Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Perspectives on Terrorism, Vol 13, 4. Ο Paul Stott είναι ακαδημαϊκός  στο Πανεπιστήμιο SOAS του Λονδίνου. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας 

 

Εισαγωγή

Το κείμενο των White Wolves ήταν μια δήλωση 14 σελίδων που καλούσε σε εκστρατεία φυλετικών επιθέσεων οι οποίες όπως ήλπιζαν οι συγγραφείς θα οδηγούσαν σε μια εθνικά διαχωρισμένη Βρετανία κατά το τύπο των διαιρεμένων κοινοτήτων στη Βόρεια Ιρλανδία. Από εκεί, περίμεναν οι αρχές να αρχίσουν ένα πρόγραμμα επαναπατρισμού, εξασφαλίζοντας έτσι το στόχο μιας εθνικά ομογενούς Βρετανίας. Κυκλοφορούσε ανώνυμα μέσα στην βρετανική ακροδεξιά, μαζί με ένα συνοδευτικό δισέλιδο φυλλάδιο, ακόμη πιο ακραίο στο τόνο του. Κρίνοντας από τα περιεχόμενα του, το White Wolves γράφτηκε το 1993 και οι ανώνυμοι συγγραφείς ισχυρίζονται πως ήταν «από παλιά μέλη εθνικιστικών ομάδων».

Μεθοδολογικά αυτή η έρευνα βασίζεται πάνω σε μια λεπτομερή ανάλυση της αρχικής δήλωσης, και ενός συνοδευτικού φυλλαδίου και επιστολών που έφεραν το όνομα White Wolves οι οποίες εμφανίστηκαν το 1993-94, ή αμέσως πριν και στη διάρκεια των επιθέσεων με βόμβες καρφιών στο Λονδίνο το 1999. Όπως θα φανεί στις παρακάτω ενότητες, κάποια από αυτά τα θέματα και οι τεχνικές σε αυτά είναι σταθερά. Αυτά περιλαμβάνουν την ανάγκη για άμεση δράση, ή πως βρισκόμαστε λίγο πριν το τέλος, και αυτό που οι συγγραφείς βλέπουν ως την εξουσία των Εβραίων. είναι σημαντικό πως αυτή η δήθεν εβραϊκή κυριαρχία είναι πολύ σημαντική – ο αντισημιτισμός είναι κεντρικό στοιχείο στην κοσμοθεωρία τους, και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι λευκοί Βρετανοί πηγάζουν από τις πράξεις των Εβραίων. Η αίσθηση του επείγοντος των White Wolves, και η έκκληση για θυσία, έχουν σημαντικές ομοιότητες με τις σύγχρονες δικαιολογίες της βίας και λειτουργούν ως υπενθύμιση πως επαναλαμβανόμενα θέματα εμφανίζονται μέσα στη τρομοκρατική βιβλιογραφία.  Ωστόσο, το είδος των επιθέσεων που προτείνονται – μικρές ομάδες ρατσιστών δραστών που στοχεύουν εθνικές μειονότητες ώστε να προκαλέσουν ένα κύκλο ανταποδοτικής βίας – αποδείχτηκαν πολύ διαφορετικές από το πως η ακροδεξιά τρομοκρατία εξελίχθηκε στη Βρετανία από τη δεκαετία του 1990.

