Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The New Internationalist το 2004. Η Colette Braekman είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Μόνο οι μικροσκοπικές πεδιάδες που βρίσκονται στην άγονη γη του φυσικού διαδρόμου της Καμιτούγκα συνδέουν αυτή την πόλη μεταλλωρύχων στο ανατολικό τμήμα της Δημοκρατίας του Κονγκό με τον υπόλοιπο κόσμο.

Η τελευταία φορά που Ευρωπαίοι επισκέφτηκαν την Καμιτούγκα ήταν πριν πέντε χρόνια, πριν αρχίσει ο πόλεμος. Τα παιδιά φώναζαν έκπληκτα μόλις είδαν το λευκό τους δέρμα.

Οι εγκαταστάσεις της πρώην εταιρίας Sominki (Societe des Mines du Kivu) έχουν καταστραφεί, οι στοές έχουν πλημυρίσει και η ζούγκλα έχει εισβάλλει στις ετοιμόρροπες καλύβες και γραφεία. Η εκμετάλλευση όμως του μέρους συνεχίζεται.

Ομάδες ντόπιων εργατών αφαιρούν όγκους πέτρας, που διατρέχονται από φλέβες χρυσού από ορύγματα που έχουν ανοίξει με τα χέρια στους λόφους. Η εργασία είναι έντονη. Οι εργάτες πηγαίνουν τις πέτρες σε γυναίκες που τις τρίβουν για ώρες μέχρι να μετατραπούν σε σκόνη αναμειγμένη με κόκκους χρυσόσκονης. Η σκόνη στη συνέχεια φιλτράρεται προσεκτικά.

Για αυτή την εξαναγκαστική εργασία, οι γυναίκες παίρνουν ένα δολάριο την μέρα. Τη νύχτα, αν συμφωνήσουν να εκπορνευτούν παίρνουν ένα ακόμη δολάριο.

Μόλις οι εργάτες συγκεντρώσουν μια μικρή ποσότητα χρυσού, πρέπει να πάνε στον αντάρτη «διοικητή» του μέρους. Όλοι τον αποκαλούν «Divide-by-Two» (Δια Δύο) επειδή οι εργάτες πρέπει να δώσουν το μισό χρυσό τους στους αντάρτες στρατιώτες που ανήκουν στο RCD Goma (Συναγερμός για την Δημοκρατία στο Κονγκό). Στρατιώτες και αξιωματικοί χρησιμοποιούν τα έσοδα για να αγοράσουν και να μεταφέρουν τα όπλα που χρειάζονται για την κατοχή αυτής της επαρχίας, του Κίβου.

Τον Ιανουάριο του 2004, μια αντιπροσωπεία από την πρωτεύουσα, την Κινσάσα, κατάφερε να εκθρονίσει τον Divide-by-Two και τους άνδρες του. Μέχρι τότε οι αντάρτες του RCD είχαν τον απόλυτο έλεγχο του μέρους.

Αν στην Καμιτούγκα δεν υπάρχουν δρόμοι και σχολείο· αν η πλειοψηφία των κοριτσιών μέχρι τα 13 κυοφορούν και πρέπει να γεννήσουν με καισαρική επειδή είναι πολύ μικρά· αν δεν έχει υπάρξει ποτέ εκστρατεία εναντίον του HIV· δεν είναι εξαιτίας της έλλειψης πλούτου. Το μέρος είναι πλούσιο σε κασσιτερίτη (ορυκτό κασσίτερο), κολτάνιο και άλλα πολύτιμα ορυκτά που βρίσκονται στη γή που είναι πλούσια και εγκαταλειμμένη από τους αγρότες.

