Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του περιοδικού The New York Review of Books. Ο Garry Wills είναι ακαδημαϊκός, δημοσιογράφος και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Το 1962, άρχισα να διδάσκω αρχαία ελληνικά στη μεταπτυχιακή σχολή του Πανεπιστημίου Τζόν Χόπκινς. Ήμουν είκοσι εφτά και έμοιαζα μικρότερος και κάποιοι από τους φοιτητές μου ήταν σχεδόν συνομήλικοι και έμοιαζαν μεγαλύτεροι, έτσι προσπάθησα να υιοθετήσω τους τρόπους ενός αυστηρού καθηγητή του Χόπκινς, ελπίζοντας πως θα μου έδινε κάποιο κύρος στην αίθουσα. Στο πρώτο μου μάθημα, το οποίο ήταν πάνω στην Ιλιάδα του Ομήρου, μια ερειστική φοιτήτρια επέμενε σε μια διαφωνία σε ένα ομηρικό σημείο. Όταν δεν μπορούσα να την πείσω για τη θέση μου, ενοχλημένος χρησιμοποίησα τα λόγια του δρ. Johnson λέγοντας της: «Σου έδωσα επιχείρημα· αλλά δεν είμαι υποχρεωμένος να σου βρω κατανόηση».

Όταν είπα στη γυναίκα μου, Natalie, για το μάθημα της ημέρας σοκαρίστηκε. Είχα χρησιμοποιήσει τη θέση μου για να ταπεινώσω μια φοιτήτρια που προσπαθούσε να φτάσει στην αλήθεια. Όταν της είπα πως ήταν γυναίκα (η μοναδική γυναίκα φοιτήτρια που είχα μέσα σε εκείνη την εχθρική ακαδημαϊκή ατμόσφαιρα του 1962 – μικτά προπτυχιακά δεν θα επιτρέπονταν στο Χόπκινς για ακόμη οχτώ χρόνια), η Natalie θύμωσε. Δεν ταπείνωνα μόνο μια φοιτήτρια αλλά της έκανα μπούλινγκ. Ρώτησε πως θα αισθανόμουν αν αυτό συνέβαινε στην τότε ενός έτους κόρη μας, Lydia, όταν θα πήγαινε στο κολέγιο. Αφού με έβαλε στη θέση μου η Natalie, προσπάθησα να μείνω σε αυτή (είναι πολύ χρήσιμο να παντρεύεσαι κάποια εξυπνότερη από εσένα).

Ακόμη και μετά από αυτή τη διόρθωση, δεν ήμουν σωστά προετοιμασμένος για να αντιμετωπίσω τη παρουσία γυναικών στο πανεπιστήμιο. Δεν υπήρχε καμιά στα μαθήματά μου όταν ήμουν μεταπτυχιακός στο Γέηλ, όπου δεν εισάγονταν στα προπτυχιακά παρά όταν περάσαν έξι χρόνια αφού πήρα το διδακτορικού μου. Το γεγονός πως υπήρχε μια γυναίκα στη τάξη των μεταπτυχιακών μου στο Χόπκινς ήταν μια παραδοξότητα, όπως ήταν σε πολλά μεγάλα πανεπιστήμια στην Αμερική. Οι γυναίκες άρχισαν να εισάγονται στο Χόπκινς το 1907, αλλά σε μια μάλλον απόκρυφη αλλά τυπική ιστορία, ο σπουδαίος καθηγητής κλασικής γραμματείας, Basil Lanneau Gildersleeve (1831-1924) παραπονιόνταν πως δεν θα μπορούσε να διδάξει τον τολμηρό Αθηναίο σατυρικό Αριστοφάνη σε γυναίκες. Το μάθημα του ήταν γνωστό για την ακαδημαϊκή του σχολαστικότητα στην ανάλυση όλων των πονηρών, βρώμικων αστείων στα έργα. Αν αναγκάζονταν να δεχθεί μια γυναίκα στο μάθημα του για τον Αριστοφάνη, είπε, θα έπρεπε να βρίσκεται πίσω από ένα παραβάν, προφανώς για να μη χρειάζεται να την δει να κοκκινίζει και εκείνη δεν θα τον έβλεπε να τον βλέπει να αισθάνεται άβολα. Αυτή ήταν η πατερναλιστική νοοτροπία προς το «αδύναμο φύλο» εκείνη την εποχή.

