ειδικότητα της εξόντωσης των Εβραίων της Ευρώπης αναγνωριστεί, γίνεται ξεκάθαρο πως οι προσπάθειες εξήγησης που αναφέρονται στον καπιταλισμό, το ρατσισμό, την γραφειοκρατία, την σεξουαλική καταπίεση της αυταρχικής προσωπικότητας, παραμένουν πολύ γενικές. Η ειδικότητα του Ολοκαυτώματος απαιτεί μια πολύ πιο συγκεκριμένη μεσολάβηση ώστε να προσεγγιστεί έστω η κατανόηση του.

Η εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης, συνδέεται φυσικά με την καθημερινή αντιεβραϊκή προκατάληψη. Η ειδικότητα της πρώτης πρέπει να συνδέεται με την δεύτερη. Επιπλέον, ο σύγχρονος αντισημιτισμός πρέπει να είναι κατανοητός με αναφορά στο Ναζισμό ως κίνημα – ένα κίνημα το οποίο, με τους όρους της αυτοκατανόησης του, αντιπροσώπευε μια επανάσταση.

Ο σύγχρονος αντισημιτισμός, που δεν πρέπει να συγχέεται με την καθημερινή αντιεβραϊκή προκατάληψη, είναι μια ιδεολογία, μια μορφή σκέψης, η οποία εμφανίστηκε στην Ευρώπη στα τέλη του 19ου αιώνα. Η εμφάνιση του προϋπόθετε αιώνες προηγούμενων μορφών αντισημιτισμού, ο οποίος ήταν πάντοτε ένα αναπόσπαστο κομμάτι του χριστιανικού δυτικού πολιτισμού. Αυτό που είναι κοινό σε όλες τις μορφές του αντισημιτισμού είναι ο βαθμός δύναμης που αποδίδεται στους Εβραίους: η δύναμη να σκοτώσουν το Θεό, να εξαπολύσουν την βουβωνική πανώλη, και πιο πρόσφατα, να φέρουν τον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό. Με άλλα λόγια, η αντισημιτική σκέψη είναι ιδιαίτερα μανιχαϊστική, με τους Εβραίους να παίζουν το ρόλο των τέκνων του σκότους.

Δεν είναι μόνο ο βαθμός , αλλά και επίσης η ποιότητα της δύναμης που αποδίδεται στους Εβραίους η οποία διακρίνει τον αντισημιτισμό από τις άλλες μορφές ρατσισμού. Πιθανώς όλες οι μορφές ρατσισμού αποδίδουν κάποιου είδους δύναμης στον άλλο. Αυτή η δύναμη, ωστόσο, είναι συνήθως απτή – υλική ή σεξουαλική – η δύναμη των καταπιεσμένων (ως κατεσταλμένων), των Untermenschen. Η δύναμη που αποδίδεται στους Εβραίους δεν είναι μόνο πολύ μεγαλύτερη και «αληθινή», αντίθετα με την εν δυνάμει, είναι διαφορετική. Στον σύγχρονο αντισημιτισμό είναι μυστηριωδώς ακατάληπτη, αφηρημένη και οικουμενική. Αυτή η δύναμη συνήθως δεν εμφανίζεται ως τέτοια, αλλά πρέπει να βρεθεί ένα πραγματικό δοχείο, ένας φορέας, μια μορφή έκφρασης. Επειδή αυτή η δύναμη δεν είναι ορισμένη ξεκάθαρα, δεν είναι «ριζωμένη», είναι τρομακτικής έντασης και είναι τρομερά δύσκολο να ελεγχθεί. Βρίσκεται πίσω από τα γεγονότα, αλλά δεν είναι όμοια με αυτά. Η πηγή της είναι έτσι κρυμμένη – συνωμοτική. Οι Εβραίοι αντιπροσωπεύουν μια ιδιαίτερα ισχυρή, ακατάληπτη, διεθνή συνωμοσία.

Ένα γλαφυρό παράδειγμα αυτής της εικόνας προσφέρεται από μια ναζιστική αφίσα η οποία απεικονίζει τη Γερμανία – με την μορφή ενός δυνατού, έντιμου εργάτη – που απειλούνταν από τα δυτικά από έναν παχύσαρκο, πλουτοκράτη Τζόν Μπούλ (ΣτΜ: η μεταφορική οπτική απεικόνιση της Αγγλίας, αντίστοιχη με τον Θείο Σαμ), και από τα ανατολικά από έναν πρωτόγονο, βάρβαρο Μπολσεβίκο Κομισάριο. Όμως, αυτές οι δύο εχθρικές δυνάμεις είναι απλές μαριονέτες. Κοιτώντας πάνω από τα άκρα της υδρογείου με τα νήματα που κινεί τις μαριονέτες να βρίσκονται σταθερά στα χέρια του Εβραίου. Αυτή η εικόνα δεν ήταν φυσικά μονοπώλιο των Ναζί. Είναι χαρακτηριστικό του σύγχρονου αντισημιτισμού πως οι Εβραίοι θεωρούνται πως είναι η δύναμη πίσω από αυτά τα «προφανή» αντίθετα: πλουτοκρατικός καπιταλισμός και σοσιαλισμός. Ο «Διεθνής Εβραϊσμός», επιπλέον είναι αντιληπτή ως συγκεντρωμένη στην «ασφάλτινη ζούγκλα» των πρόσφατα εμφανισμένων αστικών μεγαλουπόλεων, πως βρίσκονταν πίσω από την «χυδαία, υλιστική, σύγχρονη κουλτούρα» και, γενικά, όλες οι δυνάμεις που συμβάλουν στην παρακμή των παραδοσιακών κοινωνικών ομαδοποιήσεων, αξιών και θεσμών. Οι Εβραίοι αντιπροσωπεύουν μια ξένη, επικίνδυνη, καταστροφική δύναμη υποσκάπτουν την κοινωνική «υγεία» του έθνους. Ο σύγχρονος αντισημιτισμός, τότε, χαρακτηρίζεται όχι μόνο από το κοσμικό του περιεχόμενο, αλλά επίσης από το συστηματικό του χαρακτήρα. ο ισχυρισμός της είναι να εξηγήσει το κόσμο – ένα κόσμο ο οποίος έχει γίνει πολύ γρήγορα πολύ πολύπλοκος και απειλητικός για πολλούς ανθρώπους.