Αν και οι White Wolves  έχουν σε γενικές γραμμές έχουν ξεχαστεί σε μια εποχή εύκολα προσβάσιμου διαδικτυακού ακτιβισμού, αυτή ή έρευνα λέει πως το προ-ιντερνετικό κείμενο των White Wolves είναι σημαντικό. Αρχικά, για αυτό που λέει για την ακροδεξιά, και επιπλέον για τα ερωτήματα που θέτει για τα τρομοκρατικά μανιφέστα. Συμβάλλει στο διάλογο για την φύση της ακροδεξιάς τρομοκρατίας, με το να δείχνει στην σπουδαιότητα που δίνεται στο ιστορικό υλικό, όχι σε αντι-μουσουλμανικές συμπεριφορές, αλλά στην φυλετική ομοιογένεια και στον αντισημιτισμό. Πράγματι ο αντισημιτισμός αποτελεί την δομική βάση από την οποία εξελίσσονται οι ευρύτερες θέσεις των White Wolves. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι η προσφορά μιας νέας οπτικής στο διάλογο που αφορά την απάντηση των προοδευτικών δημοκρατικών κοινοτήτων στα τρομοκρατικά μανιφέστα. Αντί για την ανάλυση της υπόθεσης υπέρ ή κατά της απαγόρευσης αυτού του είδους κειμένων, μια προειδοποίηση προσφέρετε εδώ για τον κίνδυνο του υλικού που εμφανίζεται την περίοδο των τρομοκρατικών επιθέσεων, όταν ίσως υπάρχει μια έντονη ατμόσφαιρα φόβου και εκνευρισμού. Αν και το κείμενο των White Wolves συνδέθηκε ευρέως με μια σειρά τρομοκρατικών επιθέσεων, τελικά αυτή η σύνδεση, περισσότερο από είκοσι χρόνια μετά, παραμένει αναπόδεικτη.

Ιστορικό Υλικό

Όποιος και αν έγραψε το κείμενο των White Wolves, είχε ξεκάθαρο ενδιαφέρον για την ιστορία, και μια λεπτομερή γνώση της βρετανικής ακροδεξιάς. Ανοίγει και κλείνει με ένα παλιό νορβηγικό ποίημα, το Havamal, υπενθυμίζοντας στον αναγνώστη πως οι δειλός δεν θα γνωρίσει τη γαλήνη, ενώ η δόξα όσον πέθαναν δεν θα πεθάνει ποτέ. Επίσης παραθέτει τον Rudyard Kipling, τον πλέον Άγγλο μεταξύ των συγγραφέων, και στο σύγχρονο ακροατήριο, ίσως ένας από τους πλέον προβληματικούς. Τα Ξεκινήματα (1917) του Kipling, με τους στίχους του για το «όταν οι Άγγλοι άρχισαν να μισούν» οδηγούν στη μελέτη ενός ιστορικού παραδείγματος αυτού που το μανιφέστο θεωρεί ως βία που λειτουργεί σαν πολιτικό εργαλείο. Αυτό είναι οι ελάχιστα γνωστές σήμερα ταραχές του 1919 όταν φυλετική βία ξέσπασε μεταξύ πρώιμων μη λευκών μεταναστών και τη κοινότητα της πλειοψηφίας σε εννιά πόλεις και χωριά στην Αγγλία και την Ουαλία – κυρίως σε εκείνες με αποβάθρες όπου εργάτες και ναυτικοί ανταγωνίζονταν για δουλειές. «Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να δράσει και να διατάξει τον επαναπατρισμό χιλιάδων μαύρων που δεν είχαν ήδη τράπηκε φυγή για τις ζωές τους».

Όπου στη συνέχεια η ακροδεξιά συμμετείχε σε φυλετική βία, για παράδειγμα στις αναταραχές του Νότινγκ Χιλλ στη δεκαετία του 1950, η αποτυχία να διατηρηθεί και να διευρυνθεί αυτή η σύγκρουση σε άλλες πόλεις και χωριά ως αποφασιστική αποτυχία. Οι White Wolves παραθέτουν επικριτικά ένα άρθρο του 1973 από το Spearhead όπου το Εθνικό Μέτωπο (NF) καταδίκαζε τις ρατσιστικές εμπρηστικές επιθέσεις στο δημοτικό διαμέρισμα του Γουάντσγουόρθ στο Λονδίνο. Αντί της συνέχισης τέτοιων πράξεων, οι ακτιβιστές είχαν αδρανοποιηθεί από τις βαρετές πολιτικές ρουτίνες του κοινοβουλευτισμού, όπου αναφέρεται πως το NF δεν θα μπορούσε ποτέ να κερδίσει μέσα σε ένα σύστημα που έχει στηθεί εναντίον του. Το Spearhead είναι ένα περιοδικό που εκδίδεται από τον John Tyndall, τότε ηγέτη του Εθνικού Μετώπου, και αργότερα ηγέτη του Βρετανικού Εθνικού Κόμματος (BNP)τέτοιες αναφορές θέτουν τους συγγραφείς των White Wolves είτε εντός της ακροδεξιάς για μεγάλο διάστημα ή έχοντας καλή γνώση λειτουργίας της. ελάχιστοι στην προ- ιντερνετική εποχή θα είχαν καλή γνώση της, ή θα ήταν σε θέση να έχουν πρόσβαση στο Spearhead  που εκδόθηκε 20 χρόνια νωρίτερα και να είναι σε θέση να το εντάξουν σε επιχειρήματα εναντίου του δεξιού πολιτικού ρεφορμισμού.