Αλλά η δική μας εποχή στο Χόπκινς δεν ήταν πολύ καλύτερη από εκείνη του Gildersleeve. Αν και διατήρησα το σεβασμό που μου ενέπνευσε η γυναίκα μου για τη μοναδική γυναίκα στο μάθημα μου, δεν εκτιμούσα την προσπάθεια που χρειάστηκε να κάνει μόνο για να φτάσει εκεί. Πήρα ένα μικρό μάθημα για αυτό στη πρώτη μου συνέλευση τμήματος για την κατανομή των χρημάτων των υποτροφιών σε όσους έκαναν αίτηση στο τμήμα. Όταν φτάσαμε στο βιογραφικό μια γυναίκας που ξεκάθαρα άξιζε την εισαγωγή, ο αρχαιολόγος μας, ο John Young, είπε πως δεν έπρεπε να της δοθούν καθόλου χρήματα από τις υποτροφίες. «Είναι απλά πεταμένα χρήματα, που θα μπορούσαν να δοθούν σε κάποιον που θα προχωρήσει στο επάγγελμα. Γιατί να δώσουμε χρήματα σε μια γυναίκα, που μόλις μείνει έγκυος, θα εγκαταλείψει το επάγγελμα και θα αρχίσει να φροντίζει τα μωρά της;». Ο Young δεν ήταν ούτε ο ίδιος κάποιο υπέρλαμπρο αστέρι του κόσμου των κλασικών σπουδών, και με τα χρόνια θα ανακάλυπτα πως κάποιοι από τους ανθρώπους που ήταν ποιο αποφασισμένοι να αποδείξουν πως οι γυναίκες δεν μπορούν να φτάσουν σε υψηλά επίπεδα μετά βίας έφταναν σε αυτά τα επίπεδα οι ίδιοι, αν έφταναν. Δεν διαφώνησα με τον Young. Μιας και γνώριζα πως ο διευθυντής του μικρού μας τμήματος ήταν σύμφωνος μαζί του σε αυτό το θέμα, συμβιβάστηκα με την πολιτική. Καμιά γυναίκα δεν πήρε υποτροφία στα έξι χρόνια που ήμουν στο τμήμα.

Γνώριζα πως η άρνηση της εισαγωγής γυναικών για την προστασία των επιπέδων των επαγγελμάτων των κλασικών σπουδών ήταν ψευδές επιχείρημα. Είχα έρθει στο Χόπκινς από το πρώτο έτος του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Χάρβαρντ στην Ουάσιγκτον, όπου ήμουν μέρος της πρώτης τάξης έξι νέων υπότροφων (νέοι ακαδημαϊκοί με προοπτικές που τους δίνονταν χρόνος ώστε να αναπτύξουν έρευνα δίχως να διδάσκουν). Ήταν τρεις υπότροφοι από την Αμερική και τρεις από το εξωτερικό – από Αγγλία, από Γερμανία και από Ιταλία αντίστοιχα. Η Ιταλίδα, και η μοναδική μας γυναίκα ήταν η Anna Morpurgo. Ήταν η πιο νέα ανάμεσα μας και ξεκάθαρα η εξυπνότερη όλων μας. Γνώριζε περισσότερες γλώσσες από εμάς και τις γνώριζε καλύτερα.

Μια μέρα, όταν μιλούσαμε για το ποιο από τα μυθιστορήματα του Dostoevsky θεωρούσαμε ως το καλύτερο του, νοιώσαμε έκπληξη όταν μάθαμε πως δεν είχε διαβάσει κανένα. Αλλά σύντομα μάθαμε το λόγο. Είπε πως περίμενε να μάθει ρωσικά για να τον διαβάσει – το οποίο υποπτευόμασταν, μπορούσε να συμβεί το επόμενο πρωί. Αν και όλα τα μέλη αυτής τη ομάδας έκαναν λαμπρές καριέρες στη φιλολογία εκτός από εμένα, εκείνη έγινε ιδιαίτερα λαμπερό φως στην Οξφόρδη. Ακόμη και όταν περνούσε το έτος της με εμάς, δημιουργούσε το πρώτο λεξικό μυκηναϊκών ελληνικών («Γραμμική Β», η οποία είχε αποκρυπτογραφηθεί μόλις πέντε χρόνια νωρίτερα), και θα αποδείκνυε αργότερα, στην Οξφόρδη, πως τα διάσημα χεττιτικά ιερογλυφικά δεν ήταν πραγματικά χεττιτικά. Δεν μπορώ να φανταστώ επίπεδα αρκετά υψηλά για να αποκλείσουν (ή να την κάνουν να διστάσει) την Άννα.

