Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση  Social Justice, Vol 16, No 2. Ο Frank Pearce είναι επίτιμος καθηγητής κοινωνιολογίας και συγγραφέας. Ο Steve Tombs είναι καθηγητής εγκληματολογίας και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Εισαγωγή

Στο άρθρο αυτό τα τραγικά γεγονότα στο Μποπάλ χρησιμεύουν ως ένα μέσο για να τεθούν συγκεκριμένα θεωρητική και πρακτικά ζητήματα που σχετίζονται με τον έλεγχο της συμπεριφοράς πολυεθνικών εταιριών. Ο στόχος αυτός  επιδιώκεται με κριτική εξέταση των διαφορετικών τύπων μαρτυριών και εξηγήσεων αυτής της τραγωδίας: της Union Carbide, αυτή της χημικής βιομηχανίας, η αντιιμπεριαλιστική και μαρξιστική ερμηνεία, και στη συνέχεια μερικά ζητήματα που θέτει το έργο του Foucault. Ένα σημαντικό κομμάτι του άρθρου εστιάζει πάνω στην επίδραση των παραγωγικών σχέσεων και της τεχνοκρατικής ιδεολογίας πάνω στο καθορισμό του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται και χρησιμοποιείται η τεχνολογία. Η εγκυρότητα κάθε συνόλου επιχειρημάτων θα εκτιμηθεί και έπειτα θα γίνει μια απόπειρα για να καθοριστούν όποιες επιπτώσεις που μπορεί να έχουν για την ανάπτυξη κατάλληλων στρατηγικών για την πρόληψη κάθε παρόμοιας καταστροφής σε χώρες του τρίτου κόσμου όπως η Ινδία, ή, και σε χώρες όπως η Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η προσέγγιση αυτή έχει υιοθετηθεί επειδή, πρώτα, καμιά από τις μαρτυρίες δεν είναι δίχως αξία. Η ανάλυση της Union Carbide της χημείας του ατυχήματος, και η βεβαιότητα της πως οι ρυθμιστικές υπηρεσίες στην Ινδία ήταν ανεπαρκείς, δεν μπορεί να αγνοηθεί απλά, αν και η σημασία της μπορεί και πρέπει να επαναπροσδιοριστεί. Δεύτερο, δεν είναι δυνατό να διεκδικήσουμε κάποια υπερβατική θέση εκτεταμένης ή έστω επαρκούς γνώσης από την οποία να κρίνουμε όλες τις άλλες μαρτυρίες.

Ι. Η Καταστροφή στο Μποπάλ

Στο Μποπάλ, η Union Carbide of India Limited (UCIL), θυγατρική της Union Carbide Corporation (UCC), χρησιμοποιούσε το ιδιαίτερα τοξικό ισοκυανικό μεθύλιο (MIC), για την παραγωγή των καρβαμιδικών φυτοφαρμάκων Carbaryl (Sevin) και Aldicarb (Temik). Την νύχτα της Κυριακής, 2 Δεκεμβρίου 1984, με κάποιο τρόπο νερό μπήκε σε μια δεξαμενή αποθήκευσης MIC, προκαλώντας μια εξωθερμική αντίδραση που οδήγησε στην συσσώρευση πίεσης μεγαλύτερη από το όριο του δίσκου διάρρηξης της δεξαμενής. Ως αποτέλεσμα, αέρια πέρασαν από το σημείο αυτό, πέρασαν από την κεφαλή της βαλβίδας αποσυμπίεσης, το καθαριστήρα αερίων, και στη συνέχεια στην ατμόσφαιρα. Η επακόλουθη διαφυγή του αερίου προκάλεσε την χειρότερη βιομηχανική καταστροφή του κόσμου.

Τεσσεράμισι χρόνια μετά την καταστροφή, παραμένει ακόμη σύγχυση αναφορικά με το πόσοι άνθρωποι πέθαναν ή τραυματίστηκαν μόνιμα. Υπολογισμοί των αρχικών απωλειών κυμαίνονται μεταξύ 10000 και του «επίσημου» αριθμού της Ινδικής κυβέρνησης των 1754 θανάτων, με μια ανεπίσημη συμφωνία μεταξύ των περισσότερων ερευνητών πως τουλάχιστον 5000 πέθαναν στον άμεσο απόηχο της τραγωδίας. Τουλάχιστον 200000 άνθρωποι εκτέθηκαν στα τοξικά αέρια, περισσότεροι από 60000 επηρεάστηκαν σοβαρά και πάνω από 20000 από αυτούς τραυματίστηκαν μόνιμα, μια απλή καταγραφή των νεκρών και των τραυματιών προσφέρει μικρή εικόνα για την συνολική επίπτωση της τραγωδίας. Ολόκληρες κοινότητες καταστράφηκαν από την έκρηξη. Στις περιοχές που επηρεάστηκαν περισσότερο, τουλάχιστον ένας γονέας απέκτησε σημαντική αναπηρία ή σκοτώθηκε στο 90% των οικογενειών.

Αμέσως μετά τα γεγονότα ο διευθυντής της UCIL άφησε να εννοηθεί πως η εταιρεία του ήταν πρόθυμη να πληρώσει αποζημίωση που θα έφτανε σε εκατομμύρια δολάρια. Η UCC, στην οποία άνηκε το 50,9 των μετοχών της UCIL, βλέποντας την μετοχή της να κατρακυλά, είπε πως η ασφάλεια της UCC θα την κάλυπτε για τα κόστη κάθε αποζημίωσης προς τα θύματα για τα οποία θα ήταν μάλλον υπεύθυνη και για τα κόστη ανακούφισης και καθαρισμού. Την ίδια στιγμή, η UCC επέμενε πως δεν είχε τοποθετήσει το εργοστάσιο με το ισοκυανικό μεθύλιο στο Μποπάλ «για λόγους οικονομίας ή για αποφύγει πρότυπα ασφαλείας», και πως αν και διευθύνονταν αποκλειστικά από Ινδούς, το εργοστάσιο αυτό ήταν το ίδιο με εκείνο στο Ινστιτουτ στη Δυτική Βιρτζίνια, το ποίο ήταν πολύ ασφαλές. (Πρέπει να σημειωθεί πως το τελευταίο έκλεισε αμέσως   σχεδόν για «ελέγχους ασφαλείας», μεταξύ τους και ο έλεγχος των μηχανισμών ασφαλείας που δεν είχαν λειτουργήσει στην Ινδία). Στις 9 Δεκεμβρίου, η Union Carbide ανακοίνωσε πως πρόσφερε 1 εκατομμύριο δολάρια  σε ταμείο ανακούφισης και τη δημιουργία ορφανοτροφείου στο Μποπάλ και πως, συμπωματικά, μιας και η καταστροφή ήταν απόλυτα απρόσμενη και δίχως προηγούμενο, «δεν είχε δημιουργηθεί ποτέ ένα σχέδιο εκκένωσης ή ασφαλείας». Στην κατάθεση του στις 14 Δεκεμβρίου σε μια υποεπιτροπή του Κογκρέσου, ο Anderson, πρόεδρος της Union Carbide, τόνισε πως η εταιρεία είχε τα ίδια πρότυπα ασφαλείας στα εργοστάσια της στην Αμερική και στο εξωτερικό «στην Ινδία, τη Βραζιλία ή κάπου αλλού… ίδιος εξοπλισμός, ίδιο σχέδιο, ίδια όλα». Το μότο της Carbide ήταν «Παραγωγή στο Κόστος: Ασφάλεια με Κάθε Κόστος» και η UCC είχε κάποτε ένα από τα καλύτερα ιστορικά ασφαλείας μεταξύ των μεγάλων αμερικάνικων εταιρειών.

Την αμέσως επόμενη χρονιά από την καταστροφή, η UCC αξιοποίησε κάθε ευκαιρία για να χτίσει μια υπόθεση πάνω στις λεπτομέρειες του ατυχήματος και να αρνηθεί την δική της ευθύνη για την σειρά των γεγονότων που οδήγησαν στην διαρροή του αερίου. Εμφανέστερα στην Ετήσια Αναφορά της του 1984, η «Έκθεση του Περιστατικού Ισοκυανικού Μεθυλίου στο Μποπάλ» και στο Νομικό Μνημόνιο της, όπως και σε μια σειρά δηλώσεων σε ένα αριθμό δημόσιων συμποσίων, η UCC έκανε πέντε βασικούς ισχυρισμούς:

  • Η UCC είχε εξαιρετικό ιστορικό ασφαλείας και ο σχεδιασμός των πρωτοκόλλων τυπικής λειτουργίας, η ευθύνη της UCC, ήταν ουσιαστικά άριστες. Επιπλέον, το εργοστάσιο ήταν βασικά το ίδιο με εκείνο στο Ίνστιτουτ στη Δυτική Βιρτζίνια·
  • Η παραγωγή MIC στην Ινδία, η τοποθεσία του εργοστασίου και η ποιότητα των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν ήταν η ευθύνη του ινδικού κράτους·
  • Η UCIL ήταν μια ανεξάρτητη εταιρεία, υπεύθυνη για τα δικά της θέματα·
  • Η οπισθοδρομική κουλτούρα της Ινδίας ήταν υπεύθυνη για την κακή συντήρηση και διαχείριση, τις κακές διαδικασίες σχεδιασμού και την ανεπαρκή επιβολή των κανόνων ασφαλείας· και
  • Υπήρχε εθνική προδιάθεση για την πραγματοποίηση δολιοφθορών, για πολιτικούς ή προσωπικούς λόγους, και αυτό έδειχνε εθνική ανωριμότητα.

Ο τελευταίος από αυτούς τους ισχυρισμούς αποτελεί τη βάση της «οριστικής» εκδοχής της UCC για την ακολουθία των γεγονότων που οδήγησαν στη διαρροή στο εργοστάσιο. Η τελική εκδοχή της θεωρίας της δολιοφθοράς  κυκλοφορούσε από το προσωπικό της UCC, και ήταν επίσης η βάση για ένα άρθρο που παρουσιάστηκε από τον «ανεξάρτητο ερευνητή» δρ. Ashok Kalelkar, σε ένα συνέδριο πάνω στην «Πρόληψη Μεγάλων Ατυχημάτων Χημικών και Σχετικών Διαδικασιών» στο Λονδίνο, το Μάιο του 1988. Δεν σκοπεύουμε να εδώ να μπούμε στις λεπτομέρειες αυτών των ισχυρισμών και των αντικρούσεων τους που έγιναν σχετικά με αυτή τη θεωρία δολιοφθοράς , εκτός από το να πούμε πως ακόμη και αν ήταν αληθινή, και αυτό φαίνεται μάλλον απίθανο, σύμφωνα με την υπάρχουσα ινδική νομοθεσία δεν σημαίνει πως η UCC μπορεί να αποφύγει την ευθύνη για την τραγωδία.

Οι ισχυρισμοί της Union Carbide πως η δική της ανάμειξη στον Τρίτο Κόσμο είναι καλοήθης, αλλά για πολλούς αναλυτές τα γεγονότα στο Μποπάλ δείχνουν μόνο πολύ καθαρά πως η UCC, όπως όλες οι πολυεθνικές, λειτουργούν με ένα ιμπεριαλιστικό τρόπο. Η οικονομική ισχύς των πολυεθνικών, και το μονοπώλιο τους στην επιστημονική γνώση, τους επιτρέπουν να «εξάγουν κίνδυνο» σε ευάλωτες και συχνά ανύποπτες χώρες του Τρίτου Κόσμου. Με δεδομένη την απουσία κάθε αντισταθμιστικής εξουσίας – με δεδομένες συγκαταβατικές κυβερνήσεις, ανεπαρκείς ρυθμιστικές υπηρεσίες, και ανοργάνωτους εργάτες και τοπικές κοινωνίες – μπορούν να εμπλακούν σε φτηνή και επικίνδυνη παραγωγή και να αδιαφορούν για το κόστος της δραστηριότητας τους. Επιπλέον, για να επιτύχουν κέρδη θα χρησιμοποιήσουν «δύναμη και απάτη»· θα πουν ψέματα, θα δωροδοκήσουν, και θα εξαπατήσουν. Πράγματι, οι λεπτομερείς αναλύσεις των γεγονότων στη Μποπάλ δίνουν ξεκάθαρα κύρος σε αυτές τις κατηγορίες, αν και θα δείξουμε σε αυτό το άρθρο πως μια απλή αντιιμπεριαλιστική κριτική είναι ανεπαρκής τρόπος να κατανοήσουμε την παραβατικότητα των πολυεθνικών. Αρχικά, θα πρέπει να σημειώσουμε εκείνα τα σημεία όπου η απεικόνιση των γεγονότων από την UCC είναι απολύτως ξεκάθαρα ημιτελή ή λάθος.

Το MIC αποθηκεύονταν σε τρεις δεξαμενές των 15000 γαλονιών που θα έπρεπε να αποθηκευτούν στους 0 έως 5 βαθμούς Κελσίου αλλά στη πράξη κρατούνταν μεταξύ 15 και 30 βαθμών Κελσίου. Οι θερμοκρασίες δεν καταγράφονταν. Παρομοίως, όταν η πίεση των δεξαμενών αυξήθηκε από 2 σε 10 psi, αυτή η αύξηση δεν καταγράφηκε. Οι εργάτες μύριζαν το MIC, αλλά δεν μπορούσαν να εντοπίσουν την πηγή του· ανέφεραν την διαρροή σε έναν υπεύθυνο, που είπε πως θα το διερευνήσει μετά το διάλλειμα για τσάι. Πριν τελειώσει το διάλλειμα, ήταν ξεκάθαρο πως υπήρχε κρίση: η δεξαμενή έκανε θόρυβο, τσιμέντο έσπαγε, η θερμοκρασία της δεξαμενής ήταν περίπου 200 βαθμοί Κελσίου, και η πίεση ήταν πάνω από 180 psi (140 psi πάνω από το όριο του δίσκου διάρρηξης της δεξαμενής). Αέρια περνούσαν από το δίσκο διάρρηξης· περνούσαν από την κεφαλή της βαλβίδας αποσυμπίεσης, μετά από το καθαριστήρα αερίων και στην ατμόσφαιρα.

