Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Pacific Standard. Η Amanda Hess είναι δημοσιογράφος. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

Ήμουν στις πρώτες δώδεκα ώρες των καλοκαιρινών μου διακοπών στο Πάλμ Σπρίνγκς όταν το κινητό μου ζωντάνεψε δονούμενο, χτυπώντας δυο φορές δίπλα μου στο σκοτεινό δωμάτιο του ξενοδοχείου. Κοίταξα την οθόνη. Ήταν πέντε και μισή το πρωί, και μια φίλη από την άλλη άκρη της χώρας μου έστελνε μήνυμα. «Amanda, αυτός ο λογαριασμός στο Twitter. Έχω φρικάρει εδώ», έγραφε. «Υπάρχει ένας λογαριασμός που φαίνεται να έχει δημιουργηθεί με σκοπό να κάνει απειλές κατά της ζωής σου».

Έσυρα τον εαυτό έξω από το κρεββάτι και άνοιξα το λάπτοπ μου. Λίγες ώρες πριν, κάποιος που χρησιμοποιούσε το όνομα «headlessfemalepig» μου είχε στείλει εφτά tweet. «Βλέπω πως δεν είσαι και πολύ όμορφη εμφανισιακά. Λογικό», έλεγε το πρώτο. Μετά: «Ρουφάς τις πούτσες από πολλούς μεθυσμένους και μαστουρωμένους». Ως γυναίκα δημοσιογράφος που γράφει για το σεξ (μεταξύ άλλων), τίποτα από αυτή την αντίδραση δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο. Αλλά ο τύπος το πήγε σε άλλο επίπεδο: «Είμαι τριανταέξι χρονών, έχω κάνει δώδεκα για «ανθρωποκτονία», σκότωσα μια γυναίκα σαν εσένα, που αποφάσισε να κάνει αστεία με τις πούτσες ανδρών». Και στη συνέχεια: «Χαίρομαι που βλέπω πως μένουμε στην ίδια πολιτεία. Σε ψάχνω, και όταν σε βρω θα σε βιάσω και θα σου κόψω το κεφάλι». Ήταν και άλλα, αλλά το τελευταίο tweet τα συνόψιζε: «Θα πεθάνεις και είμαι αυτός που θα σε σκοτώσει. Στο υπόσχομαι αυτό».

Τα δάχτυλά μου πάγωσαν στο πληκτρολόγιο. Αισθάνθηκα ζαλισμένη και τρομοκρατημένη. Μετά ντράπηκα που φοβήθηκα, και τελικά, θυμωμένη. Από την μια, έμοιαζε απίθανο πως θα ατιμαζόμουν και θα αποκεφαλιζόμουν στα χέρια ενός κατά συρροή βιαστή-δολοφόνου. Από την άλλη, ο headlessfemalepig ήταν ξεκάθαρα ένα διαταραγμένο άτομο με μια παράδοξη εμμονή μαζί μου. Σήκωσα το τηλέφωνο μου και κάλεσα την αστυνομία.

Δυο ώρες αργότερα, ένας αστυνομικός του Πάλμ Σπρίνγκς ανέβηκε τα σκαλοπάτια στο δωμάτιο μου στο ξενοδοχείο, σταμάτησε στο κατώφλι, και άρχισε να με ρωτάει με σταθερό ρυθμό. Απάντησα στις συνηθισμένες ερωτήσεις: Είμαι δημοσιογράφος· ζω στο Λός Άντζελες· μερικές φορές αυτά που γράφω για τις γυναίκες, τις σχέσεις και τη σεξουαλικότητα δεν αρέσουν σε όλους· αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που κάποιος αντέδρασε στη δουλειά μου απειλώντας με βιασμό και φόνο. Ο μπάτσος έβαλε τα χέρια στη ζώνη του, με κοίταξε στα μάτια, και είπε. «Τι είναι το Twitter;».

Κοιτώντας τον στον καυτό ήλιο, η καλύτερη απάντηση που μπορούσα να βρω ήταν, «Είναι σαν email αλλά είναι δημόσιο». Αυτό που δεν εξέφρασα είναι πως το Twitter είναι το μέρος όπου γελάω, γκρινιάζω, δουλεύω, κοινωνικοποιούμαι, χασομεράω και φλερτάρω. Είναι στην πίσω μου τσέπη όπου και αν πάω και βρίσκεται δίπλα μου όταν πέφτω για ύπνο. Και μιας και άρχισα να γράφω το 2007, έχει γίνει ένας από τα πολλά διαδικτυακά μέρη που έρχονται άντρες να μου πουν να ξεκουμπιστώ.

Τα παραδείγματα είναι αναρίθμητα για να τα θυμηθώ όλα, αλλά όπως κάθε καλός δημοσιογράφος, κρατάω έναν ανοιχτό φάκελο καταγράφοντας τις πιο διαταραγμένες περιπτώσεις. Ήταν ο ντόπιος τηλεθεατής που έψαξε την διεύθυνση email μου μετά από μια τηλεοπτική εμφάνιση για να μου πει πως ήμουν «η ασχημότερη γυναίκα που είχε δει». Και μια ομάδα επισκεπτών σε μια ιστοσελίδα ¨δικαιωμάτων των ανδρών» που περιεργάζονταν τις φωτογραφίες μου και εκείνες μιας σημαντικής φεμινίστριας ακτιβίστριας, και στη συνέχεια έλεγαν πως «θα περνούσαν τη νύχτα μαζί μας». («Βάλτε και στις δυο μια μάσκα και δέστε τις σε 69 ώστε οι καριόλες να μη μπορούν να μιλάνε και να κουνηθούν και να τριγυρνάνε στο κόσμο, στην ανάγκη κάθε είναι καλοδεχούμενο, κάθε τρύπα», είπε κάποιος). Και ο ανώνυμος σχολιαστής που έγραψε σε ένα από τα άρθρα μου: «Amanda, θα σε βιάσω. Πως νοιώθεις για αυτό;».

Τίποτα από όλα αυτά δεν με κάνει ξεχωριστή. Απλά με κάνει μια γυναίκα με σύνδεση στο διαδίκτυο. Αυτό είναι απλά ένα δείγμα των κακόβολων διαδικτυακών σχολίων που απευθύνονται σε άλλες γυναίκες τα τελευταία χρόνια. Στην Alyssa Royse, που γράφει για σεξ και σχέσεις, επειδή είπε πως δεν της άρεσε το The Dark Knight: «είσαι ξεκάθαρα καθυστερημένη, ελπίζω πως κάποιος θα σε πυροβολήσει και μετά θα σε βιάσει». Στην Kathy Sierra, μια αρθρογράφο τεχνολογίας, επειδή έγραψε για λογισμικό, κώδικα και σχεδιασμό: «ελπίζω πως κάποιος θα σου κόψει το λαιμό και θα χύσει στο στόμα σου». Στην Lindy West, μια γυναίκαι που γράφει στο γυναικείο ιστότοπο Jezebel, επειδή έκρινε το αστείο βιασμού ενός κωμικού: «Θέλω να την βιάσω με κώνο τροχαίας». Στην Rebecca Watson, μια άθεη σχολιάστρια, επειδή έγραψε για τον σεξισμό στην κοινότητα των σκεπτικιστών: «Αν ζούσα στη Βοστώνη θα φύτευα μια σφαίρα στο κεφάλι σου». Στην Catherine Mayer, μια δημοσιογράφο στο περιοδικό Time, χωρίς κάποιον συγκεκριμένο λόγο: «ΜΙΑ ΒΟΜΒΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ. ΘΑ ΕΚΡΑΓΕΙ ΣΤΙΣ 10:47 ΑΚΡΙΒΩΣ ΜΕ ΧΡΟΝΟΔΙΑΚΟΠΤΗ ΚΑΙ ΠΥΡΟΚΡΟΤΗΤΗ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ».

Μια γυναίκα δεν χρειάζεται καν έχει επαγγελματική στέγη για να γράφει κείμενα σε κάποια σημαντική πλατφόρμα για να γίνει στόχος. Σύμφωνα με μια αναφορά του Pew Research Center του 2005, το οποίο καταγράφει τις διαδικτυακές ζωές των Αμερικάνων για περισσότερο από μια δεκαετία, οι γυναίκες και οι άνδρες συνδέονται τις ίδιες φορές από το 2000, αλλά οι κακοηθέστερες στόχευαν τις γυναίκες. Είναι πιο πιθανό να καταγγείλουμε πως μας παραμονεύουν και μας παρενοχλούν στο Διαδίκτυο – από τους 3787 ανθρώπους που ανέφεραν περιστατικά παρενόχλησης από το 2000 ως το 2012 στον εθελοντικό οργανισμό Working to Halt Online Abuse, 72,5% ήταν γυναίκες. Μερικές φορές η κακοποίηση μπορεί να γίνει σωματική: μια έρευνα του Pew ανέφερε πως πέντε τις εκατό των γυναικών που χρησιμοποιούσαν το διαδίκτυο είπαν «κάτι έγινε στο ίντερνετ» που οδήγησε σε «σωματικό κίνδυνο». Και ξεκινά από νωρίς: Τα έφηβα κορίτσια είναι σημαντικά πιο πιθανό να δεχτούν διαδικτυακό μπούλινγκ από ότι τα αγόρια. Εμφανιζόμενες απλά ως γυναίκες στο διαδίκτυο, φαίνεται αρκετό να προκαλέσει την κακοποίηση. Το 2006, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ δημιούργησαν μια σειρά από ψεύτικους λογαριασμούς και στη συνέχεια τους έγραψε σε chat room. Λογαριασμοί με θηλυκά ονόματα δέχονταν κατά μέσο όρο 100  ακραία σεξουαλικά ή απειλητικά μηνύματα την ημέρα. Τα αρσενικά ονόματα δέχονταν 3,7.