Αυτό είναι το «γεωλογικό σκάνδαλο» που είναι η Δημοκρατία του Κονγκό. Για πολύ καιρό το περιβάλλον του πρόσφερε τους πόρους που ο βιομηχανοποιημένος κόσμος απαιτεί. Τα ορυχεία του Κονγκό έχουν βγάλει διαμάντια, αλλά και μέταλλα και ορυκτά – νιόβιο, βολφράμιο, πυρόχλωρο, κολτάνιο, και γερμάνιο. Τα ορυκτά αυτά, που χρησιμοποιούνται στην βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας από κινητά τηλέφωνα ως διαστημόπλοια, είναι τα πολύτιμα λάφυρα για τα οποία οι δράστες της βίας των τελευταίων δέκα ετών ανταγωνίζονται.

Χρησιμοποιημένα για τις ανάγκες της χώρας, αυτά τα ορυκτά θα μπορούσαν να φέρουν ένα υπολογιζόμενο εισόδημα δυο ή τριών εκατομμυρίων δολαρίων το χρόνο. Ωστόσο στην Καμιτούγκα, όπως και στο υπόλοιπο Κονγκό, ο πλούτος που βρίσκεται στο υπέδαφος έχει γίνει συνώνυμο με τον πόλεμο, τη μιζέρια και την υπανάπτυξη.

Ένας πόλεμος μεταξύ κλεφτών.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 τα χρήματα που μπορούσαν να βγουν στη χώρα προσέλκυσαν την προσοχή περίπου 20 μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών από την Νότια Αφρική, την Γαλλία, το Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αυστραλία. Ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο των βασικών κρατικών εξορυκτικών εταιρειών του Κονγκο όπως η Gecamines (χαλκός και κοβάλτιο), η Okimo (χρυσός), η Miba (διαμάντια) και η Sominki (χρυσός και κασσιτερίτης).

Ωστόσο η διαφθορά και η παρακμή του τότε κυβερνώντος καθεστώτος Mobutu και το χάος που βασίλευε στη χώρα απέτρεψε τέτοιες συμφωνίες από το να προχωρήσουν. Ο Mobutu ήταν αντίθετος με την ιδιωτικοποίηση τέτοιων εταιρειών, όχι εξαιτίας εθνικισμού, αλλά επειδή ήταν οι βασικές πηγές χρήματων για το καθεστώς του και η πηγή του αμύθητου προσωπικού του πλούτου. Η διεθνής κοινότητα έγινε προθυμότερη στο να αντικαταστήσει τον Mobutu με ένα πιο συνεργάσιμο συνέταιρο.

Στη συνέχεια, το 1990, αρκετοί πόλεμοι στην περιοχή των Μεγάλων Αφρικανικών Λιμνών ξεπήδησαν ο ένας μέσα από τον άλλο σαν ρωσικές κούκλες. Μετά την γενοκτονία στην Ρουάντα το 1994, κατά κύριο λόγο από τους Χούτου εναντίον των Τούτσι, σχεδόν δυο εκατομμύρια Χούτου πρόσφυγες που προσπαθούσαν να ξεφύγουν αντίποινα πέρασαν τα σύνορα προς το γειτονικό Κονγκό.

Η προσφυγική κρίση αποσταθεροποίησε το Ανατολικό Κονγκό, γιατί ανάμεσα τους βρίσκονταν και δράστες της γενοκτονίας στη Ρουάντα. Στρατιωτικά οργανωμένοι, απειλούσαν τον ντόπιο πληθυσμό και υποσχέθηκαν να ξαναμπούν στην Ρουάντα. Η κατάσταση ήταν μια μολυσματική πληγή που σε γενικές γραμμές αγνοήθηκε από την διεθνή κοινότητα.