Ο καθαριστήρας αερίων ήταν σε αναμονή και αν και τελικά άρχισε να λειτουργεί δεν δούλεψε ποτέ πραγματικά. Ο πύργος καύσης διαρροών ήταν μη λειτουργικός, και μια προσπάθεια να ξεπλυθεί το αέριο με νερό ήταν ανεπιτυχής επειδή οι μάνικες είχαν ανεπαρκή πίεση νερού για να φτάσουν στο σημείο από όπου ξέφευγε το αέριο. Οι χειριστές δεν μπορούσαν να διαλύσουν το MIC στην δεξαμενή 610 μιας και ήταν κατά 75%-87% γεμάτοι αντί για το προτεινόμενο 50%-60%, και η δεξαμενή 619, η δεξαμενή ανάγκης, η οποί έπρεπε να είναι άδεια περιείχε ήδη 2400 λίβρες MIC ενώ ο μετρητής της έδειχνε λανθασμένα πως περιείχε ακόμη περισσότερο, δηλαδή, πως ήταν 22% γεμάτο. Αν και οι δεξαμενές έπρεπε να ψύχονται για να κρατούνται μεταξύ 0-5 Κελσίου, η ψύξη είχε κλείσει – για να εξοικονομηθούν 30$ την ημέρα.

Στη βάση ακόμη και αυτού του συνοπτικού ιστορικού κάποιες από τις σημαντικές περιστάσεις γύρω από την καταστροφή, δεν υπάρχει αμφιβολία πως κακά συντηρημένος εξοπλισμός, έλλειψη ανταλλακτικών, ανεπαρκής σχεδιασμός, και μη εκπαιδευμένο προσωπικό συνέβαλλαν στο ατύχημα. Εξίσου σημαντικό ήταν οι ad hoc μετατροπές των σχεδίων του εργοστασίου, όπως μια γραμμή μεταγωγής που μπορεί να ήταν το μέσο με το οποίο το νερό μπήκε στη δεξαμενή του MIC.

Υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα για το ίδιο το σχέδιο του εργοστασίου. Τα όργανα του εργοστασίου δεν επαρκούσαν για την παρακολούθηση των τυπικών διαδικασιών του εργοστασίου και οι διαρροές ανακαλύπτονταν από τη μυρωδιά, κάτι που ήταν δυνατό μόνο σε επίπεδα 20 φορές υψηλότερα από το όριο ασφαλείας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το εργοστάσιο στο Ινστιτουτ είχε ανώτερη τεχνολογία. Επιπλέον, αν και μεγάλες ποσότητες MIC ήταν αποθηκευμένα στο Ίνστιτουτ, είχε μεγαλύτερες δεξαμενές ανάγκης και επιπλέον ειδικό σύστημα υπερχειλίσεων με χωρητικότητα 42000 γαλόνια. Είναι πιθανό πως η δεξαμενή αποθήκευσης στο Μποπάλ είχε αρχικά χρησιμοποιηθεί στο Ίνστιτουτ μιας και ήταν ενός τύπου που ήταν ακατάλληλος για τις κλιματικές συνθήκες της Ινδίας. Ακόμη και όταν λειτουργούσαν, το εργοστάσιο ψύξης στο Μποπάλ δεν ήταν αρκετά ισχυρό για να ψύξει όλο το MIC που ήταν αποθηκευμένο εκεί·  ο καθαριστήρας αερίων και ο πύργος καύσης διαρροών είχαν σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζουν μόνο εκπομπές μονής φάσης (δηλαδή, αέριο, όχι υγρό ή αέριο και υγρό). Στο Ίνστιτουτ, επιπλέον, υπήρχε ένα ακόμη πανίσχυρο εφεδρικό σύστημα. Το Μποπάλ ήταν εμφανώς ανεπαρκές και κατώτερο του Ίνστιτουτ. Πολλοί λιγότεροι άνθρωποι θα πέθαιναν αν το εργοστάσιο δεν ήταν τοποθετημένο κοντά σε παραγκουπόλεις· αν υπήρξε καλύτερη εκτίμηση κινδύνου, μελέτη και έλεγχος των διαρροών, και σχεδιασμός και διαχείριση των εκτάκτων αναγκών· αν το προσωπικό του εργοστασίου, οι τοπικές ιατρικές υπηρεσίες, και οι πολιτειακές και εθνικές κυβερνήσεις ήξεραν περισσότερα για τη φύση και τις επιπτώσεις  των φονικών αέριων εκπομπών.

Το εργοστάσιο της UCIL στο Μποπάλ δεν ήταν μια αντισυμβατική ή ανεξέλεγκτη επιχείρηση. Ο τρόπος που λειτουργούσε δημιουργεί ζητήματα γενικότερης σημασίας γύρω από τη φύση και την οργάνωση των Πολυεθνικών Εταιρειών (TNC). Στο άρθρο αυτό επιχειρούμε να περιγράψουμε τρόπους με τους οποίους αυτά μπορούν αν αντιμετωπιστούν με τον συνδυασμό στοιχείων μιας μαρξιστικής ανάλυσης  με κάποιες από τις ιδέες που αναπτύχθηκαν από το Foucault. Τέλος, κοιτάμε τις πρακτικές πολιτικές επιπτώσεις της ανάλυσης μας για το Μποπάλ με όρους της έκτασης στην οποία, και πως, οι καταστροφικές δραστηριότητες των TNC μπορεί να ελαχιστοποιηθούν, και να αποφευχθούν τα μελλοντικά Μποπάλ.

ΙΙ. Καπιταλισμός, Ιμπεριαλισμός και Ιδεολογία

Union Carbide και Union Carbide of India Limited

Είτε ήταν είτε όχι νομικά υπεύθυνη η UCC για το ατύχημα είναι για την ώρα ζήτημα διαμάχης στα δικαστήρια της Ινδίας, αλλά ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας μπορούμε να μελετήσουμε αυτό το θέμα κοινωνιολογικά με τα στοιχεία που για την ώρα είναι διαθέσιμα. Ένα χρήσιμο σημείο εκκίνησης είναι η συζήτηση για τις σχέσεις ιδιοκτησίας στο Law and Economy: The Legal Regulation of Corporate Capital του Kelvin Jones. Διακρίνει τρεις ξεχωριστές και απαραίτητες λειτουργίες της ιδιοκτησίας στη σφαίρα της οικονομικής παραγωγής: τίτλος «αφορά το είδος των υπολογισμών και συνθηκών που κυβερνούν την πιο γενική φύση της οικονομίας, την κοινωνικοποίηση του χρέους, την ανταλλαγή εγγυήσεων και την καταστατική θέση των μετόχων· έλεγχος «αναφέρεται στην διανομή των σχετικών μέσων της παραγωγής μέσα στα σχετικά όρια που επιβάλλονται από άλλες σχέσεις ιδιοκτησίας»· ενώ κατοχή «αφορά την καθημερινή σχέση διαχείρισης» και τις «στρατηγικές και υπολογισμούς οι οποίοι περιλαμβάνουν τη χρήση, ή πρακτική λειτουργία, κάθε συγκεκριμένης διαδικασίας παραγωγής ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο κάτοχος».

Μαζί με τους άλλους μετόχους της UCIL, η UCC είχε «τίτλο» σε αρκετά από τα έσοδα που παρήγαγε η UCIL. Πρακτικά παρά τον κανόνα πως οι ξένες εταιρείες δεν μπορούσαν να κατέχουν περισσότερο από το 40% των μετοχών μιας ινδικής εταιρείας, η UCC είχε στην ιδιοκτησία της το 50,9%· και το 1982 η UCIL απέδωσε στην UCC 1.43 εκατομμύρια δολάρια σε μερίσματα. Αυτού του είδους η πλειοψηφία επιτρέπει σε μια εταιρεία  όπως η UCC να καθορίζει, σε μεγάλο βαθμό, τις αποφάσεις που παίρνονται για τις επενδύσεις και τα μερίσματα και τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας. Σύμφωνα με το καταστατικό της Union Carbide, οι στόχοι της εταιρίας θα υλοποιούνται μέσω ενός διευθυντικού συστήματος

«σχεδιασμένου να προσφέρει κεντρικό ολοκληρωμένο στρατηγικό σχεδιασμό, κατεύθυνση και έλεγχο· και αποκεντρωμένο επιχειρηματικό στρατηγικό σχεδιασμό και υλοποίηση λειτουργίας….»

«Οι εταιρικές πολιτικές χωρίζονται σε πολιτικές Κατηγορίας Ι που αποφασίζονται από το Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο ή τον Πρόεδρο και τον Γενικό Διευθυντή, και προσφέρουν τις κατευθυντήριες γραμμές για όλο το κόσμο, και τις πολιτικές Κατηγορίας ΙΙ, οι οποίες είναι οι λειτουργικές διαδικασίες που προκύπτουν από τις πολιτικές Κατηγορίας Ι, με τις οποίες δεν πρέπει να έρχονται σε αντίθεση. Και οι δύο τύποι πολιτικών δίνονται στις θυγατρικές (συνεργάτες στους οποίους η Union Carbide κατέχει περισσότερο από 50% της ιδιοκτησίας) για υιοθέτηση και εφαρμογή. Μια θυγατρική δεν μπορεί να αλλάξει την ουσία κάποιας πολιτικής δίχως τον έλεγχο της μητρικής. Ο έλεγχος των θυγατρικών επιτυγχάνεται σύμφωνα με τα στοιχεία του ενάγοντα, μέσω ιδιοκτησίας των μετοχών, ένα σύστημα αναφορών, που απαιτεί την θυγατρική να πληροφορεί την διοίκηση σε κάθε επίπεδο του οργανισμού για τις δραστηριότητες της, και από την παρουσία εκπροσώπων της Union Carbide στο διοικητικό συμβούλιο της θυγατρικής»

Η UCC είχε σημαντικό βαθμό «ελέγχου» πάνω στην UCIL αφού η συνεχιζόμενη ύπαρξη του εργοστασίου ήταν δική της απόφαση. Είχε παραγγείλει

«μια προκαταρκτική μελέτη του κόστους παροπλισμού της μονάδας ισοκυανικoύ μεθυλίου και των άλλων εγκαταστάσεων φυτοφαρμάκων στο Μποπάλ»

Η παραγωγή και η εμπορική στρατηγική της UCIL υπαγορεύονταν από τις εταιρικές στρατηγικές της UCC.

Η UCC, σε μεγάλο βαθμό, «κατείχε» το εργοστάσιο στο Μποπάλ. Παρακολουθούσε τις διαδικασίες ασφαλείας και η UCIL στο Μποπάλ ήταν αναγκασμένη να βασίζεται στην UCC για τεχνολογική βοήθεια και ενημερώσεις. Είχε το δικαίωμα να παρέμβει σε καθημερινά ζητήματα αν επηρεάζονταν η ασφάλεια. Μια ομάδα ασφαλείας της UCC παρακολούθησε το εργοστάσιο το Μάιο του 1982 και βρήκε 61 κινδύνους, 30 από αυτούς θεωρήθηκαν σημαντικοί. Οι 11 στη μονάδα φωσγενίου/ MIC· σημεία ενδιαφέροντος ήταν «διαδικασίες εκπαίδευσης και επιβολής μαζί με την προσοχή  στον εξοπλισμό και τις μηχανικές ανεπάρκειες». Ωστόσο η UCC επέτρεψε την συνέχιση της παραγωγής. Λεπτομερείς αναφορές  σε αυτά και σε σχετικά ζητήματα στέλνονταν στην UCC κάθε τρεις με έξι μήνες. Αυτές περιλάμβαναν αποφάσεις στις δαπάνες του εργοστασίου – επενδύσεις και περικοπές, σε επίπεδα προσωπικού, δαπάνες για ψύξη και άλλα. Όλα αυτά είχαν ξεκάθαρα περικοπεί, για παράδειγμα, λιγότεροι χειριστές είχαν προσληφθεί· δεν απαιτούνταν πλέον να έχουν πάρει πτυχία με άριστα· η θεωρητική και πρακτική τους εκπαίδευση μειώθηκε ή και καταργήθηκε· και οι διαδικασίες συντήρησης ελαττώθηκαν επικίνδυνα.

Η UCC αποφάσιζε πάντοτε ποια χημικά και πως θα παράγονταν και θα αποθηκεύονταν. Στη δεκαετία του 1970, «επέμενε μεγάλες ποσότητες MIC να αποθηκευτούν στο Μποπάλ παρά τις αντιρρήσεις της UCIL…. Η θέση της UCIL ήταν πως μόνο ελάχιστη αποθήκευση (του χημικού στο Μποπάλ) ήταν απαραίτητη». Αποφάσιζε τις «στρατηγικές και τους υπολογισμού» που χρησιμοποιούνταν στην παραγωγή. Έτσι, ακόμη και αν είναι ξεκάθαρο πως οι πρακτικές κοινωνικές σχέσεις στις ατομικές σχέσεις ήταν «βιωμένες» και εκπληρωμένες από συγκεκριμένο διοικητικό προσωπικό ινδικής καταγωγής (και μεμονωμένους εργάτες).

