Άρθρο που δημοσιεύτηκε στους The New York Times στις 11 Μαρτίου 2018. Οι Liz Alderman, Elian Peltier & Hwaida Saad είναι ανταποκριτές των The New York Times. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

Ο Mostafa Haji Mohamad, υγειονομικός υπάλληλος, ξεκινούσε την πρωινή βάρδια σε ένα εργοστάσιο τσιμέντου στη Συρία όταν πυροβολισμοί αντήχησαν στην έρημο. Ο αέρας ήταν βαρύς, και αυτός όπως και οι υπόλοιποι εργάτες ήταν νευρικοί.

Για μήνες, εργάζονταν υπό τους ήχους μακρινών συγκρούσεων καθώς το Ισλαμικό Κράτος έδινε σκληρές μάχες το φθινόπωρο του 2014 για να καταλάβει εδάφη στη διάρκεια του κλιμακούμενου εμφυλίου στη Συρία. Ο εργοδότης τους, ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς τσιμέντου στο κόσμο, η Lafarge, δεν ήθελε να εγκαταλείψει το εργοστάσιο, αλλά σκόπευε να το κρατήσει σε λειτουργία ώστε να βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση μόλις τελείωνε ο εμφύλιος. Και οι άνδρες, όλοι τους ντόπιοι εργάτες, είχαν ελάχιστες άλλες επιλογές για εργασία σε μια χώρα που η σύγκρουση ρήμαζε την οικονομία.

Οι υπεύθυνοι ασφαλείας προέτρεπαν τους εργάτες να μην ανησυχούν. Η ασφάλεια ήταν προτεραιότητα, επέμεναν. Αν οι μάχες έρχονταν κοντά, η Lafarge είχε σχέδιο εκκένωσης που περιλάμβανε λεωφορεία για την μεταφορά τους σε περίπτωση κινδύνου.

Καθώς οι άνδρες συγκεντρώθηκαν εκείνο το πρωί στην αποπνικτική αίθουσα, ο προϊστάμενος του κυρίου Mohamad, ο γιατρός του εργοστασίου, τον πήρε τηλέφωνο με μια απελπισμένη προειδοποίηση. Το ISIS είχε μόλις καταλάβει το πιο κοντινό χωριό στο εργοστάσιο. «Πρέπει να φύγεις από εκεί», είπε ο προϊστάμενος. «Το ISIS έρχεται!».

Ο κ. Mohamad και οι υπόλοιποι εργάτες έτρεξαν έξω. Τα λεωφορεία για την εκκένωση δεν ήταν πουθενά.

Έτσι σκαρφάλωσαν ο ένας πάνω στον άλλο, σε δυο μικρά αυτοκίνητα και ένα φορτηγάκι παραδόσεων. Ο κ. Mohamad ανέβηκε σε ένα ξεχαρβαλωμένο σκούτερ και έφυγε βιαστικάπρος την έρημο καθώς ακούγονταν εκρήξεις.

Ξέφυγαν όλοι. Μέχρι το ηλιοβασίλεμα, το ISIS είχε καταλάβει το εργοστάσιο.

«Αυτό που θέλω να μάθω», είπε για την Lafarge ο κ. Mohamad σε μια συνέντευξη, «είναι γιατί μας παράτησαν εκεί αντιμέτωπους με το θάνατο;».

Ενώ άλλες πολυεθνικές εταιρείες έφυγαν από τη Συρία στη διάρκεια του εμφύλιου, η Lafarge έκανε την υπολογισμένη κίνηση να μείνει, φτάνοντας στα άκρα του διεθνούς δικαίου για να παραμείνει σε λειτουργία στη Συρία. Οι πράξεις της Lafarge, όπως προκύπτουν από σφραγισμένα δικαστικά έγγραφα στη Γαλλία που ερευνήθηκαν από τους The New York Times, όπως και από συνεντεύξεις με πρώην υπαλλήλους, προσφέρουν μια σπάνια ματιά στα κόστη και στα προβλήματα του να κάνεις δουλειές σε μια χώρα που είναι κατεστραμμένη από το πόλεμο, συναλλαγές που άφησαν μια μεγάλη εταιρεία έκθετη σε μια ποινική έρευνα στη Γαλλία όπως και σε μια αστική αγωγή.