Υπάρχουν τρεις ομοσπονδιακοί νόμοι που αφορούν περιπτώσεις κυβερνοπαρενόχλησης· ο πρώτος ψηφίστηκε το 1934, για αντιμετωπίσει την παρενόχληση μέσω ταχυδρομείου, τηλεγραφημάτων και μέσω του τηλεφώνου, έξι δεκαετίες μετά την εφεύρεση του Alexander Graham Bell. Από την αρχική του εφαρμογή του Νόμο Κατά της Βίας Εναντίον των Γυναικών το 1994, τροποποιήσεις στο νόμο τον έχουν εκσυγχρονίσει και οδηγήσει σταδιακά στο να έχει εφαρμογή στις νέες τεχνολογίες και στο να αυστηροποιήσει τις ποινές εναντίον εκείνων που τις χρησιμοποιούν για να κακοποιήσουν. Τριάντα τέσσερις πολιτείες έχουν νόμους για την κυβερνοπαρενόχληση στους κώδικές τους· οι περισσότερες έχουν επεκτείνει παλιούς νόμους εναντίον της παρακολούθησης και των εγκληματικών απειλών για την δίωξη εγκλημάτων που πραγματοποιούνται διαδικτυακά.

Αλλά η πραγματοποίηση γρήγορων και αρρωστημένων απειλών έχει γίνει τόσο εύκολη που πολλοί λένε πως η κακοποίηση έχει γίνει τόσο συνηθισμένη σε βαθμό που δεν έχει πλέον νόημα, και πως η έκφραση ανησυχίας είναι ανόητη. Δημοσιογράφοι που παίρνουν τις απειλές για τη ζωή τους σοβαρά «συχνά δίνουν την εντύπωση πως αυτό είναι ένα είδος σοκαριστικού γεγονότος για το οποίο πρέπει να λυπόμαστε τα ‘θύματα’», έγραψε ο συνάδελφος μου Jim Pagels στο Slate φέτος το φθινόπωρο, «αλλά όποιος έχει περάσει δέκα λεπτά στο ίντερνετ ξέρει πως αυτοί οι ισχυρισμοί είναι εντελώς κενοί». Στο Twitter πρόσθεσε «Όταν δεν υπάρχει προηγούμενο για σωματική βλάβη, είναι απλά αβάσιμο να διαδίδεις το φόβο». Η φίλη μου Jen Doll έγραψε στο The Atlantic Wire, «Φαίνεται πως η παλιά τακτική της ‘αδιαφορίας’ που σου δίδαξε η μαμά σου μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος όλων…. Αυτοί οι άνθρωποι εκφοβίζουν, ή ελπίζουν πως θα εκφοβίσουν. Που σημαίνει πως δεν πρέπει να τσιμπάμε το δόλωμα». Στον επίλογο του βιβλίου της The End of Men, η Hanna Rosin – συντάκτρια στο Slate – είπε πως η παρενόχληση των γυναικών διαδικτυακά μπορεί να ιδωθεί ως αιτία για γιορτή. Δείχνει πόσο μακριά έχουμε φτάσει. Πολλές γυναίκες στο Διαδίκτυο «είναι σε θέσεις επιρροής, δημοσιεύονται και διαβάζονται ευρέως· αν ανακαλύπτουν μισογυνισμό, δεν αμφιβάλλω πως θα ψήσουν με χαρά τον υπεύθυνο σεξιστή σε ένα από τα πολλά διαδικτυακά μέρη, και θα δουν αποτέλεσμα». Έτσι οι γυναίκες που παρενοχλούνται διαδικτυακά αναμένεται είτε να το ξεπεράσουν ή να αισθανθούν κολακεία ως απάντηση στις απειλές εναντίον τους. έχουμε την επιλογή να μείνουμε ήσυχες ή να αντιδράσουμε «χαρωπά».

Δεν έχει σημασία πόσο σκληρά προσπαθούμε να το αγνοήσουμε, αυτός ο τύπος έμφυλης παρενόχλησης – και το απόλυτο μέγεθος της – έχει σοβαρές επιπτώσεις για την κατάσταση των γυναικών στο Διαδίκτυο. Απειλές βιασμού, θανάτου, και παρακολούθηση μπορούν να υπερισχύσουν το συναισθηματικό μας εύρος, να απασχολήσουν το χρόνο μας, να μας κοστίσει χρηματικά μέσω νομικών εξόδων, υπηρεσιών διαδικτυακής προστασίας, και χαμένους μισθούς. Πέρασα αμέτρητες ώρες τα τελευταία τέσσερα χρόνια καταγράφοντας την διαδικτυακή δραστηριότητα ενός ιδιαίτερα εμμονικού διαδικτυακού κακοποιητή, για καλό και για κακό. Και καθώς το Διαδίκτυο γίνεται όλο και κεντρικότερη για την ανθρώπινη εμπειρία, η ικανότητα των γυναικών να ζουν και να εργάζονται ελεύθερα στο διαδίκτυο θα διαμορφώνεται και θα περιορίζεται  συχνά, από τις τεχνολογικές εταιρείες που φιλοξενούν αυτές τις απειλές, ο αστερισμός τοπικών και ομοσπονδιακών αστυνομικών που τις μελετούν, και οι δημοφιλείς σχολιαστές που τις αγνοούν – όλα τα πεδία που συνεχίζουν να κυριαρχούνται από τους άνδρες, πολλοί από τους οποίους έχουν μικρή προσωπική αντίληψη, πολλές από τις οποίες έχουν ελάχιστη προσωπική κατανόηση του τι αντιμετωπίζουν καθημερινά οι γυναίκες διαδικτυακά.

***

Φέτος το καλοκαίρι, η Caroline Criado-Perez έγινε η πιο διάσημη αποδέκτης διαδικτυακών απειλών του αγγλόφωνου ίντερνετ όταν ζήτησε από την βρετανική κυβέρνηση να βάλει περισσότερα γυναικεία πρόσωπα απάνω στα χαρτονομίσματα της. (Όταν η Τράπεζα της Αγγλίας ανακοίνωσε τις προθέσεις της να αντικαταστήσει την κοινωνική μεταρρυθμίστρια Elizabeth Fry με τον Winston Churchil στο χαρτονόμισμα των πέντε λιρών, η Criado-Perez έκανε την απλή πρόταση να κάνει η τράπεζα την προσπάθεια τα νομίσματά της να έχουν πάνω τους μια τουλάχιστον γυναίκα που να μην είναι η βασίλισσα). Απειλές βιασμού και θανάτου άρχισαν να συγκεντρώνονται στη ροή της στο Twitter που ήταν αδύνατο να μετρηθούν, έχοντας μηνύματα, όπως «Θα σε βιάσω αύριο στις 9 πμ … να συναντηθούμε κοντά στο σπίτι σου;».

Τότε, συνέβη κάτι ενδιαφέρον. Αντί να αποσυνδεθεί, η Criado-Perez έκανε retweet τις απειλές, δείχνοντάς τες στους ακόλουθους της στο Twitter. Κάλεσε την αστυνομία και κυνήγησε το Twitter για απάντηση. Δημοσιογράφοι από όλο το κόσμο άρχισαν να γράφουν για τις απειλές. Όσο περισσότεροι άνθρωποι μάθαιναν την ιστορία της, ο αριθμός των ακόλουθών της εκτοξεύτηκε κοντά στους 25000. Οι υποστηρικτές της συμμετείχαν στην πίεση προς την αστυνομία και τα στελέχη του Twitter για αντίδραση.

Υπό το βλέμμα της διεθνούς κριτικής, η αστυνομία και η εταιρεία πέρασαν τις επόμενες εβδομάδες μεταθέτοντας ανάμεσα τους τις ευθύνες. ο Andy Trotter, σύμβουλος επικοινωνίας της βρετανικής αστυνομίας, ανακοίνωσε πως ήταν ευθύνη του Twitter να αντιμετωπίσει τα μηνύματα. Αν και η Βρετανία ποινικοποιεί ευρύτερο φάσμα προσβλητικού λόγου από ότι κάνουν οι ΗΠΑ, ο καθαρός όγκος απειλών είναι πολύ δύσκολο «για μια πιεσμένη στα όρια» αστυνομία να τα διερευνήσει σύμφωνα με τον Trotter. Η αστυνομία «δεν θέλει να είναι σε αυτή την αρένα». Αποπροσανατολίζει την προσοχή τους από το να «ασχοληθούν με κάτι άλλο».