Η περιγραφική αποφασιστικότητα του σύγχρονου αντισημιτισμού, αν και απαραίτητα ώστε να διαφοροποιηθεί από την προκατάληψη ή του ρατσισμού γενικά, είναι από μόνη της ανεπαρκής να δείξουν την εγγενή σχέση με τον Εθνικοσοσιαλισμό. Δηλαδή, ο στόχος της υπέρβασης της εθιμικής διάκρισης μεταξύ μιας κοινωνικοϊστορικής ανάλυσης του Ναζισμού και μιας εξήγησης του αντισημιτισμού, σε αυτό το επίπεδο, δεν έχει επιτευχθεί ακόμη.

Αυτό που απαιτείται είναι μια εξήγηση του αντισημιτισμού που περιγράφηκε παραπάνω η οποία είναι ικανή να διαμεσολαβήσει τους δυο. Πρέπει να βασίζεται ιστορικά στις ίδιες κατηγορίες οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να εξηγήσουν τον Εθνικοσοσιαλισμό. Η πρόθεση δεν είναι να ακυρωθεί η κοινωνικοψυχολογική ή η ψυχαναλυτική εξήγηση, αλλά αντίθετα να φωτιστεί ένα ιστορικο-επιστημολογικό πλαίσιο αναφοράς μέσα στο οποίο μπορούν να επιτευχθούν επιπλέον ψυχολογικές διευκρινήσεις. Ένα τέτοιο πλαίσιο αναφοράς πρέπει να είναι σε θέση να είναι σε θέση να αιτιολογήσει το ειδικό περιεχόμενο του σύγχρονου αντισημιτισμού και πρέπει να είναι ιστορικό, δηλαδή πρέπει να συμβάλει σε μια κατανόηση του γιατί αυτή η ιδεολογία έγινε τόσο συνηθισμένη όταν έγινε – ξεκινώντας από τα τέλη του 19ου αιώνα. Στην απουσία ενός τέτοιου πλαισίου, όλες οι άλλες αιτιολογικές προσπάθειες εστιασμένες στην υποκειμενικότητα παραμένουν ιστορικά απροσδιόριστες. Αυτό που απαιτείται έτσι είναι μια εξήγηση με όρους κοινωνικο-ιστορικής επιστημολογίας.

Μια πλήρης ανάπτυξη της προβληματικής του αντισημιτισμού θα πήγαινε πέρα από τα όρια αυτού το δοκιμίου. Η ουσία του θέματος που αναπτύσσεται εδώ είναι, ωστόσο, αυτό της προσεχτικής εξέτασης της σύγχρονης αντισημιτικής κοσμοθεωρίας αποκαλύπτει πως είναι μια μορφή σκέψης στην οποία η ταχεία ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού με όλες τις κοινωνικές επιπτώσεις προσωποποιείται και ταυτοποιείται ως ο Εβραίος. Δεν είναι μόνο ότι όλοι οι Εβραίοι θεωρούνται οι ιδιοκτήτες του χρήματος, όπως στον παραδοσιακό αντισημιτισμό, αλλά είναι υπεύθυνοι για τις οικονομικές κρίσεις και ταυτίζονται με όλο το φάσμα κοινωνικής ανακατάταξης και εκτόπισης που προκύπτει από την γρήγορη εκβιομηχάνιση: εκρηκτική αστικοποίηση, παρακμή των παραδοσιακών κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, η εμφάνιση ενός μεγάλου, όλο και πιο οργανωμένου εργατικού προλεταριάτου, κλπ. Με άλλα λόγια, η αφηρημένη κυριαρχία του κεφαλαίου, η οποία – ιδιαίτερα με την γρήγορη εκβιομηχάνιση – αιχμαλώτισε τους ανθρώπους σε ένα ιστό δυναμικών δυνάμεων που δεν μπορούσαν να αντιληφθούν, έγινε αντιληπτή ως η κυριαρχία του Διεθνούς Εβραϊσμού. Αυτό ήταν ιδιαίτερα πραγματικό σε χώρες όπως η Γερμανία, στην οποία η εξέλιξη του βιομηχανικού καπιταλισμού δεν ήταν απλά γρήγορη, αλλά συνέβη στην απουσία μια προηγούμενης αστικής επανάστασης και των επακόλουθων ηγεμονικών φιλελεύθερων αξιών και πολιτικής κουλτούρας.