Θεωρητική Βάση

Οι White Wolves ήταν μυστικοπαθείς γύρω από την έκφραση των ιδεολογικών τους τάσεων. Είναι κάλεσμα στα όπλα, αλλά τέτοιο που είναι βασισμένο στην μελέτη της αποτυχίας αυτού που αναφέρεται ως «εθνικιστικές» ομάδες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εδώ βλέπουμε να χρησιμοποιείται ένας έντονος βαθμός ευφημισμού, πραγματικής προσοχής. Ακόμη και σε ένα έγγραφο αφιερωμένο στον Robert Jay Matthews, έναν νεοναζί που δημιούργησε την αμερικάνικη τρομοκρατική οργάνωση The Order και που σκοτώθηκε το 1981 μετά από μια σειρά από επιθέσεις, οι συγγραφείς αποφεύγουν να αναφερθούν στους ίδιους ως φασίστες ή νεοναζί. Τέτοιοι ευφημισμοί είναι μια υπενθύμιση της δυσκολίας του να οργανωθεί κάποιος ανοιχτά ως Εθνικοσοσιαλιστής στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου το πατριωτικό συναίσθημα πηγάζει από τον ιστορικό ρόλο της Βρετανίας στον πόλεμο, όχι υπέρ του ναζισμού, αλλά εναντίον του.

Παρά από αυτές τις αντιφάσεις, οι White Wolves εκφράζουν ένα ακραία ρατσιστικό μήνυμα, το οποίο έχει πολλά κοινά με τον κλασικό ναζισμό. Υπάρχει μια προσέγγιση που χαρακτηρίζεται από αντισημιτισμό, και η ανάγκη για βία για να φέρουν εμπρός μια πλήρως λευκή Βρετανία. Οι Εβραίοι αντιμετωπίζονται ως αυτοί που κρατάνε στα χέρια τους την εξουσία μέσα στην κοινωνία και υπάρχει μια συνωμοσία προοδευτικών/εβραίων για να καταστρέψουν το λευκό πληθυσμό. Υπό αυτό το συνωμοσιολογικό πλαίσιο, οι Εβραίοι θεωρούν την λευκή φυλή ως το μόνο τους αντίπαλο, και ένα στοιχείο ντεφετισμού οδηγεί σε μια θέση όπου η πολιτική αλλαγή θα έρθει μόνο μέσα από τη βία: «Ο φυλετικός πόλεμος δεν πρόκειται να ξεκινήσει σύντομα, έτσι πρέπει να τον ξεκινήσουμε μόνοι μας» και, παρομοίως, «Δεν πιστεύουμε μόνοι μας μπορούμε να κερδίσουμε το Φυλετικό Πόλεμο, αλλά μπορούμε να τον ξεκινήσουμε». Όπως και φιλοδοξία, μια αίσθηση επείγοντος και οριστικότητας είναι παρούσα «Αυτή είναι πραγματικά η τελευταία μας ευκαιρία», και «Μόνο μια θυσία αίματος μπορεί να σώσει το έθνος μας». Το κείμενο των White Wolves είναι μια αφήγηση δημογραφικού Αρμαγεδδώνα.