Για να μεταφέρει προμήθειες και υπαλλήλους μέσα από επικίνδυνες περιοχές, και για να εξασφαλίσει πρώτες ύλες, η Lafarge έδωσε χρήματα σε ενδιάμεσους που έκαναν διαπραγματεύσεις με το Ισλαμικό Κράτος, όπως και με την οργάνωση της Αλ Κάιντα στην Συρία και με άλλες ένοπλες φράξιες. Όλοι είπαν, οι παράγοντες της Lafarge έδωσαν 5 εκατομμύρια δολάρια σε ένοπλες ομάδες, σύμφωνα με τα έγγραφα, που περιλαμβάνουν μαρτυρίες στους ανακριτές από πρώην αξιωματούχους της Lafarge, καταθέσεις και μαρτυρίες από πρώην υπαλλήλους, την εταιρική αλληλογραφία και εμπιστευτική εσωτερική έκθεση των δραστηριοτήτων της Lafarge στην Συρία από την διεθνή νομική εταιρία Baker McKenzie. Οι ευρείες μαρτυρίες της εμπειρίας των πρώην εργαζόμενων στηρίζονται από τα έγγραφα, περιλαμβανόμενων των μαρτυριών των στελεχών και των υπαλλήλων.

Τα χρήματα όμως δεν εξασφάλιζαν πάντοτε την ασφάλεια των εργαζόμενων στην Lafarge ή τις δραστηριότητες της. Μεταξύ 2012 και 2014, τουλάχιστον δέκα εργάτες έπεσαν θύμα απαγωγής, σύμφωνα με την μαρτυρία πρώην υπαλλήλων, εταιρικών εγγράφων και την εσωτερική έρευνα. Οι υπάλληλοι αντιμετώπιζαν ένοπλες πολιτοφυλακές όταν πήγαιναν στη δουλειά. Και το εργοστάσιο – μια από τις μεγαλύτερες ξένες επενδύσεις στην Συρία – καταλήφτηκε έτσι και αλλιώς. Έχει καταστραφεί από τότε.

Μια επιτροπή Γάλλων δικαστών που ορίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο του Παρισιού, το οποίο επιβλέπει ποινικές έρευνες, διερευνά αν η Lafarge έθεσε τους εργάτες σε κίνδυνο και παραβίασε διεθνείς κυρώσεις με το να πληρώνει το Ισλαμικό Κράτος και άλλες ένοπλες ομάδες για να συνεχίσει τη λειτουργία της καθώς ο πόλεμος συνεχίζονταν. Έξι πρώην ανώτεροι αξιωματούχοι της Lafarge, μεταξύ τους δυο πρώην διευθύνοντες σύμβουλοι, είναι υπό επίσημη έρευνα με την κατηγορία χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

Οι δικαστές που αποφασίζουν αν οι υποθέσεις θα φτάσουν σε δίκη, εξετάζουν επίσης την μήνυση από την Sherpa, μια γαλλική οργάνωση εναντίον της διαφθοράς που ασχολείται με τις παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων από εταιρείες, για λογαριασμό πρώην υπαλλήλων που λένε πως η Lafarge ήταν συνένοχη σε εγκλήματα πολέμου. Οι υπάλληλοι, στην μήνυση, ισχυρίζονται πως η εταιρεία αγνόησε τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν, και τους πίεσαν να συνεχίσουν να εργάζονται.

«Η Lafarge δρούσε σαν να ήταν υπεράνω του νόμου», είπε η Marie-Laure Guislain, η υπεύθυνη για τις δίκες στην Sherpa. «΄Έπαιξε όμως ρόλο σε μια ένοπλη σύγκρουση, όπως και στην παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, και πρέπει να απολογηθεί».

Η μήνυση της Sherpa βοήθησε στο να ξεκινήσει η γαλλική έρευνα, όπως και αναφορές για την δραστηριότητα της Lafarge στην Γαλλική εφημερίδα Le Monde.

Όλοι οι πρώην αξιωματούχοι της Lafarge αρνήθηκαν τις κατηγορίες εναντίον τους, που θα πέσουν αν οι δικαστές θεωρήσουν τα στοιχεία ανεπαρκή. Αν δικαστούν, οι αξιωματούχοι θα αντιμετωπίσουν ποινές μέχρι δέκα ετών φυλάκισης και πρόστιμα 225000€. Οι αρχές επίσης θα αποφασίσουν αν η ίδια η εταιρεία μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη. Η δραστηριότητα έλαβε χώρα πριν την συγχώνευση της Lafarge με τον ελβετικό κολοσσό Holcim το 2015.

Ο πρώην διευθύνων σύμβουλος Eric Olsen παραιτήθηκε την περασμένη χρονιά μετά την εσωτερική έρευνα, αν και η Lafarge κατέληξε στο ότι δεν ήταν υπεύθυνος για, ή ενήμερος, την δραστηριότητα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εταιρεία πλέον γνωστή ως LafargeHolcim μετά την συγχώνευση, εγκατέλειψε τα σχέδια για προμήθεια δομικών υλικών για το τείχος του προέδρου Trump στα σύνορα με το Μεξικό. Η εταιρεία αναγνώρισε πως «απαράδεκτα λάθη έγιναν στη Συρία», και είπε πως «λυπάται πραγματικά για ότι συνέβη».