Ωστόσο, με πολλούς τρόπους αυτό ήταν αλήθεια μόνο για όσο η UCC επιβάλλονταν για να εξασφαλίσει πως η UCIL θα ακολουθούσε τις πρωτόκολλα λειτουργίας. Στην πράξη δεν είναι ξεκάθαρο πως πρόσφερε τους πόρους για τον ικανοποιητικό έλεγχο των διαδικασιών λειτουργίας στο Μποπάλ ή αν έλαβε υπόψιν – και πράγματι αν μπορούσε να λάβει υπόψιν – τα κοινωνικά και οικονομικά περιβάλλοντα που περικύκλωναν την UCIL. «Έλεγχος» και «κατοχή» κανονικά είναι μόνο σχετικά. Είναι απόλυτα μόνο σε περιπτώσεις όπου δραστικές αποφάσεις πρέπει να ληφθούν, όπως το άνοιγμα ή το κλείσιμο ενός εργοστασίου και η πρόσληψη ή απόλυση ατόμων. Οι καθημερινές δραστηριότητες είναι πάντοτε το αποτέλεσμα αγώνα, διαπραγμάτευσης, και συμβιβασμού, αν και μεταξύ άνισων πρωταγωνιστών. Με άλλα λόγια, παραμένει το πρόβλημα της αναγνώρισης της φύσης του βαθμού, και της θέσης του «ελέγχου» και της «κατοχής» – αν όντως κάτι τέτοιο υπάρχει.

Αν, για λόγους ευκολίας, αντιμετωπίσουμε τον «έλεγχο» και την «κατοχή» σαν να είναι και τα δυο πτυχές του πιο γενικού ζητήματος του ελέγχου των επιχειρήσεων, βρίσκουμε πως πρόσφατα τρεις διαφορετικές σχολές έχουν αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα και έχουν καταλήξει σε παρόμοια συμπεράσματα. Πρώτα ο Kreisberg είπε πως υπάρχουν τρεις βασικοί τρόποι με τους οποίους μπορεί να οργανωθεί μια εταιρία. Ο ένας είναι ιεραρχικός, συγκεντρωτικός, και αυταρχικός, και ικανός να δρα σαν ένας μοναδικός και ουσιαστικά λογικός παράγοντας· αυτό είναι το μοντέλο που προτιμούν οι περισσότεροι αναλυτές. Αν οι διαφορετικές μονάδες στην οργάνωση έχουν κάποια αυτονομία και ευθύνη για τον ορισμό και την επιδίωξη στόχων ενώ παράλληλα παραμένουν περιορισμένες από την ανάγκη να αναφέρονται σε λίγο πολύ ικανοποιητικές, κεντρικά εγκεκριμένες διαδικασίες λειτουργίας, τότε λειτουργούν με τρόπο «οργανωτικής διαδικασίας». Τέλος, οι εταιρικοί οργανισμοί μπορεί να είναι υπόκεινται σε «γραφειοκρατικές πολιτικές». Είναι σημαντικό να σημειωθεί, ωστόσο, πως ακόμη αν η οντότητα μοιάζει να είναι οργανωμένη με κάποιο από τους δυο τελευταίους τρόπους, αυτό μπορεί να είναι μια ιδεολογική συσκότιση. Η πραγματικότητα μπορεί να είναι πως υπάρχει ένας κεντρικός, αυταρχικός έλεγχος, ο οποίος ασκείται ανεπίσημα, ή πως υπάρχει μια εγγενής αποδοχή παράνομης συμπεριφοράς ενώ τα στελέχη προστατεύονται από πιθανή νομική δράση εναντίον τους για σχεδιασμό ή «ηθελημένη τύφλωση».

Ο δεύτερος και ο τρίτος τρόπος λειτουργίας του Kreisberg, αν γίνουν δεκτοί κυριολεκτικά, έχουν ισχυρές συγγένειες με μια άλλη αντίληψη, την δεύτερη μας, η οποία τονίζει τις επιπτώσεις των διαφορετικών εξωτερικών περιβαλλοντικών παραγόντων πάνω στο τρόπο λειτουργίας και την εσωτερική δομή των οργανισμών. Έτσι ο Box ανέλυσε την επίπτωση των περιβαλλοντικών παραγόντων στις εγκληματικές δραστηριότητες των εταιριών και ο Meyer και ο Miles αναρωτήθηκαν ποιο εύρος στόχων είναι εφικτό για τους οργανισμούς μέσα στα συγκεκριμένα περιβάλλοντα τους. Το κυριότερο, το «εξωτερικό» ενός οργανισμού αντιμετωπίζεται ως (πιθανώς) κάτι που επηρεάζει τόσο την εσωτερική οργάνωση όσο και τους στόχους του. Τέλος, σε ένα άρθρο του 1984 ο Jones αμφισβητεί την άποψη οι πολυεθνικές είναι ένας συγκεντρωμένος, σταθερός κοινωνικός παράγοντας. Υπερβάλει κάπως την υπόθεση του, αν και, όταν μιλά πως επειδή δεν είναι ενιαίος τρόπος εκτίμησης τέτοια κεντρικά ερευνητικά μέτρα ως κέρδη, τότε οι εταιρείες είναι εξ ανάγκης «διασκορπισμένοι κοινωνικοί παράγοντες». Υπάρχουν διαφορετικοί τόποι για διαφορετικούς τρόποι υπολογισμού που σχετίζονται με διαφορετικούς και πιθανώς αντιθετικούς στόχους.

Αυτές οι σκέψεις μπορούν να γίνουν χειροπιαστές. Η παραγωγή των φυτοφαρμάκων Temik και Sevin από την UCIL γίνονταν υπό εμπορευματοποιημένες συνθήκες, δηλαδή, υποτίθεται πως παράγονταν και πωλούνταν με τέτοιο τρόπο που οι υποδιαιρέσεις της εταιρίας έδειχναν μια κανονική, επικερδή απόδοση της επένδυσης. Είναι αμφίβολο αν ήταν δυνατό η UCIL να παράγει με ασφάλεια και να πουλά αυτά τα φυτοφάρμακα με κέρδος. Αν όχι, η εταιρία μπορούσε να προχωρήσει σε ασφαλή αλλά «ασύμφορη» παραγωγή, ή μπορούσε να παράγει με λιγότερη ασφάλεια και πιο οικονομικά. Είναι ξεκάθαρο πως τα πρωτόκολλα λειτουργίας της UCC ήταν και ανεπαρκείς και (ως ένα βαθμό) αγνοούνταν, με την συνεργασία συγκεκριμένων στελεχών της UCC. Ποιο από αυτά τα οργανωτικά μοντέλα είναι κατάλληλο, και ποιος βαθμός ελέγχου εξασκούνταν, ή μπορούσε να ασκηθεί, από την UCC παραμένει ένα αμφιλεγόμενο σημείο. Αυτό που είναι ξεκάθαρο, ωστόσο, είναι πως τα ανώτερα διοικητικά στελέχη της UCC είχαν παρουσιαστεί στους μετόχους πως ουσιαστικά έλεγχαν τις διαφορετικές υποδιαιρέσεις του οργανισμού της και είχαν πάρει τις ανταμοιβές και τα προνόμια που αντιστοιχούν σε τέτοιο έλεγχο των δραστηριοτήτων του οργανισμού. Η UCC έτσι φαίνεται πως ήταν υπεύθυνη τόσο για τις εντολές πρόβλεψης όσο και παράλειψης που προκάλεσαν την καταστροφή στο Μποπάλ. (Σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα κατέληξε η νομική ανάλυση του Muchlinski (1987) για την πιθανή υπευθυνότητα της UCC).

Ενώ η ύπαρξη κάπως ασφαλέστερων εργοστασίων και παραγωγικών διαδικασιών που ακολουθούνταν από την UCC στη Δύση (στο Μπεζιέ της Γαλλίας, και στο Ίνστιτουτ) δείχνει πως η σχετικά κακή κατάσταση του εργοστασίου στο Μποπάλ μπορεί εν μέρει να γίνει κατανοητή με όρους ρατσιστικού ιμπεριαλισμού, είναι επίσης αναγκαίο να αναδειχτούν περισσότερο γενικά ζητήματα που αφορούν την φύση της εταιρικής δραστηριότητας, και τη σχέση μεταξύ εταιρικών επιχειρημάτων, από την μια, και από την άλλη , των εργατών τους, εκείνων που ζουν στις κοινότητες κοντά στο μέρος όπου παράγουν και αποθηκεύουν τα προϊόντα τους και των καταναλωτών που χρησιμοποιούν αυτά τα προϊόντα. Τέτοια ζητήματα συχνά αντιμετωπίζονται μέσω περίπλοκων μαρξιστικών αναλύσεων των δραστηριοτήτων των πολυεθνικών. Αυτές οι προσεγγίσεις είναι χρήσιμες όταν επικεντρώνονται πάνω στην ταξική δομή που βρίσκεται μέσα σε συγκεκριμένες χώρες, ενώ μεταφέρουν τέτοιου είδους αναλύσεις στο παγκόσμιο σύστημα στο οποίο μεμονωμένα κράτη, εταιρείες, και ιδιαίτεροι αγώνες αλληλεπικαλύπτονται. Στην περίπτωση της Ινδίας, η οποία είναι πλέον από μόνη της μια μεγάλη βιομηχανική χώρα, αυτό σημαίνει την διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ διαφορετικών τάξεων που εμπλέκονται στους διαφορετικούς τρόπους παραγωγής. Συγκεκριμένα, σημαίνει την αναγνώριση πως η καπιταλιστική , η οποία σε μεγάλο βαθμό ελέγχει το κράτος, μοιράζεται πολλά συμφέροντα  με τις ξένες εταιρείες, ωφελείται από τις δικές τους πρωτοβουλίες και της κυβέρνησης των ΗΠΑ όπως η «Πράσινη Ανάπτυξη», και μοιράζεται μια παρόμοια αντίθεση στα συμφέροντα της τοπικής εργατικής τάξης. Θέτοντας τέτοια ζητήματα, η Union Research Group (1985, 1986), πολλοί από τους αρθρογράφους στην ARENA (1985), και ο Everest (1986) ρίχνουν μέρος των ευθυνών σε εκείνα τα ινδικά συμφέροντα που, μέσω την αφοσίωσης τους στην καπιταλιστική εκβιομηχάνιση με κάθε κόστος, ήταν υπεύθυνα για την συμπεριφορά της τοπικής και της εθνικής κυβέρνησης προς την UCC και άλλων πολυεθνικών. Ενώ αυτό είναι μια πρόοδος σε σχέση με την απλούστερη αντιιμπεριαλιστική κριτική, παραμένεις η προβληματική υπόθεση πως οι πολυεθνικές εταιρίες δρουν συντονισμένα σαν «ταξικά υποκείμενα» και πως οι ίδιες κατανοούν τι είναι αυτό που κάνουν, και έτσι «χρησιμοποιούν» κυνικά την ιδεολογία για να μπερδέψουν τους αντιπάλους τους.

Ρητορική, Εκλογίκευση, και Ιδεολογία

Ένας τρόπος ερμηνείας της σχέσης μεταξύ της δημόσιας αντιπροσώπευσης/παραποίησης των δράσεων μιας πανίσχυρης ομάδας και της πραγματικής της φύσης δείχνει πως, με οδηγό μια  αμήχανη επίγνωση των ταξικών συμφερόντων της και μια ακριβή κατανόηση της φύσης της πραγματικότητας, είναι απλά πως χειραγωγεί την γνώμη. Αυτό είναι προβληματικό. Η ιδεολογία μπορεί λίγο πολύ να είναι επαρκής οδηγός για την πρακτική δράση σε σχέση με τα συμφέροντα αλλά επειδή η ιδεολογία παράγεται και αναπτύσσεται σε συγκρουσιακές συνθήκες, το περιεχόμενο της δεν απεικονίζει μια προσπάθεια για μια ακριβή κατανόηση αλλά επίσης περιλαμβάνει ένα στοιχείο «προώθησης». Θέσεις υιοθετούνται και τότε διαφορετικά επιχειρήματα χρησιμοποιούνται σε διαφορετικά ακροατήρια· διαφορετικές αιτιολογίες δικαιολογούν διαφορετικές πρακτικές. Μια πανίσχυρη ομάδα έχει μια (κάπως μεταβλητή) ικανότητα να διατηρήσει την ιδεολογία λόγω της σχετικής δύναμης έναντι άλλων ομάδων – μια δύναμη να αποκλείει, να περιορίζει, ή να αδιαφορεί για άλλες απόψεις και να αποφεύγει πολλές, αν και όχι όλες, τις αρνητικές συνέπειες των παρανοήσεων και λαθών. Αυτό που απαιτείται είναι μια εξερεύνηση των διαφορετικών τρόπων με τις οποίες άτομα ή ομάδες παλεύουν να αρθρώσουν μαζί όσα λένε ιδιωτικά και όσα λένε δημόσια, και πως αυτά σχετίζονται σε αυτό που κάνουν.