Κάποια από αυτά είναι γνώριμες ακροδεξιές και πράγματι τρομοκρατικές εκφράσεις. Ο John Tyndall τιτλοφόρησε την βασική του πολιτική διακήρυξη The Eleventh Hour: A Call British Rebirth­ – την αντίληψη του να ζεις σε μια χαρακτηριστική εποχή όπου υπάρχει το καθήκον των ατόμων να δράσουν δεν είναι ασυνήθιστος μεταξύ των πολιτικά δυσαρεστημένων. Υπάρχει επίσης μια αλληλοεπικάλυψη με ιδέες που εκφράζονται από τζιχαντιστές. Η ιδέα της ανάγκης για αίμα βρίσκεται στο βίντεο αυτοκτονίας του Mohammed Siddique Khan, το οποίο εμφανίστηκε λίγο μετά τις βομβιστικές επιθέσεις της 7/7 «Οι λέξεις μας είναι νεκρές μέχρι να τους δώσουμε ζωή με το αίμα μας». Ενώ οι ακροδεξιοί και οι ισλαμιστές τρομοκράτες διαφέρουν δραματικά στον τύπο του κόσμου που επιδιώκουν να δημιουργήσουν, φαίνεται να υπάρχουν συγκεκριμένες ομοιότητες στις εκφράσεις που χρησιμοποιούν για να δικαιολογήσουν την βία.

Στόχοι και Τακτικές

Αποκομμένοι από κάθε ταύτιση με εκλογικές πολιτικές ή δημοκρατική εμπλοκή, ο στόχος των White Wolves είναι αρχικά να προκαλέσουν φυσική σύγκρουση. Επιθέσεις από δραστήριους πυρήνες όπως τα τυφλά μαχαιρώματα των Βρετανών κατοίκων πακιστανικής καταγωγής έχουν στόχο να προκαλέσουν τις μειονότητες σε τυφλή βία, έτσι ώστε να αναγκάσουν τις λευκές «ντόπιες» κοινότητες «να πάρουν θέση». Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι η ανάγκη για «ένα πόλεμο μια σου και μια μου που είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να αναγκάσει τους κοινούς Λευκούς να σηκωθούν και να πολεμήσουν». Η ευρύτερη κοινωνία έχει αποδειχτεί ανεπηρέαστη από τα πολιτικά επιχειρήματα της ακροδεξιάς, και η οποία πρέπει να της προκαλεί κατάπληξη ο λήθαργός της. Μόλις επιβληθούν σημαντικοί διαιρέσεις, διαχωρισμός, κατά τα πρότυπα των βαθιά διαιρεμένων κοινοτήτων στην Βόρεια Ιρλανδία, είναι ο επόμενος στόχος. Από εκεί, ελπίζουν να αναγκάσουν το κατεστημένο και να προχωρήσει στον επαναπατρισμό όλων των μη λευκών στις θεωρητικές χώρες προέλευσης τους.

Για να διευκολύνουν την σύγκρουση, υπογραμμίζεται η χρήση απλών, καθημερινών όπλων όπως τούβλα, σφεντόνες, βόμβες μολότοφ και μαχαίρια. Στοιχειώδεις οδηγίες κατασκευής βομβών, με διάφορα διαγράμματα, περιλαμβάνονται επίσης. Υπάρχουν κάποιες ομοιότητες εδώ με κάποιες από τις αγγλόφωνες εκδόσεις της Αλ Κάιντα και του Ισλαμικού Κράτους που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια, όπως το περιοδικό της Αλ Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο (AQAP) Inspire, και το Dabiq από το Ισλαμικό Κράτος, που τονίζουν την σπουδαιότητα της απλότητας στην επιλογή όπλων. Κάποιες πολύ διακριτές οργανωτικές τακτικές επίσης διακηρύσσονται στο κείμενο των White Wolves. Αυτές επικεντρώνονται σε μια διαδικασία στρατολόγησης που βασίζεται σε βαθμιαία κλιμακούμενες δράσεις που δεν περιλαμβάνουν περισσότερα από πέντε ανθρώπους. Αυτές πρέπει να είναι ανεξάρτητοι πυρήνες και τα άτομα δεν πρέπει να εγκαταλείπουν υπάρχουσες ακροδεξιές ομάδες στις οποίες είναι μέλη, για να μην τραβήξουν την προσοχή.

