Κείμενο που περιλαμβάνεται στο τόμο I Am Not A Man, I Am Dynamite!: Friedrich Nietzsche and the Anarchist Tradition (Autonomedia, 2004). Ο Allan Antliff είναι αναρχικός, κριτικός τέχνης, συγγραφέας και καθηγητής ιστορίας της τέχνης στο πανεπιστήμιο της Βικτώρια στον Καναδά. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

Στις 5 Μαρτίου 96, η New York Tribune δημοσίευσε ένα ανυπόγραφο άρθρο με τίτλο “Για την Ινδία ο Μεγάλος Πόλεμος (ΣτΜ: ο 1ος Παγκόσμιος Πόλεμος) είναι Εμφύλια Σύγκρουση” το οποίο έγραφε για την άφιξη του «Δρ. Ananda Coomaraswamy» στην Νέα Υόρκη. «Ο Δρ. Coomaraswamy», σημείωνε ο αρθρογράφος, «φτάνει με την ασυνήθιστη υπόσχεση να μην επικρίνει με κανένα τρόπο την αγγλική κυβέρνηση. Και τηρεί  την υπόσχεση του.  Αυτό που λέει δεν είναι πολιτικό – είναι μια σύγκριση πολιτισμών και οι διαφορές του ασιατικού ιδεαλισμού και του δυτικού υλισμού. Στη σύγκριση αυτή όμως υπάρχουν αρκετές άγραφες πολιτικές προφητείες».

Στις αρχές του 1916 η Tribune περιέγραφε τον Coomaraswamy ως συγκρατημένο και ευγενικό «Ασιάτη ιδεαλιστή», η πραγματικότητα ήταν όμως πιο περίπλοκη. Ο  Coomaraswamy είχε χαρακτηριστεί ως επικίνδυνος ανατρεπτικός και εξηγεί τις ασυνήθιστες συνθήκες με τις οποίες έφτασε στην Νέα Υόρκη. Αν και κάτοικος Αγγλίας το 1916, ζούσε κατά διαστήματα στην Ινδία από το 1903 και ήταν πολύ ενεργός  στο ινδικό κίνημα ανεξαρτησίας. Η αντίδραση του στην απόφαση της αγγλικής κυβέρνησης να καθιερώσει καθολική στρατολόγηση τον Ιανουάριο του 1916 ήταν να δηλώσει αντιρρησίας συνείδησης με βάση το ότι οι Ινδοί δεν «είχαν κίνητρο να προσφέρουν στρατιωτικές υπηρεσίες». Του επιτράπηκε τελικά να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες  με την προϋπόθεση πως δεν θα επέστρεφε ποτέ στην Αγγλία και μόνο αφού ένα μέρος της περιουσίας του κατασχέθηκε. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο  Coomaraswamy εργάστηκε ως επιμελητής της ασιατικής συλλογής τέχνης του Μουσείου Καλών Τεχνών της Βοστόνης, και δημοσίευε συχνά για την ινδική τέχνη και θρησκεία. Επίσης ασχολήθηκε με το αναρχικό κίνημα στην Νέα Υόρκη, όπου συνεισέφερε σε πολλές αναρχικές εφημερίδες και δημιούργησε ένα κύκλο στο βιβλιοπωλείο Σάνγουάιζ Τερν, οι ιδιοκτήτες του οποίου δημοσίευσαν το πιο γνωστό του βιβλίο, The Dance of Siva, το 1918.