Επίσης ανέφερε πως αν και η χρήση ενδιάμεσων ήταν «σοβαρό ζήτημα», η εσωτερική έρευνα «δεν μπορούσε να αποδείξει με βεβαιότητα τους τελικούς παραλήπτες των χρημάτων».

Ο διευθύνων σύμβουλος της LafargeHolcim, Jan Jenisch είπε πως η εταιρεία συνεργάζεται με τις γαλλικές αρχές. «Είμαι αυτός που ενδιαφέρεται περισσότερο από οποιονδήποτε για να αποκαλυφθεί η αλήθεια και να κλείσει αυτό το κεφάλαιο για το οποίο λυπόμαστε πολύ», ανέφερε στη διάρκεια μιας παρουσίασης των αποτελεσμάτων της εταιρείας την περασμένη εβδομάδα.

Στη δήλωση της, η LafargeHolcim πρόσθεσε πως είχε πραγματοποιήσει εκτενείς έρευνες και ελέγχους «για να εξασφαλίσει πως η LafargeHolcim σήμερα είναι μια διαφορετική εταιρεία με μεγαλύτερη συμόρφωση».

Ο κ. Mohamad και οι άλλοι εργάτες, που επιβίωσαν όλοι, προσπαθούν τώρα να ξαναχτίσουν τις ζωές τους. Πολλοί χρειάστηκε να εγκαταλείψουν την Συρία, να γίνουν πρόσφυγες σε Τουρκία και Ευρώπη. Ενώ κάποιοι κατάφεραν να βρουν δουλειά, άλλοι παλεύουν ακόμη.

Για κάποιο διάστημα, ο δρ. Adham Basho, ο υπάλληλος της Lafarge που προειδοποίησε τον κ. Mohamad, ζούσε με τη γυναίκα, τα παιδιά και ακόμη 18 οικογένειες σε μια εγκατάσταση προσφύγων στην Τουρκία αφού διέφυγε από τη Συρία. Βρήκε μόνο προχειροδουλειές για να συντηρήσει την οικογένεια του. Ο Hisham Haji Osman, ειδικευμένος στην πληροφορική, έφτασε στη Γερμανία και ακόμη προσπαθεί να βρει μόνιμη δουλειά. Ο κ. Mohamad ζει ως πρόσφυγας στην Τουρκία, μη μπορώντας να επιστρέψει στο σπίτι του όσο διαρκεί ο πόλεμος.

«Έτσι Συνεχίσαμε!»

Όταν η Lafarge αγόρασε ένα εγκατελλειμένο εργοστάσιο στη βόρεια Συρία το 2007, ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του ήταν ένας ντόπιος συνεργάτης με δεσμούς με την κυβέρνηση του προέδρου Bashar al-Assad.

Ο συνεταίρος, ο Firas Tlass, ένας μεγιστάνας με επιρροή, μπορούσε να χρησιμοποιήσει υπόγεια κανάλια σε μια χώρα με ασαφείς κανόνες και γραφειοκρατία. Εξασφάλισε άδεια λειτουργίας και άλλες άδειες για την Lafarge.

Ιδρυμένη το 1833 ως οικογενειακή επιχείρηση στη Γαλλία, η Lafarge είχε προϊστορία στο να υλοποιεί μεγάλα και περίπλοκα εγχειρήματα. Στα μέσα του 19ου αιώνα, κέρδισε συμβόλαιο για την κατασκευή της διώρυγας του Σουέζ στην Αίγυπτο. Στη διάρκεια του 2ου Παγκόσμιου Πόλεμου, βοήθησε στην παραγωγή τσιμέντου για την κατασκευή του τεράστιου τείχους πολυβολείων των Ναζί που εκτείνονταν από την Σκανδιναβία και έφτανε μέχρι την Ισπανία και ήταν γνωστό ως το Ατλαντικό Τείχος.

Στη Συρία, η Lafarge έιδε μια νέα ευκαιρία για άνοιγμα στην Μέση Ανατολή. Μετά από μια ανακαίνιση που κράτησε τρία χρόνια του αξίας 680 εκατομμυρίων € εργοστασίου, η Lafarge Cement Syria άρχισε τη λειτουργία της τον Οκτώβριο του 2010, απασχολώντας εκατοντάδες ανθρώπους και δημιουργώντας χιλιάδες σχετικές θέσεις εργασίας. Φορτηγά και βαν πηγαινοέρχονταν στην έρημο, μεταφέροντας υπαλλήλους, παραδίδοντας τσιμέντο της Lafarge και φέρνοντας τα καύσιμα και τις πρώτες ύλες από τα κοντινά λατομεία.