Αυτό ωστόσο δεν είναι παρά μια πρώτη προσέγγιση. Η προσωποποίηση έχει περιγραφεί, δεν έχει όμως ακόμη εξηγηθεί. Δεν έχει αιτιολογηθεί επιστημολογικά. Υπήρξαν πολλές απόπειρες για μια εξήγηση. Το πρόβλημα με αυτές τις θεωρίες, όπως αυτή του Max Horkheimer, η οποία εστιάζει στην ταύτιση των Εβραίων με το χρήμα και τη σφαίρα κυκλοφορίας, είναι πως δεν μπορούν να εξηγήσουν την ιδέα πως οι Εβραίοι αποτελούν την εξουσία πίσω από την σοσιαλδημοκρατία και το κομμουνισμό. Με μια πρώτη ματιά, αυτές οι θεωρίες, όπως αυτή του George Mosse, οι οποίες ερμηνεύουν το σύγχρονο αντισημιτισμό ως επανάσταση εναντίον του σύγχρονου τρόπου ζωής, φαίνονται πιο ικανοποιητικές. Το πρόβλημα ωστόσο, με αυτή την προσέγγιση είναι πως «το σύγχρονο» που φυσικά περιλαμβάνει το βιομηχανικό κεφάλαιο, όπως είναι ευρέως γνωστό, δεν αποτελούσε αντικείμενο αντισημιτικών επιθέσεων, ακόμη και κατά την εποχή της γρήγορης εκβιομηχάνισης. Αυτό που απαιτείται, τότε, είναι μια προσέγγιση η οποία επιτρέπει μια διάκριση μεταξύ του τι είναι ο σύγχρονος καπιταλισμός και του τρόπου με τον οποίο εμφανίζεται, μεταξύ της ουσίας και της εμφάνισης του. Η ιδέα του «σύγχρονου» δεν επιτρέπει έναν τέτοιο διαχωρισμό.

Αυτοί οι προβληματισμοί μας οδηγούν στην αντίληψη του φετίχ του Marx, την στρατηγική πρόθεση η οποία θα πρόσφερε μια κοινωνική και ιστορική θεωρία γνώσης βασισμένη στη διαφορά μεταξύ της ουσίας των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και της εκφραζόμενης μορφής τους. όταν κάποιος εξετάζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δύναμης που αποδίδεται στους Εβραίους από το σύγχρονο αντισημιτισμό – ασάφεια, ακαταληπτότητα, οικουμενικότητα, κινητικότητα – είναι εντυπωσιακό πως όλα είναι χαρακτηριστικά της αξιακής διάστασης των κοινωνικών μορφών που ανέλυσε ο Marx. Επιπλέον, αυτή η διάσταση – όπως η υποτιθέμενη δύναμη των Εβραίων – δεν εμφανίζεται ως τέτοια, αντίθετα είναι πάντοτε με την μορφή ενός υλικού φορέα, όπως το εμπόρευμα. Ο φορέας έτσι έχει «διπλό χαρακτήρα» – αξία και χρηστική αξία.

Στο σημείο αυτό μπορούμε να ξεκινήσουμε με μια σύντομη ανάλυση του τρόπου με τον οποίο οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις παρουσιάζονται ώστε να εξηγήσουν την προσωποποίηση που περιγράφεται παραπάνω και να επιλύσουν το πρόβλημα του γιατί ο σύγχρονος αντισημιτισμός, ο οποίος στρέφεται εναντίον τόσων πτυχών του «σύγχρονου», ήταν τόσο ορατά σιωπηλός, ή ήταν θετικός, αναφορικά με το βιομηχανικό κεφάλαιο και την σύγχρονη τεχνολογία.

Θα ξεκινήσω με το παράδειγμα της μορφής του εμπορεύματος. Η διαλεκτική ένταση μεταξύ της αξίας και της χρηστικής αξίας στο εμπόρευμα απαιτεί πως αυτός ο «διπλός χαρακτήρας» θα εξωτερικεύεται υλικά με την μορφή της αξίας, όπου εμφανίζεται «διπλή μορφή» χρημάτων (η οπτική μορφή της αξίας) και το εμπόρευμα (η οπτική μορφή της αξίας χρήσης). Η συνέπεια αυτής της εξωτερίκευσης είναι πως το εμπόρευμα, αν και είναι μια κοινωνική μορφή που εκφράζει τόσο αξία όσο και αξία χρήσης, μοιάζει να περιέχει μόνο τη δεύτερη, δηλαδή, μοιάζει ως απόλυτα υλική και «αντικειμενική»· τα χρήματα, από την άλλη, εμφανίζονται έτσι ως το μόνο απόθεμα αξίας, δηλαδή ως εκδήλωση του καθαρά αφηρημένου, παρά ως εξωτερική μορφή εκδήλωσης της διάστασης της αξίας του ίδιου του εμπορεύματος. Η μορφή των υλοποιημένων κοινωνικών σχέσεων ειδικών στον καπιταλισμό εμφανίζεται – σε αυτό το επίπεδο ανάλυσης – ως η αντίθεση μεταξύ χρημάτων, ως αφηρημένου, ως η «ρίζα κάθε κακού», και «εμπράγματη» φύση. Οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις μοιάζουν να βρίσκουν την έκφρασή τους μόνο στην αφηρημένη διάσταση – για παράδειγμα ως χρήματα και ως εξωτερικευμένοι, αφηρημένοι, οικουμενικοί «νόμοι».