Ο Ananda  Coomaraswamy ήταν παιδί του βρετανικού ιμπεριαλισμού του δέκατου ενάτου αιώνα, γεννημένος στις 22 Αυγούστου 1877 στο Κολόμπο στης Σρι Λάνκα (Κεϋλάνη). Ο πατέρας του, Σερ Mutu  Coomaraswamy, άνηκε στην αριστοκρατία των Ταμίλ του νησιού και ήταν ο πρώτος Ινδός που μπήκε στον δικηγορικό σύλλογο της Αγγλίας. Η μητέρα του Elizabeth Clay Beeby, ήταν μέλος της αγγλικής ανώτερης τάξης. Το 1878 η Elizabeth επέστρεψε στην Αγγλία με το γιο της. Ο πατέρας του Ananda σκόπευε να τους ακολουθήσει, αλλά αρρώστησε και πέθανε. Κατά συνέπεια ο  Coomaraswamy μεγάλωσε στην Αγγλία, όπου απέκτησε πτυχίο στη Γεωλογία και την Βοτανολογία το 1900 από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

Συνάντησε την πρώτη του σύζυγο, Ethel Partridge, ενώ ήταν σε γεωλογική αποστολή στην Νότια Αγγλία το 1901. Την επόμενη χρονιά παντρεύτηκαν και ταξίδεψαν στην Σρι Λάνκα, όπου ο  Coomaraswamy είχε διοριστεί Διευθυντής της Ορυκτολογικής Αποστολής από την βρετανική κυβέρνηση. Η Ethel είναι πολύ πιθανό να έφερε τον σύζυγο της σε επαφή με τα γραπτά του William Morris και άλλων θεωρητικών του κινήματος των Τεχνών και Χειροτεχνιών. Ο πατέρας τη Partridge, ήταν φτασμένος τεχνίτης και ο αδερφός τη, Fred Partridge, ήταν τεχνίτης στην Chipping Campden Guild of Handicraft στο Γκούστερσάιρ της Αγγλίας, υπό το θεωρητικό των τεχνών και αρχιτέκτονα, C.R. Ashbee. Κάποια στιγμή κατά την διαμονή τους στην Ινδία οι  Coomaraswamy ανέθεσαν στον Ashbee να ανακαινίσει το παρατημένο νορμανδικό παρεκκλήσι στο Ευρύτερο Κάμντεν, ένα χωριό κοντά στην Συντεχνία του Ashbee. Εκεί εγκαταστάθηκαν αφού έφυγαν από τη Σρι Λάνκα το 1907.

Μετά από δυο χρόνια παραμονής στο παρεκκλήσι, ο  Coomaraswamy άρχισε να ταξιδεύει ξανά, και μεταξύ 1909 και 1913 μετακινούνταν μεταξύ Ινδίας και Αγγλίας. Η Ethel τον συνόδευσε το 1910 στην Ινδία, αλλά επέστρεψε μόνη της στο Ευρύτερο Καμντεν. Σε εκείνο το σημείο ο Ashbee ανέλαβε την συντήρηση του παρεκκλησιού και η παρουσία εκεί του Coomaraswamy έγινε όλο και πιο σπάνια.