Η επόμενη τακτική θέση μου, μετά από μια δεκαετία, ως επίκουρος καθηγητής στο Χόπκινς, ήταν στο τμήμα ιστορίας στο πανεπιστήμιο Νόρθγουεστερν ως πρώτος κάτοχος της έδρας Αμερικάνικης Ιστορίας Χένρι Λούς. Οι ευκαιρίες που ήταν διαθέσιμες στις γυναίκες είχαν αλλάξει δραματικά στο ενδιάμεσο διάστημα. Προσλαμβάνονταν για κάθε είδους δουλειά – φυσικά ποτέ αναλογικά με τον αριθμό τους στο πληθυσμό, αλλά με αυξανόμενη συχνότητα. Κάποτε, όταν η Natalie και εγώ βρεθήκαμε σε μια πτήση με γυναίκα πιλότο (σε μια εποχή που οι μεγάλες εταιρείες δεν προσλάμβαναν γυναίκες), είπε, «Ποτέ δεν ήμασταν πιο ασφαλείς», μιας και ήξερε πως αυτή η πιλότος έπρεπε να περάσει διπλάσιο έλεγχο από ότι είχε οποιοσδήποτε άνδρας πιλότος. Ακόμη και οι προαγωγές για τις γυναίκες τότε ήταν ανασταλτικοί παράγοντες: έπρεπε να τις αξίζουν δυο φορές.

Το τμήμα ιστορίας του Νόρθγουεστερν στο οποίο είχα ενταχθεί το 1980 είχε ελάχιστες γυναίκες στο τμήμα, αλλά δυο από αυτές δούλευαν ιδιαίτερα εντατικά. Υπήρχε τόση ζήτηση, πέρα από τα πεδία τους στην Αμερικάνικη και Αναγεννησιακή Ιστορία, για τη βοήθεια τους – για ομάδες μελέτης γυναικών και για εξατομικευμένη συμβουλευτική σε γυναίκες φοιτήτριες – που οι γυναίκες στο τμήμα ζητούσαν συνεχώς να προσληφθούν περισσότερες γυναίκες. Αυτό δεν έπρεπε να αποτελεί πρόβλημα, μιας και υπήρχαν πολλές υποψήφιες, όπως και πίεση από φεμινίστριες να προστεθούν γυναίκες μέλη στο τμήμα ως δείκτης ποικιλότητας.

Η ίδια αυτή η απαίτηση έκανε κάποιους ανήσυχους ως προς την πρόσληψη γυναικών – ή μαύρων, ή ομοφυλόφιλων: Θα φαίνονταν πως προσλαμβάνονταν κυρίως επειδή είναι μειονότητες; (Όχι πως οι γυναίκες είναι μειονότητες εκτός από ακαδημαϊκές ή πολιτικές θέσεις). Έτσι υπήρχε ιδιαίτερα αυστηρός έλεγχος σε κάθε γυναίκα που υπέβαλε αίτηση, και ξανά, οι άνδρες του τμήματος με τα πιο αμφίβολα προσόντα ήταν συχνά οι πιο αυστηροί κριτές των υποψηφίων. Η διαδικασία αυτή επαναλήφθηκε αρκετές φορές ώστε οι δύο γυναίκες αστέρια του τμήματος σύντομα να εγκαταλείψουν το Νόρθγουεστερν και να δεχτούν προσφορές σε μια άλλη σχολή, όπου δεν ήταν τόσο φορτωμένες όσο σε ένα τμήμα με τόσες λίγες γυναίκες. Δηλαδή, χάσαμε δύο σπουδαίες γυναίκες συναδέλφους επειδή δεν θα προσλαμβάναμε απόλυτα ικανές γυναίκες που ίσως να μην ήταν εντελώς στο δικό τους επίπεδο.