Ας επιστρέψουμε στα γεγονότα στο Μποπάλ. Σε ένα αριθμό συγκεκριμένων σημείων, όπως και στο γενικότερο ζήτημα του ελέγχου και στην παρουσίαση της θεωρίας της δολιοφθοράς, η UCC ξεκάθαρα –ενεπλάκη σε ένα βαθμό υπολογισμένης και συνειδητής παραποίησης και χειραγώγησης. Για παράδειγμα, η UCC ισχυρίζονταν πως θα προτιμούσε να εισάγει το MIC. Αυτό είναι μάλλον απίθανο, μιας και αυτό την έκανε ευάλωτη σε προβλήματα μεταφοράς. Εν τέλει, η διολίσθηση στην αγορά «άρχισε το 1977-1978 όταν ένα φορτίο MIC καθυστέρησε στη θάλασσα…. Το 1984… εξαιτίας της πτωτικής ζήτησης για φυτοφάρμακα… το εργοστάσιο λειτουργούσε με λιγότερο από το ένα τρίτο της δυνατότητας της». Αυτό συμπίπτει με την περίοδο που η UCIL πέτυχε την έγκριση αίτησης για αύξηση της αδειοδοτημένης χωρητικότητας , πιθανώς για να προσπαθήσει και «να διατηρήσει ένα μονοπωλιακό έλεγχο των τιμών». Αλλού, αλλά όχι στο Μποπάλ, η πτωτική απαίτηση σήμαινε πως ήταν πρόθυμη να εμπλακεί στις «διαγραφές εγκαταστάσεων» ύψους «241 εκατομμυρίων δολαρίων».

Ο Everest διαβάζει τα γεγονότα στο Μποπάλ σαν τα στελέχη να καταλάβαινα τόσο ότι συνέβη και τι ήταν πιθανό να συμβεί, και μετά απλά αποποιήθηκαν την ευθύνη με την χειραγώγηση της γνώμης – με το να λένε ψέματα και παράγοντας κυνικά περίπλοκες εξηγήσεις και δικαιολογίες. Αλλά το Μποπάλ ήταν ένα ατύχημα, αν και αναμφισβήτητα μπορούσε να προληφθεί. Στην τελική, η Union Carbide επιμένει στην άποψη πως οι εξωχώριες δραστηριότητες της τελικά ωφελούν τις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Ο Warren Anderson δίχως αμφιβολία ειλικρινά πίστευε πως:

«δίχως την τεχνολογία και το κεφάλαιο που οι πολυεθνικές βοηθούν στο να εισαχθούν, οι  αναπτυσσόμενες χώρες θα είχαν μηδενικές ελπίδες να εξαλείψουν τη φτώχια και τη πείνα»

Παρόλα αυτά, τίποτα από όλα αυτά δεν σημαίνει πως προσωπικό της UCC δεν λειτουργούσε ακολουθώντας τις γραμμές της ιδεολογίας. Υπάρχουν στοιχεία πως, για να αιτιολογήσουν την αμέλεια και το ασυνήθιστο επίπεδο ρίσκου, τα στελέχη της UCC χρησιμοποίησαν ρατσιστικές δικαιολογίες: η ζωή δεν έχει αξία στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, οι Ινδοί είναι τεχνολογικά πρωτόγονοι, και δεν καταλαβαίνουν το σκοπό των διαδικασιών ασφαλείας, και ατυχήματα οφείλονται συνήθως ανικανότητα των εργατών. Τέτοιου είδους ρατσιστικές απόψεις προκαταλάμβαναν την έρευνα της ικανότητας των ανθρώπων των χωρών του Τρίτου Κόσμου να ενδιαφέρονται για την ασφάλεια. Σε ένα συμπόσιο στο Λονδίνο για το Μποπάλ, οι καταγγελίες του J.B. Browning, αντιπροέδρου της UCC για την Υγεία, Ασφάλεια, και Περιβαλλοντικά Ζητήματα, για τον άσχημο τηλεφωνικό σύνδεσμο μεταξύ του Μποπάλ και του έξω κόσμου είχαν σκοπό να αναδείξουν την γενικότερη υπανάπτυξη της Ινδίας. Αυτά αποτελούν παράδειγμα της δικαιολόγησης ύποπτων πράξεων. Ο όρος επιλέχθηκε προσεκτικά επειδή δεν αναφέρεται απλά στο «λόγο» που κάποιος πιστεύει πως είναι το αίτιο μιας συγκεκριμένης πράξης αλλά αντίθετα πως οι δικαιολογίες και η αιτιολογήσεις παρουσιάζονται στο ίδιο και στους άλλους οι οποίοι αγνοούν σημαντικούς αποφασιστικούς παράγοντες συμπεριφορές όπως μη αναγνωρισμένα συμφέροντα, και/’η που επιτρέπουν στον δρώντα να αγνοήσει τις συνέπειες των πράξεων του/της πάνω στους άλλους ανθρώπους. Τέτοιες δικαιολογίες μπορούν, φυσικά, να χρησιμοποιηθούν να δικαιολογήσουν ψέματα και παραβατικότητα. Μέχρι τώρα καθώς η διοίκηση στην χημική βιομηχανία χειραγωγεί συστηματικά τους άλλους, μπορεί να καταλήξει σε ένα είδος σύγχυσης γύρω από τι στα «αλήθεια» σημαίνει.

Αλλά η Union Carbide περιορίστηκε επίσης και από άλλες περιστάσεις στις οποίες λειτουργούσε. Είναι αλήθεια πως το 1983 η UCIL, όπως πολλές συγγενικές εταιρίες πολυεθνικών, ήταν μεταξύ των 20 πιο κερδοφόρων εταιριών στην Ινδία και στη σχέση κεφαλαίου/εργασίας είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή για την UCC. Αλλά οι αγορές εντομοκτόνων και ζιζανιοκτόνων ήταν ιδιαίτερα ανταγωνιστικές για αρκετά χρόνια. Σε ένα πλαίσιο αδύναμων κανονισμών για την υγιεινή, την ασφάλεια και το περιβάλλον δεν ήταν «λογικό» για μια καπιταλιστική εταιρεία να δαπανήσει χρήματα σε αυτούς τους τομείς αν αυτή η δράση δεν πραγματοποιείται και από τους ανταγωνιστές της. Είναι αλήθεια πως, μη πιέζοντας την ινδική κυβέρνηση να επεκτείνει την έκταση και την ποιότητα των κανονισμών, πολλές πολυεθνικές έχουν εκμεταλλευτεί τέτοιου είδους ανεπαρκείς κανονισμούς για «εξάγουν κίνδυνο». Παρόλα αυτά, αν οι κανονισμοί είναι ανύπαρκτοι ή δεν εφαρμόζονται, τότε μια εταιρία η οποία δρα υπεύθυνα μάλλον θα πρέπει να επιδοτήσει τις δραστηριότητες της ή να χρεώνει υψηλότερες τιμές από του πιο αδίστακτους ανταγωνιστές της. Η UCIL ήδη έχανε χρήματα στο Μποπάλ και η UCC εργάστηκε με την ίδια «λογική της αγοράς» με τους «αμοραλιστές ανταγωνιστές» της.

Ο Everest για παράδειγμα, υπερεκτιμά τόσο την ελευθερία των μεμονωμένων επιχειρήσεων και την συνολική τους ομόνοια συμφερόντων. Τείνει να επικαλεστεί ένα μοναδικό ταξικό υποκείμενο που ονομάζεται «ξένο κεφάλαιο». «ξένη επένδυση», ή οι «ξένες πολυεθνικές». Αυτό το μοναδικό ταξικό υποκείμενο δρα τόσο μέσα στις χώρες του Τρίτου Κόσμου όσο και μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι, ο Everest εκπροσωπεί την άποψη πως τα επιχειρήματα της UCC πως η υπόθεση του Μποπάλ θα έπρεπε να εκδικαστεί στην Ινδία ως μια έκφραση της άποψης του εταιρικού κεφαλαίου. Μια πιο πειστική ερμηνεία είναι πως η εταιρία προσπαθούσε να αξιοποιήσει την υποστήριξη άλλου εταιρικού και κυβερνητικού προσωπικού. Όσο στοιχειώδης και αν είναι η σχέση κεφαλαίου/εργασίας, και το κεφάλαιο και η εργασία υπάρχουν σαν διαφοροποιημένες οντότητες: ως «πολλά κεφάλαια» που μπορεί να οργανωθούν συντεχνιακά, και ως μεμονωμένοι εργάτες που μπορεί να οργανωθούν σε διαφορετικούς τύπους συνδικάτων, μπορεί να είναι μερικώς απασχολούμενοι, και τα λοιπά. Η καπιταλιστική τάξη δεν πρέπει να θεωρείται πως είναι «ταξικό υποκείμενο» με το κράτος ως όργανό της, ούτε πρέπει να θεωρείται πως οι καπιταλιστικές κοινωνικές μορφοποιήσεις πρακτικά λειτουργούν (ανεξαρτήτως πόσο περίπλοκες» για να αναπαράξουν την καπιταλιστική κυριαρχία. Υπάρχουν συγκρούσεις που ενώνουν την καπιταλιστική τάξη – για παράδειγμα για εκείνους με την  εργατική, αντίπαλες ιμπεριαλιστικές δύναμης, ή αντίπαλα κοινωνικά συστήματα – και συγκρούσεις που τη διαιρούν, για παράδειγμα, ο ανταγωνισμός μεταξύ εταιρειών για αγορές και κεφάλαιο. Ούτε το εθνοκράτος, ούτε το κεφάλαιο ως σύνολο, ούτε μεμονωμένοι καπιταλιστές κι εταιρείες έχουν εγγυήσεις για νίκη. Η ενότητα της καπιταλιστικής τάξης είναι αληθινή αλλά εύθραυστη.

ΙΙΙ. Η Χημική Μηχανολογία ως Αναλυτική Πληροφόρηση

Το Μποπάλ ως Τόπος Αναλυτικών Πρακτικών

Όπως δείξαμε, μια βασική αιτία για την καταστροφή στο Μποπάλ ήταν οι σοβαρές περικοπές στην επένδυση, η οποία σήμαινε πως χρησιμοποιούνταν ακατάλληλη τεχνολογία, δεν αντικαθιστούσαν τα ελλαττωματικά μέρη και ο έλεγχος της διαδικασίας παραγωγής ήταν ανεπαρκής και χρησιμοποιούνταν ανειδίκευτοι εργάτες. Ενώ η αγορά φυτοφαρμάκων σε γενικές γραμμές συρρικνώνονταν συνολικά, υπήρχαν επίσης διακυμάνσεις στην ζήτηση και ήταν το πρόβλημα του εφοδιασμού της αγοράς όταν μάλλον υπήρχαν καθυστερήσεις στην παραγωγή που είχαν συμβάλλει στην επικίνδυνη πρακτική της αποθήκευσης μεγάλων ποσοτήτων MIC. Επιπλέον, ενώ παράγοντες που σχετίζονταν με συγκεκριμένες περικοπές στη διάρκεια της λειτουργίας του εργοστασίου συχνά συμβάλουν στις χημικές καταστροφές, αυτό κάνει η ανάγκη για «οικονομία» και η πίεση του χρόνου στη διάρκεια του σχεδιασμού, της κατασκευής και της ανέγερσης των εργοστασίων.

Ποιος τότε είναι ο καλύτερος τρόπος για να προσεγγιστεί το χημικό εργοστάσιο στο Μποπάλ ως μεταποιητική επιχείρηση; Η απάντηση μπορεί να εντοπιστεί στην ανάλυση κάποιων από τα επιχειρήματα του Foucault, ιδιαίτερα εκείνων που εντοπίζεται στην Αρχαιολογία της Γνώσης. Ο Foucault δεν μελέτησε ποτέ τις φυσικές επιστήμες, αλλά δεν υπάρχει a priori λόγος γιατί συγκεκριμένες από τις ιδέες του να μη μπορούν να χρησιμοποιηθούν  για να εξερευνηθούν οι επιστήμες και συγκεκριμένα μια «εφαρμοσμένη επιστήμη» όπως η χημική μηχανολογία. Για να θέσω το επιχείρημά μας, αν η κλινική ιατρική μπορεί να μορφοποιηθεί ως μια αναλυτική πρακτική, έτσι το ίδιο μπορεί να γίνει για την χημική μηχανολογία, και αν η κλινική είναι ένας τόπος αναλυτικών πρακτικών – ένας τόπος όπου διαφορετικοί διάλογοι, διασταυρώνονται και ενισχύουν, ακυρώνουν ή εκτοπίζουν ο ένας τον άλλο – το ίδιο και το χημικό εργοστάσιο.

«Όποτε κάποιος μπορεί να περιγράψει, μεταξύ ενός αριθμού δηλώσεων… ένα σύστημα διασποράς, όποτε, μεταξύ αντικειμένων, τύποι δηλώσεων, πλαίσια θεματικών επιλογών, κάποιος μπορεί να ορίσει μια κανονικότητα (μια τάξη, σχέσεις, θέσεις, και λειτουργίες, μεταμορφώσεις), θα πούμε, για χάρη ευκολίας, πως αντιμετωπίζουμε με ένα αναλυτικό σχήμα…. Οι συνθήκες στις οποίες υποβάλλονται τα στοιχεία αυτής της διαίρεσης (αντικείμενα, τρόπος δήλωσης, θεματικές επιλογές) τις ονομάζουμε κανόνες διαμόρφωσης. Οι κανόνες διαμόρφωσης είναι συνθήκες ύπαρξης (αλλά επίσης συνύπαρξης, συντήρησης, τροποποίησης, και εξαφάνισης) σε μια δεδομένη αναλυτική διαίρεση. (Foucault)

Ο Foucault χρησιμοποιεί την φράση «κανόνες διαμόρφωσης» (régles de formation) για να αναφερθεί στα «πεδία συγκρότησης» (πχ. Κοινωνικοί θεσμοί), «αρχές οριοθέτησης» (πχ επαγγέλματα), τις σχέσεις μεταξύ τους, και τα «πλέγματα εξειδίκευσης» (πχ. σώμα) έτσι το νόημα της φράσης είναι κάπως ασαφές. Βγάζει περισσότερο νόημα αν ερμηνευτεί ως «τρόπος ρύθμισης της παραγωγής και λειτουργίας των αναλυτικών σχημάτων». Είναι έτσι πιο ξεκάθαρο γιατί ενδιαφέρονταν για την κατανόηση του πως

«δηλώσεις, όπως εκδηλώσεις, και στην τόσο ιδιαίτερη ειδικότητα, μπορούν να εκφραστούν σε εκδηλώσεις που δεν είναι αναλυτικά στη φύση τους, αλλά μπορεί να είναι τεχνικής, πρακτικής, οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής ή άλλης εκδοχής».