Περιστατικά

Το μανιφέστο των White Wolves εξασφάλισε πως το 1994 και το 1995 έλαβε σημαντική προσοχή από τα μέσα αφού δημοσιεύτηκε τόσο σε περιφερειακές όσο και σε εθνικές εφημερίδες. Το ενδιαφέρον στους White Wolves εμφανίστηκε ξανά το 1999, μετά από μια επίθεση με βόμβα με καρφιά στο Μπρίξτον, μια περιοχή που σχετίζεται με την μαύρη κοινότητα του Λονδίνου στις 17 Απριλίου 1999, και μια ακόμη στην Μπρίκ Λέην, όπου ζούσαν πολλοί άνθρωποι με καταγωγή από το Μπαγκλαντές, στις 24 Απριλίου. Αυτά τα περιστατικά σε διαδοχικά απογεύματα Σαββάτων, οδήγησαν σε έγκυρο φόβο για μια διαρκή ακροδεξιά τρομοκρατική εκστρατεία. Στο μέσο της σημαντικής αστυνόμευσης των κοινοτήτων μεταναστών, η επόμενη επίθεση, την Παρασκευή στις 30 Απριλίου στόχευε ένα γκέι μπαρ στο Σόχο, σκοτώνοντας τρεις πελάτες. Τρεις ημέρες πριν την βόμβα στο Μπρίξτον, ένα μήνυμα με stencil από τους White Wolves γράφτηκε στο κεντρικό Λονδίνο, ένα από τέτοιου τύπου μηνύματα που εμφανίστηκαν. Από το Διοικούσας Επιτροπής των White Wolves, καλούσε όλους τους Εβραίους και τους μη λευκούς να εγκαταλείψουν την Βρετανία ως το τέλος της χρονιάς καθώς «όταν το ρολόι σημάνει μεσάνυχτα στις 31/12/1999 οι White Wolves θα αρχίσουν να ουρλιάζουν, και όταν οι λύκοι αρχίζουν να ουρλιάζουν, οι λύκοι αρχίζουν να κυνηγούν». Επίσης αναλήψεις ευθύνης εμφανίστηκαν μετά την επίθεση στο Μπρίξτον από τους White Wolves και μια ξεχωριστή ανάληψη υπό το όνομα της Combat 18, μια νεοναζιστική οργάνωση που χρησιμοποιούσε ανοιχτά τρομοκρατική ρητορική.

The White Wolves: Αποτίμηση

Αυτό το κομμάτι επιδιώκει να αξιολογήσει σε ποια έκταση η έκδοση των White Wolves επηρέασε τις επόμενες ακροδεξιές τρομοκρατικές επιθέσεις στην Βρετανία, εξετάζει τι μας λένε αυτές οι τακτικές γενικά για την ακροδεξιά, και επίσης να εξετάσει τον συγγραφέα αυτών των υλικών.