Αυτή η δυναμική έγινε ξεκάθαρη σε εμένα όταν ήταν η δική μου σειρά να ηγηθώ μιας έρευνας για την θέση της διπλωματικής ιστορίας. Η θέση είχε μείνει κενή μετά την παραίτηση του Richard Leopold το 1980, ο οποίος είχε διδάξει πολλές πολιτικές προσωπικότητες στα δημοφιλή του μαθήματα πάνω στις διεθνείς σχέσεις. Άλλες έρευνες είχαν αποτύχει επειδή η διπλωματική ιστορία ήταν εκείνη την εποχή ένα ευαίσθητο, αν όχι ραδιενεργό, πεδίο: ήταν σε αναταραχή γύρω από την ιστορία του ψυχρού πολέμου, καθώς σπουδαίοι νέοι αναθεωρητές είχαν θέσει μεγάλο βάρος της ευθύνης για τον ανταγωνισμό και την κλιμάκωση των πυρηνικών απειλών αποκλειστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες αντί να ρίχνουν όλη την ευθύνη στην ΕΣΣΔ και τους συμμάχους τους. Το να προσλάβεις ένας επιφανή ακαδημαϊκό – ακόμη και αν αυτός (και ήταν ακόμη όλοι άνδρες) ήταν πρόθυμος να προχωρήσει από την περιχαρακωμένη θέση που είχε κερδίσει – θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ταύτιση με το κατεστημένο, ενώ η πρόσληψη μιας νεαρότερης φωνής θα αντιμετωπίζονταν ίσως, σωστά ή λάθος, ως προσχώρηση στους αναθεωρητές.

Δυο προσπάθειες είχαν ήδη αποτύχει λόγω αυτού του προβλήματος μέχρι να έρθει η δική μου σειρά να ηγηθώ μιας ακόμη. Προηγούμενη προσπάθεια είχε δείξει πως οι λιγότερο αμφιλεγόμενοι μεγάλοι καθηγητές δεν ήταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν τις τωρινές τους ψηλές θέσεις, και οι νεότεροι και περισσότερο αμφιλεγόμενοι δεν είχαν βρει δεκτικό ακροατήριο μεταξύ των συναδέρφων μου. Αντί να επαναλάβω τις προηγούμενες προβληματικές έρευνες, επικοινώνησα με επιφανείς μεγαλύτερους ακαδημαϊκούς που ήταν υπεράνω της πόλωσης του πεδίου, ζητώντας να μου πουν αν είχαν στο πρόσφατο παρελθόν ή στο παρόν φοιτητές που άξιζαν προσοχής και ίσως να ήταν απαλλαγμένοι από την εχθρότητα των μεγαλύτερων τους. Αφού πήρα κάπου δέκα συστάσεις, άρχισα να διαβάζω πρόσφατα ολοκληρωμένες ή σχεδόν ολοκληρωμένες πτυχιακές νεαρών υποψήφιων.

Έδειξα τα πιο αξιοπρόσεκτα από αυτά τα έργα στα άλλα μέλη της επιτροπής αναζήτησης, συνεδριάσαμε, και συμφωνήσαμε πάνω σε αυτό που έμοιαζε ιδανικός υποψήφιος. Ήρθε με την ενθουσιώδη σύσταση από έναν διάσημο ακαδημαϊκό του πανεπιστημίου του Σικάγο, ο οποίος την αποκάλεσε την καλύτερη διδακτορική φοιτήτρια που είχε ποτέ. Η διατριβή της δεν ήταν ολοκληρωμένη, αλλά ήταν ήδη τόσο τεκμηριωμένη που την στείλαμε σε ολόκληρο το τμήμα και την καλέσαμε στο Έβανστον για συνέντευξη. Ρωτήθηκε ερευνητικές ερωτήσεις, που ήταν η αξιέπαινη πρακτική του τμήματος μας στην ιστορία, και τις απάντησε προσεκτικά αλλά με συστολή. Ήταν κατανοητό να αισθάνεται φόβο από μια συστοιχία ανθρώπων που ήταν αποφασισμένοι να δείξουν πως δεν θα προσλάμβαναν μια γυναίκα, αν δεν ήταν πέρα από κάθε υπόνοια πως επιλέχθηκε εν μέρει ή κυρίως λόγω του φύλου της. Κάποιοι είπαν πως να δοθεί μια θέση με βάση μια μη ολοκληρωμένη διατριβή θα έθετε κακό προηγούμενο. Είπα πως το υπόλοιπο έργο και ενδιαφέροντά της όπως και η υποστήριξη του μέντορά της στο πανεπιστήμιο του Σικάγο, έκαναν ξεκάθαρο πως θα έπαιρνε το διδακτορικό της με τιμές. Αλλά απορρίφθηκε. Ήμουν τόσο αηδιασμένος που παραιτήθηκα από τη έδρα μου στο Νόρθγουεστερν. Είχα περάσει σχεδόν μια χρονιά κυνηγώντας αυτή την απόλυτα ικανή γυναίκα. Είδα την ίδια σκέψη σε δράση που μας έκανε να χάσουμε τις δυο πρώτου επιπέδου γυναίκες καθηγήτριες.