Στο μεταξύ, το Twitter έβγαλε μια γενικόλογη ανακοίνωση λέγοντας πως τα θύματα όπως η Criado-Perez μπορούσε να συμπληρώσει μια διαδικτυακή φόρμα για κάθε κακοποιητικό tweet· όταν οι υποστηρικτές της Criado-Perez στράφηκαν στον Mark Luckie, τον διευθυντή νέων και δημοσιογραφίας της εταιρείας, για απαντήσεις, κλείδωσε για λίγο, λέγοντας πως η προσοχή που τράβηξε είχε γίνει «κακοποιητική». Η επίσημη πρόταση του Twitter στα θύματα κακοποίησης ρίχνει το μπαλάκι στην αστυνομία: «Αν μια αλληλεπίδραση έχει ξεπεράσει το όριο των χαρακτηρισμών και αισθάνεστε πως μπορεί να είστε σε κίνδυνο», αναφέρει, «επικοινωνήστε με τις τοπικές αρχές ώστε να διερευνήσουν με ακρίβεια την εγκυρότητα της απειλής και να σας βοηθήσουν να λύσετε το πρόβλημα εκτός διαδικτύου».

Στις εβδομάδες που ακολούθησαν την κλιμάκωση, η Σκότλαντ Γιαρντ επιβεβαίωσε την σύλληψη τριών ανδρών. Το Twitter – σε απάντηση σε αρκετές διαδικτυακές εκστρατείες για την ανάληψη δράσης – επιτάχυνε την εφαρμογή ενός κουμπιού «αναφοράς κακοποίησης» που επιτρέπει στους χρήστες να επισημάνουν προσβλητικό υλικό. Και η Criado-Perez συνέχισε να δέχεται απειλές. Σε κάποιο πραγματικό πρόσωπο εκεί έξω – ή μάλλον, σε εκατοντάδες από αυτά – η ιδέα του να την δουν βιασμένη και νεκρή συνέχισε να του αρέσει.

***

Το Διαδίκτυο είναι ένα παγκόσμιο δίκτυο, αλλά όταν σηκώνεις το τηλέφωνο για να αναφέρεις μια ιντερνετική απειλή, είτε είσαι στο Λονδίνο ή στο Πάλμ Σπρίνγκς, καταλήγεις πρόσωπο με πρόσωπο με ένα μπάτσο που περιπολεί μια σχετικά μικροσκοπική περιοχή. Και ο αστυνομικός θα είναι μάλλον άνδρας: σύμφωνα με την Υπηρεσία Δικαστικών Στατιστικών των ΗΠΑ, το 3008, μόλις 6,5% των αστυνομικών των πολιτειών και το 19% των πρακτόρων του FBI είναι γυναίκες. Οι αριθμοί είναι μικρότεροι σε μικρότερες υπηρεσίες. Και σε πολλά σημεία, το αστυνομικό έργο είναι ακόμη ένα γενικά αναλογικό θέμα: οι κλήσεις στο 911, εκτρέπονται άμεσα στη τοπική αστυνομική δύναμη· ο πιο κοντινός αστυνομικός στέλνεται για απάντηση· κρατά σημειώσεις με χαρτί και στυλό.

Μετά την λήψη εκατοντάδων απειλών της η Perez-Criado, λέει πως πήρε αντιφατικές οδηγίες από την αστυνομία στο πως να καταγγείλει τα εγκλήματα, και ήταν αναγκασμένη να «βουτάει» συνεχώς μέσα στα χυδαία μηνύματα για να διατηρήσει τα στοιχεία. «Μπορώ μάλλον να αντέξω τις απειλές», έγραψε στο Twitter, «Αυτό που δεν μπορώ να αντέξω  είναι η μετατόπιση των ευθυνών στο θύμα, το πατρονάρισμα, και η αστυνομική γραφειοκρατία». Πέρσι, η Αμερικανίδα άθεη μπλόγκερ Rebecca Watson έγραψε για την εμπειρία της καλώντας μια σειρά από τοπικές και εθνικές αστυνομικές υπηρεσίες όταν ένας άνδρας δημιούργησε μια σελίδα απειλώντας να την σκοτώσει. «Επειδή ξέρω σε ποια πόλη ζούσε, κάλεσα το τοπικό του αστυνομικό του τμήμα. Μου είπαν πως δεν υπήρχε κάτι που μπορούσαν να κάνουν και πως πρέπει να κάνω καταγγελία στο τοπικό μου αστυνομικό τμήμα», έγραψε αργότερα η Watson. «Τελικά κατάφερα να βρω κάποιον που μου είπε πως δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσαν να κάνουν παρά να καταγράψουν μια αναφορά σε περίπτωση που κάποια μέρα υλοποιούσε τις απειλές του, που στην περίπτωση αυτή θα είχαν ένα καλό στοιχείο».

Την πρώτη φορά που κατάγγειλα μια ιντερνετική απειλή βιασμού στην αστυνομία, το 2009, ο αστυνομικός που ήρθε σπίτι μου ρώτησε, «Γιατί κάποιος να μπει σε αυτό το μπελά;» και αρνήθηκε να καταγράψει την καταγγελία. Στο Πάλμ Σπρίνγκς, ο αστυνομικός που ήρθε στο δωμάτιο μου είπε, «Αυτός ο τύπος μπορεί να είναι και σε ένα υπόγειο στη Νεμπράσκα». Το ότι ο τύπος που με παρενοχλούσε είπε ότι βρίσκονταν στην ίδια πολιτεία με εμένα και πως θα έψαχνε να με βρει, αγνοήθηκε σαν μια ακόμη ιντερνετική απάτη.

Φυσικά, κάποιοι άνθρωποι ερευνώνται και διώκονται για κυβερνοπαρενόχληση. Το 2009, ένας φοιτητής κολλεγίου με το όνομα Patrick Macchione συνάντησε ένα κορίτσι στη σχολή του, μετά απείλησε να την σκοτώσει στο Twitter, την τρομοκράτησε με αισχρά βίντεο που ανέβασε στο YouTube, και έκανε εκατοντάδες κλήσεις στο τηλέφωνο της. αν και το θύμα του έκανε αίτηση περιοριστικών μέτρων, οι μπάτσοι παρενέβησαν μόνο αφού ένας τοπικός σερίφης τον σταμάτησε για αλητεία, και στη συνέχεια βρήκε στο σακίδιο του μια βιντεοκάμερα που περιείχε ανησυχητικές καταγραφές για το θύμα του. Το τμήμα του σερίφη αργότερα συνεργάστηκε με το γραφείο του εισαγγελέα της πολιτείας για να καταδικαστεί ο Macchione για 19 παραβάσεις, μια από τις οποίες ήταν η κυβερνοπαρενόχληση (κατάφερε να ασκήσει με επιτυχία έφεση καθώς ο νόμος δεν ίσχυε την στιγμή της σύλληψής του)· ο Macchione καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκισης. Θυμηθείτε μια ακόμη σημαντική υπόθεση κυβερνοπαρενόχλησης που ερευνήθηκε από το FBI. Στο μέσο της σχέσης της με το στρατηγό David Petraeus, η βιογράφος Paula Broadwell αναφέρεται πως δημιούργησε έναν ανώνυμο λογαριασμό email με σκοπό να στέλνει απειλητικά μηνύματα στην Jill Kelley στη Φλόριντα. Η Kelley τα κατήγγειλε στο FBI, το οποίο εντόπισε την ταυτότητα της Broadwell μέσα από τα metadata τοποθεσίας του λογαριασμού και πήρε ένταλμα για την παρακολούθηση του λογαριασμού της.

Στη θεωρία, η στροφή προς μια ανώτερη αρχή μπορεί να φέρει καλύτερα αποτελέσματα. «Οι τοπικές αστυνομίες συνήθως κάνουν τα στραβά μάτια», αναφέρει ο Δρ. Sameer Hinduja, καθηγητής εγκληματολογίας στο Florida Atlantic University και συνδιευθυντής του Κέντρου Μελέτης Κυβερνοεκφοβισμού (Cyberbullying Research Center). «Δεν έχουν τους πόρους ή το προσωπικό για να διερευνήσουν αυτά τα εγκλήματα». Οι επαρχιακές, πολιτειακές ή ομοσπονδιακές υπηρεσίες, τουλάχιστον έχουν την υποστήριξη ώστε να είναι πιο δραστικές: «Συνήθως έχουν μια μονάδα ηλεκτρονικού εγκλήματος, ικανό προσωπικό που έχει εμπειρία με τέτοιες υποθέσεις, και σχέσεις με τις εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης ώστε να μπορούν να στείλουν γρήγορα ένα ένταλμα για να βοηθήσουν στην έρευνα», αναφέρει ο Hinduja.

Στην εμπειρία μου, όπως και σε εκείνη των συναδέλφων μου, όμως και αυτές οι μεγαλύτερες αστυνομικές υπηρεσίες έχουν μικρή δυνατότητα ή θέληση για να διερευνήσουν απειλές. Παρά το μοτίβο ιντερνετικής κακοποιητικής συμπεριφοράς, ο Macchione τελικά συνελήφθηκε για ένα άσχετο φυσικό έγκλημα. Όταν κάλεσα το FBI για τις απειλές του headlessfemalepig, ένας εκπρόσωπος μου είπε πως ένας πράκτορας θα έρχονταν σε επαφή μαζί μου αν η υπηρεσία έκρινε σκόπιμο να διερευνήσει την υπόθεση· δεν φάνηκε κανένας.