Ο πολιτικός ακτιβισμός του ζευγαριού (και αρχή της κριτικής τέχνης του Ananda) ξεκινά το 1905 όταν έπαιξαν καίριο ρόλο στην δημιουργία του «Εταιρίας Κοινωνικής Μεταρρύθμισης της Κεϋλάνης» και του περιοδικού The Ceylon National Review, για να «ενθαρρύνουν και να ξεκινήσουν την αλλαγή στα κοινωνικά έθιμα μεταξύ των κατοίκων της Κεϋλάνης, και για να αποθαρρύνουν την απερίσκεπτη μίμηση των ακατάλληλων ευρωπαϊκών συνηθειών και εθίμων». Επιπλέον σημαντικό, μια από τις πρώτες καλεσμένες ομιλήτριες της Εταιρίας, ήταν η Annie Bessant, πρόεδρος της Διεθνούς Θεοσοφικής Κοινωνίας, που μίλησε το τον Νοέμβρη του 1907 για την «Εθνική Μεταρρύθμιση: Μια Έκκληση για την Επιστροφή σε ένα Απλούστερο Ανατολικό Τρόπο Ζωής». Η Bassant, που ζούσε στην Καλκούτα, ήταν εκπρόσωπος του κινήματος για την αυτοδιεύθυνση (swaraj) που προωθούσε την εντοπιότητα (swadeshi) σε δυο μέτωπα: το μποϊκοτάρισμα των αγγλικών βιομηχανικών εισαγωγών και την επιστροφή στην ντόπια μεταποίηση. Η στήριξη της Bessant για την ινδική ανεξαρτησία μπορεί να αναζητηθεί στην πίστη του θεοσοφικού κινήματος, πως ο κόσμος περνούσε μια καθολική «αφύπνιση» στην οποία η «πνευματική» συνείδηση θα ξεπερνούσε κάθε κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική διαίρεση. Οι θεοσοφιστές θεωρούσαν την συνειδητότητα ως την βασική δύναμη στην ιστορία, και βρήκαν μια συγγενική νοοτροπία μεταξύ των Ινδών αντιαποικιοκρατών που σχετίζονταν με τον  Coomaraswamy, κυρίως με τον ποιητή Rabindranath Tagore και τον ανιψιό του, ζωγράφο Abanindronath Tagore.

Οι Tagore ήταν σημαντικοί εκπρόσωποι της ινδικής πτέρυγας του πανασιατικού απελευθερωτικού κινήματος  των αρχών του 20ου αιώνα. Μεταξύ των άλλων πανασιατών περιλαμβάνονταν ο Coomaraswamy, η Besant, ο Ιάπωνας καλλιτέχνης ποιητής Okakura Kakuzo, και ένα χαλαρό δίκτυο από Ασιάτες, Ευρωπαίους και Βορειοαμερικάνους ριζοσπάστες. Οι πανασιατές μιλούσαν για μια προ-αποικιοκρατική πολιτισμική αναγέννηση μεταξύ των αντίστοιχων λαών τους και απέρριπταν το ευρωπαϊκό κρατικό μοντέλο για την κοινωνική οργάνωση υπέρ μιας «παγκόσμιας αδελφότητας εθνών» που συνδέονται από πνευματικές αξίες. Για το σκοπό αυτό οι Tagore συνδύασαν την αντίσταση στις δυτικοποιητικές τάσεις  στο ινδικό κίνημα ανεξαρτησίας με εκκλήσεις για την αναγέννηση των παραδοσιακών τεχνών και κουλτούρας της Ινδίας. Η συνεισφορά του Coomaraswamy στην προσπάθεια αυτή ήταν η ανάπτυξη μιας εκλεπτυσμένης κριτικής, βασισμένη στις Τέχνες και τις Χειροτεχνίες, του βιομηχανικού καπιταλισμού και της αποικιοκρατίας η οποία συνέδεε τον ινδικό θρησκευτικό ιδεαλισμό και την καλλιτεχνική κληρονομιά της χώρας με χειροπιαστά κοινωνικά και οικονομικά θέματα.