Μια πτυχή του φετίχ, είναι έτσι το ότι οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις δεν εμφανίζονται ως τέτοιες και, επιπλέον, παρουσιάζονται αντιφατικά, ως η αντίθεση του αφηρημένου και του απτού. Επειδή, επιπλέον, και οι δυο πλευρές της αντίφασης είναι αντικειμενοποιημένες, η κάθε μια μοιάζει να είναι ημι-φυσική: η αφηρημένη διάσταση εμφανίζεται με τη μορφή «αντικειμενικού», «φυσικών νόμων»· η απτή διάσταση εμφανίζεται ως αγνή «εμπράγματη» φύση. Η δομή των αποξενωμένων κοινωνικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό έχει τη μορφή μιας ημισφυσικής αντίφασης στην οποία το κοινωνικό και το ιστορικό δεν εμφανίζονται. Αυτή η αντίφαση ανακεφαλαιώνεται ως η αντίθεση μεταξύ θετικιστικών και ρομαντικών μορφών σκέψης. Πιο κριτικές αναλύσεις της φετιχοποιημένης σκέψης έχουν συγκεντρωθεί σε αυτό το στέλεχος αντίφασης η οποία δίνει υπόσταση στο αφηρημένο ως διαϊστορικό – η αποκαλούμενη θετική αστική σκέψη – και κατά αυτό το τρόπο μεταμφιέζει το κοινωνικό και ιστορικό χαρακτήρα είναι οι υπάρχουσες σχέσεις. Στο δοκίμιο αυτό, θα τονιστεί το άλλο στέλεχος – αυτό των μορφών του ρομαντισμού και της επανάστασης οι οποίες, με όρους αυτοκατανόησης, είναι αντιαστικές, αλλά που στην πράξη δίνουν υπόσταση στο απτό και έτσι παραμένουν δεσμευμένες με την αντίφαση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.

Μορφές της αντικαπιταλιστικής σκέψης που παραμένουν προσδεμένες σε αυτή την αντίφαση τείνουν να αντιλαμβάνονται τον καπιταλισμό, και αυτό που είναι ειδικό σε αυτό το κοινωνικό σχηματισμό, μόνο με όρους της έκφρασης της αφηρημένης διάστασης της αντίφασης. Η υπάρχουσα απτή διάσταση τότε αντιτίθεται θετικά απέναντί της ως η «φυσική» ή οντολογικά ανθρώπινη, η οποία βρίσκεται έξω από την ειδικότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Έτσι, όπως με τον Proudhon για παράδειγμα, η πραγματική εργασία είναι αντιληπτή ως το μη καπιταλιστικό στοιχείο το οποίο είναι αντίθετο από την ασάφεια του χρήματος. Αυτή η ίδια η πραγματική εργασία ενσωματώνει και είναι υλικά διαμορφωμένη από τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις δεν είναι κατανοητή.

Με την περεταίρω ανάπτυξη του καπιταλισμού, της κεφαλαιακής μορφής και του σχετιζόμενου φετίχ, η φυσιολογικοποίηση που είναι έμφυτη στο φετίχ του εμπορεύματος γίνεται όλο και περισσότερο βιολογικοποιημένη. Η μηχανική κοσμοθεωρία του 17ου και του 18ου αιώνα αρχίζει να υποχωρεί· η οργανική διαδικασία αρχίζει να υποκαθιστά τη μηχανική στασιμότητα με την μορφή του φετίχ. Η διείσδυση των φυλετικών θεωριών και η άνοδος του Κοινωνικού Δαρβινισμού στα τέλη του 19ου αιώνα είναι σημεια ενδιαφέροντος. Η κοινωνία όπως και η ιστορική διεργασία γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτή με βιολογικούς όρους. Δεν θα αναπτύξω αυτή την πτυχή του φετίχ του κεφαλαίου περισσότερο. Για τους σκοπούς μας αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι οι επιπτώσεις για το πως γίνεται αντιληπτό το κεφάλαιο. Όπως φάνηκε παραπάνω, στο λογικό επίπεδο της ανάλυσης του εμπορεύματος, ο «διπλός χαρακτήρας» επιτρέπει η πραγματική εργασία να παρουσιάζεται ως απόλυτα υλική, δημιουργική διεργασία, ξεχωριστή από καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, και επιτρέπει το εμπόρευμα να εμφανίζεται ως απόλυτα υλική οντότητα παρά ως η αντικειμενοποίηση διαμεσολαβημένων κοινωνικών σχέσεων. Στο λογικό επίπεδο του κεφαλαίου, αυτός ο «διπλός χαρακτήρας» επιτρέπει στην βιομηχανική παραγωγή να εμφανίζεται ως απόλυτα υλική, δημιουργική διαδικασία, διακριτή από το κεφάλαιο. Το βιομηχανικό κεφάλαιο έτσι εμφανίζεται ως η γραμμική εξέλιξη της «φυσικής» τεχνικής εργασίας, αντίθετα με το «παρασιτικό» χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Όπου το πρώτο εμφανίζεται ως «οργανικά ριζωμένο», το δεύτερο δεν το κάνει. Το ίδιο το κεφάλαιο – ή αυτό που είναι κατανοητό ως η αρνητική πλευρά του καπιταλισμού – είναι αντιληπτός μόνο με όρους της εκφραζόμενης μορφής της αφηρημένης πτυχής του: χρηματοπιστωτικό και τοκισμένο κεφάλαιο. Με την έννοια αυτή, η βιολογική ερμηνεία, η οποία αντιτίθεται στην απτή διάσταση (του καπιταλισμού) ως «φυσική» και «υγιή» απέναντι στον «καπιταλισμό» (όπως είναι αντιληπτός), δεν βρίσκεται σε αντίθεση σε μια εξύμνηση του βιομηχανικού κεφαλαίου και της τεχνολογίας. Και οι δυο είναι στην «εμπράγματη» πλευρά της αντίφασης.