Και όταν η Rebecca Watson κατήγγειλε τις απειλές εναντίον της στο FBI, αρχικά συνδέθηκε με έναν κατανοητικό πράκτορα – αλλά αργότερα ο πράκτορας ανέφερε πρόβλημα στο να ανοίξει το φάκελο με τις εικόνες στιγμιότυπων οθόνης της Watson, και σύντομα σταμάτησε να απαντάει στα μηνύματά της εντελώς. Η έρευνα της υπόθεσης της Broadwell ήταν ασυνήθιστη, και πιθανώς δίχως προηγούμενο, άσκηση για την υπηρεσία. Όπως ο καθηγητής ποινικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν Justin Patchin είπε στο Wired τότε: «Δεν ξέρω κάποια περίπτωση που το FBI να αναμείχθηκε σε μια υπόθεση διαδικτυακής παρενόχλησης».

Αφού έλαβα τον πιο πρόσφατο γύρο απειλών, ζήτησα από την Jessica Valenti, μια σημαντική φεμινίστρια αρθρογράφο (και δημιουργό του μπλογκ Feministing), που έχει δεχτεί επανειλημμένως απειλές στο διαδίκτυο, την συμβουλή της, και της ζήτησα να μοιραστεί την ιστορία της. «Δεν είναι στην πραγματικότητα μια ιστορία. Έχει συμβεί πολλές φορές τα τελευταία εφτά χρόνια», μου είπε. Όταν απειλές βιασμού και θανάτου άρχισαν να εμφανίζονται για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό της ταχυδρομείο. Άφησε το διαμέρισμα της για μια εβδομάδα, άλλαξε τους τραπεζικούς της λογαριασμούς, και πήρε νέο αριθμό τηλεφώνου. Όταν ήρθε το επόμενο κύμα απειλών, ήρθε σε επαφή με την αστυνομία, που την προειδοποίησε πως αν και οι άνδρες που της έστελναν τις απειλές ήταν μάλλον απίθανο να τις υλοποιήσουν, το επίπεδο του μίσους έδειχνε πως θα έπρεπε να είναι σε επιφυλακή για μια λιγότερο προφανή απειλή: τους σιωπηλούς «κυνηγούς» που παραμονεύουν πίσω από τους «φωνακλάδες» του Twitter. To FBI την συμβούλεψε να αφήσει το σπίτι της μέχρι να ξεφουσκώσουν οι απειλές, και να προσέχει για αυτοκίνητα ή άνδρες που μπορεί να εμφανίζονται συνεχώς έξω από την πόρτα της. «Είναι μια εντελώς αδύνατη συμβουλή», λέει. «Πρέπει να είσαι παρανοϊκός για τα πάντα. Δεν μπορείς απλά να μην είσαι σε δημόσιο μέρος».

Και δεν μπορείς να είσαι ούτε εκτός σύνδεσης. Όταν η δημοσιογράφος του Time, Catherine Mayer ανέφερε την απειλή για βόμβα εναντίον της, οι αστυνομικοί με τους οποίους μίλησε – που νόμιζαν πως τα ονόματα χρήστη είναι μυστικοί κώδικες και δεν ήξεραν τι είναι διεύθυνση IP – την συμβούλεψαν να αποσυνδεθεί. «Κανένας από τους αστυνομικούς που συνάντησα δεν χρησιμοποιεί το Twitter ή αντιλαμβάνεται γιατί κάποιος θέλει να το κάνει», έγραψε αργότερα. «Οι αστυνομικοί ήταν σύμφωνοι στο να συμβουλέψουν να απομακρυνθώ από το Twitter, υποθέτοντας, όπως και πολλοί άνθρωποι, πως το Twitter στην καλύτερη είναι ένας τρόπος να σπαταλάς την ώρα σου».

Όλα αυτά τα διαδικτυακά παραπτώματα είναι αρκετά για να κάνουν μια γυναίκα να θέλει να απομακρυνθεί από το Twitter, να κλείσει το λαπτοπ της, και να σβήσει το τηλέφωνο της. μερικές φορές, πράγματι απομακρυνόμαστε: το Pew βρήκε πως από το 2000 ως το 2005, το ποσοστό των χρηστών του διαδικτύου που συμμετέχουν σε ιντερνετικές συζητήσεις και ομάδες διαλόγου έχουν μειωθεί από το 28% στο 17%, «που οφείλεται μόνος την απομάκρυνση των γυναικών από τη συμμετοχή τους». για πολλές όμως γυναίκες, το να μείνουν μακριά από το Διαδίκτυο δεν είναι επιλογή. Χρησιμοποιούμε τις συσκευές μας  για να βρούμε υποστηρικτικές κοινότητες, να βγάλουμε χρήματα, και να δημιουργήσουμε δίκτυα ασφαλείας.  Για μια γυναίκα σαν και εμένα, που ζει μόνη της, το Διαδίκτυο δεν είναι χαρούμενη ασχολία – είναι ένας αναγκαίος πόρος για την εργασία και την επαφή με φίλους, οικογένεια, και, μερικές φορές, την αστυνομία σε μια προσπάθεια να αισθανθούμε ασφαλέστερες τόσο από την ψηφιακή όσο και την φυσική βία.

Ο Πολωνός κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman έχει ορίσει την διαφορά μεταξύ των «τουριστών» και των «περιπλανώμενων» στην σύγχρονη οικονομία. οι προνομιούχοι τουρίστες κινούντσι στο κόσμο «με σκοπό», να αναζητήσουν «νέα εμπειρία» καθώς «οι χαρές του οικείου ξεθωριάζουν. Οι αδύναμοι περιπλανώμενοι μετατοπίζονται επείδή είναι αναγκασμένοι, σπρώχνονται και σέρνονται σε σκληρούς δρόμους όπου δεν ελπίζουν ποτέ να εγκατασταθούν. Στο Διαδίκτυο, οι άνδρες είναι τουρίστες και οι γυναίκες περιπλανώμενες. «Το να πεις σε μια γυναίκα να κλείσει το λάπτοπ της είναι σα να λες, «Ε! Σταμάτα να βλέπεις την οικογένεια σου», λέει ο Nathan Jurgenson, ένας κοινωνιολόγος κοινωνικών δικτύων (και φίλος) στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ.

Πως μοιάζει ένας τουρίστας; Το 2012, το Gawker αποκάλυψε τον Violentacrez, ένα ανώνυμο μέλος της κοινότητας του Reddit, που ήταν διαβόητος για την ανάρτηση τρομακτικών φωτογραφιών ανήλικων γυναικών και για την δημιουργία και διαχείρηση υποκοινοτήτων στον ιστότοπο με ονόματα όπως «chokeabitch» και «rapebait». Ο Violentacrez κατέληξε να είναι ένας τεξανόςπρογραμματιστής υπολογιστών, που έδειχνε μια ιδιαίτερα χαλαρή νοοτροπία απέναντι στις διαδικτυακές συμπεριφορές του. «Κάνω τη δουλειά μου, πάω σπίτι, βλέπω τηλεόραση, και συνδέομαι στο ίντερνετ. Απλά μου αρέσει να εκνευρίζω ανθρώπους στον ελεύθερο χρόνο μου», είπε στον Adrian Chen, τον δημοσιογράφο του Gawkwer που τον αποκάλυψε. «Οι άνθρωποι εδώ τα παίρνουν όλα πολύ στα σοβαρά»/

Οι κακοποιητές τείνουν να δρουν ανώνυμα, ή με ψευδώνυμα. Αλλά οι γυναίκες είναι στόχος συχνά γράφουν στις επαγγελματικές τους πλατφόρμες, με τα κανονικά τους ονόματα, και στο πλαίσιο της αληθινής τους ζωής. Τα θύματα δεν έχουν την πολυτέλεια να τρέξουν μακριά τους εαυτούς τους από τη σκηνή του εγκλήματος. Όταν ερχόμαστε στις διαδικτυακές απειλές, «ένα πρόσωπο αισθάνεται την πραγματικότητα του Διαδικτύου πολύ έντονα: το πρόσωπο που απειλείται». Αναφέρει ο Jungerson. «Είναι πολύ πιο εύκολο για το άτομο που κάνει την απειλή – και το άτομο που ερευνά την απειλή – να πιστέψει πως ότι συμβαίνει  στο διαδίκτυο δεν είναι αληθινό».

***

Όταν οι αρχές αντιμετωπίζουν το Διαδίκτυο σαν τη χώρα του παραμυθιού, έχει βαθιές επιπτώσεις στην διερεύνηση και την αντιμετώπιση των ιντερνετικών απειλών. Οι ποινικοί νόμοι για τις απειλές απαιτούν το θύμα να αισθάνεται ποινικών απειλών σε γενικές γραμμές απαιτούν το θύμα να βιώνει χειροπιαστό, άμεσο και συνεχή φόβο. Στην πολιτεία μου, την Καλιφόρνια, μια απειλή πρέπει να είναι «αμετάκλητα, δίχως όρους, άμεση και ειδική» και να μεταφέρουν μια «βαρύτητα σκοπού και μια άμεση προοπτική εκτέλεσης της απειλής» για να θεωρηθεί έγκλημα. Αν η αστυνομία δεν γνωρίζει αν αυτός που παρενοχλεί ζει στη διπλανή πόρτα ή στην Νεμπράσκα, είναι ευκολότερο για αυτούς να κατηγοριοποιήσουν την απειλή ως μη άμεση. Όταν αντιμετωπίζουν μια απειλή ως αγορίστική φάρσα, η συνέπεια είναι πως η απειλή παύει να είναι εγκληματική παράβαση.