Ο πρόεδρος του πανεπιστημίου, Arnold Weber, με κάλεσε για να μιλήσουμε για την παραίτηση μου. Με ρώτησε τι με είχε κάνει να κάνω αυτό το σπάνιο βήμα. Είπα πως δεν μπορούσα να εκπληρώσω σωστά τα καθήκοντα που ορθά ζητούσαν από εμένα ως μόνιμο καθηγητή: τις χρονοβόρες συναντήσεις για πρόσληψη, απόλυση, εξέλιξη, αλλαγές προγράμματος σπουδών, συζητήσεις πάνω στην θετική δράση και ποικιλία. Είπα στο πρόεδρο Weber πως όλα αυτά ήταν σημαντικές συζητήσεις, αλλά δεν ήθελα να είμαι μόνιμα μπλεγμένος σε αυτές. Είπε πως μπορούσα να εξαιρεθώ και να διατηρήσω την έδρα μου· αλλά δεν πίστευα πως αυτό θα ήταν δίκαιο για τα άλλα μόνιμα μέλη του τμήματος. Είπα πως μπορούσα να διατηρήσω ένα ελαφρύ διδακτικό πρόγραμμα ως επίκουρος καθηγητής απαλλαγμένος από όλα τα καθήκοντα της μονιμότητας ενώ θα αφοσιωνόμουν στο γράψιμο βιβλίων και μακροσκελών πολιτικών άρθρων για το The New York Review of Books.

 

Αφού διαπίστωσα τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες στα κορυφαία κολέγια όπου δίδασκα, πρόσεξα πως παρόμοια προβλήματα υπήρχαν στις ομάδες διαμαρτυρίας και στις ριζοσπαστικές κοινότητες που παρατηρούσα ως δημοσιογράφος που κάλυπτε την κοινωνική αναταραχή γύρω από την αντίθεση στο πόλεμο του Βιετνάμ. Μια κοινότητα στην περιοχή της Βοστόνης ήταν ένα είδος ενδιάμεσου σταθμού μεταξύ ακαδημίας και αντιπολεμικού κινήματος· αρκετά από τα μέλη της ήταν φοιτητές ή καθηγητές στο Χάρβαρντ. Ισχυρίζονταν πως ήταν απελευθερωμένα από την «λατρεία προσώπων» όπως τα εξεγερτικά κινήματα αλλά δυσκολεύονταν να κάνουν με σειρά «εργατικές» αγγαρείες με απόλυτη ισότητα. Στο πιο αναγνωρίσιμο δημόσια πρόσωπο ζητήθηκε να γράφει μανιφέστα και να στρατολογεί γνωστούς στο κοινό να συμμετέχουν στις διαδηλώσεις, πράγμα που το έκανε δύσκολο για αυτόν να κάνει το δικό του μερίδιο από δουλειές όπως αγορά φαγητού, μαγείρεμα, πλύσιμο πιάτων, νοικοκυριό, σιδέρωμα ρούχων, και να βγάζει έξω τα σκουπίδια. Δεν ένοιωσα έκπληξη όταν είδα πως η μειονότητα των γυναικών στη κοινότητα έκανε τη πλειοψηφία αυτών των καθημερινών καθηκόντων.

Σε μια διαφορετική κομμούνα που έγραψα στον Καναδά, συνάντησα ένα σκληρότερο κόσμο από λιποτάκτες και ανυπότακτους, και εκεί είδα έναν φυσικό ηγέτη να κάνει την προπαγανδιστική δουλειά αυτών των ακτιβιστών, ενώ οι γυναίκες παραπονιόντουσαν πως η πολιτική επανάσταση που ζητούσε η ομάδα τους δεν ανταποκρίνονταν στην σεξουαλική επανάσταση που στην πράξη πραγματοποιούνταν στο κόσμο έξω από αυτούς τους ριζοσπάστες. Οι γυναίκες αναμένονταν να υπηρετούν τους άνδρες σεξουαλικά, και έκαναν μικρή πρόοδο με τις διαμαρτυρίες τους, εκτός από το να λιποτακτούν από τους λιποτάκτες.