Η διαμόρφωση των «αντικειμένων» στην ψυχοπαθολογία του 19ου αιώνα βασίζεται στις σχέσεις μεταξύ κλήρου, δικηγόρων, και γιατρών (η Εκκλησία, ο Νόμος, και η Ιατρική) η οποία επέτρεπε σε θέματα να θέτονται από την συμπεριφορά των ατόμων μέσα στα δικαστήρια, θρησκευτικά πλαίσια και στην οικογένεια να αμφισβητείται και να επιλύονται εν μέρει με την εκτεταμένη οριοθέτηση στα πεδία της αυθεντίας των διάφορων επαγγελμάτων. Οι διάλογοι του καθενός ορίζονται εν μέρει με τη σχέση μεταξύ τους. Επιπλέον για όσο τα πεδία συγκρότησης, οι  αρχές οριοθέτησης και τα πλέγματα εξειδίκευσης – εδώ ορίζονται ως υπεραναλυτικά – τροποποιούνται έτσι και το αναλυτικό σχήμα θα τροποποιείται.

Το αναλυτικό σχήμα που καθορίζει πως η συνεχής παραγωγή των χημικών μπορεί να πραγματοποιηθεί είναι μέσω της Χημικής μηχανολογίας. Αυτή βασίζεται σε διάφορες επιστημονικές αναλύσεις αλλά διαφέρει από αυτές· βασίζεται πάνω σε διάφορες επιστημονικές αναλύσεις μεταξύ διαφορετικών πιστοποιητικών επαγγελμάτων· βασίζεται πάνω στη σχέση μεταξύ διαφορετικών θεσμών όπως εκείνοι που αποτελούν το κράτος και τις επιχειρήσεις. Η φύση της χημικής μηχανολογίας ήταν, σε κάποιο βαθμό αναγνωρισμένη καθαρά, στη πρώτη συνάντηση του Αμερικάνικου Ινστιτούτου Χημικών Μηχανικών:

«Αυτό που ήταν αναγκαίο ήταν μια εντελώς νέα γενιά, άνθρωποι που συνδύαζαν εκπαίδευση στη χημεία και τη φυσική με εκπαίδευση στην μηχανολογία και τη διαχείριση, που ήταν σε θέση να μεταφράσουν την κατανόηση τους για τις χημικές διεργασίες σε αποτελεσματικό σχεδιασμό και κερδοφόρα διαχείριση των βιομηχανικών εργοστασίων σε μεγάλη κλίμακα. ‘Πρέπει να υπάρχει ένα σώμα ανδρών που θα είναι διαθέσιμοι με αυξανόμενους αριθμούς’, είπε ο πρόεδρος Samuel P. Sadder στο πρώτο συνέδριο της AICheE, ‘που θα μπορούν να αναλάβουν την τεχνική ηγεσία αυτών των βιομηχανιών, πρώτα ως βοηθοί και τελικά ως διευθυντές των διάφορων εργοστασίων, πληρώντας τις προϋποθέσεις να συνεχίσουν την επιτυχημένη διαχείριση των ίδιων και σε θέση να τις σπρώξουν σταθερά σε πιο ολοκληρωμένη ανάπτυξη σε ασφαλείς και κερδοφόρες γραμμές».

Οι χημικοί μηχανικοί ισχυρίζονται πως είναι ικανοί να καθορίσουν επιστημονικά πως μπορούν να οργανώσουν καλύτερα το κοινωνικο-τεχνικό σύστημα παραγωγής και πως να υπολογίσουν αντικειμενικά τους κινδύνους που υπάρχουν. Έτσι, επιπλέον στον γενικότερο ισχυρισμό της διοίκησης στο δικαίωμα να διοικεί, οι χημικοί μηχανικοί ισχυρίζονται πως το επιστημονικό τους υπόβαθρο εξασφαλίζει το μονοπώλιο τους οργανωτικής και πρακτικής γνώσης μέσα στο χημικό εργοστάσιο. Ο αλαζονικός ισχυρισμός της ικανότητας τους να δημιουργήσουν «εγγενώς ασφαλή εργοστάσια» όπως ισχυρίστηκε πρόσφατα ένας διευθυντής της ICI είναι η βάση πάνω στην οποία το επάγγελμα και η βιομηχανία από πάντα, αρχικά τουλάχιστον, ήταν αντίθετη σε κάθε είδος ελέγχου. Επιπλέον η δικής τους κοινωνική θέση, η επικάλυψη των επαγγελματικών τους οργανώσεων με εκείνους του καπιταλισμού και το κράτος έχει διαμορφώσει τις προτεραιότητες τους. Ενώ η ανάπτυξη της χημικής παραγωγής μέσα στο σύμπλεγμα βιομηχανία-στρατού σήμαινε πως μεγάλο μέρος του κόστους ερευνάς, ανάπτυξης, και παραγωγής έχει επιδοτηθεί με μη εμπορικό τρόπο, στην περίπτωση της συνεχούς μεγάλης παραγωγής, οι εμπορικές ανησυχίες τείνουν να περιορίζουν σημαντικά την ανησυχία και την δαπάνη για την ασφάλεια.

Δεν αποτελεί έκπληξη πως βρίσκουμε πως στις 14 Μαΐου 1983 στο Μποπάλ υπογράφηκε η παρακάτω συμφωνία από το Τμήμα Αγροτικών Προϊόντων της UCIL και των ωρομίσθιων εργατών στο εργοστάσιο:

«Η επιλογή, τοποθέτηση, κατανομή, μεταφορά, προαγωγή του προσωπικού, η διαμόρφωση των ωραρίων και ο σχεδιασμός των προγραμμάτων εργασίας, ο σχεδιασμός και ο έλεγχος των λειτουργιών του εργοστασίου, η εισαγωγή νέων ή βελτιωμένων μεθόδων παραγωγής, η επέκταση των υποδομών παραγωγής, η καθιέρωση προτύπων ποιότητας, ο καθορισμός και η ανάθεση φόρτου εργασίας, η αξιολόγηση και η κατηγοριοποίηση των εργασιών και η καθιέρωση προτύπων παραγωγής, διατήρησης της αποτελεσματικότητας, διατήρηση της πειθαρχίας στο εργοστάσιο… είναι αποκλειστικά δικαιώματα και ευθύνες της Διοίκησης».

Για το Foucault, αναλύσεις και αναλυτική πρακτική είναι «θετικότητες», δηλαδή σύνολα δηλώσεων (οργανωτικών μορφών και πράξεων) μέσα από τις οποίες συγκεκριμένες ομάδες σε συγκεκριμένες στιγμές έχουν το «δικαίωμα» να κατανοήσουν και να οργανώσουν το κόσμο. Αυτό απαιτεί ένα είδος εκπαίδευσης, με ακαδημαϊκή εκπαίδευση και πιστοποίηση και μιας και αυτό απαιτεί χρόνο αυτή η ειδίκευση σημαίνει πως μόνο μερικά άτομα θα είναι πραγματικά ικανά σε κάποια συγκεκριμένη περιοχή. Η λειτουργία των «δηλώσεων», από την ίδια την σπανιότητα τους, επίσης δείχνουν πως άλλες αναλύσεις είναι αδιάφορες ή δεν παράγονται ή, συχνά, πως άλλα σύνολα «δηλώσεων» δεν λαμβάνονται υπόψιν σοβαρά. Στο ίδιο το Μποπάλ, και αλλού, είναι οι εργάτες που αναγνωρίζουν πρώτοι τους κινδύνους που σχετίζονται με συγκεκριμένες παραγωγικές διαδικασίες και που δείχνουν ακριβώς τη φύση τους απλά και μόνο για να αγνοηθούν μιας και δεν είναι μια πηγή «σοβαρών δηλώσεων».

Στο άρθρο του με τίτλο The Origins of Disaster (1977) ο Barry Turner έχει πει πως «μια καταστροφή ισοδυναμεί με ενέργεια συν παραπληροφόρηση και αταξία». Σύμφωνα με την άποψη του, υπάρχει λόγω τεσσάρων συνόλων συνθηκών:

  1. Εντελώς άγνωστες προηγούμενες πληροφορίες·
  2. Προηγούμενη πληροφόρηση που έχει σημειωθεί αλλά δεν έχει ληφθεί πλήρως υπόψιν από το σχετικό προσωπικό·
  3. Προηγούμενη πληροφόρηση που δεν έχει συγκεντρωθεί σωστά· ή
  4. Πληροφορίες για τις οποίες δεν υπάρχει θέση στις προϋπάρχουσες κατηγορίες.

Φευγαλέα αναφέρει επίσης, αλλά δεν ερευνά, δυο υποκατηγορίες, πιο συγκεκριμένα πως στο (1) το προσωπικό «μπορεί να μην εμπιστεύεται την πηγή από όπου εμφανώς έρχεται η προειδοποίηση και στο (4) πως προηγούμενη πληροφόρηση μπορεί ηθελημένα να αποκρύπτεται για ‘προσωπικά ή ιδιοσυγκρασιακά κίνητρα’».

Ας πάρουμε πρώτα το τελευταίο, υπάρχουν ελάχιστες αμφιβολίες πως η UCC απέκρυψε πληροφορίες για τους κινδύνους της διαδικασίας παραγωγής του MIC από την UCIL, και πως και οι δύο απέκρυψαν πληροφορίες από την Ινδική Πολιτεία, τους εργάτες στο εργοστάσιο και την τοπική κοινότητα (αν και αυτό δύσκολα μπορεί να πει κάποιος πως έγινε για «ιδιοσυγκρασιακούς ή προσωπικούς λόγους»). Με τους όρους της πρώτης από τις δυο υποκατηγορίες, δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι εργάτες, τα συνδικάτα τους και οι τοπικοί δημοσιογράφοι προειδοποίησαν όλοι την UCC και την UCIL για τον επικίνδυνο τρόπο με τον οποίο παράγονταν το MIC και οι προειδοποιήσεις τους δεν θεωρήθηκαν αξιόπιστες, πρακτικά αγνοήθηκαν εντελώς.

Οι πολλές προσπάθειες για την ανάπτυξη «ασφαλών συστημάτων εργασίας» που προέκυψαν μέσα από τις χημικές βιομηχανίες τόσο στη Βρετανία όσο και στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια κάνουν όλα την υπόθεση πως όχι μόνο πως εργάτες και κεφάλαιο έχουν κανονικά μη ανταγωνιστικές σχέσεις, αλλά πως το δικαίωμα της διοίκησης να διοικήσει είναι απόλυτο και πως οι εργάτες, μεμονωμένα ή συλλογικά,  δεν μπορούν να συμβάλουν με κανένα τρόπο άμεσα είτε στην ταυτοποίηση των κινδύνων για την υγεία και την ασφάλεια ούτε στην ανάπτυξη ασφαλέστερων εναλλακτικών. Αυτές οι παρατηρήσεις μπορούν να συνδεθούν λαμβάνοντας υπόψιν το «συμβόλαιο εργασίας», το κεντρικό στοιχείο της σχέσης κεφαλαίου/εργατών. Αυτό:

«καθορίζει τα όρια των αναλύσεων της παραγωγής με την ενσάρκωση των εξουσιών να προσλαμβάνει (είσοδος) και να απολύει (έξοδος) και τις άλλες που δηλώνονται με τον όρο «διοικητικά προνόμια»…. [Αυτά] αποφασίζουν την βασική και ασύμμετρη διαμόρφωση της σχέσης εργασίας υπό το καπιταλισμό».

Στο Μποπάλ, υπήρχε ελάχιστη άμβλυνση της ικανότητας του κεφαλαίου να καθορίζει την οργάνωση της εργασίας. Πράγματι, υπήρχαν εκτενείς νόμοι για τη λειτουργία των εργοστασίων, αλλά οι ρυθμιστικές υπηρεσίες ήταν υποστελεχωμένες και πνιγμένες από την τεχνική γνώση της UCIL· υπήρξε επίσης κάποιος συνδικαλισμός, αλλά γενικά οι εργάτες ήταν αδύναμοι και διαιρεμένοι.