Καθώς οι δραστηριότητες αυξήθηκαν, ένα κύμα επαναστατικής θέρμης από την Αραβική Άνοιξη έφτασε στην περιοχή. Αντικυβερνητικές διαδηλώσεις ξέσπασαν στη Συρία, και καταστάληκαν βίαια το Μάρτιο του 2011. Στρατιώτες από το στρατό της Συρίας λιποτάκτησαν, και μαζί με πολίτες που πήραν τα όπλα, σχημάτισαν αντάρτικες ομάδες για να πολεμήσουν την κυβέρνηση, μερικές από αυτές οργανώθηκαν χαλαρά στον Ελεύθερο Συριακό Στρατό (FSA). Η κυβέρνηση απάντησε με την επίθεση σε ανταρτοκρατούμενες περιοχές, σε μια όλο και πιο περίπλοκη και αιματηρή σύγκρουση που συνεχίζει να μαστίζει τη χώρα.

Ενώ οι μάχες γίνονταν στο νότο, η ασφάλεια γύρω από το εργοστάσιο της Lafarge στο βορρά άρχισε να χειροτερεύει σταδιακά. Ομάδες του FSA ήρθαν στη περιοχή, που ελέγχονταν από παλιά από την κυβέρνηση Assad, μαζί με την πολιτοφυλακή του κουρδικού Κόμματος της Δημοκρατικής Ενότητας, ή PYD. Μέχρι το τέλος του 2011, τα Ηνωμένα Έθνη είχαν κηρύξει τη Συρία σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου, και η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε εμπάργκο στο εμπόριο όπλων και πετρελαίου με τη Συρία.

Μετά από αυτό, η Total, ο γαλλικός πετρελαϊκός γίγαντας, σταμάτησε τις δραστηριότητες του στη Συρία. Άλλες γαλλικές εταιρείες ακολούθησαν, μεταξύ τους η Bel Group, παραγωγός του τυριού Babybel, και η Air Liquide, η μεγαλύτερη εταιρία αερίου στη Γαλλία.

Όχι η Lafarge όμως. Ο Bruno Lafont, που ήταν ο διευθύνων σύμβουλος της Lafarge εκείνη την περίοδο, δεν είδε κάποιο λόγο εξόδου. Οι σύμβουλοι ασφαλείας της εταιρείας διαβεβαίωναν τα αφεντικά στα κεντρικά γραφεία στο Παρίσι πως ρο εργοστάσιο δεν ήταν σε εμπόλεμη ζώνη και παρέμενε ασφαλές. «Έτσι συνεχίσαμε», είπε στους ανακριτές ο κ. Lafont, σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα. «Η Lafarge δεν έτρεξε ποτέ».

Μέχρι το καλοκαίρι του 2012, η κατάσταση στη Συρία είχε γίνει αβέβαιη, και η Lafarge αποφάσισε να απομακρύνει εκατοντάδες ξένους υπαλλήλους από τη χώρα για την ασφάλεια τους. Ανώτερα διευθυντικά στελέχη, μεταξύ τους ο Bruno Pescheux, ο διευθύνων σύμβουλος της Lafarge Cement Syria εκείνη την εποχή, μεταφέρθηκε στο Κάιρο για να επιβλέπει τις εργασίες από απόσταση.

Οι Σύριοι υπάλληλοι συνέχισαν να εργάζονται. Η δουλειά τους ήταν να διατηρήσουν τη ροή του τσιμέντου – και να κάνουν το εργοστάσιο να φαίνεται λειτουργικό ως μια μέθοδο αποθάρρυνσης επιδρομών από μαχητές.

Η Lafarge είπε πως ήθελε να συνεχίσει να προσφέρει εργασία στους ντόπιους που είχαν ανάγκη να εργαστούν. Η εταιρεία μετέφερε τους υπαλλήλους στο Μανμπίζ, μια πόλη κοντά στο εργοστάσιο, και πρόσφερε κατάλυμα σε άλλους μέσα στο εργοστάσιο για να συνεχίσει τη λειτουργία του καθώς η οδική μεταφορά έγινε όλο και πιο επικίνδυνη, σύμφωνα με την κατάθεση πρώην στελεχών και εργαζόμενων. Όταν ο εμφύλιος τελείωνε, «θα είχαμε τουλάχιστον μια επιχείρηση που μπορούσε να παράξει το τσιμέντο για την ανοικοδόμηση της Συρίας», είπε ο κ. Pescheux στους Γάλλους ανακριτές.