Το γεγονός πως τέτοιος σεξισμό ήταν συνηθισμένος στην αριστερά, όπως και στη δεξιά μου έγινε ξεκάθαρο στο προοδευτικό Ινστιτούτο Πολιτικών Μελετών (Institute for Policy Studies,IPS) στην Ουάσιγκτον. Είχα γίνει φίλος των συνιδρυτών, τον Dick Barnet και τον Marc Raskin, που με έβαλαν στο συμβούλιο του ινστιτούτου. Ένας από τους πιο κομψούς και γοητευτικούς νέους συνεργάτες εκεί ήταν ο Ivanhoe Donaldson, ο η διάνοια της εκστρατείας «Snick», όπως ήταν γνωστή η Φοιτητική Συντονιστική Επιτροπή για τη Μη-Βία (Student Non-Violent Coordinating Committee, SNCC), που έγινε το μυαλό της εκστρατείας του Marion Barry, του δημάρχου της Περιφέρεια της Κολούμπια. Και ο Barry και ο Donaldson αργότερα πήγαν στη φυλακή – ο Barry λίγους μήνες για κατοχή ναρκωτικών και ο Donaldson για αρκετά χρόνια μετά από καταδίκη για κατάχρηση (έκλεψε 200000$ από τα ταμεία του δήμου).

Την εποχή που τον γνώρισα, όμως, ο Donaldson ήταν αστέρας των πρώιμων νικών του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων. Του άρεσε να πειράζει μια νεαρή συνεργάτιδα στο IPS για τον σοβαρό της φεμινισμό. Είχε κάνει το πρώτο βήμα κρατώντας το πατρικό της όνομα ως παντρεμένη γυναίκα, και ο Donaldson συνήθιζε να λέει το «σημαντικό» της όνομα με τρόπο που κορόιδευε το φεμινισμό της. Τον αποκάλεσε μισογύνη, αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Τότε ένα βράδυ όταν συζητούσα έντονα με τον Donaldson και είπα πως έπρεπε να οδηγήσω μέχρι το σπίτι μου στη Βαλτιμόρη, ήθελε να συνεχίσει τη συζήτηση και με προσκάλεσε σε δείπνο, λέγοντας πως θα μπορούσα να περάσω τη νύχτα στο διαμέρισμα κάποιου πλούσιου χορηγού του (έμοιαζε πάντοτε να έχει έναν) που έλειπε σε ταξίδι στην Αφρική. Στο δρόμο προς το δείπνο, σταματήσαμε στο σπίτι ενός μαύρου γερουσιαστή που είχε καλεσμένη μια προοδευτική λευκή γυναίκα από τη Νότια Αφρική. Υποστήριζε την σταδιακή κατάργηση του συστήματος απαρτχάιντ της χώρας της, και όταν προσπάθησε καλύψει με τη φωνή της τις αντιρρήσεις του Donaldson, την χαστούκισε, δυνατά. Μας πέταξαν έξω από το σπίτι. Τότε ήμουν πλέον έτοιμος να πιστέψω τη κοινή καταγγελία των γυναικών πως πολλοί από τους ηγέτες του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων ήταν έμφυλοι σοβινιστές.

Η κοινότητα που εντόπισα την σχεδόν πιο ίση διαίρεση της εργασίας μεταξύ ανδρών και γυναικών ήταν διαφορετική από τις άλλες στο ότι ο πασιφισμός της ήταν ανοιχτά θρησκευτικός. Αλλά η κοινότητα αυτή στην Βαλτιμόρη είχε διαφορετικά προβλήματα στην κατανομή των καθηκόντων. Οι πολιτικές διαμαρτυρίες που οργάνωνε μερικές φορές οδηγούσαν σε συλλήψεις, δίκες και φυλακίσεις. Για εκείνους που ανά πάσα στιγμή εμπλέκονταν σε μια «δράση» όπως το έλεγαν, ή σε δίκη, ή σε φυλακή, έπρεπε τα καθήκοντα τους να τα αναλάβουν τα μέλη που είχαν μείνει πίσω στο κοινό τους σπίτι. Και όταν οι αριθμοί των μελών μειώθηκαν με το τρόπο αυτό, τα λιγότερο αφοσιωμένα μέλη επέστρεψαν στα στερεότυπα των «γυναικείων δουλειών», οι οποίες επανεδραιώθηκαν ακόμη και εκεί.