Τον Οκτώμβριο του 1996, η Ρουάντα ανέλαβε δράση για να ελέγξει τα σύνορά της με το Κονγκό και να αποτρέψει την επανείσοδο των γενοκτονικών πολιτοφυλακών των Χούτου, σχηματίζοντας μια παράδοξη συμμαχία – την Συμμαχία των Δημοκρατικών Δυνάμεων για την απελευθέρωση του Κονγκό (AFDL). Ηγέτης ήταν ο Κονγκολέζος βετεράνος αντάρτης Laurent Kabila, αντίπαλος του Mobutu από την δεκαετία του 1960. Η πλειοψηφία των μαχητών ήταν μέλη του νέου στρατού της Ρουάντα και υποστηρίζονταν από δυνάμεις της Ουγκάντα. Οι δυνάμεις της Ρουάντα σκότωσαν χιλιάδες Χούτους στα στρατόπεδα προσφύγων. Μετά από εφτά μήνες η συμμαχία προχώρησε στην κατάληψη της Κινσάσα και ο Kabila τοποθετήθηκε στη θέση του προέδρου.

Ήταν ένα είδος αφρικανικού «συνεργατικού εγχειρήματος» στο οποίο στρατιώτες της Ρουάντα και της Ουγκάντα, αεροπλάνα της Αγκόλα και χρηματικές συνεισφορές από την Ζιμπάμπουε έπαιξαν όλα το ρόλο τους. Η συμμαχία δεν επεδίωκε απλά να ανατρέψει τον Mobutu· επεδίωκε και την οικειοποίηση των πόρων του Κονγκό.

Δεν χρειάστηκε πολύ που η λογική ενός πολέμου για πόρους έγινε εμφανής. Ένα μήνα πριν την πτώση της Κινσάσα, στις 16 Απριλίου 1997, ο AFDL του Kabila έκανε μια συμφωνία εκατομμυρίων δολαρίων με την αμερικανοκαναδική εταιρεία American Mining Fields για την εξόρυξη χαλκού, κοβαλτίου και ψευδάργυρου στην νότια επαρχία της Κατάνγκα. Σε αντάλλαγμα για μια προκαταβολή που τελικά χρησιμοποιήθηκε για να χρηματοδοτηθεί ο πόλεμος, η εταιρεία επίσης πήρε το μονοπώλιο των κέντρων αγοράς διαμαντιών του Κισανγκάνι.

Αρκετές άλλες εταιρείες μπήκαν στο χορό, η νοτιοαφρικάνικες Genscor και Iscor ανταγονίζωνταν με την αντίπαλη καναδική Ludin για την εκμετάλλευση του χαλκού και του κοβαλτίου στο Τένγκε-Φουνγκουρούμε στην Κατάνγκα. Η καναδική Barrick Gold Corporation (που το διευθυντικό της συμβούλιο περιλαμβάνει τους George Bush Senior, τον πρώην πρωθυπουργό του Καναδά Brian Mulroney και τον πρώην διοικητή της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας Karl Otto Pohl) ενδιαφέρονταν για το Γραφείο Χρυσού του Κίλο Μότο στην ανατολική επαρχία του Ιτούρι. Στο μεταξύ μια άλλη καναδική εταιρεία, Banro Resources Corporation, κοιτούσε τις επιχειρήσεις της Sominki στο Κίβου.

Αν και ανέβηκε στην εξουσία με ξένες δυνάμεις τον Μάιο του 1997, ο Kabila έκανε το λάθος να φανεί αχάριστος. Ακύρωσε τα συμβόλαια που υπογράφτηκαν στη διάρκεια του πολέμου και προσπάθησε να μειώσει την αποπληρωμή των πολεμικών «χρεών» και να περιορίσει την επιρροή της Ρουάντα, της Ουγκάντα και των εταιρικών συμμάχων τους. Ο Kabila, παλιός αριστερός από τη δεκαετία του 1960, αρνούνταν να αποπληρώσει το εξωτερικό χρέος λέγοντας πως τα χρήματα που δανείστηκε το Κονγκό στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου είχαν πλουτίσει μόνο τον Mobutu. Κυρίως όμως, αποφάσισε να κρατικοποιήσει την πώληση διαμαντιών, να δημιουργήσει ένα κονγκολέζικο γραφείο συναλλαγών για πρώτες ύλες και να περιορίσει την πρόσβαση των ξένων εταιρειών στις περιοχές της χώρας με τον τεράστιο ορυκτό πλούτο.