Οι εργαζόμενοι αισθάνονταν τυχεροί που απασχολούνταν σε μια μεγάλη γαλλική πολυεθνική που πρόσφερε καλούς μισθούς για την στήριξη των οικογενειών τους σε μια περιοχή με ελάχιστες δυνατότητες. Ωστόσο η κατάσταση έγινε όλο και πιο δύσκολη, οι τοπικοί διευθυντές της Lafarge, ανέφεραν οι εργαζόμενοι σε συνεντεύξεις, μαρτυρίες και καταθέσεις, αύξησαν την πίεση, απειλώντας να απολύσουν ή να μειώσουν το μισθό εκείνων που ανησυχούσαν μπροστά στις όλο και χειρότερες συνθήκες ασφάλειας.

«Πριν τον πόλεμο, οι διευθυντικές πρακτικές ήταν πολύ καλές», ανέφερε ο Jarir Yahyaalmullaali, πρώην αποθηκάριος. Αργότερα όμως, πρόσθεσε, «σε ανάγκαζαν να πας στη δουλειά και απειλούσαν να σε απολύσουν ακόμη και αν υπήρχαν προβλήματα και οι δρόμοι ήταν επικίνδυνοι».

Αφού οι ξένοι συνάδελφοι τους απομακρύνθηκαν, οι Σύριοι υπάλληλοι συζήτησαν την δημιουργία συνδικάτου ή απεργίας για διαμαρτυρία των όλο και πιο άσχημων συνθηκών εργασίας. Ήταν ιδιαίτερα ανήσυχοι για την μεταφορά τους με βαν της Lafarge μέσα από σημεία ελέγχου που τα επέβλεπαν εναλλασσόμενες μεταξύ τους ένοπλες πολιτοφυλακές, ανέφεραν οι εργαζόμενοι σε συνεντεύξεις, μαρτυρίες και καταθέσεις που δόθηκαν στο δικαστήριο.

«Φαντάσου το ταξίδι», είπε ο Nidal Wahbi, ένας πρώην υπεύθυνος ανθρώπινων πόρων της Lafarge στη Συρία που είναι μεταξύ των μηνυτών. «Μπορούσε να σε σταματήσουν ανά πάσα στιγμή, και είτε να σε αφήσουν να φύγεις, ή μπορούσαν να σε βγάλουν από το αυτοκίνητο για ανάκριση». Όταν σφαίρες ελεύθερου σκοπευτή χτύπησαν το αυτοκίνητό του ένα πρωί, «Κατάλαβα για πρώτη φορά πόσα επικίνδυνο ήταν», είπε. «Αλλά την επόμενη μέρα, έπρεπε να περάσεις από τον ίδιο δρόμο, γιατί η Lafarge θα σε ρωτούσε γιατί δε πήγες στη δουλειά».

Μια Αυξανόμενη Απειλή

Όταν οι μάχες έφτασαν πολύ κοντά, οι πληρωμές προς το ISIS άρχισαν να ρέουν.

Στα μέσα του 2012, τοπικοί αξιωματούχοι της Lafarge πρόσφεραν στο Σύριο συνεργάτη τους ένα μηνιαίο προϋπολογισμό περίπου 10000$. Του έδωσαν οδηγίες να δρα ως ενδιάμεσος με τις τοπικές ομάδες για να εξασφαλίσει ασφαλή διέλευση γύρω από το εργοστάσιο., ανέφερε ο κ. Pescheux στους ανακριτές.

Ο συνεργάτης, ο κ. Tlass, σύμφωνα με την έρευνα της νομικής εταιρείας, διοχέτευσε μεγάλα ποσά προς τον FSA, ο οποίος κατείχε το Μανμπίζ, όπου είχε μεταφέρει τους εργαζόμενους της η Lafarge. Περισσότερα χρήματα πήγαν προς τους Κούρδους, που συνεργάστηκαν με τον FSA και υποσχέθηκαν στρατιωτικού τύπου προστασία για το εργοστάσιο, το οποίο θεωρούσαν πως βρίσκονταν στην περιοχή τους.

Οι πληρωμές δεν εγγυόνταν ασφάλεια. Το φθινόπωρο οι Κούρδοι απήγαγαν εννέα εργαζόμενους της Lafarge και τους μετέφεραν σε τοπικές πολιτοφυλακές. Οι ντόπιοι διευθυντές της Lafarge ανέφεραν τις απαγωγές στο Παρίσι και έδωσαν περίπου 200000€ για να εξασφαλίσουν την απελευθέρωση τους, σύμφωνα με την εσωτερική έρευνα και κατάθεση πρώην διευθυντικών στελεχών.

Τα προβλήματα χειροτέρεψαν το 2013, όταν το παράρτημα της Αλ Κάιντα στη Συρία του Μέτωπο Νούσρα, και άλλες ισλαμικές οργανώσεις κατέλεβαν τη Ράκκα, μια στρατηγικής σημασίας πόλη περίπου 90 χιλιόμρτρα νότια του εργοστασίου. Στους μήνες που ακολούθησαν, ένα σχίσμα μέσα στην Αλ Κάιντα απομάκρυνε το Μέτωπο Νούσρα από τον ISIS, το οποίο πήρε τον έλεγχο της Ράκκα. Το ISIS άρχισε μια αργή αλλά σταθερή προέλαση προς την περιοχή γύρω από το εργοστάσιο της Lafarge.