Είναι αξιοσημείωτο, όταν αντιμετωπίζεται με το πρίσμα του 2019 και την σύγχρονη ακροδεξιά πρόκληση, είναι αυτό που λείπει, και στην έκταση με την οποία η βρετανική ακροδεξιά τρομοκρατία τελικά εξελίχθηκε σε διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη που έδειξαν οι White Wolves. Το κείμενο χρησιμεύει σαν υπενθύμιση πως οι αντιμουσουλμανικές συμπεριφορές δεν ήταν πάντοτε οι κυρίαρχες στην βρετανική ακροδεξιά – σε 14 σελίδες, το Ισλάμ και οι Μουσουλμάνοι δεν αναφέρονται στο βασικό κείμενο καθόλου (και μόλις μια φορά, φευγαλέα, στο συνοδευτικό φυλλάδιο). Το κείμενο των White Wolves ξεκάθαρα προβλέπει μια εποχή όπου ένας μικρός αριθμός  αυτών στην ακροδεξιά, πολιτικά απομονωμένοι και δίχως δυνατότητα να προκαλέσουν αλλαγή με άλλες μεθόδους, στρέφονται στην βία. Ωστόσο οι τακτικές της προτάσεις – μικρές ομάδες με το περισσότερο πέντε άτομα, να οργανώνουν άμεσες δράσεις ώστε να προκαλέσουν μια ακραία αντίδραση – είναι διαφορετικές από το τι έχουμε δει στη πράξη από τους ακροδεξιούς τρομοκράτες στην Βρετανία. Η τρομοκρατική επίθεση του 2017 στο τζαμί στο Φινσμπουρι Πάρκ, η δολοφονία της βουλευτίνας Jo Cox το 2016, και ο φόνος και οι βομβιστικές επιθέσεις από τον Ουκρανό φασίστα Pavlo Lapshyn στα Δυτικά Μίντλαντς το 2013, πραγματοποιήθηκαν όλα από φαινομενικά μοναχικούς δράστες. Δυο από τις τρεις επιθέσεις στόχευαν εσκεμμένα Μουσουλμάνους.

Ο όρος μοναχικός δράστης επιλέγεται παραπάνω, αντί του μοναχικού λύκου, καθώς αυτοί που καταδικάστηκαν μοιάζουν να έδρασαν μόνοι τους την στιγμή της επίθεσης τους, αλλά αναμφίβολα έχουν περάσει από μια διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης όπου έδρασαν πάνω στις πολιτικές τους θέσεις. Ο David Copeland, που έκανε τρεις επιθέσεις με βόμβες με καρφιά την εποχή που τα  μηνύματα και το μανιφέστο κυκλοφορούσαν, ο ίδιος καταδικάστηκε ως μοναχικός δράστης, αλλά τα στοιχεία της δίκης έδειξε πως είχε περάσει από δυο φασιστικές οργανώσεις – το Βρετανικό Εθνικό Κόμμα (BNP), και στη συνέχεια του Εθνικοσοσιαλιστικού Κινήματος (NSM), μια μικρότερη οργάνωση που αποσχίστηκε από την πιο γνωστή Combat 18. Το NSM διαλύθηκε στις 4 Μαΐου 1999, μέσα σε λίγες ημέρες από τη σύλληψή του. Αυτή η τάση, των μοναχικών δραστών αντί της ομαδικής βίας, έχει σίγουρα συνεχιστεί. Το 2016 η Βρετανία απαγόρευσε τη νεοναζιστική ομάδα Εθνική Δράση (NA) με βάση την αντιτρομοκρατική νομοθεσία. Σε μια δίκη που ακολούθησε για ένα από τα μέλη της, ο Jack Renshaw, καταδικάστηκε για το σχεδιασμό της δολοφονίας της βουλευτίνας των Εργατικών Rosie Cooper· ωστόσο ο ηγέτης της οργάνωσης, Chris Lythgoe, αθωώθηκε για ηθική αυτουργία στο σχέδιο του Renshaw.

Δεν υπάρχουν ξεκάθαρα στοιχεία ότι οι White Wolves, ως οργάνωση, υπήρξε ποτέ. Ούτε η ταυτότητα του συγγραφέα του κειμένου, ή των μηνυμάτων, αποδείχτηκε ποτέ. Όσα στοιχεία έχουμε αναφορικά με τους White Wolves είναι ασαφή και σποραδικά – ένα κείμενο γραμμένο το 1993, που κυκλοφορούσε από άγνωστα άτομα το 1994. Το 1999, όταν ο Copeland πραγματοποιούσε τις βομβιστικές επιθέσεις του, εμφανίστηκαν τα μηνύματα της Διοικούσας Επιτροπής των White Wolves. Όταν συνελήφθη, ο Copeland είπε πως ήταν μέλος των White Wolves. Ωστόσο η μέθοδος δράσης του διέφερε από την προτεινόμενη – φαινομενικά δρούσε μόνος του, αντί σε μια ομάδα μέχρι πέντε ατόμων, και το πρόγραμμα του των εβδομαδιαίων επιθέσεων ήταν της έντασης εναντίον της οποίας συμβούλευαν, προειδοποιώντας πως οδηγούσε γρήγορα σε ανακάλυψη και σύλληψη.