Ζητείται: Συνεργάσιμο Καθεστώς

Η απροθυμία του Kabila να είναι το εργαλείο της Δύσης ήταν η πτώση του. Στις 2 Αυγούστου 1998, με την συναίνεση της διεθνούς κοινότητας – ιδιαίτερα των ΗΠΑ, που παρακολουθούσε την όλη επιχείρηση και έστειλε ειδικές δυνάμεις στα ανατολικά – η Ρουάντα και η Ουγκάντα ξεκίνησαν ακόμη ένα πόλεμο. Αυτή τη φορά ο σκοπός τους ήταν η ανατροπή του μη συνεργάσιμου Kabila και η αντικατάσταση του με μια «αξιόπιστη» εξουσία που θα ήταν υποταγμένη στα οικονομικά τους συμφέροντα. Αλλά εξαιτίας της μη υπολογισμένης αντίστασης του Kabila, και κυρίως της παρέμβασης της Ανγκόλα και της Ζιμπάμπουε που τον στήριξαν, η απόπειρα τους να τον ανατρέψουν απέτυχε.

Ακόμη μια φορά, οι πόροι της χώρας χρηματοδότησαν το πόλεμο και έγιναν το πραγματικό λάφυρο. Τα ανατολικά της χώρας λεηλατήθηκαν και ισοπεδώθηκαν από τις δυνάμεις της Ουγκάντα και της Ρουάντα.

Μεταξύ του Σεπτεμβρίου του 1998 και του Αυγούστου του 1999, σύμφωνα με ειδικούς του ΟΗΕ: «Οι κατεχόμενες ζώνες της Δημοκρατίας του Κονγκο έχουν απογυμνωθεί από όλες τους τις προμήθειες: αποθέματα ορυκτών, ξυλείας και αγροτικών προϊόντων, ζώων… Στρατιώτες από το Μπουρούντι, την Ουγκάντα, την Ρουάντα και στρατιώτες του RCD Goma που διοικούνται από ένα διοικητή, επισκέφτηκαν αγροκτήματα, εργοστάσια και τράπεζες… Δόθηκαν εντολές στους στρατιώτες να φορτώσουν αγαθά και προϊόντα στα θωρακισμένα οχήματά τους».

Στην περιοχή της Καμιτούγκα, δυνάμεις από την Ρουάντα και οι σύμμαχοι τους οργάνωσαν την αρπαγή χιλιάδων τόνων κολτανίου και κασσιτερίτη και την μεταφορά του πίσω στην πρωτεύουσα της Ρουάντα, το Κιγκάλι. Πολιτοφυλακή της Ουγκάντα κατέσχεσε ολόκληρο το απόθεμα ξυλείας του Κισανγκάνι. Ο σύμμαχός τους Jean-Pierre Bemba, ηγέτης της δεύτερης μεγαλύτερης αντάρτικης δύναμης, του αντικυβερνητικού Απελευθερωτικού Κινήματος του Κονγκό (CLM), άρπαξε όλο το απόθεμα διαθέσιμου καφέ. Χρειάστηκαν δύο μήνες για να μεταφερθούν αυτές οι τεράστιες ποσότητες στην Ουγκάντα. Οι στρατηγοί της Ουγκάντα, που ήταν κοντά στον πρόεδρο τους, Museveni, δημιούργησαν εταιρείες και προμήθευσαν με γενναιοδωρία όπλα σε διάφορες εθνικές πολιτοφυλακές που ακόμη πολεμούν η μια την άλλη στο Ιτούρι.

Τράπεζες λεηλατήθηκαν, προμήθειες αρπάχτηκαν, οχήματα μεταφέρθηκαν με αεροπλάνα, απλοί πολίτες ληστεύτηκαν: το ανατολικό Κονγκό λεηλατήθηκε με απληστία, πλιάτσικο και αιματοχυσία.