Οι συνδικαλιστές και οι δημοσιογράφοι δεν ήταν πηγή «σοβαρών δηλώσεων»  ακόμη και όταν κατέγραφαν ατυχήματα, έδειχναν τους κινδύνους στην παραγωγική διαδικασία και απαιτούσαν η UCIL να ακολουθήσεις τις δικές της διαδικασίες ασφαλείας. Στη πράξη για την κυβέρνηση και το συνδικάτο διακυβεύονταν πολλά περισσότερα από την ασφάλεια. Τα συνδικάτα αμφισβητούσαν πάντοτε (η βοηθούσαν στην παροχή μέσων αμφισβήτησης) την αποκλειστική εξουσία της διοίκησης και τελικά εκείνη του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο προσπαθεί πάντοτε να υποστηρίξει τον έλεγχο του με την ενδυνάμωση τις διαφορές μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας μέσα στο χώρο εργασίας. Αυτές οι διαδικασίες  ενισχύονται από το εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο, φυσικά, είναι ένα σημαντικό μέσο έκφρασης της σχέσης μεταξύ κοινωνικού και τεχνικού διαχωρισμού της εργασίας, και εδραιώνεται ακόμη περισσότερο από το μονοπώλιο που αξιώνει το κεφάλαιο πάνω στις πατέντες, τις τεχνικές διαδικασίες, κλπ. (και, στη περίπτωση του Μποπάλ, του ελέγχου που με την σειρά της εξασκούσε η UCC πάνω στην UCIL). Στην περίπτωση της υγιεινής και της ασφάλειας η ανώτερη εξειδίκευση και πληροφορία που αποκτάται από το κεφάλαιο και τους φορείς του χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό των εργατών από κάθε ρόλο στην απόφαση πάνω σε αυτό το τομέα. Είναι έπαρση του κεφαλαίου και της διεύθυνσης του να πιστεύει πως έχει το μονοπώλιο της κατανόησης της διαδικασίας εργασίας πως να την διευθύνει με ασφάλεια. Υπήρξε μια σειρά από ατυχήματα στο Μποπάλ, μεταξύ τους ο θάνατος ενός εργάτη το 1981 από έκθεση σε φωσγένιο· παρόλα αυτά, το 1982 πήραν ξανά λευκό πιστοποιητικό υγιεινής από την UCC ακόμη και όταν ο δικός της έλεγχος ασφαλείας ήταν επικριτικός για τα πρότυπα και επίπεδα ασφαλείας.

Μέσα στο χημικό εργοστάσιο οι αναλυτικές πρακτικές της διαχείρισης, οι «εξουσιαστικές δηλώσεις» της, λειτουργούν τόσο ως «απεικόνιση των πραγμάτων από τα οποία γεννιόνται… και μέσο απόπειρας οργάνωσης τους», δηλαδή, οι πρώτες ύλες, τα δοχεία, τα συστήματα πληροφοριών, τα συστήματα ελέγχου, οι πειθαρχικές πρακτικές, συστήματα γνώσης, κλπ. Παράγουν και οργανώνουν ένα σύστημα με σημαντικές ομοιότητες στο «σωφρονιστικό σύστημα» στο οποίο:

«συνδυάζεται μια μοναδική μορφή ανάλυσης και αρχιτεκτονικής, εξαναγκαστικών κανόνων και επιστημονικών προτάσεων, πραγματικών κοινωνικών επιπτώσεων και ανίκητων ουτοπιών». (Foucault)

Στην χημική παραγωγή βρίσκουμε την «ανίκητη ουτοπική» πίστη των χημικών μηχανικών στη δική τους επιστημονικότητα και στην ικανότητα τους να διατηρούν επαγγελματικά επίπεδα ενώ συμμετέχουν στην μαζική παραγωγή· να υπολογίζουν αντικειμενικά ποια είναι και ποια δεν είναι ρίσκα που αξίζει να παρθούν· να αποκαταστήσουν την εξουσία τους αν το συνολικό σύστημα αποτύχει, με την παραγωγή εκθέσεων εμπειρογνωμόνων. Αυτά, παρά το γεγονός πως, σε πολλά χημικά εργοστάσια, οι παραγωγικές διαδικασίες είναι εγγενώς απρόβλεπτες, μη κατανοητές, ανεπαρκώς ελεγχόμενες.

Ο σκοπός της εργαστηριακής πειραματικής χημείας είναι να ελέγξει ή να ανακαλύψει οντότητες, διαδικασίες ή αλληλεπιδράσεις. Απόπειρες γίνονται είτε για να αποκλείσουν εξωτερικούς παράγοντες ή για να υπολογίσουν τις επιπτώσεις τους με τον προσεχτικό έλεγχο και μέτρηση τους. Η έμφαση σε ένα ακριβή προσδιορισμό του τι συμβαίνει σημαίνει πως ζητήματα κόστους είναι σχετικά μικρής σημασίας και πως, γενικά, οι κίνδυνοι επικίνδυνων ατυχημάτων μπορούν να μειωθούν σε απειροελάχιστο βαθμό. Τέτοια πειραματική χημεία σχετίζεται με την παραγωγική χημεία όσο και η φυσική των αερίων με την πρόβλεψη του καιρού – υπάρχει η ίδια έλλειψη προβλεψιμότητας. Η έλλειψη ελέγχου της ίδιας της διαδικασίας και μια ανικανότητα ελέγχου ή ελέγχου εξωτερικών παραγόντων.

Πράγματι, πρακτικά, η μηχανολογία είναι μια εξαιρετικά ad hoc και εμπειρική δραστηριότηα η οποία σπάνια μπορεί να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό της ως εφαρμοσμένη επιστήμη. Η θέση της χημικής μηχανολογίας ως αναλυτικού σχηματισμού και η φύση της ως πρακτική αναλύθηκε διακριτικά στο άρθρο του Swift, The Engineering Approach to Safer Plants.  Σε αυτό επικρίνει τις προηγούμενες προσεγγίσεις στο σχεδιασμό Συστημάτων Έκτακτης Ανάγκης επειδή ήταν «απλώς εμπειρικά»

«Η πιο κοινή εμπειρική τεχνική ήταν η χρήση του πίνακα της FIA – πλέον δεν αναγνωρίζεται από τους δημιουργούς της. Ο πίνακας προβλέπει την απαίτηση για το μέγεθος των αγωγών για τέσσερα διαφορετικές τάξεις συστημάτων αντίδρασης. Προήλθε από τα ιστορικά στοιχεία απωλειών πραγματικών περιστατικών και δεν έχει καμιά θεωρητική βάση…. Άλλες εμπειρικές πρακτικές βασίζονται σε μικρής κλίμακας προσομοιώσεις της πραγματικής ανεξέλεγκτης αντίδρασης. Η πραγματική επιφάνεια ανακουφίσεως της δοκιμής μικρής κλίμακας μεταφέρεται σε πραγματικό μέγεθος χρησιμοποιώντας είτε επιφάνεια/όγκο, επιφάνεια/μάζα αντιδρώντων, ή επιφάνεια/απελευθέρωση θερμότητας. Η απευθείας χρήση κλίμακας με αυτό το τρόπο μπορεί να οδηγήσει σε συστήματα ανακούφισης που είναι μικρότερα από όσο χρειάζεται».

Ότι ο κακός σχεδιασμός του εργοστασίου και τα ανεπαρκή επίπεδα της βασικής συντήρησης παίζουν σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση ατυχημάτων μέσα στη χημική βιομηχανία φάνηκε από μια ολλανδική ανάλυση 251 περιπτώσεων σοβαρών ατυχημάτων μέσα στη βιομηχανία διεθνώς. Ο S.M. Bhola, Βασικός Ερευνητής στην Ομάδα Ελέγχου και Διαχείρισης Κινδύνων στη Lloyd’s χρησιμοποίησε δεδομένα από αυτή τη μελέτη για να δημιουργήσει την ακόλουθη κατηγοριοποίηση των αιτίων αυτών των ατυχημάτων:

  1. Ελαττώματα Σχεδιασμού, Κατασκευής ή Ανέγερσης Εξοπλισμού Εργοστασίου

Ποσοστό Ατυχημάτων 15,5%

  1. Ατυχήματα Λειτουργίας

Ποσοστό Ατυχημάτων 49,0%

  1. Ανθρώπινος Παράγοντας (μεταξύ τους λάθος χρήστη, κακές εντολές, σφάλμα επικοινωνίας, έλλειψη εκπαίδευσης, επίπεδα πίεσης, μη εκπαιδευμένη και μη ελεγχόμενη συμπεριφορά)

Ποσοστό Ατυχημάτων 32,0%

  1. Εξωτερικά Γεγονότα και Φυσικά Αίτια

Ποσοστό Ατυχημάτων 3,5%

 

Το άμεσο ενδιαφέρον μας εστιάζεται στο χαμηλό ποσοστό καταστροφών που αποδίδονται σε ανθρώπινη αποτυχία. Ο αριθμός αυτός στηρίζει ξεκάθαρα την απόρριψη του επιχειρήματος πως τα ατυχήματα οφείλονται σε λάθος του χρήστη, πράγματι, το «λάθος χρήστη» είναι μόνο μια υποκατηγορία μέσα στην «Ανθρώπινη Αστοχία», οι άλλες κατηγορίες – με μερικές εξαιρέσεις στην περίπτωση «μη εκπαιδευμένης και ανεξέλεγκτης συμπεριφοράς» – να είναι τελικά η υπευθυνότητα της διεύθυνσης. Οι χημικοί μηχανικοί σχεδιάζουν συχνά εργοστάσια που είναι εγγενώς ανασφαλή και ιδιαίτερα επιρρεπή σε βλάβες.

Αυτό δεν σημαίνει πως τα ατυχήματα μέσα στα χημικά εργοστάσια δεν είναι ποτέ το αποτέλεσμα «απρόσεκτων» ή «ανεύθυνων» ή «επικίνδυνων» δράσεων. Αλλά για να εκτιμήσουμε τα όρια της εργασιακής υγιεινής και ασφάλειας μέσα σε ένα καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, είναι απαραίτητο να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε εκείνους τους κινδύνους και τα ρίσκα που μπορούν να εξαλειφθούν από μια περιορισμένη αναδιοργάνωση τόσο των δυνάμεων όσο και των σχέσεων παραγωγής εντός των εργασιακών χώρων· εκείνοι που μπορεί να εξουδετερωθούν με την αλλαγή την συμπεριφορά και νοοτροπία όλων εκείνων που κερδίζουν τα προς το ζην εντός αυτών των χώρων· και εκείνοι οι κίνδυνοι και τα ρίσκα εγγενή στην συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία που θεωρούμε αναπόσπαστη σε κάθε περίπλοκη βιομηχανική οικονομία. Αυτή η εκτίμηση μπορεί να προσδιοριστεί από μια προσεκτική σκέψη των τρόπων με τους οποίους, και τους λόγους για τους οποίους, συμβαίνουν τα βιομηχανικά ατυχήματα.

Στο Normal Accidents, ο Perrow έχει πει πως πολλά χημικά εργοστάσια είναι παραδείγματα συστημάτων βασισμένα πάνω σε περίπλοκες (αναστρέψιμες) παρά γραμμικών αντιδράσεων και αντικείμενο στενής σύνδεσης, δηλαδή, λειτουργία σύμφωνα με σταθερές ακολουθίες με ελάχιστα περιθώρια να είναι δυνατά στην ποιότητα των εφοδίων, του εξοπλισμού και προσωπικού ή ελάχιστο χρόνο για αντίδραση σε προβληματικές καταστάσεις. Πράγματι, είναι συστήματα που απαιτούν κεντρικό έλεγχο όταν λειτουργούν κανονικά αλλά τοπικά, αποτελεσματικές, και καλά σχεδιασμένες πρωτοβουλίες στη διάρκεια εκτάκτων αναγκών. Έτσι είναι κάπως απρόβλεπτες και δύσκολες να ελέγχουν, τουλάχιστον όχι γιατί δεν είναι καν γνωστό το τι συμβαίνει εντός τους. Παρόλα αυτά τέτοια πολύπλοκα συστήματα έχουν «πλεονεκτήματα» στο ότι:

«είναι περισσότερο αποτελεσματικά (με τους στενούς όρους παραγωγικής αποτελεσματικότητας, η οποία παραμελεί τους κινδύνους ατυχημάτων) από ότι τα γραμμικά συστήματα. Υπάρχουν μικρότερα περιθώρια, λιγότερος μη αξιοποιημένος χώρος, μικρότερη ανοχή σε απόδοση χαμηλής ποιότητας, και περισσότερα πολυλειτουργικά συστατικά. Από την άποψη αυτή, για το σχεδιασμό και την αποτελεσματικότητα του υλικού, η πολυπλοκότητα είναι επιθυμητή.

Ο Perrow αφήνει να εννοηθεί πως η βιομηχανία θα γίνει αναπόφευκτα λιγότερο ασφαλής επειδή νέες διαδικασίες μοιάζουν να απαιτούν «μη γραμμικές αλληλεπιδράσεις και ακόμη και στενότερους δεσμούς» και επειδή ακόμη και όταν σχεδιαστές και εταιρικοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν τις όλο και περισσότερες ανεπάρκειες για την κατανόηση αυτών των αλληλεπιδράσεων, δεν συγκρατούνται από επιπλέον ανάπτυξη, αφού «η κουλτούρα της βιομηχανίας λειτουργεί αντίθετα σε τέτοιους περιορισμούς».

Για να είναι δυνατή η παρουσίαση ενός οικονομικού σχεδίου και να ακολουθείται η ανάγκη για συνεχή παροχή συγκεκριμένων επιπέδων συνεχούς παραγωγής πολύ συχνά οδηγεί σε μια υποβάθμιση των ανησυχιών για την ασφάλεια. Στα εργοστάσια στο Μποπάλ και στο Ίνστιτουτ, όπως και σε πολλά άλλα, ήταν αποδεκτό πως θα υπήρχαν συχνές αλλά απρόβλεπτες διαρροές και διαφυγές επικίνδυνων αερίων που επηρεάζοντας τόσο τους εργάτες όσο και την τοπική κοινότητα. Κάποιος μπορεί με σιγουριά να υποθέσει πως οποτεδήποτε ένα βιομηχανικό εργοστάσιο είναι αντικείμενο προσεκτικής μελέτης, θα ανακαλυφθεί πως παραβιάσεις νόμων για την υγιεινή, την ασφάλεια ή για την περιβαλλοντική μόλυνση παραβιάζονται σε μεγάλο βαθμό και συνεχώς, και έτσι είναι κανονικό κομμάτι της παραγωγής. Η μη ανίχνευση αυτών των παραβιάσεων επιτρέπει στους λογιστές της εταιρείας να τις αγνοούν ως απλές «εξωτερικότητες» και οι μηχανικοί της να τις υποβαθμίζουν ως το κόστος της προόδου. Πράγματι, η κατανόηση των τεχνοκρατών των παραγωγικών ευθυνών και η διευθυντική αντίληψη της φύσης της κοινωνικής οργάνωσης του εργοστασίου οδηγεί τους μηχανικούς σε μια αλαζονική πίστη στην ορθότητα των δικών τους απόψεων και σε μια αδιαφορία για τις γνώμες (και συχνά την ευημερία) εκείνων που είναι έξω από τις δικές τους ομάδες της ελίτ.