Η στιγμή της συγγραφής, μαζί με την έκταση και την εμβέλεια του κειμένου των White Wolves, μιλάνε εναντίον του να είναι ο Copeland ο συγγραφέας. Ήταν μόλις 17 όταν γράφτηκε, και 22 κατά τις βομβιστικές του επιθέσεις, με δυσκολία ταιριάζει στην αυτοπεριγραφή μιας συλλογικής προσπάθειας που γράφτηκε από έμπειρους βετεράνους του βρετανικού «εθνικισμού». Ούτε είναι πιθανόν αρκετά εξελιγμένος να λάβει μέρος στις συζητήσεις μέσα στις σελίδες του Spearhead το 1973 – τρία χρόνια πριν γεννηθεί. Ενώ ονόματα όπως από παλιά φασίστας Dave Myatt έχουν προταθεί ως πιθανοί συγγραφείς, ως σήμερα ο συγγραφέας ή οι συγγραφείς του κειμένου παραμένουν άγνωστοι στο κοινό. Αυτό μας φέρνει σε μια θέση όπου το κείμενο και τα μηνύματα των White Wolves πρέπει να λειτουργούν ως υπενθύμιση πως πρέπει να προσεγγίζουμε με προσοχή δηλώσεις και αναφορές που εμφανίζονται μετά, ή λίγο πριν, από τρομοκρατικές επιθέσεις. Θα μπορούσαν να προέρχονται από πρακτικά καθένα και μπορεί, ή ίσως όχι, να είναι οι κατηγορηματικές λέξεις των δραστών.

Αντί για την σηματοδότηση ριζοσπαστικής πολιτικής αλλαγής ή μια οδό προς την εξουσία για την ακροδεξιά, με πολλούς τρόπους οι White Wolves είναι μια παραδοχή αποτυχίας. Παρά την όλη προσοχή που απέκτησε από τα μέσα για λίγο, σήμερα είναι σε γενικές γραμμές ξεχασμένοι. Οι διαδικτυακές έρευνες για αυτή φέρνουν λίγες απαντήσεις, ακόμη και από ακροδεξιές ιστοσελίδες όπως το Stormfront ή το Blood & Honour. Έχει εξαφανιστεί από παλιότερα καλέσματα στα όπλα όπως το The Turner Diaries ή το Hunter, και, στην εποχή του διαδικτύου, από μανιφέστα όπως του Breivik ή εκείνου στο Κράισττσερτς, που έχουν την προστιθέμενη βαρύτητα του να είναι στενά συνδεδεμένα με πρόσφατα ξεσπάσματα. Το κείμενο των White Wolves επίσης μπορούσε να χαθεί στην αφάνεια πολύ πιο εύκολα, επειδή ήταν προϊντερνετικό, από πρόσφατες δηλώσεις που ανέβηκαν σε σελίδες διαμοιρασμού περιεχομένου με την μορφή pdf, και μελετήθηκαν μέσα σε σύντομες χρονικές περιόδους, εξίσου από συμπαθούντες, ιδεολογικούς εχθρούς και υπηρεσίες της τάξης.

Με όρους πολιτικής επίπτωσης, αξίζει να τονιστεί οι συγγραφείς του κειμένου των White Wolves μοιάζουν περιθωριακές φιγούρες, που αντιδρούν σε δεκαετίες πολιτικής αποτυχίας από μια ακροδεξιά που κατ’ επανάληψη απορρίφθηκε στην κάλπη. Εδώ φτάνουμε ίσως στην πιο απόλυτη ειρωνεία. Άγνωστο στους συγγραφείς, ως το καιρό που το μανιφέστο των White Wolves πέτυχε την προσοχή των μέσων το 1999, η βρετανική ακροδεξιά ήταν έτοιμη να μπει στην μεγαλύτερη περίοδο εκλογικής της επιτυχίας, καθώς ο Nick Griffin διαδέχτηκε τον John Tyndall, εκσυγχρονίζοντας το BNP και επιχειρώντας να το φέρει προς την κεντρική πολιτική σκηνή. Εκλέγοντας περίπου 50 τοπικούς συμβούλους, η αντιπροσώπευση στο Συμβούλιο του Μεγαλύτερου Λονδίνου και δυο μέλη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το BNP του Griffin θα έδινε στην βρετανική ακροδεξιά το υψηλότερο σημείο του, αν και από συγκριτικά χαμηλή βάση.