Σύντομα, ο μεσολαβητής, ο κ. Tlass διοχέτευε περίπου 20000$ το μήνα στον ISIS, και επιπλέον πόρους στο Μέτωπο Νούσρα, για να εξασφαλίσει πως και αυτοί, δεν θα παρενοχλούσαν τους εργαζόμενους και τη τροφοδοσία της Lafarge, σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα. Χρήματα δίνονταν επίσης για να εξασφαλιστούν πρώτες ύλες από ελεγχόμενες από τον ISIS περιοχές. Με τις πληρωμές μέσο διαμεσολαβητή, «δεν υπήρχαν ποτέ άμεσες συνδέσεις με τον ISIS», είπε στους ανακριτές στη Γαλλία, ο Christian Herrault, ένας πρώην υποδιευθυντής στο Παρίσι υπεύθυνος για τη Συρία. Όταν οι ανακριτές ρώτησαν αν η Lafarge είχε πληρώσει Ισλαμικές ομάδες, απάντησε: «Έμεσα, ναι».

Τοπικοί διευθυντές προσπάθησαν να καλύψουν τις πληρωμές με ψεύτικα εντάλματα πληρωμών που υπογράφονταν από τον κ. Herrault. Ωστόσο οι πληρωμές στέλνονταν με τηλεγράφημα σε μηνιαίες συναντήσεις ασφαλείας μεταξύ αξιωματούχων στα κεντρικά γραφεία της Lafarge και το σύνδεσμο στη Συρία., σύμφωνα με την εσωτερική έρευνα και καταθέσεις πρώην διευθυντών. Έγγραφα των συναντήσεων διανεμήθηκαν σε άλλους αξιωματούχους της Lafarge, μεταξύ τους ο διευθύνων σύμβουλος, κ. Lafont.

Ένα υπόμνημα με ημερομηνία 11 Σεπτεμβρίου 2013, που ήταν μέρος των εγγράφων, περιέγραφε πως η όλο και μεγαλύτερη παρουσία του ISIS είχε γίνει «βασική απειλή» για την επιχείρηση. «Γίνεται όλο και πιο δύσκολο για να λειτουργήσεις δίχως να απαιτείται άμεση ή έμμεση διαπραγμάτευση με αυτά τα δίκτυα που χαρακτηρίζονται ως τρομοκρατικά δίκτυα από διεθνείς οργανισμούς και τις ΗΠΑ», κατέληγε το υπόμνημα.

Ένα άλλο υπόμνημα από συνάντηση ασφαλείας, με ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 2013, περιέγραφε περισσότερα μπλόκα από τον ISIS, το Μέτωπο Νούσρα και τους Κούρδους, πριν σημειώσει πως «διαπραγματεύσεις με διάφορους παράγοντες» είχαν επιτρέψει τη ροή προμηθειών και υπαλλήλων να αποκατασταθεί.

Σε σημεία ελέγχου που κρατούνταν από το ISIS και το Μέτωπο Νούσρα, οι προμηθευτές του εργοστασίου χρειάζονταν απλά να πουν «Lafarge» για να περάσουν, είπαν δυο υπάλληλοι στους Times, μια μαρτυρία που περιλαμβάνεται και στη μήνυση τους. Αλλά οι εργάτες έπρεπε να υπομένουν πιεστικούς ελέγχους. «Σε ρωτούσαν πράγματα όπως ‘Προσεύχεσεαι;’», είπε ο κ. Osman, ο πρώην υπεύθυνος τεχνολογίας πληροφοριών. «Ήταν ένας έλεγχος για να δουν αν θα σε αφήσουν να ζήσεις, θα σε σκοτώσουν ή θα σε συλλάβουν».

Στις 29 Ιουνίου 2014, ο ISIS ανακήρυξε χαλιφάτο στη Συρία και το Ιράκ. Την ίδια μέρα, ο ανώτερος διαχειριστής κινδύνων προειδοποίησε σε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε μια συνάντηση που είχε οργανώσει με «ένα ηγέτη του Ισλαμικού Κράτους». Ήθελε να εξασφαλίσει πως οι συμφωνίες της Lafarge με την οργάνωση θα διατηρούνταν, σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα.