Έτσι το θύμα αντιμετωπίζει ένα ψυχολογικό δίλλημα: Πως να κατανοήσει το δικό της φόβο; Πρέπει όπως συμβουλεύουν πολλοί, να αγνοήσει μια διαδικτυακή απειλή ως ένα ανόητο παιχνίδι, και να μην ασχοληθεί με το να ενημερώσει τους μπάτσους πως ίσως κάποιος θέλει – χαχα – να τη βιάσει και να την σκοτώσει; Ή να καταγγέλλει κάθε απειλή δίχως εξαίρεση στην αστυνομία, που μπορεί να αγνοήσουν τις ανησυχίες της; όταν δέχτηκα τις πιο πρόσφατες απειλές για βιασμό και φόνο, φίλος/η είπε να είμαι βέβαιη πως ο ανώνυμος χρήστης του Twitter ήταν απίθανο να προχωρήσει σε σωματική βία εναντίον μου στη πραγματική ζωή· άλλος/η σημείωσε πως ο διώκτης μου έμοιαζε σαν το είδος του ατόμου που θα έφτιαχνε παλτό από το δέρμα μου, και με παρότρυνε να πάρω κάθε απαραίτητο μέτρο για να οδηγηθεί ο διώκτης στη φυλακή.

Η Danielle Citron, καθηγήτρια νομικής στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ που εστιάζει στις απειλές στο διαδίκτυο, χαρτογράφησε την συνηθισμένη αντίδραση στις απειλές βιασμού και φόνου στο Διαδίκτυο σε μια έρευνα το 2009 που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Michigan Law Review. Βρήκε πως η διαδικτυακή παρενόχληση αγνοείται συνεχώς ως «ακίνδυνη καφενειακή κουβέντα», οι δράστες ως «ανήλικοι φαρσέρ», και τα θύματα ως «πως γκρινιάζουν από υπερβολική ευαισθησία». Παρεμβαίνοντας σε μια υπόθεση διαδικτυακής παρενόχλησης, σε μια συνέντευξη στο NPR, ο δημοσιογράφος David Margolick αποκάλεσε τις απειλές «ανώριμες, παιδιάστικες, και αποκρουστικές, αλλά αυτό είναι όλο, είναι… γελοία παραληρήματα νεαρών μελών φοιτητικών αδελφοτήτων».

Φυσικά, οι φοιτητικές αδελφότητες δεν υπήρξαν ποτέ ιδιαίτερα ασφαλές μέρος για γυναίκες. Έχω απειληθεί διαδικτυακά, αλλά επίσης έχω παρενοχληθεί στο δρόμο, με έχουν πιάσει στο μετρό, με έχουν ακολουθήσει από το σούπερ-μάρκετ, με ακινητοποίησε στο κρεβάτι ένας μεθυσμένος φίλος, και βιαστεί σε ραντεβού. Ακόμη και αν φύγω από το Twitter, μια απειλή μπορεί να με περιμένει στο κατώφλι μου.

Σήμερα, μια λεγεώνα από ανώνυμους παρενοχλητές είναι ελεύθεροι να παίζουν τα «παιχνίδια» τους και τις «φάρσες» τους με ψεύτικα εικονικά ονόματα, αλλά για τις γυναίκες που στοχεύουν, οι επιθέσεις αθροίζονται μόνο με το πραγματικό φόβο, την αγωνία, και το άγχος που βιώνουμε σε ολόκληρες τις ζωές μας.

***

Αν οι αμερικάνικες αστυνομικές δυνάμεις είναι συντριπτικά ανδροκρατούμενες, η τεχνολογικές εταιρείες που δημιούργησαν την αρχιτεκτονική του εικονικού κόσμου είναι όπως είναι γνωστό, ακόμη περισσότερο. Το 2010, σύμφωνα με τις εταιρία υπηρεσιών πληροφοριών CB Insights, το 93% των ιδρυτών ανερχόμενων ιντερνετικών εταιρειών ήταν άνδρες· 86 των ιδρυτικών τους ομάδων ήταν αποκλειστικά ανδρικές. Ενώ ο αριθμός των γυναικών που εργάζονται σε όλο το φάσμα των επιστημών αυξάνεται σχετικά, το ποσοστό των γυναικών που εργάζονται στις επιστήμες πληροφορικής κορυφώθηκε το 2000 και πλέον είναι σε πτώση. Το 2012, το Γραφείο Στατιστικών Εργασίας βρήκε, πως οι γυναίκες αποτελούν μόλις το 22,5% των Αμερικανών προγραμαμτιστών και 19,7% των δημιουργών λογισμικού. Σε μια μελέτη του 2012 σε 400 εταιρείες στην Καλιφόρνια, οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφίρνια-Ντέβις βρήκαν πως μόλις εφτά τις εκατό των υψηλότερα αμοιβόμενων στελεχών στην Σίλικον Βάλλεϋ ήταν γυναίκες.

Όταν το Twitter ανακοίνωσε την πρώτη δημόσια προσφορά μετοχών τον Οκτώβριο, οι αιτήσεις του ανέφεραν ένα συμβούλιο μόνο από άνδρες. Η Vijaya Gadde, η γενική σύμβουλος του Twitter, ήταν η μόνη γυναίκα ανάμεσα στα εκτελεστικά στελέχη  του. Όταν ο Vivek Wadhwa, ένας συνεργάτης του Κέντρου Εταιρικής Διακυβέρνησης του Στάνφορντ Ροκ, είπε πως η έμφυλη ανισορροπία στο συμβούλιο του Twitter ήταν θέμα «ελιτιστικής αλαζονείας» και «αρσενικού σοβινιστικού τρόπου σκέψης», ο CEO του Twitter απάντησε με ένα tweet, αποκαλώντας τον Wadhwa «τον Carrot Top των ακαδημαϊκών πηγών».

Τα περισσότερα διευθυντικά στελέχη δεν διώχνουν εσκεμμένα τις γυναίκες. Αλλά οι αποφάσεις που παίρνουν αυτοί οι άνδρες έχουν σοβαρές συνέπειες για δισεκατομμύρια ανθρώπους. Η έμφυλη ανισορροπία στις εταιρείες τους υποσκάπτουν την ικανότητα τους να κατανοήσουν τις ζωές των μισών τους χρηστών.

Το Twitter «έχει προϊστορία στο να λέει ‘κακό, τόσο λυπηρό’» όταν έρχεται αντιμέτωπο με ανησυχίες για παρενόχληση στη πλατφόρμα του, λέει η Citron, ο καθηγητής δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ που μελετά τις νομικές επιπτώσεις της διαδικτυακής κακοποίησης εναντίον των γυναικών. Η κουλτούρα της πλατφόρμας συνήθως έχει δώσει προτεραιότητα τον ανεξέλεγκτο διάλογο για την ζηλωτική αστυνόμευση της άποψης. Αντίθετα από το Facebook, το Twitter δεν απαιτεί από τους ανθρώπους να δημιουργούν λογαριασμούς με τα πραγματικά τους ονόματα. Οι χρήστες είναι ελεύθεροι να απολαύσουν την επιπολαιότητα – και την προστασία – που προσφέρει ο ανώνυμος λόγος. Αν ένας χρήστης παραβεί τους κανόνες λειτουργίας του Twitter, είναι ελεύθερος να δημιουργήσει νέο λογαριασμό με διαφορετικό όνομα χρήστη. Και ο Νόμος για την Ασφάλεια των Επικοινωνιών του 1996 προστατεύει πλατφόρμες όπως το Twitter από το να θεωρηθεί υπεύθυνο για το τι λένε τα άτομα στην ιστοσελίδα.

Η έλευση του κουμπιού «αναφοράς παρενόχλησης» είναι μια εξέλιξη που η Citron βρίσκει «αρκετά ενθαρρυντική». Επιτρέποντας στους ανθρώπους να μπλοκάρουν τον λογαριασμό ενός κακοποιητή βοηθά τις γυναίκες να μην είναι αναγκασμένες να έρχονται αντιμέτωπες με αισχρά και κακοποιητικά tweet. Σε κάποιες περιπτώσεις, το κουμπί αναφοράς κακοποίησης είναι απλά ένας σημαντικός επίδεσμος για ένα πιθανά επικίνδυνο πρόβλημα του πραγματικού κόσμου. Μπορεί να υποβαθμίσει τις γυναίκες με το να σβήσει τα ίχνη των ψηφιακών στοιχείων. Και δεν κάνει τίποτα για να αποτρέψει τους ίδιους κακοποιητές από το να ανοίξουν ένα νέο λογαριασμό και να συνεχίσουν τα εγκλήματά τους.