Πρώτα, οι τεχνικές ποσοτικής αξιολόγηση του κινδύνου είναι περιορισμένης χρησιμότητας επειδή «επαρκή στοιχεία είναι σπάνια διαθέσιμα για την εξαγωγή ακριβών πιθανοτήτων διαφορετικών ειδών ατυχήματος» έτσι για να σχεδιαστεί η Κλίμακα Περιβαλλοντικών Κινδύνων (ERS) πρέπει να προβλέπει ένα σενάριο «χειρότερης δυνατής περίπτωσης». Αυτό δεν έγινε στο Μποπάλ· εκεί, και σε ολόκληρη τη χημική βιομηχανία, ένα σενάριο «χειρότερης πιστευτής περίπτωσης» είναι το τυπικό σημείο αναφοράς. Δεύτερο, δεν υπάρχει «αντικειμενικός» τρόπος σύγκρισης και υπολογισμού του κόστους και της ωφέλειας επικίνδυνων παραγωγικών διαδικασιών. Έτσι, με ένα πολύ άμεσο νόημα πολιτικά ζητήματα – ιδιαίτερα πόσος δημοκρατικός έλεγχος μπορεί να ασκηθεί από εκείνους που είναι πιο άμεσα εμπλεκόμενοι και επηρεαζόμενοι, και το σε ποιο είδος πληροφόρησης και πόρους έχουν πρόσβαση πρέπει να έρθει στο προσκήνιο σε αυτές τις περιπτώσεις.

Ένας γενικός στόχος του σχεδιασμού και των κανονισμών πρέπει να είναι η δημιουργία μιας κατάστασης όπου όσο μεγαλύτερη πληροφόρηση είναι κοινωνικά προσβάσιμη· οι αποφάσεις πρέπει να είναι αμφισβητήσιμες. Όπου υπολογίζονται κόστη και οφέλη, τα άτομα πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζουν ποια είναι αυτά, και εκείνοι που θα υποστούν τα κόστη (εργάτες και τοπικές κοινότητες) πρέπει επίσης να απολαμβάνουν οφέλη, ενώ εκείνοι που απολαμβάνουν τα οφέλη (ανώτερη διοίκηση και μέτοχοι) πρέπει επίσης να υποστούν το κόστος. Τα εταιρικά στελέχη μιας εταιρίας με τα κεντρικά της γραφεία στο Ντάνμπουρι ή (πιο συχνά) στο Ντέλαγουέρ, ή μέτοχοι που ζουν σε οικολογικά ευχάριστα περιβάλλοντα και τρεφόμενοι με υψηλής ποιότητας φαγητό, είναι σχετικά ασφαλή. Πραγματικά σημαντικές βελτιώσεις στην υγιεινή και την ασφάλεια στην εργασία απαιτούν την ριζική μεταμόρφωση των σχέσεων παραγωγής και μια καθαρή μεταφορά εισοδήματος από τους μισθούς των στελεχών και τα κέρδη των μετόχων. Αυτό θα πραγματοποιηθεί μόνο μέσω ταξικού και λαϊκού δημοκρατικού αγώνα και ένας τέτοιος αγώνας, αν είναι πραγματικά ριζοσπαστικός, θα πρέπει να αντιμετωπίσει το ζήτημα του εργατικού ελέγχου, την πρόσβαση στην πληροφόρηση και την ανάγκη αμφισβήτησης της κοινωνικής και  της τεχνικής διαίρεσης της εργασίας. Είναι επίσης πραγματικότητα πως η καπιταλιστική τάξη δεν «σκοπεύει» σε αυτές τις βλάβες και οι κανονισμοί μπορεί να της προσφέρουν μέσα συλλογικής οργάνωσης για να αποφύγουν κάποιες από αυτές.

Η χημική βιομηχανία μπορεί να νομιμοποιεί τον εαυτό της με αναφορά στην επιστήμη, και μπορεί να χρησιμοποιήσει την επιστημονική γνώση· αλλά η χημική μηχανολογία ως αναλυτικός σχηματισμός είναι δομημένη τόσο από τις αρχές της οριοθέτησης όσο και από τα πεδία συγκρότησης της. Στις δυτικές κοινωνίες αυτά είναι καπιταλιστικά· διεθνώς χαρακτηρίζονται από τον ανταγωνισμό μεταξύ κρατών. Ακόμη και αν το Μποπάλ λειτουργούσε όπως το κοινωνικο-τεχνικό σύστημα που οραματίζονταν οι χημικοί μηχανικοί, δεν θα είχε δουλέψει σύμφωνα με την εγγενή επιστημονική αιτιολόγηση της.

  1. IV. Συμπέρασμα

Αυτό το άρθρο διερεύνησε ένα αριθμό από καίρια σημεία που αφορούν την αντικοινωνική συμπεριφορά πολυεθνικών μέσα από συγκεκριμένη ανάλυση της τραγωδίας του Μποπάλ. Έχομε δείξει πως αν και η κλίμακα αυτής της καταστροφής ήταν μοναδική, οι αιτίες της ήταν πολύ κοινές. Εργάτες και τοπικές κοινότητες αντιμετωπίζουν συνεχώς το θάνατο, το τραύμα και την κακή υγιεινή εξαιτίας των πράξεων ή των αδρανειών των εταιριών. Συχνά αυτές οι πράξεις ή οι αδράνειες είναι η συνέπεια οικονομικού υπολογισμού από την πλευρά των εταιρικών στελεχών· ωστόσο εξίσου σημαντικές είναι εκείνες οι πράξεις ή οι αδράνειες οι οποίες είναι συνέπεια άγνοιας, λάθους ή αμέλειας από πλευράς καπιταλιστικών διευθυντικών ομάδων. Δηλαδή, συχνά οφείλονται προκαλούνται από μια εταιρία που είναι εκτός ελέγχου. Προσπαθήσαμε να αποφύγουμε έναν απλουστευτικό υλισμό σε όλη την ανάλυση μας για την καταστροφή στο Μποπάλ, και έτσι την συνδέσαμε τόσο με τον τυπικό ιμπεριαλιστικό και καπιταλιστικό τρόπο λειτουργίας μιας πολυεθνικής σε μια χώρα του Τρίτου Κόσμου αλλά και επίσης  σε μια γενικότερη τεχνοκρατική ύβρι που εμφανίζεται όπου λειτουργούν οι πολυεθνικές. Η ανάλυση αυτή μας ευαισθητοποίησε σε μια σειρά από σημεία, με σημαντικές επιπτώσεις για πολιτική πρακτική, δηλαδή, σε μια προσπάθεια να ασκήσουν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στην δραστηριότητα των εταιρειών.

Κάθε επαρκής πολιτική θέση απέναντι στην υγιεινή και στην ασφάλεια στο χώρο εργασίας πρέπει να βασίζεται σε μια αυθεντική κατανόηση ποιες βελτιώσεις στην βιομηχανική υγιεινή και ασφάλεια είναι εφικτές· αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει επαρκή κατανόηση της φύσης των βιομηχανικών ατυχημάτων, δηλαδή, γιατί συμβαίνουν τα ατυχήματα. Το μεγαλύτερο μέρος των ατυχημάτων, με διαφορά, συμβαίνουν όχι επειδή τα χημικά εργοστάσια  λειτουργούν στα «σύνορα της επιστήμης»· όχι εξαιτίας ενός ατελείωτου αριθμού πολύπλοκων αντιδράσεων που είναι πιθανό να συνοδεύσουν συγκεκριμένες παραγωγικές διαδικασίες· και όχι εξαιτίας μιας ευρείας αμέλειας, άγνοιας ή ανευθυνότητας από την πλευρά των εργατών. Τα περισσότερα ατυχήματα είναι πολύ συνηθισμένης φύσης (αν και οι συνέπειες τους κάθε άλλο παρά είναι συνηθισμένα) και προέρχονται από συγκεκριμένες εκδηλώσεις κακοδιαχείρισης η κάθε μια από τις οποίες πρέπει να τοποθετηθεί μέσα στο κατάλληλο τυπικό της δίκτυο.

Πρώτα, τα εθνικά κράτη, οι εργάτες και οι αυτόχθονες και τοπικές κοινότητες πρέπει να επιδιώξουν να αναγκάσουν τις εταιρίες να υιοθετήσουν κατάλληλα πρωτόκολλα τυπικής λειτουργίας και να σχεδιάσουν μεθόδους αποτελεσματικής παρακολούθησης της συμμόρφωσης με αυτά. Είναι σημαντικό να τονιστεί πως η ανάπτυξη περισσότερο επαρκών συστημάτων λειτουργικού ελέγχου είναι συχνά μακροπρόσθεσμα προς όφελος των οικονομικών συμφερόντων των εταιριών και του ίδιου του κεφαλαίου συνολικά. Επιπλέον, το κόστος του ατυχήματος μέσω λάθους, άγνοιας ή αμέλειας από πλευράς της εταιρίας πρέπει να αυξηθεί. Αν και η τραγωδία στο Μποπάλ ήταν ξεκάθαρα ατύχημα, είναι τέτοιο που ελπίζουμε να αποδειχτεί πως κόστισε ιδιαίτερα ακριβά στην UCC, και τέτοιο που θα μπορούσε να αποφευχθεί αν τα κόστη μη αποφυγής ήταν ιδιαίτερα απαγορευτικά.

Δεύτερο, και σχετικό, οι εργάτες πρέπει να επιδιώξουν να κερδίσουν δικαιώματα μέσα στις εταιρίες για να συμμετάσχουν στην παρακολούθηση της συμμόρφωσης με αποτελεσματικά σχεδιασμένα πρωτόκολλα λειτουργίας. Πρέπει να τονίσουμε το πως οι καπιταλιστικές διευθύνσεις περιφρούρησαν με ζήλο το δικαίωμα τους να διαχειρίζονται. Ωστόσο είναι ξεκάθαρο πως με κάποιες έννοιες πως είναι στο αντικειμενικό, μακροπρόσθεσμο οικονομικό συμφέρον του κεφαλαίου να το εγκαταλείψει. Ο βαθμός όμως στον οποίο αυτό θα έπρεπε να «επιτραπεί» πρακτικά, ωστόσο, είναι για ξεκάθαρους λόγους εξαιρετικά περιορισμένο (αλλά, δεν πρέπει να ξεχνάμε  πως η διαχείριση πρέπει να το και το επιτρέπει να γίνει κατά περιστάσεις). Ακόμη και όπου έχει γίνει παραδεκτό πως οι εργάτες είναι πηγή σοβαρών δηλώσεων, ο βαθμός στον οποίο αυτή η πηγή αντλείται – και η λέξη αντλείται χρησιμοποιείται εσκεμμένα εδώ – είναι αυστηρά και με ζήλο καθοριζόμενη από την διεύθυνση. Παρόλα αυτά, ότι ορισμένες εταιρίες έχουν καλύτερα ιστορικά με όρους υγιεινής και ασφάλειας, και λειτουργούν εργοστάσια σε υψηλότερα επίπεδα αποτελεσματικότητας, μπορεί να χρησιμεύσουν ως μοχλοί που οι εργάτες και οι ακτιβιστές για την υγιεινή και την ασφάλεια μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να επιβάλλουν βελτιώσεις πάνω στην διεύθυνση.

Ένας πιο χρήσιμος μοχλός μπορεί να δοθεί, τραγικά, από την συχνότητα μεγάλων βιομηχανικών ατυχημάτων, ιδιαίτερα στη Δύση. Για αυτό και η βιασύνη για την νομοθεσία για το «Δικαίωμα για Πληροφόρηση» που πέρασε στις ΗΠΑ στον απόηχο της τραγωδίας στο Μποπάλ και της ακόλουθης διαρροής στο εργοστάσιο της UCC στο Ίνστιτουτ και οι εκκλήσεις του εκπροσώπου μεταφορών των Συντηρητικών, στον απόηχο της τραγωδίας του λιμανιού στη Μπρύζ, για εθνικοποίηση των πορθμειακών γραμμών, ενισχύουν το γεγονός πως η πολιτική ατζέντα δεν είναι ποτέ εντελώς καθορισμένη ή αμετάβλητη. Έτσι, ενώ μεγάλης κλίμακας βιομηχανικά ατυχήματα είναι προφανώς θλιβερά, η ύπαρξη τους μπορεί να δημιουργήσει πραγματικό χώρο για την νομιμοποίηση ριζοσπαστικών ιδεών.