Λίγο αργότερα, οδηγοί που μετέφεραν υλικά από και προς το εργοστάσιο πήραν νέα πάσα στα σημεία ελέγχου του ISIS. Στην αρχή, «ήταν ένα απλό σημείωμα από τον ISIS, γραμμένο με το χέρι» είπε ο κ. Osman, μια μαρτυρία έδωσε επίσης στις μαρτυρίες που κατατέθηκαν στο δικαστήριο. «Και έπειτα έγινε επίσημο έγγραφο που ήταν ήδη τυπωμένο και έπρεπε να ανανεώνεται και να σφραγίζεται κάθε μέρα», πρόσθεσε. «Η συνεργασία μεταξύ ISIS και Lafarge έγινε συστηματική».

«Πηγαίνετε την Ομάδα στα Τούνελ»

Δυο εβδομάδες μετά την ανακήρυξη του χαλιφάτου από τον ISIS, ο περίγυρος γέμισε με τον ήχο μιας απόμακρης έκρηξης. Οι μαχητές του ISIS είχαν πυροδοτήσει ένα φορτηγό-βόμβα σε ένα τούρκικο εργοστάσιο τσιμέντου.

Η Lafarge σταμάτησε προσωρινά την παραγωγή και είπε στους περισσότερους εργάτες να μείνουν σπίτι, σύμφωνα με καταθέσεις πρώην υπαλλήλων και στελεχών. Αλλά οι ντόπιοι διευθυντές διέταξαν μια ομάδα ζωτικής σημασίας, περίπου 30 ατόμων, μεταξύ τους και ο κ. Osman, να μείνουν. Μέχρι τις αρχές του Αυγούστου του 2014, ο Σύριος συνεργάτης, ο κ. Tlass, είπε πως διαπραγματεύτηκε μια νέα συμφωνία τόσο με το ISIS όσο και τους Κούρδους μαχητές θα επέτρεπε να ξαναρχίσει η παραγωγή στο εργοστάσιο.

Η Lafarge συνέχισε τις πληρωμές προς το ISIS μέσω του κ. Tlass μέχρι που τα Ηνωμένα Έθνη απαγόρευσαν εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές με την οργάνωση στις 15 Αυγούστου, σύμφωνα με την εσωτερική έρευνα. Δίχως την προστασία των πληρωμών, ο κ. Lafont συμβούλεψε το διοικητικό συμβούλιο πως το εργοστάσιο έπρεπε να κλείσει, πιθανώς το Σεπτέμβριο.

Λειτουργούσε ακόμη στα μέσα Σεπτέμβρη, καθώς οι μάχες στη περιοχή εντάθηκαν. Όταν οι επιθέσεις του ISIS εναντίον των Κουρδικών δυνάμεων έγιναν πιο βίαιες, οι χωρικοί κοντά στο εργοστάσιο άρχισαν να φεύγουν.

Οι ντόπιοι διευθυντές διέταξαν ξανά μια ομάδα ζωτικής σημασίας να παραμείνει και να κρατήσουν το εργοστάσιο σε λειτουργία, και άρχισε να στέλνει τους υπόλοιπους στο σπίτι τους. Στις 17 Σεπτέμβρη 2014, λεωφορεία για εκκένωση, ένα καίριο σημείο του σχεδίου απομάκρυνσης της εταιρείας , μετέφεραν μη απαραίτητους εργάτες πίσω στο Μανμπίζ.

Τα λεωφορέια όμως δεν επέστρεψαν ποτέ στο εργοστάσιο, όπως σχεδιάστηκε. Κουρδικές δυνάμεις που εμπλέκονταν σε μάχες με τον ISIS, δεν τους άφηναν να περάσουν, σύμφωνα με κατάθεση του Jean-Claude Veillard, υπεύθυνου ασφαλείας της Lafarge στο Παρίσι.

Την επόμενη ημέρα, ο Frédéric Jolibois, ο νέος διευθύνων σύμβουλος της Lafarge Cement Syria που είχε αναλάβει πρόσφατα τα ηνία, έστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους προϊστάμενους του εργοστασίου ένα σχέδιο ασφαλείας που είχε καταστρώσει, σύμφωνα με αντίγραφο του μηνύματος που περιλαμβάνεται στα δικαστικά έγγραφα. Το σχέδιο έλεγε στους διευθυντές του εργοστασίου να κρύψει τους υπαλλήλους σε ένα σύμπλεγμα τούνελ κάτω από το εργοστάσιο αν αυτό δέχονταν επίθεση. «Προετοιμάστε στρώματα, τροφή, νερό, ζάχαρη στα ηλεκτρικά τούνελ του εργοστασίου, έγραφε ο κ. Jolibois στο μήνυμα. «Αν οι επιτιθέμενοι μπουν στο εργοστάσιο, μετακινήστε την ομάδα στα τούνελ και περιμένετε».