Ο Coomaraswamy έλεγε πως η swadwshi της Ινδίας βασίζονταν στην αναγέννηση των αυτόχθονων τεχνών και του πνευματικού ιδεαλισμού που είχαν διαμορφώσει την προ-αποικιοκρατική κοινωνική δομή της υποηπείρου. Υπογράμμισε το σημείο αυτό στο πρόλογο της πρώτης του σημαντικής μελέτης στην ιστορία της τέχνης, Medieval Sinhalese Art (1908), όπου περιέγραψε τις συνθήκες στη περιοχή της Σρι Λάνκα  πριν την βρετανική κατοχή. Την περίοδο αυτή, γλυπτά και πίνακες δημιουργούνταν από τεχνίτες για να εξυπηρετήσουν έναν πνευματικό σκοπό και η τέχνη ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτιστικής και της υλικής ζωής της κοινότητας. Δουλεύοντας υπό μια κοινωνική εταιρική δομή «που δεν διέφερε από εκείνη της πρώιμης μεσαιωνικής Ευρώπης», οι τεχνίτες παρήγαγαν τέχνη  που θεωρούνταν και από τους ευγενείς και από τους χωρικούς ως αναπόσπαστο στοιχείο των θρησκευτικών πρακτικών που αποτελούσαν την βάση της ινδικής κοινωνίας. Στο Essays in National Idealism, μια συλλογή από δοκίμια που του έφεραν μεγάλη φήμη στην Ινδία, ο Coomaraswamy ανέπτυξε αυτή την ιδέα του για την αλληλεπίδραση μεταξύ τέχνης, κοινωνίας και θρησκευτικότητας. Η ινδική τέχνη ήταν «τέχνη του ζην» δημιουργημένη σύμφωνα με το θρησκευτικό ιδανικό που διαμόρφωνε και καθόριζε τη ζωή των ανθρώπων, τόσο «πνευματικά όσο και υλικά». Οι καλλιτέχνες-τεχνίτες ήταν προσεκτικοί στο να μην εκφράσουν τις «εξωτερικές μορφές της φύσης», αλλά αντίθετα την «ιδέα πίσω από την αισθητική ζωή», μια έννοια κεντρική στην Ινδική θρησκεία. Από αυτή τη προσπάθεια δημιουργήθηκε ένα σώμα παραδοσιακών φορμών «διαμορφωμένων ανεπαίσθητα από καθεμία από τις διαδοχικές γενιές» τεχνιτών εμπνευσμένων από το θρησκευτικό ιδεαλισμό που έδινε ζωή στη χώρα ως σύνολο.

Ο βιομηχανικός καπιταλισμός κατέστρεφε τόσο το θρησκευτικό ιδανικό στην ινδική τέχνη και τους τρόπους παραγωγής  που συνέδεαν αυτή τη τέχνη με την οικονομική ζωή της Ινδίας. Η βρετανική αυτοκρατορική εξουσία είχε διακόψει την επιχορήγηση των ευγενών προς τους τεχνίτες-καλλιτέχνες. Ακόμη χειρότερα, υπό την ιμπεριαλιστική καπιταλιστική οικονομία μηχανικά προϊόντα που παράγονταν μαζικά εισάχθηκαν στην Ανατολή. Στο Medieval Sinhalese Art ο Coomaraswamy παραπονιόνταν για την «ζοφερή» οριστικότητα αυτής της διαδικασίας που έδιωξε τους ντόπιους τεχνίτες από τους αργαλειούς και τα εργαλεία τους, διαχωρίζοντας τους έτσι την «τέχνη από την εργασία». Η απώλεια κάθε τέχνης περιείχε το θάνατο μιας άλλης σφαίρας των «μέσων πολιτισμού» της κοινότητας καθώς τα εισαγόμενα αγαθά αντικατέστησαν την πνευματική, δημιουργική, ηθική και εκπαιδευτική δύναμη που ενσαρκώνονταν στον τεχνίτη.

Ο ιμπεριαλισμός επίσης εισήγαγε πολιτιστικές αξίες που ήταν εξίσου καταστροφικές για τις τέχνες. Ως αποτέλεσμα της εμπορευματοποίησης, η σύγχρονη Ευρώπη είχε γίνει υλιστική: έδωσε βάρος στην εμφάνιση, ενθαρρύνοντας τον καλλιτέχνη να δημιουργήσει προϊόντα που πρόσφεραν ευχαρίστηση μέσω της απομίμησης της ομορφιάς. Το «ολοκληρωτικό διαζύγιο μεταξύ τέχνης και ζωής» τύφλωσε τους Ευρωπαίους προς την οργανική σχέση της ινδικής τέχνης με την «πνευματική και υλική ζωή των ανθρώπων που τη γέννησαν». Το αποτέλεσμα ήταν, οι Ευρωπαίοι κριτικοί τέχνης να συγκρίνουν την ινδική τέχνη με το δυτικό ελληνικό πρότυπο και βρήκαν πως η πρώτη υπολείπονταν. Μη βρίσκοντας κάποια αξία στην καλλιτεχνική κληρονομιά της Ινδίας, οι Βρετανοί δίδαξαν τον ακαδημαϊκό κλασικισμό στις αποικιοκρατικές ακαδημίες τέχνης και αγνόησαν τις ινδικές θρησκείες και γλώσσες στα ιδρύματα ανώτερης εκπαίδευση. Έτσι ολοκλήρωσαν την ζημιά που έσπειρε η οικονομική επίθεση στις τέχνες της υποηπείρου με ένα πολιτισμικό πρόγραμμα «εκπολιτισμού» που ο Coomaraswamy απέρριπτε κάθετα.