Αυτό είναι παρερμηνεύεται ευρέως. Έτσι, για παράδειγμα, όταν ο Norman Mailer, σε μια υπεράσπιση του νεορομαντισμού (και του σεξισμού) στο The Prisoner of Sex, έγραψε πως ο Hitler μιλούσε φυσικά για το αίμα, αλλά δημιούργησε τη μηχανή. Η ουσία είναι πως, σε αυτή τη μορφή του φετιχοποιημένου áντικαπιταλισμού». ΚΑΙ το αίμα ΚΑΙ η μηχανή αντιμετωπίζονται ως απτές αντιθετικές αρχές προς το αφηρημένο. Η θετική έμφαση στη «φύση», στο αίμα, τη γη, την πραγματική εργασία, και την Gemeinschaft (κοινότητα), μπορεί εύκολα να πάει χέρι-χέρι με την εξύμνηση της τεχνολογίας και του βιομηχανικού κεφαλαίου. Αυτή η μορφή σκέψης, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή ως αναχρονιστική, ως η έκφραση του ιστορικού μη-συγχρονισμού (Ungleichzeitigkeit), περισσότερο από ότι η άνοδος των φυλετικών θεωριών στα τέλη του 19ου αιώνα θα πρέπει να θεωρείται αταβιστική. Ωστόσο, αυτό είναι από μόνο του κομμάτι του φετίχ το οποίο παρουσιάζει το «φυσικό» ως πιο «ουσιαστικό» και πιο κοντά στην προέλευση, και την πορεία της ιστορίας ως αυξανόμενης τεχνητότητας. Τέτοιες μορφές σκέψης έχουν επικρατήσει με την ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού. Είναι εκφράσεις αυτού του αντιφατικού φετίχ, που οδηγεί στην εμφάνιση της ιδέας πως το απτό είναι «φυσικό», και το οποίο εκφράζει όλο και περισσότερο το κοινωνικά «φυσικό» με ένα τρόπο που είναι αντιληπτό με βιολογικούς όρους. Είναι ακριβώς η απόδοση υπόστασης του απτού και η ταύτιση του κεφαλαίου με το εκφραζόμενο αφηρημένο που κάνει αυτή την ιδεολογία τόσο λειτουργική για την ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού σε κρίση. Η Εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία ήταν προς συμφέρον του κεφαλαίου όχι μόνο για το πολύ εμφανή λόγο πως ήταν ακραία αντιμαρξιστική και πως οι Ναζί κατέστρεψαν τις οργανώσεις της γερμανικής εργατικής τάξης. Ήταν επίσης υπέρ των συμφερόντων του κεφαλαίου στη μετάβαση από φιλελεύθερο σε ημικρατικό καπιταλισμό. Η ταύτιση του κεφαλαίου με το εκφραζόμενο αφηρημένο επικαλύπτεται, εν μέρει, με την ταύτιση του με την αγορά. Η επίθεση στο φιλελεύθερο κράτος, ως αφηρημένου, μπορεί να αναπτύξει περισσότερο του παρεμβατικού κράτους, ως απτού. Αυτή η μορφή «αντικαπιταλισμού», έτσι εμφανίζεται απλά να κοιτά προς τα πίσω με λαχτάρα. Ως έκφραση του φετίχ του κεφαλαίου η αληθινή του ορμή είναι προς τα εμπρός. Είναι μια βοήθεια στην μετάβαση σε ημικρατικό καπιταλισμό σε μια κατάσταση δομικής κρίσης.

Αυτή η μορφή «αντικαπιταλισμού», βασίζεται έτσι σε μια μονόπλευρη επίθεση στο αφηρημένο. Το αφηρημένο και το απτό δεν αντιμετωπίζονται ως συστατικά μιας αντίφασης όπου το αληθινό υπερνικά το αφηρημένο – της διάστασης της αξίας – περιλαμβάνει την ιστορική υπέρβαση της ίδιας της αντίφασης όπως και καθενός από τους όρους της. Αντίθετα υπάρχει μια μονόπλευρη επίθεση στον αφηρημένο Λόγο, αφηρημένο νόμο, ή σε άλλο επίπεδο, χρήματα και χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Με την έννοια αυτή είναι αντιφατικά συμπληρωματική στην φιλελεύθερη σκέψη, όπου η κυριαρχία του αφηρημένου παραμένει αδιαμφισβήτητη και η διάκριση μεταξύ θετικού και κριτικού λόγου είναι ανύπαρκτη. Η «αντικαπιταλιστική» επίθεση, ωστόσο, δεν παραμένει περιορισμένη στην επίθεση εναντίον του αφηρημένου. Ακόμη και η αφηρημένη διάσταση επίσης εμφανίζεται υλικά. Στο επίπεδο του φετίχ του κεφαλαίου, είναι μόνο η απτή πλευρά της αντίφασης που φυσιολογικοποιείται και βιολογικοποιείται. Η εκφραζόμενη αφηρημένη πτυχή βιολογικοποιείται και αυτή- ως οι Εβραίοι. Η αντίθεση του απτού υλικού και του αφηρημένου γίνεται η φυλετική αντίθεση των Άριων και των Εβραίων. ο σύγχρονος αντισημιτισμός περιλαμβάνει την βιολογικοποίηση του καπιταλισμού – ο οποίος από μόνος του είναι κατανοητός με τους όρους της έκφρασης της αφηρημένης διάστασης του – ως Διεθνής Εβραϊσμός.

Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, οι Εβραίοι δεν ήταν απλά ταυτισμένοι με το χρήμα, με τη σφαίρα της κυκλοφορίας, αλλά με τον ίδιο τον καπιταλισμό. Ωστόσο, εξαιτίας της φετιχοποιημένης μορφής του, αυτό δεν μοιάζει να περιλαμβάνει την βιομηχανία και την τεχνολογία. Ο καπιταλισμός μοιάζει να είναι μόνο η εκφρασμένη αφηρημένη διάσταση η οποία, με τη σειρά της, ήταν υπεύθυνη για ολόκληρο το φάσμα των απτών κοινωνικών και πολιτιστικών αλλαγών που σχετίζονται με την ταχεία ανάπτυξη του σύγχρονου βιομηχανικού καπιταλισμού. Οι Εβραίοι δεν ήταν απλά αντιπρόσωποι του κεφαλαίου (στην περίπτωση αυτή οι αντισημιτικές επιθέσεις θα ήταν πολύ πιο εστιασμένες ταξικά). Έγιναν η ενσάρκωση της ακατάληπτης, καταστροφικής, ιδιαίτερα πανίσχυρης, και διεθνούς κυριαρχίας του κεφαλαίου ως κοινωνική μορφή. Συγκεκριμένες μορφές αντικαπιταλιστικής δυσαρέσκειας στράφηκε κατά της εκφρασμένης αφηρημένης διάστασης του κεφαλαίου, με την μορφή των Εβραίων, επειδή, με δεδομένη την αντίφαση της αφηρημένης και της απτής διάστασης, ο καπιταλισμός εμφανίζονταν με αυτό το τρόπο – όχι επειδή οι Εβραίοι ταυτίζονταν συνειδητά με την διάσταση της αξίας. Η «αντικαπιταλιστική» ήταν, κατά συνέπεια, επίσης η επανάσταση εναντίον των Εβραίων. Η νίκη επί του καπιταλισμού και των αρνητικών κοινωνικών συνεπειών συνδέθηκε με την νίκη επί των Εβραίων.

IV.

Αν και η έμφυτη σύνδεση μεταξύ του είδους του «αντικαπιταλισμού» που δικαιολογούσε τον Εθνικοσοσιαλισμό, και τον σύγχρονο αντισημιτισμό έχει δειχτεί, το ερώτημα παραμένει γιατί η βιολογική ερμηνεία της αφηρημένης διάστασης του καπιταλισμού βρήκε το στόχο της στους Εβραίους. Αυτή η «επιλογή» ήταν, μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, τυχαία. Οι Εβραίοι δεν μπορούσαν να υποκατασταθούν από οποιαδήποτε άλλη ομάδα. Η μακρά ιστορία του αντισημιτισμού στην Ευρώπη, και η σχετική συσχέτιση των Εβραίων με το χρήμα είναι καλά γνωστή. Η περίοδος της ταχείας επέκτασης του βιομηχανικού κεφαλαίου στο τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα συνέπεσε με την πολιτική και κοινωνική χειραφέτηση των Εβραίων στην κεντρική Ευρώπη. Υπήρχε μια πραγματική έκρηξη Εβραίων στα πανεπιστήμια, τα προοδευτικά επαγγέλματα, την δημοσιογραφία, τις τέχνες, το λιανικό εμπόριο, δηλαδή οι Εβραίοι έγιναν γρήγορα ορατοί στην αστική κοινωνία, ιδιαίτερα σε σφαίρες και επαγγέλματα που αναπτύσσονταν και τα οποία συνδέονταν με την νεότερη μορφή που έπαιρνε η κοινωνία.