Συμπέρασμα

Το κείμενο των White Wolves χρησιμεύει ως υπενθύμιση ενός κομματιού της ακροδεξιάς η οποία απορρίπτει την δημοκρατική συμμετοχή και επιδιώκει αντίθετα να πετύχει πολιτικούς στόχους μέσα από τη βία. Μέσα στο κείμενο των White Wolves, μια βαθιά αντισημιτική κοσμοαντίληψη είναι προφανής ενώ η σύγχρονη αντίθεση στο Ισλάμ είναι σε γενικές γραμμές απούσα. Στην απόρριψη της πολιτικής διαδικασίας προβλέπει πιο σύγχρονες τάσεις, ακόμη και αν μοιάζει να μην έχει κάποια άμεση επίδραση πάνω στις ακροδεξιές επιθέσεις που συμβαίνουν στην Βρετανία σε αυτόν τον αιώνα. Η ιδεολογική της βάση, στον φυλετικό διαχωρισμό και ο αντισημιτισμός, είναι τέτοια που ανέχεται ελάχιστο συμβιβασμό και είναι πολιτικά περιοριστικός, αν και δεν είναι απαραίτητα αντιπνευματικός. Ωστόσο στην προσέγγιση των αποτυχιών του βρετανικού φασισμού μέσα από μια ιστοριογραφική κριτική, οι συγγραφείς του κειμένου των White Wolves ακούσια υπενθυμίζουν στους αναγνώστες τις δικές τους αδυναμίες, όπως και της βρετανικής ακροδεξιάς να πετύχει να κάνει ουσιαστική πολιτική πρόοδο. Προτείνοντας μια στρατηγική βίας που θα πίεζε το βρετανικό κράτος προς την έναρξη ενός προγράμματος επαναπατρισμού, η θέση των ίδιων των White Wolves, όπου δεν επιδιώκουν να πάρουν τον έλεγχο των μοχλών της εξουσίας στην κοινωνία, αλλά ως μόνιμοι ξένοι, ελπίζοντας να σοκάρουν τόσο τις αδρανείς μάζες και εκείνους στα αξιώματα, σπρώχνοντας τους προς την αλλαγή.

Κάποια από τις ομοιότητες μεταξύ της ρητορικής στο μανιφέστο των White Wolves και εκείνων ύστερων, τζιχαντιστές δράστες είναι αντικείμενο άξιο περεταίρω μελέτης. Συγκρίσεις μπορούν σίγουρα να γίνουν με όρους της κοινής τους αίσθηση καθήκοντος και τις θέσεις τους προς το χύσιμο αίματος. Το ότι οι πολύ διαφορετικά τρομοκρατικά ρεύματα έχουν περισσότερα κοινά από όσα θα ήθελαν να παραδεχτούν, μπορεί να μην αποτελεί έκπληξη στους μελετητές της τρομοκρατίας, αλλά είναι εν δυνάμει εργαλείο για εκείνους που εμπλέκονται στην αντιμετώπιση της ριζοσπαστικοποίησης. Πιο σημαντικό, το ατελές γενεαλογικό δέντρο και την έλλειψη καθαρότητας ως προς την ταυτότητα των συγγραφέων του κειμένου των White Wolves θα πρέπει να προσφέρει μια νότα προσοχής για εκείνους που σπεύδουν να αναλύσουν υλικά που εμφανίζονται έπειτα από σύγχρονες τρομοκρατικές επιθέσεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s