Όταν έλαβα εκείνα τα εφτά tweet στο Πάλμ Σπρίνγκς, ένας/μια καλοπροαίρετος/η φίλος/η τα ανέφερε ως κακοποιητικά μέσα από το σύστημα του Twitter, ελπίζοντας πως η δράση από την πλευρά της πλατφόρμας θα βοηθούσε την υπόθεσή μου. Λίγες ώρες αργότερα, τα tweet είχαν σβηστεί από τη σελίδα δίχως σχόλιο (ή επικοινωνία μαζί μου). Ο λογαριασμός του headlessfemalepig είχε αντικατασταθεί με μια σελίδα  που έλεγε πως ο λογαριασμός είχε ανασταλεί. Ευτυχώς είχα κρατήσει screenshot των tweet, αλλά οι μπάτσοι με δουλεύοντας με περιορισμένη κατανόηση της πλατφόρμας, η ξαφνική τους εξαφάνιση απλέ περιέπλεξε το ζήτημα. Ο ντετέκτιβ που ανέλαβε την υπόθεση μου ζήτησε να του στείλω συνδέσμους που να δείχνουν που βρίσκονταν τα μηνύματα στο διαδίκτυο – αλλά δίχως ένταλμα για τα αρχεία του Twitter, είχαν εξαφανιστεί από τα μάτια του νόμου. Ν κάποιος είχε αναφέρει τις απειλές πριν τις δω, μάλλον δεν θα ήμουν καν σε θέση να δείξω την ύπαρξη τους καν. Δίχως σωστή έρευνα, δεν είμαι σε θέση να ξέρω αν ο headlessfemalepig είναι πρωτοεμφανιζόμενος δράστης ή ο κατά συρροή δολοφόνος που με ακολουθούσε για χρόνια. Στο μεταξύ , τίποτα δεν εμποδίζει τον headlessfemalepig από το να συνεχίσει να στέλνει tweet με άλλο όνομα.

Δεν πρέπει να είναι ευθύνη του Twitter να κυνηγά και να τιμωρεί τους εγκληματίες που χρησιμοποιούν την υπηρεσία του – για αυτό υπάρχουν (θεωρητικά) οι μπάτσοι. Το Twitter πρέπει να ισορροπήσει τα συμφέροντά του και να αντιμετωπίσει την κακοποιητική συμπεριφορά με την σημασία που δίνει στην προστασία των προσωπικών μας δεδομένων (δηλαδή ας πούμε, πολιτικοί αντιφρονούντες), που σημαίνει να κρατά προσεχτικά τις πληροφορίες για τις διευθύνσεις IP των χρηστών και την άρνηση να δίνει διαγραμμένα υλικά σε πολίτες. Όταν ρώτησα ισορροπεί αυτές τις απαιτήσεις το Twitter, ο Nu Wexler, που είναι υπεύθυνος της πολιτικής δημόσιας επικοινωνίας της εταιρίας, μου έδειξε ένα διάγραμμα που δημοσίευσε το Electronic Frontier Foundation (EFF) – μια συμβουλευτική ομάδα  αφιερωμένη στην υπεράσπιση του ελεύθερου λόγου και των δικαιωμάτων των χρηστών του Διαδικτύου – που δείχνει την «αφοσίωση στην ιδιωτικότητα των χρηστών» από την πλευρά της πλατφόρμας. Το διάγραμμα, με τίτλο «Ποιος σας Προσέχει: Ποιες Εταιρίες Βοηθούν στην Προστασία των Δεδομένων σας από την Κυβέρνηση;», δίνει στο Twitter υψηλή θέση για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων ιδιωτικότητας των χρηστών στο δικαστήριο και δημοσιεύει μια έκθεση διαφάνειας για τις αιτήσεις για την παράδοση δεδομένων από την κυβέρνηση.

Η υψηλή βαθμολογία που δίνει το EFF επικοινωνεί στους χρήστες πως η ιντερνετική τους δραστηριότητα θα είναι ασφαλής από υπερβατικούς ελέγχους της κυβέρνησης – και μετά τον Edward Snowden, αυτή η ανησυχία είναι πιο δικαιολογημένη από ποτέ. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως, η παρόρμηση να προστατεύσουμε την ιδιωτικότητα μας μπορεί να παρέμβει στην ικανότητα του νόμου να μας προστατέψει όταν παρενοχλούμαστε. Την περασμένη χρονιά το EFF στάθηκε απέναντι σε μια τροπολογία στο Νόμο για την Βία Κατά των Γυναικών. Μέχρι πρόσφατα, ο νόμος ποινικοποιούσε  κακοποιητικό, απειλητικό, και παρενοχλητικό λόγο που μεταφέρονταν μέσω τηλεφωνικής γραμμής, φτάνει ο κακοποιητής να είχε κάνει το τηλεφώνημα· ο νέος νόμος, που πέρασε τον Μάρτιο, εφαρμόζεται σε κάθε ηλεκτρονική παρενόχληση που στρέφεται κατά συγκεκριμένου προσώπου, είτε γίνεται μέσω τηλεφωνικών γραμμών ή με άλλα μέσα. Κριτικοί της νομοθεσίας χρησιμοποίησαν το κόλπο πως το Διαδίκτυο είναι λιγότερο πραγματικό από άλλα μέσα επικοινωνίας. Όπως το έθεσε το Ίδρυμα, «ένα άτομο είναι ελεύθερο να αγνοήσει κάτι που ειπώθηκε στο Twitter με πολύ διαφορετικό τρόπο από ένα άτομο που βρίσκεται σε συνεχή φόβο από το επίμονο χτύπημα ενός τηλεφώνου που μπαίνει στο σπίτι τους».

Το EFF – και οι εταιρίες τεχνολογίας που μπορούν να ευνοηθούν από τις βαθμολογίες του – είναι δίχως αμφιβολία αφοσιωμένες στο να μάχονται εναντίον των παραβάσεων της Πρώτης Τροπολογίας από την κυβέρνηση. Όταν όμως εστιάζουν τις προσπάθειες τους στο να βοηθήσουν στην επέκταση των νόμων εναντίον της παρενόχλησης  από ξεπερασμένα μέσα, όπως οι ενσύρματες τηλεφωνικές γραμμές, στα σύγχρονα μέσα όπως του Twitter, οι προσπάθειες τους μοιάζουν με υποσημείωση σε κλίμακα, στηρίζοντας κάποιες δημοκρατικές αξίες εις βάρος άλλων. «Η Σίλικον Βάλλεϋ έχει τη δύναμη να αναγκάσει την κοινωνία να συμμορφωθεί με τις αξίες του, οι οποίες δίνουν προτεραιότητα στην ανοιχτότητα και την συνδεσιμότητα, λέει ο Jurgenson. «Αλλά γιατί μηχανικοί στην Καλιφόρνια έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν τις είναι παρενόχληση  για όλους τους ανθρώπους σε όλο το κόσμο;».

Οι εταιρίες τεχνολογίας, φυσικά, είναι πλήρως ενήμερες πως χρειάζονται μια ευρεία βάση χρηστών για να αναπτυχθούν ως επιχειρήσεις πολλών δισεκατομμυρίων. Σήμερα οι γυναίκες έχουν την διαπραγματευτική δύναμη να δημιουργήσουν επιτυχημένες καμπάνιες για κουμπιά «αναφοράς κακοποίησης», αλλά η εταιρική μας επιρροή είναι περιορισμένη, και οι εναλλακτικές οδοί δράσης είναι ελάχιστες. Τα τοπικά αστυνομικά τμήματα «δεν έχουν χρήματα», λέει ο Jurgenson και «μοιάζει απίθανο η κυβέρνηση να κάνει κάτι περισσότερο σύντομα, έτσι είμαστε αναγκασμένοι να βάλουμε μεγαλύτερη πίεση στο Twitter». Και ενώ μια οργανωμένη βάση μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις μιας δημόσιας, με ενδιαφέρον για την εικόνα της, εταιρία όπως το Twitter, πολλές πλατφόρμες – όπως οι εξειδικευμένες σελίδες με «εκδικητική πορνογραφία» που έχουν γεμίσει τον ιστό – δεν χρειάζεται να εξευμενίσουν τις γυναίκες για να παραμείνουν δημοφιλείς. «Τον λέω μύθο της αγοράς», λέει η Citron. «Υπάρχει σίγουρα μια επιθυμία για αντικοινωνική συμπεριφορά. Υπάρχουν μάτια. Και υπάρχουν χρήστες που προσφέρουν το περιεχόμενο. Η αγορά δεν αυτοδιορθώνεται, και δεν πρόκειται να αλλάξει».

***

Σε ένα άρθρο το 2009 στο περιοδικό Boston University Law Review, η Citron πρότεινε ένα νέο τρόπο αντίληψης του νομικού προβλήματος της παρενόχλησης στο Διαδίκτυο: Είπε πως η ιντερνετική κακοποίηση αποτελεί «διάκριση εις βάρος των ευκαιριών απασχόλησης της γυναίκας» που έπρεπε να αντιμετωπιστεί καλύτερα από την ίδια την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Το άρθρο VII του νόμου για τα Πολιτικά Δικαιώματα του 1964, το οποίο έκανε παράνομη την διάκριση με βάση τη φυλή, τη θρησκεία, ή το φύλο, εφαρμόστηκε με βιάση στα μέλη της KU Klux Klan, οι οποίοι πίσω από κουκούλες παρενοχλούν και εκφοβίζουν μαύρους της Λουιζιάνα στην ψήφο και την εργασία. Η ανώνυμη ιντερνετική παρενόχληση, ανέφερε η Citron, με τον ίδιο τρόπο αποτρέπει τις γυναίκες από το «να γράψουν και να κερδίσουν χρήματα στο διαδίκτυο» με βάση το φύλο τους. «Έχει επιπτώσεις στις επαγγελματικές τους ζωές. Ενισχύει την ευαλωτότητα τους σε σεξουαλική βία στον κανονικό κόσμο. Τις χαρακτηρίζει ανίκανες εργαζόμενες και κατώτερα σεξουαλικά όργανα. Η παρενόχληση προκαλεί σημαντικό συναισθηματικό άγχος».