Κάποιος θα μπορούσε να αναφέρει πολλούς άλλους παράγοντες. Υπάρχει ένας που θα ήθελα να τονίσω. Όπως το εμπόρευμα, αντιληπτό ως κοινωνική μορφή, εκφράζει τον «διπλό χαρακτήρα» του στην εξωτερικευμένη αντίθεση μεταξύ του αφηρημένου (χρήμα) και του απτού (εμπόρευμα), έτσι και η αστική κοινωνία χαρακτηρίζεται από τη διαίρεση μεταξύ του κράτους και της αστικής κοινωνίας. Η διαίρεση είναι μεταξύ του ατόμου ως πολίτη και ως προσώπου. Ως πολίτης, το άτομο είναι αφηρημένο. Αυτό εκφράζεται, για παράδειγμα, με την ιδέα της ισότητας εμπρός από τον (αφηρημένο) νόμο ή στο ότι ένα άτομο, μια ψήφος (τουλάχιστον θεωρητικά). Ως πρόσωπο, το άτομο είναι πραγματικό, ενσωματωμένο στις αληθινές ταξικές σχέσεις που θεωρούνται πως είναι «ιδιωτικές», δηλαδή, αφορούν την αστική κοινωνία, και η οποία δεν βρίσκει πολιτική έκφραση. Στην Ευρώπη, ωστόσο, η αντίληψη του έθνους ως καθαρής πολιτικής οντότητας, αποκομμένη από την ουσιαστικότατα της αστικής κοινωνίας, δεν υλοποιήθηκε ποτέ πλήρως. Το έθνος δεν ήταν μόνο πολιτική οντότητα, ήταν επίσης αληθινό, ορισμένο από μια κοινή γλώσσα, ιστορία, παραδόσεις και θρησκεία. Υπό αυτή την έννοια, η μόνη ομάδα στην Ευρώπη που εκπλήρωνε τον ορισμό του πολίτη ως απόλυτη πολιτική αφαίρεση ήταν οι Εβραίοι μετά την πολιτική τους χειραφέτηση. Ήταν Γερμανοί ή Γάλλοι, αλλά όχι πραγματικά Γάλλοι ή Γερμανοί. Ανήκαν στο έθνος αφηρημένα, αλλά σπάνια πραγματικά. Ήταν επιπλέον, πολίτες των περισσότερων Ευρωπαϊκών χωρών. Η φύση της αφαίρεσης, χαρακτηριστικό όχι μόνο της διάστασης της αξίας στην αμεσότητα της, αλλά επίσης, διαμεσολαβητικά του αστικού κράτους και νόμου, συσχετίστηκε έντονα με τους Εβραίους. Σε μια περίοδο που το απτό εξυμνούνταν απέναντι στο αφηρημένο, απέναντι στον «καπιταλισμό» και το αστικό κράτος, αυτή έγινε θανάσιμη συσχέτιση. Οι Εβραίοι ήταν δίχως ρίζες, διεθνείς και αφηρημένοι.

V.

Ο σύγχρονος αντισημιτισμός έτσι, είναι μια ιδιαίτερα καταστροφική μορφή φετίχ. Η ισχύς και η επικινδυνότητα του είναι το ότι προσφέρει μια αναλυτική κοσμοθεωρία στην οποία εξηγεί και δίνει μορφή σε ορισμένες μορφές αντικαπιταλιστικής δυσαρέσκειας με ένα τρόπο που αφήνει τον καπιταλισμό άθικτο, με το να επιτίθεται στις προσωποποιήσεις αυτής της κοινωνικής μορφής. Ο αντισημιτισμός όντας έτσι αντιληπτός, επιτρέπει σε κάποιον να συλλάβει την θεμελιώδη ουσία του Ναζισμού ως περιορισμένου αντικαπιταλιστικού κινήματος, το οποίο χαρακτηρίζεται από το μίσος για το αφηρημένο, την απόδοση υπόστασης στο υπάρχον απτό και από μια ανυποχώρητη, ανελέητη – αλλά όχι απαραίτητα γεμάτη μίσος – αποστολή: να καθαρίσει ο κόσμος από την πηγή κάθε κακού.

Η εξολόθρευση των Ευρωπαίων Εβραίων είναι η ένδειξη πως είναι πολύ απλό να αντιμετωπιστεί ο Ναζισμός ως ένα μαζικό κίνημα με αντικαπιταλιστικά στοιχεία, το οποίο πέταξε αυτό το κάλυμμα το 1934 (Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών) το αργότερο, μόλις είχε εκπληρώσει το σκοπό του και μόλις η κρατική εξουσία είχε καταληφθεί. Αρχικά, οι ιδεολογικές μορφές της σκέψης δεν είναι απλά συνειδητές χειραγωγήσεις. Δεύτερο, αυτή η εικόνα παρανοεί τη φύση του ναζιστικού «αντικαπιταλισμού» – την έκταση στην οποία ήταν συνδεδεμένος με την αντισημιτική του κοσμοθεωρία. Το Άουσβιτς δείχνει αυτή τη σύνδεση. Είναι αλήθεια πως ο κάπως πολύ αληθινός και λαϊκός «αντικαπιταλισμός» των SA είχε εξαφανιστεί μέχρι το 1934· ωστόσο, η αντισημιτική ορμή όχι – η «γνώση» πως η πηγή του κακού είναι το αφηρημένο, ο Εβραίος.

Ένα καπιταλιστικό εργοστάσιο είναι το μέρος που η αξία παράγεται, η οποία «δυστυχώς» πρέπει να πάρει τη μορφή παραγωγής αγαθών. Το απτό παράγεται ως ο αναγκαίος φορέας του αφηρημένου. Τα στρατόπεδα εξόντωσης δεν ήταν μια φρικτή εκδοχή ενός τέτοιου εργοστασίου αλλά μάλλον, πρέπει να ειδωθεί ως η γκροτέσκα, Άρια, «αντικαπιταλιστική» άρνηση του. Το Άουσβιτς ήταν ένα εργοστάσιο για την «καταστροφή αξίας» δηλαδή, για να καταστρέψει τις προσωποποιήσεις του αφηρημένου. Η οργάνωση του ήταν αυτή μιας διαβολικής βιομηχανικής διεργασίας, ο στόχος της οποίας ήταν να «απελευθερώσει» το απτό από το αφηρημένο. Το πρώτο βήμα ήταν να αποστερήσει την ανθρώπινη ιδιότητα, δηλαδή, να καταστρέψει τη μάσκα της ανθρωπότητας και να δείξει τους Εβραίους ως «αυτό που πραγματικά είναι» – «Muselmänner», σκιές, γρίφοι, αφαιρέσεις. Το δεύτερο βήμα ήταν στην συνέχεια να εξολοθρεύσει αυτή την αφαιρετικότητα, να την μετατρέψει σε καπνό, προσπαθώντας στη διαδικασία να αποσπάσει τα τελευταία απομεινάρια της απτής υλικής «χρηστικής αξίας»: ρούχα, χρυσό, μαλλιά, σαπούνια.