Τίμημα Πληρωμένο σε Ανθρώπινες Ζωές

Σε ολόκληρη τη χώρα η εκμετάλλευση είναι η συνέπεια του πολέμου. Δεκαοχτώ ένοπλες ομάδες έχουν εμφανιστεί, συμπεριλαμβανομένων πολιτοφυλακών των Χούτου από την Ρουάντα και το Μπουρούντι, στρατιώτες και από τις δυο αυτές χώρες και ομάδες των «Mai Mai» του Κονγκό που μάχονται εναντίον της ξένης κατοχής. Όλοι ζουν με την εκμετάλλευση των ντόπιων κατοίκων μέσω σφαγών πολιτών, την στρατολόγηση παιδιών στρατιωτών και το συστηματικό βιασμό των γυναικών από μικρά κορίτσια ως γιαγιάδες.

Στο Μπουνυακίρι στην καρδιά της ζούγκλας του Κίβου, όπου οι μαχητές των Mai Mai συγκρούονται με τους στρατιώτες του Κονγκό έρχονται, η έμπορος Mathilde είναι μοιρολατρική: «Όταν περνάμε από τα οδοφράγματα των στρατιωτών, είτε συμφωνήσουμε να πληρώσουμε, είτε όχι, θα βιαστούμε είτε από τον ένα είτε από τον άλλο… Είναι εξαιτίας αυτού που δεν τολμάμε να πάμε στα χωράφια, που τα λιβάδια μας είναι εγκαταλειμμένα».

Για να ξεφύγουν τις σφαγές και τα χωριά που καίγονται, όπου οι στρατιώτες συγκεντρώνονται για να αρπάξουν τα αποθέματα κολτανίου, εκατοντάδες χιλιάδες Κονγκολέζων έχουν καταφύγει στο δάσος όπου έχουν γίνει θύματα άγριων ζώων, πείνας και ασθενειών. Υπολογίζεται πως πάνω από 3,5 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν πεθάνει, άμεσα ή έμμεσα, ως αποτέλεσμα των πέντε ετών συγκρούσεων. Αυτές οι περιοχές , όπως το Καλεμί στην Λίμνη Τανγκανίκα, όπου τα τρία τέταρτα των παιδιών κάτω των πέντε έχουν εξαφανιστεί. Αν μια απογραφή πραγματοποιηθεί τις παραμονές των προβλεπόμενων εκλογών για το 2005 πραγματοποιηθεί, η αιματοβαμμένη εικόνα ενός πληθυσμού κατεστραμμένου από βιασμούς και σφαγές και την εξάπλωση του HIV/AIDS θα φανεί σε ολόκληρη την έκταση της.

Για χρόνια, αφοσιωμένη με την απομάκρυνση του Kabila από την εξουσία, η διεθνής κοινότητα κοιτούσε από την άλλη καθώς αντάρτικες ομάδες, δημιουργημένες και ελεγχόμενες από την Ρουάντα και την Ουγκάντα, αντιμετωπίστηκαν σαν «μαχητές για την ελευθερία». Χρειάστηκε η δολοφονία του Kabila το 2001 για να αλλάξει η κατάσταση.

Ο γιος του, Joseph Kabila, τον διαδέχτηκε και εφάρμοσε μια νέα πολιτική «ανοιχτότητας». Δέχτηκε την ανάπτυξη μιας δύναμης του ΟΗΕ, νομιμοποίησε τον ελεύθερο τύπο και υποσχέθηκε ελεύθερες και δίκαιες εκλογές μέσα σε μια εύλογη χρονική περίοδο. Και κυρίως, άνοιξε τις αγορές στα ξένα συμφέροντα και επενδυτές, αύξησε τις εξορυκτικές και υλοτομικές παραχωρήσεις και συμφιλίωσε το Κονγκό με τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς θεσμούς.