Στο Διαδίκτυο οι γυναίκες είναι αποδυναμωμένες και απαξιωμένες. Δεν σκεφτόμαστε συχνά τις ψηφιακές μας ζωές με αυτούς τους όρους – εν τέλει, οι μέρες μας είναι γεμάτες με δουλειά που πρέπει να κάνουμε, φίλους να δούμε, να δούμε Netflix. Αλλά όταν οι ανώνυμοι παρενοχλητές κάνουν την εμφάνιση τους – λέγοντας πως θέλουν να μας βιάσουν, ή να μας κόψουν το κεφάλι, ή κρίνουν το σώμα μας δημόσια, ή μας ταπεινώνουν για τις σεξουαλικές μας συνήθειες – μας βοηθάνε να θυμηθούμε με κάθε τρόπο, μικρό ή μεγάλο, πως δεν μπορούμε να εφησυχάζουμε στο ίντερνετ. Είναι ακριβώς αυτή η κοινοτοπία της ιντερνετικής παρενόχλησης, που η καθηγήτρια νομικής του Πανεπιστημίου του Μαϊάμι Mary Anne Franks έχει αναφέρει, πως την κάνει «και τόσο αποτελεσματική και τόσο επιζήμια, ιδιαίτερα ως μια μορφή διάκρισης».

Τα προσωπικά και επαγγελματικά κόστη αυτής της διάκρισης εκδηλώνονται με πολύ πραγματικούς τρόπους. Η Jessica Velenti είπε πως σταμάτησε να προωθεί τις εκδηλώσεις με διαλέξεις της δημόσια, προσέλαβε ασφάλεια για τις δημόσιες εμφανίσεις της, γράφτηκε σε μια υπηρεσία που περιοδικά σβήνει τις προσωπικές της πληροφορίες από το ίντερνετ, αγόρασε ταχυδρομική θυρίδα, και άρχισε να εκκαθαρίζει περιοδικά την λίστα φίλων της στο Facebook σε μια προσπάθεια να φιλτράρει αναγνώστες με δόλια κίνητρα. Οι προσπάθειες αυτές απαιτούν ξεκάθαρη επένδυση χρημάτων και χρόνου, αλλά η συναισθηματική επίπτωση είναι λιγότερο μετρήσιμη. «Όταν άνθρωποι λένε πως πρέπει να βιαστείς και να πεθάνεις για χρόνια στη σειρά, έχει επίπτωση στη ψυχή σου», λέει. Όποτε ένας άγνωστος άνδρας την προσεγγίζει σε δημόσια εκδήλωση, «ανατριχιάζω στο πίσω μέρος του λαιμού μου». Κάθε φορά που καλούμε την αστυνομία, πηγαίνουμε στο δικαστήριο για να υποβάλουμε αίτηση για περιοριστικά μέτρα, ή βυθιζόμαστε σε ένα ψυχολογικό βούρκο από τις απειλές που γίνονται εναντίον μας, μηδενικά εξαφανίζονται από το εισόδημά μας. Αναφέρει ο Jurgenson, «Είναι χρηματικό πέναλτι λόγω του ότι είναι γυναίκες».

Η Citron φύτεψε το σπόρο για ένα νέο διάλογο πάνω στην πιθανότητα εφαρμογής των νόμων για τα πολιτικά δικαιώματα για την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών για τις γυναίκες στο Διαδίκτυο. «Δεν υπάρχει κάποια πανάκεια για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος», λέει η Citron. Αλλά η υπάρχουσα νομοθεσία έχει θέσει το πλαίσιο για πιθανή μελλοντική μεταρρύθμιση. Οι ομοσπονδιακοί νόμοι μπορούν να τιμωρούν «βία ή απειλή βίας» που παρεμβαίνουν στην εργασία του ατόμου στη βάση φυλής, θρησκείας, ή εθνικής καταγωγής. Αυτή η προστασία, ωστόσο, δεν φτάνει σε απειλές που στοχεύουν στο φύλο του ατόμου. Ωστόσο, άλλα τμήματα του νόμου για τα Πολιτικά Δικαιώματα ορίζουν την σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας ως διάκριση, και απαιτεί από τους εργοδότες να εφαρμόζουν πολιτικές που αποτρέπουν και διορθώνουν την δίακριση στην εργασία. Και το άρθρο IX των Εκπαιδευτικών Μεταρρυθμίσεων του 1972 θέτουν το βάρος στα εκπαιδευτικά ιδρύματα για να αναλάβουν δράση εναντίον της διάκρισης εις βάρος των γυναικών. Επειδή η ιντερνετική παρενόχληση επηρεάζει τις εργασιακές και εκπαιδευτικές ευκαιρίες των γυναικών, νόμοι μπορούν πιθανώς να μεταρρυθμιστούν για να επιτρέψουν στις γυναίκες να καταγγείλουν πρόσωπα.

Είναι δύσκολο όμως να φτάσουμε εκεί από εδώ. Όπως σημειώνει η Citron, το Διαδίκτυο δεν είναι ένα σχολείο ή ένας χώρος εργασίας, αλλά ένα απέραντο και διάχυτο σύμπαν που συχνά στερείται συγκεκριμένο σημείο ευθυνών. Ακόμη και αν οι ιντερνετικές απειλές θεωρηθούν παράβαση πολιτικών δικαιωμάτων, ποιος θα μηνύσουμε; Οι ανώνυμοι χρήστες του Twitter δεν έχουν τις θεσμικές σχέσεις που θα έκαναν τις οικονομικές αξιώσεις να αξίζουν το κόπο. Και υπάρχει το πρόβλημα του όχλου: Ένα πρόσωπο μπορεί να στείλει ένα απαίσιο tweet αλλά μετά πολλοί άλλοι μπορεί να αθροιστούν. Ένα μοναδικό απεχθές tweet μπορεί να μην απομακρύνει το εμπόδιο της παρενόχλησης (ή της επαναλαμβανόμενης κακοποίησης). Και ενώ ένας όχλος μερικών ατόμων κάθε φορά στηρίζει μερικές επιθέσεις ξεκάθαρα μοιάζει και δίνει την αίσθηση παρενόχλησης, δεν υπάρχει οργανωμένη ομάδα για να πάρεις νομικά μέτρα εναντίον της. Το να κάνεις ξεχωριστές αγωγές εναντίον διαφορετικών κακοποιητών θα είναι εργοβόρο και ακριβό, και απίθανό να φέρει οικονομικά οφέλη. Την ίδια στιγμή, διόρθωση του νόμου για την Ασφάλεια των Επικοινωνιών ώστε να μεταθέσει το βάρος στις ιντερνετικές πλατφόρμες για να αστυνομεύουν τους εαυτούς τους μπορεί να έχει σοβαρό και επιζήμιο αποτέλεσμα σε κάθε είδος λόγου, είτε κάνει είτε όχι διακρίσεις.

Η Citron παραδέχεται πως η εφαρμογή νέας νομοθεσίας για τα πολιτικά δικαιώματα που θα αφορά ένα νέο πεδίο – το Διαδίκτυο – είναι μάλλον σισύφειο έργο. Αλλά λέει πως με την επέκταση των υπαρχόντων νόμων περί πολιτικών δικαιωμάτων για να αναγνωρίσουν την έμφυλη φύση των ιντερνετικών απειλών, οι νομοθέτες θα βάλουν μεγαλύτερη πίεση στις αστυνομικές υπηρεσίες για να πάρουν αυτά τα προβλήματα στα σοβαρά. «Έχουμε ήδη τα εργαλεία», λέει η Citron. «Τα χρησιμοποιούμε; Μάλλον όχι». διώκοντας τις διαδικτυακές απειλές ως εγκλήματα που βασίζονται σε διακρίσεις σημαίνει πως οι δράστες θα αντιμετωπίζουν σοβαρότερες τιμωρίες, οι υπηρεσίες του νόμου θα έχουν σημαντικότερο κίνητρο για να διερευνήσουν αυτά τα υψηλότερου επιπέδου εγκλήματα – και ίσως, οι λεγεώνες των ανώνυμων κακοποιητών αρχίσουν να βλέπουν τις συνέπειες των επιθέσεων τους.

Οι νόμοι μας πάντοτε βρίσκουν ένα τρόπο να αντιμετωπίσουν νέες απειλές ενώ ισορροπούν με δικαιώματα, ακόμη και αν το κάνουν πολύ αργά. Οι αντίπαλοι του νόμου των Πολιτικών Δικαιωμάτων του 1964 χαρακτήρισαν τις προστασίες στον εργασιακό χώρο ως αντισυνταγματικές και κακές για το επιχειρείν. Πριν επανακαθοριστεί η σεξουαλική παρενόχληση στον εργασιακό χώρο ως διάκριση σύμφωνα με το άρθρο VII, αγνοούνταν ως αθώο φλέρτ. Όταν το άρθρο IX προτάθηκε για πρώτη φορά για να αντιμετωπίσει την έμφυλη διάκριση στην εκπαίδευση, μια συζήτηση στην Γερουσία πάνω στο ζήτημα έληξε με γέλια όταν ένας γερουσιαστής έκανε ένα αστείο για μικτές ομάδες ποδοσφαίρου. Μέχρι η ενδοοικογενειακή βία να γίνει προτεραιότητα της εθνικής πολιτικής, η κακοποίηση αγνοούνταν ως ερωτικό καβγαδάκι. Το σημερινά αθώα αστεία και άδικα βάρη είναι η αυριανή ατζέντα των πολιτικών δικαιωμάτων.