Το επόμενο πρωί, καθώς η ομάδα συγκεντρώθηκε μέσα στο εργοστάσιο, ο γιατρός του εργοστασίου κάλεσε για να πει πως ο ISIS ήταν κοντά. Ο δρ. Basho είπε πως το άκουσε από τον διευθυντή του εργοστασίου , που υποτίθεται πως έπρεπε να είναι στο εργοστάσιο, αλλά είχε φύγει νωρίτερα για μεταφέρει την οικογένεια του στην ασφάλεια, στη Τουρκία.

«Αν περιμέναμε εκεί, θα ήμασταν νεκροί τώρα», είπε ο κ. Yahyaalmullaali, ο πρώην αποθηκάριος.

Η LafargeHolcim, στη δήλωση της, είπε πως η εσωτερική της έρευνα «έδειξε πως η ασφάλεια εκείνων στο εργοστάσιο ήταν σταθερή ανησυχία της διεύθυνσης και υπήρχε σχέδιο εκκένωσης σε ετοιμότητα».

Μέσα στο χάος, μαχητές του ISIS απήγαγαν δυο από τους χριστιανούς υπαλλήλους της Lafarge, σύμφωνα με τα εσωτερικά έγγραφα της Lafarge και την εσωτερική έρευνα. Απελευθερώθηκαν μόνο αφού συμφώνησαν να προσηλυτιστούν στο Ισλάμ και να παρακολουθήσουν θρησκευτικά μαθήματα.

Δημόσια, η Lafarge παρουσίασε μια φωτεινή εικόνα του σκοτεινού συμβάντος. Το εργοστάσιο είχε καταληφθεί από το ISIS, η εταιρεία ανακοίνωσε σε δελτίο τύπου που εξέδωσε εκείνη την εποχή, αλλά η Lafarge είχε κατορθώσει να εκκενώσει όλους όσους είχαν απομείνει.

Οι αξιωματούχοι όμως παραδέχτηκαν στους Γάλλους ανακριτές πως οι υπόλοιποι Σύριοι υπάλληλοι έπρεπε να φύγουν μόνοι τους. Ο κ. Jolibois είπε πως η Lafarge δεν περίμενε πως η κατάσταση θα επιδεινώνονταν τόσο γρήγορα. «Αν έχει σημασία, σε ένα άλλο εργοστάσιο τσιμέντου που δεν άνηκε στην Lafarge, ο ISIS αποκεφάλισε περίπου 50 υπαλλήλους», είπε στους ανακριτές.

Στην δήλωση της στους The Times, η LafargeHolcim είπε πως η Lafarge Cement Syria «διατήρησε τη λειτουργία της για όσο το εργοστάσιο και οι εργαζόμενοι σε αυτό παρέμεναν ασφαλή». Πρόσθεσε πως πρώην υπάλληλοι πήραν άδεια μετά αποδοχών για περισσότερο από 12 μήνες μετά το κλείσιμο του εργοστασίου.

Τα χρήματα δεν καθησύχασαν τους εργαζόμενους της Lafarge που πίστευαν πως πάλευαν να σώσουν τις ζωές τους σε εκείνες τις τελευταίες ώρες του εργοστασίου. Πολλοί εξοργίστηκαν όταν ο κ. Jolibois τους έστειλε ένα χαρούμενο μήνυμα λίγο μετά την εκκένωση.

«Ίσως τα πράγματα να μην πήγαν τέλεια ή όσο καλά σχεδιάστηκε, αλλά ωστόσο πέτυχαμε το βασικό στόχο», έγραψε, σύμφωνα με εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Lafarge που είδαν οι The Times. «Η Lafarge Cement Syria δεν είναι νεκρή. Είμαι πεπεισμένος πως θα κερδίσουμε την τελική μάχη».

Ως απάντηση, ένας από τους επιζώντες έστειλε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καταγγέλλοντας το μήνυμα του κ. Jolibois ως «γεμάτο ψεύδη».

Σε αυτό, οι εργάτες ζήτησαν από τη Lafarge να πραγματοποιήσει εσωτερική έρευνα γιατί οι εργάτες έμειναν να παλέψουν μόνοι τους καθώς ο ISIS προελαύνανε.

Οι υπάλληλοι είπαν πως οι αξιωματούχοι της Lafarge δεν απάντησαν ποτέ.

«Το εργοστάσιο ήταν το μόνο που τους ένοιαζε» είπε ο κ. Mohamad. «Η Lafarge πρέπει να γίνει μάθημα για τις Δυτικές εταιρείες σε ξένες χώρες: Πρέπει να αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους που δουλεύουν για αυτούς σαν ανθρώπινα όντα».

2 σκέψεις σχετικά με το “Liz Alderman, Elian Peltier & Hwaida Saad: Το Κόστος του Κέρδους στη Συρία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s