Μια Παράξενη Ειρήνη

Το 2002, η Νότια Αφρική, με την στήριξη της διεθνούς κοινότητας, διαμεσολάβησε για μια συμφωνία ειρήνης στο Σαν Σίτυ. Το αποτέλεσμα αυτού ενδο-κονγκολέζικου διαλόγου ήταν μια παράξενη συμφωνία. Περιεγράφηκε ως «καθολική και περιεκτική», έφερε όλες τις εμπόλεμες πλευρές, τις πλευρές της πρώην αντιπολίτευσης και των κρατικών δυνάμεων μαζί στην εξουσία. Δηλαδή, περιλαμβάνει εμπόλεμους, πλιατσικολόγους, συνεργάτες από ξένους στρατούς, εκείνους που είναι υπεύθυνοι για μαζικές παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων (περιλαμβάνει περιπτώσεις κανιβαλισμού στην περιοχή του Ιτούρι), και τους κληρονόμους του μομπουτισμού και των διεφθαρμένων πρακτικών του – που πλέον είναι μέλη στην κυβέρνηση.

Τα βασικά προτερήματα αυτής της συμφωνίας, η οποία προσφέρει ατιμωρησία και επιβραβεύει τους ένοπλους ενώ τους αδρανοποιεί, είναι πως έχει επιτρέψει την επανένωση της χώρας και ανοίγει την πόρτα για την επανεγκαθίδρυση μιας κεντρικής εξουσίας και ανασυγκρότησης, περιλαμβανόμενων γενικών εκλογών.

Πάνω από όλα, το Κονγκό επέστρεψε ξανά στο κοπάδι. Ένα δρακόντειο οικονομικό πρόγραμμα λιτότητας επιβλήθηκε στο λαό που ήδη είχε εξαθλιωθεί από το καθεστώς Mobutu και δυο διαδοχικούς πολέμους επέτρεψε στο καθεστώς να συμφιλιωθεί με τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς θεσμούς που υποσχέθηκαν δάνεια αξίας 3,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων. ένας νέος εξορυκτικός κώδικας ιδιαίτερα ευεργετικός για τους ξένους επενδυτές προτάθηκε. Νοτιοαφρικανικές εταιρείες, προπύργια του διεθνούς κεφαλαίου, περιμένουν πλούσια τρόπαια.

Ο πρόεδρος Mbeki σε μια πρόσφατη επίσκεψη στην Κινσάσα για να υπογράψει διάφορες συμφωνίες – περιλαμβανόμενης μιας συμφωνίας οκτώ εκατομμυρίων δολαρίων για την εξόρυξη χρυσού για μια νοτιοαφρικάνικη εταιρεία – τόνισε πόσο καίριο είναι το Κονγκό για την επιτυχία του NEPAD (New Partnership for Africa’s Development), ενός προγράμματος που θα διευκολύνει την Δυτική επένδυση στην Αφρική και, περισσότερο από ποτέ, αποδίδει σε ολόκληρη την ήπειρο το ρόλο του προμηθευτή πρώτων υλών. Κάθε μέρα, νέες συμφωνίες γίνονται στο σαλόνι του Hotel Memling στην Κινσάσα με κτηματομεσίτες από ολόκληρο το κόσμο που σπεύδουν να προσφέρουν σχέδια και να αρπάξουν συμβόλαια.

Στο μεταξύ, ο πάντοτε υπομονετικός Κονγκολέζος συνεχίζει να συντηρείται με μισθούς των δέκα δολαρίων το μήνα, να περπατά δυο ή τρεις ώρες την ημέρα για πάει στη δουλειά και δεν δεν ξέρει ποτέ από το πρωί αν θα φάει τη νύχτα. Και στις ανατολικές επαρχίες του Ιτούρι και του Κίβου, παρά την παρουσία δυνάμεων του ΟΗΕ, δεκάδες χιλιάδες ένοπλοι άνδρες συνεχίζουν να ζουν με το να κρατάνε τους ντόπιους πληθυσμούς όμηρους για λύτρα.

Θα πάρει χρόνια πριν οι συνέπειες του πολέμου σε αυτή την πληγωμένη χώρα γιατρευτούν.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s