 

Το ότι βρήκα σε αυτές τις πολύ διαφορετικές συνθήκες– την ακαδημία και τις κοινότητες – γυναίκες που έπρεπε να παλεύουν για τα δικαιώματά τους, εκ των υστέρων, δεν είναι ασυνήθιστο, με δεδομένους τους περιορισμούς που ως πρόσφατα αντιμετώπιζαν οι γυναίκες. Όταν η γυναίκα μου αποφοίτησε από το Σουήτ Μπράιαρ το 1955, για παράδειγμα, υπήρχαν ελάχιστες επαγγελματικές κατευθύνσεις για τις γυναίκες στη μικρή της πόλη, το Γουάλινγκφορντ του Κονέκτικατ. Μπορούσαν να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά, έναν υποταγμένο οικονομικά ρόλο, ή μπορούσαν να προσπαθήσουν να τα βγάλουν πέρα μόνες τους – αλλά ως τι; Φίλες της έπρεπε να επιλέξουν από ένα περιορισμένο φάσμα διαθέσιμων εργασιών: κάποιες ήταν δασκάλες, κάποιες νοσοκόμες, κάποιες καλόγριες (που ήταν οι ίδιες υπεύθυνες να εργαστούν ως δασκάλες ή νοσοκόμες).

Η Natalie ήθελε να φύγει από τη μικρή της πόλη, αλλά οι επιλογές της ήταν ελάχιστες. Μια κατεύθυνση που ήταν διαθέσιμη σε εκείνη ήταν να γίνει αεροσυνοδός. Αλλά και εκεί, επειδή η διαθεσιμότητα γυναικών ήταν μεγάλη, οι απαιτήσεις των αερογραμμών μπορούσαν να είναι υψηλές: εκείνες τις μέρες, προσλάμβαναν μόνο ανύπαντρες γυναίκες, επιλεγμένες κυρίως για την εμφάνιση, κατά προτίμηση με πτυχίο κολεγίου. Αν μια αεροσυνοδός παντρεύονταν, έχανε τη δουλειά της. Αυτό έβαζε τις αεροσυνοδούς ένα σκαλί πάνω από «κουνελάκι» του Playboy και ένα πιο κάτω από την Μις Αμερική – και οι τρεις, εμβλήματα της πατερναλιστικής εκείνης εποχής. Μια διαφήμιση αερογραμμής της εποχής υπόσχονταν «Στα αλήθεια κουνάμε την ουρά μας για εσάς», και έδειχνε ελκυστικές αεροσυνοδούς να σερβίρουν φαγητό και ποτά στους επιβάτες του αεροπλάνου σαν αερομεταφερόμενα «κουνελάκια».

Όταν η Natalie πήγε στη σχολή αεροσυνοδών της Eastern Airline στη Φλόριντα, διδάχτηκε πως να χρησιμοποιεί καλλυντικά καλύτερα για το δικό της τύπο προσώπου. Αν και δεν υπήρχε διαγωνισμός με μαγιό, ο άνδρας συνεντευξιαστής της ζήτησε να τεντώσει την φούστα της σφιχτά γύρω από τους γοφούς και τα οπίσθια της και να γυρίσει (ήταν μια φούστα «New Look», φαρδιά και ως τη μέση της γάμπας, που είχε κάνει δημοφιλή στη δεκαετία του 1950 ο Christian Dior). Η δικαιολογία για αυτή την απαίτηση ήταν πως έδειχνε αν χωρούσε στο διάδρομο του αεροπλάνου, αλλά ήταν ξεκάθαρα ένας τρόπος για να βαθμολογηθεί το σώμα της. Όσο ανάρμοστο και αν ήταν όλο αυτό, χαίρομαι που σήκωσε το γάντι, γιατί δεν θα την συναντούσα διαφορετικά. Δεν κούνησε την ουρά της για εμένα στο αεροπλάνο, κούνησε το μυαλό της, κρίνοντας το βιβλίο που διάβαζα.