***

Ο κατά συρροή κυβερνωδιώκτης μου άρχισε να με ακολουθεί το 2009. Ήμουν στο προσωπικό μιας εναλλακτικής εβδομαδιαίας εφημερίδας όταν ξέσπασε μια μικροδιαμάχη σε ένα μπλογκ. Ένας από τους κειμενογράφους του μπλογκ είχε αναπτύξει την συνήθεια να δημοσιοποιεί τις φαντασιώσεις του με βιασμούς  στη σελίδα· του πήρα συνέντευξη όπως και τους άλλους που συνεισφέραν στη σελίδα και δημοσίευσα ένα άρθρο.  Έπειτα άρχισα να λαβαίνω απειλές για το δικό μου βιασμό.  Ο συγγραφέας τους ανέβασε μια φωτογραφία μου στο μπλογκ του και έγραψε, «»Φυσικά, μπορεί να νομίζεις πως είναι όμορφη. Ή μπορείς να πεις πως μοιάζει γλυκιά και αθώα. Αλλά μην αφήνετε την εμφάνιση να σε ξεγελάσει. Αυτή η γυναίκα είναι σκέτο κακό». (Για κάποιους κακοποιητές, δεν είσαι πολύ ελκυστική· για άλλους, είσαι όμορφη). «Νομίζω θα την περιέγραφα στο μπλογκ μου ως «άξια βιασμού», αλλά τελικά άλλαξα γνώμη», πρόσθεσε. «Ουπς! Έκανα ακόμη ένα έγκλημα σκέψης!»

Στο σχολιασμό κάτω από το άρθρο, απειλές εμφανίστηκαν κάτω από μια δεκαριά ψεύτικα ονόματα και αρκετές ψεύτικες διευθύνσεις IP – οι οποίες συνήθως δείχνουν την ακριβή τοποθεσία μιας συσκευής. Αλλά μπορεί να παραποιηθεί εύκολα αν έχεις το κατάλληλο λογισμικό. «Amanda, θα σε βιάσω», είπε κάποιος. «Πως αισθάνεσαι; Σ’ αρέσει; Ποια είναι η IP μου, πουτάνα;». στο λογαριασμό του στο Twitter ο διώκτης μου έγραψε πως σκόπευε να αγοράσει όπλο – προφανώς για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα του από την Πρώτη Τροπολογία εξασκώντας την Δεύτερη.

Τότε, μια νύχτα όταν ο φίλος μου και εγώ ήμασταν στο διαμέρισμα μας, το κινητό μου άρχισε να χτυπά συνεχώς. Έλαβα μια σειρά από φωνητικά μηνύματα, που κλιμακώνονταν σε τόνο από το αυστηρό «Κόψε τις μαλακίες τώρα» σε ένα ασυνάρτητο «Γαμημένη λεσβία… Θα σε γαμήσω». Για πρώτη φορά στη ζωή μου, κάλεσα την αστυνομία. Όταν ένας αστυνομικός έφτασε στο σπίτι μου, περιέγραψα το μοτίβο της κακοποίησης. Έδειξε την σύγχυση του για το «εικονικό» έγκλημα, μου έδωσε τη κάρτα του, και μου είπε να καλέσω αν οποιοσδήποτε έρχονταν στο σπίτι μου – αλλά αρνήθηκε να καταγράψει την κατάθεση μου.

Δίχως στήριξη από την αστυνομία, προτίμησα να κάνω αίτηση για προστατευτικά μέτρα σε οικογενειακό δικαστήριο. Έβαλα μια φωτογραφία του διώκτη μου στη ρεσεψιόν. Όταν το τοπικό γραφείο σερίφη δεν κατόρθωσε να του δώσει την δικαστική εντολή, πλήρωσα 100$ δε ιδιωτικό ερευνητή για να κάνει τη δουλειά. Μου πήρε πέντε επισκέψεις στο δικαστήριο, περιμένοντας να εκδικαστεί η υπόθεσή μου ενώ καθόμουν σιωπηλά στο διάδρομο απέναντι από αυτών στο προθάλαμο, μαζί με δεκάδες ντόπιους πολίτες που είπαν σε μια δικαστή για θέματα ενδοοικογενειακής βίας για φίλους, πατεράδες και πρώην συζύγους που είχαν κάνει απειλές και ασκήσει κακοποιητική βία πάνω τους. αυτοί οι άνθρωποι έψαχναν προστασία από πρώην που κράδαιναν λοστούς και οπλοφορούντες γνωστούς – περισσότερα πραγματικά εγκλήματα  που το δικαστικό σύστημα απέτυχε να λύσει. Μέχρι η δικαστής να φωνάξει την υπόθεση μου για μελέτη , είχα χάσει πέντε μέρες εργασίας κυνηγώντας την υπόθεση. Ήμουν τυχερή που είχα πλήρη απασχόληση και αφεντικό με κατανόηση – ακόμη και αν δεν κατανοούσε τις απειλές στο ίδιο επίπεδο με εμένα. Και επειδή η υπόθεση μου είχε καταχωρηθεί σύμφωνα με νέες προστασίες εναντίον της παρακολούθησης – προστασίες σχεδιασμένες για περιπτώσεις σαν την δική μου, στην οποία παρενοχλούμουν από κάποιον με τον οποίο δεν είχα προσωπική σχέση μαζί του – ήμουν τυχερή που έφτασα στο δικαστήριο – με διορισμένο δικηγόρο, επίσης. Τα περισσότερα θύματα δεν είναι.

Ο παρενοχλητής μου τελικά συμμορφώθηκε με τα προστατευτικά μέτρα όταν ο δικηγόρος μου του έδειξε πως γνωρίζαμε πως τα σχόλια στο μπλογκ προέρχονταν από τον υπολογιστή του – είχε κάνει γενναίες προσπάθειες να κρύψει τα σχόλια του, σε μια δυο περιπτώσεις έκανε λάθος, και μπορούσαμε να αποδείξουμε πως οι απειλές βιασμού ήταν δικές τους. όταν η δικαστής ενέκρινε την εντολή, προειδοποίησε τον παρενοχλητή μου πως δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί μου με οποιονδήποτε τρόπο – ούτε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, Twitter, τηλέφωνο, σχόλιο σε μπλογκ, ή με το να νοικιάσει αερόστατο που πετώντας πάνω από το σπίτι μου να μεταφέρει μήνυμα προς εμένα, είπε. Και έπρεπε να μένει τουλάχιστον πενήντα μέτρα μακριά μου κάθε φορά. Τα περιοριστικά μέτρα θα είχαν διάρκεια ένα έτος.

Μόλις τα μέτρα έληξαν έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στη νέα μου δουλειά. Μια στο τόσο έρχεται σε επαφή. Το περασμένο καλοκαίρι, έγραψε στα σχόλια ενός άρθρου που είχα γράψει για την δημιουργό ιστοσελίδων για το σεξ Cindy Gallop για να πει, «Δεν θα θυσίαζα την φυσιολογική ικανοποίηση του να εκσπερματώσω μέσα στη γυναίκα για μια υποδεέστερη ψυχολογική ικανοποίηση…. Υπάρχει λόγος που έχει καλύτερη αίσθηση να το κάνεις με τον κανονικό τρόπο και δεν βλέπεις άλλους στον κόσμο των πιθήκων να  εξασκούν αυτή τη πρακτική». Μερικούς μήνες αργότερα, με πλησίασε μέσω του LinkedIn. («Ο διώκτης σας θα ήθελε να σας προσθέσει στο επαγγελματικό του δίκτυο»). Μερικές μέρες πριν λάβω τις απειλές στο Πάλμ Σπρίνγκς, μου έστειλε ένα σύνδεσμο μέσω Twitter, προς μια ιστορία που έγραψε για μια άλλη γυναίκα που είχε παρενοχλήσει διαδικτυακά. Περιστασιακά, μου στέλνει τα tweet του κατευθείαν προς εμένα – μια μικρή υπενθύμιση πως το «παιχνίδι» ξανάρχισε.

Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια, αλλά κουβαλάω ακόμη τους φακέλους της υπόθεσης μαζί μου. Καταγράφω κάθε tweet που στέλνει σε ένα έγγραφο του Word, προωθώ τα email του σε ένα ειδικό λογαριασμό, μετά τα τυπώνων για να εξασφαλίσω  πως θα τα έχω πρόχειρα για την αστυνομία σε αναλογική μορφή αν με απειλήσει (ή χειρότερα) ξανά. Όποτε έχω επαγγελματικό ταξίδι στη πόλη που ζει, κουβαλάω μαζί μου την παλιά εντολή περιοριστικών μέτρων, ακόμη και αν οι λέξεις αρχίζουν να θολώνουν μετά από μερικά φωτοαντίγραφα. Η στοίβα με χαρτιά είναι προσεκτικά τοποθετημένη στο διαμέρισμα μου. Οι αγωνίες μου είναι πολύ πιο δύσκολο να τακτοποιηθούν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s