Στο δοκίμιο του το 1907, The Deeper Meaning of the Struggle, ο Coomaraswamy έγραφε πως ο βιομηχανικός καπιταλισμός μπορούσε να ανατραπεί μόνο μέσω αγώνα για ανεξαρτησία που θα μπορούσε να ανανεώσει τις οικονομικές, κοινωνικές και θρησκευτικές συνθήκες που είχαν δημιουργήσει τον προ-καπιταλιστικό τρόπο ζωής στην υποήπειρο. Ήταν σημαντικό να καταστραφεί η ιδεολογική δύναμη της βιομηχανικής-καπιταλιστικής μοντερνικότητα μέσα στις γραμμές του κινήματος ανεξαρτησίας. Το Essay in National Idealism περιέχει μια θερμή πολεμική εναντίον των εθνικιστών που έλεγαν πως ο ντόπιος βιομηχανικός καπιταλισμός και η υιοθέτηση ευρωπαϊκών κοινωνικών πρακτικών ήταν μονοπάτια προς την ανεξαρτησία. Εκείνοι που επεδίωκαν «τη λάθος swadeshi», έγραφε ο Coomaraswamy δεν είχαν καμιά εκτίμηση για την αλληλεπίδραση μεταξύ της παραγωγής τεχνουργημάτων και της κοινωνικής ταυτότητας. Απέρριπταν την ίδια τους τη κουλτούρα και στέκονταν αδιάφοροι ενώ οι τομείς των τεχνών και οι κληρονομικές ικανότητες που ήταν καίριες για την πραγματική ανεξαρτησία παράκμαζαν και εξαφανίζονταν.

Εδώ, η σχέση του Coomaraswamy με τον επαναστάτη σοσιαλιστή William Morris, ιδρυτή του αγγλικού κινήματος Τεχνών και Χειροτεχνιών, γίνεται σημαντική. Ο Roger Lipsey και άλλοι έχουν δείξει πως η κριτική τέχνη του Coomaraswamy ήτα βαθιά επηρεασμένη από τα αντιβιομηχανικά, αντικαπιταλισικά κείμενα του Morris. Ο Coomaraswamy δανείστηκε ακόμη και το τίτλο του δοκιμίου Deeper Meaning of the Struggle από ένα φυλλάδιο του Morris. Ο Morris από τη πλευρά του επέκρινε τον βιομηχανικό καπιταλισμό και ζητούσε την αναγέννηση των «οργανικών» τεχνών της προβιομηχανικής μεσαιωνικής Ευρώπης, όταν η καλλιτεχνική έκφραση υλοποιούνταν, για την πλατιά μάζα του πληθυσμού,  μέσω παραγωγής τεχνουργημάτων. Ο Morris έβλεπε τις Τέχνες και τις Χειροτεχνίες ως την βάση για καλύτερη κοινωνική δομή στην οποία η τέχνη θα «δημιουργούνταν από το λαό για το λαό, ως ευχαρίστηση για το δημιουργό και το χρήστη». Και ενώ εργάζονταν για να υλοποιήσει αυτό το όραμα στην Αγγλία, το επέκτεινε και στον μη Ευρωπαϊκό κόσμο. Το 1882, έγραψε μια οξεία επίθεση  στην εισαγωγή βιομηχανικών αγαθών στην Ινδία, λέγοντας πως με την αντικατάσταση των παραδοσιακών τεχνών, ο βρετανικός ιμπεριαλισμός φτωχοποιούσε την ινδική αισθητική και είχε καταστροφικές επιπτώσεις στην πολιτιστική και θρησκευτική ζωή. Ο Morris διαμαρτύρονταν, αλλά ήταν ο Coomaraswamy και το κίνημα του swadeshi που έδωσαν σε αυτή τη διαμαρτυρία μια δίχως προηγούμενο δύναμη. Η αντιαποικιοκρατία έθεσε τις Τέχνες και τις Χειροτεχνίες στη πρώτη γραμμή μιας ολοκληρωτικής άρνησης του βιομηχανικού καπιταλισμού.