Σήμερα, αν και έχει περάσει μόνο σύντομο διάστημα, μπορεί να είναι δύσκολο να θυμηθώ την κατάσταση των γυναικών τότε. Η γυναίκα μου και η κόρη μου συχνά συγκρίνουν τις διαφορές για τις γυναίκες στην γενιά της καθεμιάς. Η Natalie πήγε στο Σουήτ Μπράιαρ, ένα κολλέγιο θηλέων και έγινε αεροσυνοδός. Η Lydia πήγε στο Γέηλ, που είχε πρόσφατα γίνει μικτό, και έγινε λογοτεχνικός πράκτορας. Όταν η Natalie και εγώ παντρευτήκαμε δεν μπορούσε να πάρει πίστωση από την τράπεζά μας δίχως την έγκριση μου. Όπως είχα δει στο Χόπκινς και στο Νόρθγουεστερν, βαθιά μέσα στη δεκαετία του 1960, οι γυναίκες θεωρούνταν κακό ρίσκο για επαγγελματικές θέσεις.

Σε ένα συνέδριο του Αμερικάνικου Δικηγορικού Συλλόγου στο οποίο βρέθηκα στο Σαν Φρανσίσκο, στην συνέλευση των γυναικών του συλλόγου, υπήρχε ένα ασφυκτικά γεμάτο γεύμα. Μια ομιλήτρια στο βάθρο ζήτησε από εκείνες που ήταν παρούσες να σταθούν όρθιες αν ήταν, ή υπήρξαν, η πρώτη γυναίκα υπεύθυνη της εφημερίδας της νομικής της σχολής, η πρώτη συνέταιρος σε νομική εταιρία, η πρώτη πρόεδρος μιας νομικής σχολής, η πρώτη πολιτειακή δικαστής, ομοσπονδιακή δικαστής, μέλος του ανώτερου δικαστηρίου της πολιτείας της. Μέχρι το τέλος του προσκλητηρίου αυτού, εκατοντάδες γυναικών στέκονταν, και αυτό είχε συμβεί στη διάρκεια της ζωής τους. Σχεδόν το ίδιο πράγμα μπορούσε να συμβεί σε συνέδρια γιατρών, στελεχών επιχειρήσεων, στρατιωτικών ηγετών, ή θρησκευτικών ηγετών. Όταν άρχισα να χρησιμοποιώ την βιβλιοθήκη της θεολογικής σχολής στο Νόρθγουεστερν το 1980, σχεδόν όλοι οι φοιτητές εκεί ήταν άνδρες που ετοιμάζονταν να γίνουν ιερείς. Σήμερα, οι περισσότεροι φοιτητές που βλέπω στη βιβλιοθήκη είναι γυναίκες.

Αλλάξτε τη θέση της γυναίκας και θα δείτε πως έχετε επηρεάσει τις πιο προσωπικές και σημαντικές σχέσεις της ζωής: τη σχέση της γυναίκας προς τον άνδρα, της μητέρα προς το παιδί, της αδερφής προς τον αδερφό, της κόρης προς τους γονείς, της εργαζόμενης προς τους συναδέλφους, και της υπαλλήλου προς τον εργοδότη (και το αντίστροφο). Αυτή η αλλαγή στη θέση των γυναικών που μοιάζει να συνέβη σαν χτες, και ακόμη συμβαίνει σήμερα με ένα επιταχυνόμενο ρυθμό, είναι η πιο βαθιά επανάσταση που μπορεί να υπάρξει σε μια κοινωνία. Αντλεί και δίνει ενέργεια σε όλες τις άλλες μεταρρυθμίσεις της εποχής μας. Εν τέλει, το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων περιλαμβάνει μαύρες γυναίκες, το LGBTQ κίνημα αφορά λεσβίες, το κίνημα για τα δικαιώματα των ΑμεΑ αφορά γυναίκες με αναπηρία, οι μεταρρυθμίσεις στην υγεία επηρεάζει τις γυναίκες που προσφέρουν φροντίδα και τα αντικείμενα της φροντίδας τους. Ανυψώστε οποιοδήποτε τμήμα της κοινωνίας μας σε μια πιο δίκαιη θέση και η δικαιοσύνη για τις γυναίκες αποτελεί σίγουρα ζήτημα. Είναι αλλαγή όλων των αλλαγών και το βασικό μέτρο της προόδου μας.