Τρίτο, η ανάλυση μας δείχνει πως βελτιώσεις μπορούν να κερδηθούν με όρους μέτρων επαγγελματικής υγιεινής και ασφάλειας. Αυτό μπορεί να μοιάζει κοινότοπο σημείο, αλλά είναι πρακτικά πολύ σημαντικό. Για πολλούς ριζοσπάστες αναλυτές πάνω στην υγιεινής και την ασφάλεια σε μια καπιταλιστική κοινωνία φτάνουν γρήγορα σε μια θέση πολιτικής απελπισίας, γιατί προσεγγίζουν το ζήτημα με ένα τρόπο που αγνοεί το χώρο που έχουν οι εταιρίες για ελιγμούς, και αγνοεί το γεγονός πως μπορεί να υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους οι εταιρίες επιλέγουν να υιοθετήσουν ιδιαίτερα καλά πρότυπα μέτρων υγιεινής και ασφαλείας. Οι καπιταλιστικές διευθύνσεις ξεκάθαρα βάζουν προτεραιότητα την ανάγκη για συσσώρευση· πράγματι, παρά τις προσωπικές προδιαθέσεις, έτσι πρέπει να είναι. Ωστόσο για να θέσουμε το ζήτημα της βιομηχανικής υγιεινής και ασφάλειας σε αυτό το πλαίσιο ως ένα απλό δίλλημα του τύπου «Ασφάλεια ή Κέρδος» δεν είναι μια επαρκής απεικόνιση του ζητήματος. Ένα ασφαλέστερο και πιο υγιεινό εργασιακό περιβάλλον μπορεί επίσης να είναι και οικονομικά πιο αποτελεσματικό. Επιπλέον, το κεφάλαιο έχει κάνει, και μπορεί να συνεχίσει να κάνει υποχωρήσεις που πάνε ενάντια στα δικά του οικονομικά συμφέροντα. Παρόλα αυτά, παραδοσιακά στην βιομηχανία επιτρέπεται να εξωτερικοποιήσει πολλά από τα κόστη της παραγωγής, ιδιαίτερα στο πεδίο του υγιεινότερου και ασφαλέστερου χώρου εργασίας· πιστεύουμε πως η βιομηχανία μπορεί να αναγκαστεί, πειστεί και σπρωχτεί στην αποδοχή ενός μεγαλύτερου ποσοστού αυτού του κόστους. Δεν υπάρχει ανάγκη μια τέτοια ανάληψη του παραγωγικού κόστους να συγκρουστεί αμέσως με τις οικονομικές παραμέτρους της καπιταλιστικής λογικής. Έχοντας αναφέρει αυτά, πρέπει να αναγνωριστεί πως τα μέτρα υγιεινής και ασφάλειας στο εργασιακό περιβάλλον θα τελικά πάντοτε θα αντιμετωπίζουν όρια οικονομικής φύσης, είτε υπό το καπιταλισμό είτε υπό κάποιο άλλο σύστημα παραγωγής.

Σε κάθε περίπλοκη βιομηχανοποιημένη κοινωνία ο ρόλος της διεύθυνσης είναι αναγκαίος. Πάντοτε θα υπάρχει εξειδικευμένο προσωπικό που θα έχει διευθυντικές ευθύνες – μια κοινωνική και τεχνική διαίρεση της εργασίας είναι αναπόφευκτο χαρακτηριστικό μιας τέτοιας περίπλοκης οικονομίας. Ότι δεν χρειάζεται να υπάρχει, φυσικά, είναι εκείνες οι ειδικές λειτουργίες της διεύθυνσης που είναι συνηθισμένες στις σύγχρονες κοινωνίες, ιδιαίτερα εκείνες που είναι εξαναγκαστικές, πειθαρχικές και αυταρχικές. Επιπλέον, δεν υπάρχει λόγος γιατί δεν μπορούν να βρεθούν δημοκρατικά μέσα για να ελέγχουν και να περιγράφουν αυτές οι διευθυντικές λειτουργίες με τον ίδιο τρόπο σχεδόν που το κάνει το κεφάλαιο υπό τις παρούσες συνθήκες. Τελικά, ο αλαζονικός τρόπος, με τον οποίο οι καπιταλιστικές εταιρικές διευθύνσεις έχουν ασκήσει τις απαλλοτριωμένες λειτουργίες πάνω στους εργάτες σε ολόκληρο το κόσμο, έχει οδηγήσει, πραγματικά έχει προκαλέσει, το θάνατο και τον ακρωτηριασμό σε μεγάλη κλίμακα, όπως φάνηκε αποτρόπαια με την διαρροή αερίου στο Μποπάλ.

Τέλος η πίεση για συγκεκριμένες διοικήσεις να αναλάβουν μεγαλύτερο ποσοστό του πραγματικού κόστους των δραστηριοτήτων τους, και η πίεση προς καλύτερα γενικότερα επίπεδα διεύθυνσης, σπάνια θα προέλθει μέσα από τις τάξεις του ίδιου του κεφαλαίου. Για όσο είμαστε κάτω από  καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, οι εταιρίες πρέπει να ελέγχονται και αν παραβιάσουν κανονισμούς πρέπει να τιμωρούνται βαριά. Τέλος, αν η πίεση στοχεύει συνολικά στη τάξη αυτή μπορεί προληπτικά να προσπαθήσει να πειθαρχήσει τα μέλη της. Έτσι κάθε γνήσια και μακροχρόνια βελτίωση στην επαγγελματική υγιεινή και ασφάλεια θα πρέπει να κερδηθεί με μέσα πολιτικού αγώνα· και τελικά, ουσιαστική εμπλοκή σε αυτό τον αγώνα μπορεί να φέρει το ζήτημα των σχέσεων εξουσίας στον εργασιακό χώρο στην καθημερινή ατζέντα

Υστερόγραφο, Μάρτιος 1989

Στις 14 Φεβρουαρίου 1989, η Union Carbide και η ινδική κυβέρνηση, με την τελευταία να δρα εκ μέρους των θυμάτων της τραγωδίας στο Μποπάλ, έφτασαν σε τελικό συμβιβασμό. Με την απόδοση 470 εκατομμυρίων δολαρίων, η UCC θα είχε ασυλία από κάθε δικαστική δραστηριότητα, μεταξύ τους και για εγκληματικές κατηγορίες. Τα χρήματα θα χρησιμοποιούνταν για να αποζημιωθούν οι οικογένειες των 3329 νεκρών, σύμφωνα με την εκτίμηση της ινδικής κυβέρνησης, και περισσότεροι από 20000 σοβαρά τραυματίες, τους οποίους η κυβέρνηση αποδέχεται ως πραγματικά θύματα της τραγωδίας. Σίγουρα με οικονομικούς όρους η UCC έπεσε στα μαλακά. Για να δούμε πως, ας βλαλουμε τα πράγματα στη σωστή προοπτική τους.

Το αρχικό ποσό που απαιτήθηκε από την ινδική κυβέρνηση ήταν 3,3 δισεκατομμύρια δολάρια. Το ποσό αυτό ήταν κάθε άλλο παρά υπερβολή, πρώτα γιατί αυτό το ποσό δεν περιλάμβανε κανένα στοιχείο κυρωτικών αποζημιώσεων και δεύτερο επειδή υπάρχουν στοιχεία πως η Ινδική κυβέρνηση σταθερά υποτιμούσε τον αριθμό εκείνων που σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν.

Η ασφάλεια θα καλύψει τα 200 εκατομμύρια από τις αποζημιώσεις που συμφωνήθηκαν. Τα υπόλοιπα θα καλυφθούν από μια αναδρομική περικοπή στα μερίσματα των μετόχων το 1986 κατά 50 σέντς μειώνοντας την αξία τους από 1,59$ σε 1,09$ ανά μετοχή. Αυτά τα 270 εκατομμύρια πρέπει να συγκριθούν με το μπόνους του 1 δισεκατομμυρίου που δόθηκε στους μετόχους το 1986. Αυτή ήταν μια από τις στρατηγικές  από την UCC για να μειώσει τα περιουσιακά της στοιχεία και έτσι την ικανότητα της πληρώσει ένα μεγάλο ποσό σε αποζημιώσεις σε ένα διακανονισμό, και επίσης για να βοηθήσει να αποκρούσει τον εταιρικό της αντίπαλο GAF Chemical Corporation (η GAF είναι και η ίδια αντικείμενο έρευνας από την επιτροπή κεφαλαιαγοράς για χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών στο χρηματιστήριο στη διάρκεια της εξαγοράς της). Οι μέτοχοι επίσης αποζημιώθηκαν και με το παραπάνω για το μειωμένο μέρισμα τους από την άνοδο κατά 2 δολάρια της αξίας της μετοχής της Union Carbide αμέσως μετά το συμβιβασμό. Το 1984, όταν το εργοστάσιο στο Μποπάλ αναγκάστηκε να συνεχίσει να παράγει κέρδος στα πλαίσια μιας αγοράς για τα φυτοφάρμακά της που κατέρρεε, η UCC διέγραψε 241 εκατομμύρια σε εργοστασιακές δομές σε άλλα σημεία του κόσμου.

Ο Larry Everest συγκρίνει το διακανονισμό στο Μποπάλ των 470 εκατομμυρίων δολαρίων για τους περίπου 500000 δικαιούχους με «τα 2,5 δισεκατομμύρια που πήραν 60000 δικαιούχοι στην υπόθεση αμιάντου της Johns Manville ή τα 2,9 δισεκατομμύρια που πήραν τα 195000 θύματα του Dalkon Shield (ΣτΜ: ενδομήτρια αντισυλληπτική συσκευή) της A.H. Robins… ένας κάτοικος του Μποπάλ, του οποίου πέθανε η γυναίκα, του οποίου οι πνεύμονες τραυματίστηκαν μόνιμα και δεν είναι σε θέση να εργαστεί και του οποίου τα παιδιά υποφέρουν από ψυχολογικό τραύμα μπορεί να καταλήξουν με μόλις 20000 δολάρια».

Η προπαγάνδα της Union Carbide – ιδιαίτερα ο ισχυρισμός της πως το ατύχημα ήταν δολιοφθορά και κατά συνέπεια δεν ήταν ευθύνη της, ένας ισχυρισμός που δεν χρειάζεται πια να αποδείξει – αποδείχτηκε πετυχημένη. Εν τέλει, η απόφαση στην υπόθεση M.C. Mehta v. Union of India θα καθιστούσε υπεύθυνες και την UCC και την UCIL ακόμη και αν η καταστροφή είχε προκληθεί από δολιοφθορά. Επιπλέον, η εστίαση στη δολιοφθορά έστρεψε την προσοχή από την ευθύνη της UCC για το κακό σχεδιασμό του εργοστασίου του Μποπάλ, την ακατάλληλη τοποθεσία της, και την γενικότερη εικόνα εγκατάλειψης των εγκαταστάσεων. Η βιομηχανική και πολιτική δύναμη της Union Carbide, η διεθνής χημική βιομηχανία, και η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών αποδείχτηκαν πανίσχυρες. Ο συμβιβασμός  ήταν ξεκάθαρα πολιτικός, που επιβλήθηκε από το διεθνές κεφάλαιο και την μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη.

Μόλις ο Δικαστής Keenan, με ύποπτη λογική, απέρριψε την απαίτηση της ινδικής κυβέρνησης να δικαστεί η Union Carbide στις ΗΠΑ, όπου βρίσκονται τα γραφεία και αρχεία της, οι αντιθέσεις μεταξύ διεθνούς και εθνικού κεφαλαίου και μεταξύ αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων (καπιταλιστικών) κρατών λύθηκαν προς όφελος των πιο ισχυρών πολιτικών παραγόντων. Υπό αυτές τις συνθήκες πρέπει να υπήρξε κάποια εσωτερική πολιτική πίεση στην Ινδία για να δεχτεί ένα σχετικά χαμηλό συμβιβασμό. Είναι μάλλον απίθανο πως είτε το τοπικό ινδικό κεφάλαιο ή η ινδική κυβέρνηση, η οποία εν μέρη είναι ιδιοκτήτης  πολλές επιχειρήσεις, θα ήθελε ένα μεγάλο συμβιβασμό. Οι εργάτες και οι πολίτες μπορεί τότε να ενθαρρύνονταν να απαιτήσουν ρεαλιστικές αποζημιώσεις  για κάποια από τα «κόστη της προόδου» που υποφέρουν. Ενώ αναγνωρίζουμε την τυραννία του ιμπεριαλισμού δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο καπιταλισμός είναι ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής στην Ινδία και πως σε πολλές περιπτώσεις το ινδικό κράτος ταυτίζει τα συμφέροντά του με εκείνα του εθνικού και διεθνούς κεφαλαίου.

 

 

Δείτε: Bhopal – 30 Years On και Children of Bhopal φωτορεπορτάζ των Danish Siddiqui και Giles Clarke αντίστοιχα για τις συνέπειες της καταστροφής στις ζωές των κατοίκων της περιοχής

The Yes Men Fix The World (2009), το πρώτο μέρος της ταινίας αναφέρεται στον ακτιβισμό της ομάδας The Yes Men που οδήγησε στην πτώση της αξίας της μετοχής της Dow Chemicals όταν εμφανίστηκε μέλος της ομάδας στο BBC ως εκπρόσωπος της εταιρίας και ανέφερε πως η Dow θα αναλάβει τις ευθύνες της ως ιδιοκτήτρια της Union Carbide. (Αυτό οδήγησε στην πρόσληψη της Stratfor από την Dow για την παρακολούθηση των μελών της ομάδας)

Ακούστε: The Leak επεισόδιο του podcast Swindled που ασχολείται με το λεγόμενο έγκλημα του λευκού κολάρου για την τραγωδία του Μποπάλ και τις ευθύνες της Union Carbide

Διαβάστε: Άρθρο του BBC για την κατάληξη των δικαστικών διαδικασιών για την τραγωδία στο Μποπάλ

 

Για περισσότερες πληροφορίες International Campaign for Justice in Bhopal

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s