Το Άουσβιτς, όχι το 1933, ήταν η πραγματική «Γερμανική Επανάσταση» – η πραγματική «ανατροπή» του υφιστάμενου κοινωνικού σχηματισμού. Με αυτή την μια πράξη ο κόσμος θα ήταν ασφαλής από την τυραννία του αφηρημένου. Στη διαδικασία, οι Ναζί «απελευθέρωσαν» τους εαυτούς τους από την ανθρωπιά.

Οι Ναζί έχασαν τον πόλεμο εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, της Αμερικής και της Βρετανίας. Κέρδισαν τον δικό τους πόλεμο, την «επανάσταση» τους εναντίον των Ευρωπαίων Εβραίων. όχι μόνο πέτυχαν να δολοφονήσουν έξι εκατομμύρια Εβραίους παιδιά, γυναίκες και άνδρες. Τα κατάφεραν στο να καταστρέψουν μια κουλτούρα – μια πολύ παλιά κουλτούρα – αυτή του Ευρωπαϊκού Εβραϊσμού. Ήταν μια κουλτούρα που χαρακτηρίζονταν από μια παράδοση ενσωμάτωσης μιας περίπλοκης έντασης ιδιαιτερότητας και του οικουμενικότητας. Αυτή η εσωτερική ένταση επαναλαμβάνονταν ως εξωτερική, χαρακτηρίζοντας την σχέση των Εβραίων με το χριστιανικό τους περιβάλλον. Οι Εβραίοι δεν ήταν ποτέ πλήρως κομμάτια των ευρύτερων κοινωνιών στις οποίες ζούσαν· δεν ήταν ποτέ εντελώς ξεκομμένοι από αυτές τις κοινωνίες. Τα αποτελέσματα ήταν συχνά καταστροφικά για τους Εβραίους. Μερικές φορές ήταν αποδοτικά. Αυτό το πεδίο έντασης καλύφθηκε στους περισσότερους μεμονωμένους Εβραίους μετά την χειραφέτηση. Η απόλυτη κατάληξη αυτής της έντασης μεταξύ του ιδιαίτερου και του οικουμενικού είναι, στην εβραϊκή παράδοση, μια λειτουργία του χρόνου, της ιστορίας – ο ερχομός του Μεσσία. Ίσως ωστόσο, μπροστά στην εκκοσμίκευση και την αφομοίωση, οι Εβραίοι της Ευρώπης θα εγκατέλειπαν αυτή την ένταση. Ίσως αυτή η κουλτούρα θα είχε εξαφανιστεί σταδιακά ως ζωντανή παράδοση, πριν η κατάληξη του ιδιαίτερου και του οικουμενικού υλοποιούνταν. Το ερώτημα δεν θα απαντηθεί ποτέ.

Τα «μαθήματα από το παρελθόν» πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν την εκμάθηση του μαθήματος του αντισημιτισμού, του περικομμένου «αντικαπιταλισμού». Θα ήταν σοβαρό λάθος αν η Αριστερά σήμερα έβλεπε τον καπιταλισμό μόνο με όρους της αφηρημένης διάστασης της αντίφασης του κεφαλαίου, είτε με όρους της τεχνοκρατικής κυριαρχίας ή με τους όρους του αφηρημένου Λόγου. Παρομοίως, περισσότερο από ένας μικρός βαθμός προσοχής πρέπει να δοθεί προς φαινόμενα όπως «νέες» μορφές ψυχοθεραπείας που δίνουν υπόσταση στα συναισθήματα που είναι αντίθετα από τη σκέψη, ή την βιολογική κατανόηση του κοινωνικού προβλήματος της οικολογίας. Κάθε «αντικαπιταλισμός» που επιζητά την άμεση ακύρωση του αφηρημένου και εξυμνεί το απτό – αντί πρακτικά και θεωρητικά να στοχάζεται τι θα σήμαινε η ιστορική υπέρβαση και των δυο – μπορεί, στην καλύτερη, να είναι κοινωνικά και πολιτικά ανίκανος μπροστά στον καπιταλισμό. Στη χειρότερη μπορεί να είναι επικίνδυνος, ακόμη και αν οι ανάγκες που εκφράζει μπορούν να ερμηνευτούν ως χειραφετικές.

Η Αριστερά έκανε κάποτε το λάθος να πιστέψει πως είχε το μονοπώλιο στον αντικαπιταλισμό ή, αντίστροφα, πως όλες οι μορφές αντικαπιταλισμού, είναι τουλάχιστον εν δυνάμει, προοδευτικές. Αυτό το λάθος ήταν μοιραίο, και ιδιαίτερα για την Αριστερά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s