Στην Αγγλία, οι κριτικές του Coomaraswamy υποστηρίχθηκαν με ενθουσιασμό από πολλούς ριζοσπάστες των Τεχνών και των Χειροτεχνιών, ανάμεσά τους οι Arthur J. Penty και A.R. Orage, εκδότης της σημαντικής εφημερίδας του Λονδίνου, The New Age. Η The New Age ήταν ένα σημαντικό όχημα για εκείνους εντός της βρετανικής αριστεράς που στέκονταν κριτικά απέναντι στον κρατικό σοσιαλισμό, μια θέση που την οδήγησε να προωθήσει διάφορους πολιτικούς σκοπούς, μεταξύ τους τον αναρχοσυνδικαλισμό, τον νιτσεϊκό ατομικισμό, και τον αντιαποικιοκρατισμό των Τεχνών και των Χειροτεχνιών του Coomaraswamy. Στη πράξη ο Penty και ο Coomaraswamy ήταν στενοί φίλοι και σύμμαχοι: και οι δυο έγραφαν στην The New Age, και ο Penty παρέθετε επανειλημμένως το έργο του Coomaraswamy στα δικά του κείμενα. Ο Penty ήταν ένας γνωστός ακτιβιστής των Τεχνών και των Χειροτεχνιών που προωθούσε μια αναρχική εκδοχή του Συντεχνιακού Σοσιαλισμού στην οποία ομοσπονδίες κοινοτικών συντεχνιών καλλιτεχνών και τεχνιτών, παρόμοιες με τις ομοσπονδίες των κομμούνων του Kropotkin,θα αντικαθιστούσαν την κρατικά και ιδιωτικά κατεχόμενη βιομηχανία. Και, όπως ο Coomaraswamy, ο Penty διαμαρτύρονταν για την διάδοση του βιομηχανικού καπιταλισμού στις αποικίες και στην Ευρώπη, αλλά διατηρούσε την ελπίδα πως ο κόσμος μπορούσε ακόμη να αντιστρέψει την πορεία αυτή.

Το 1914 ο Coomaraswamy δημιούργησε τον όρο «μεταβιομηχανισμός» για να χαρακτηρίσει το πρόγραμμά του. Χρησιμοποίησε τον όρο για να επιτεθεί στον ευρωκεντρικό προοδευτισμό των Ευρωπαίων και μη Ευρωπαίων «εκσυγχρονιστών» που διαιρούσε το κόσμο σε «προηγμένους» και «οπισθοδρομικούς» και φετιχοποίούσε την Δυτική εμπειρία του βιομηχανικού καπιταλισμού ως το πιο εξελιγμένο στάδιο. Το να μιλά για μεταβιομηχανισμό είχε σκοπό να δείξει πως η αντιβιομηχανική, αντικαπιταλιστική εναλλακτική του ήταν μια έμφυτη μορφή μοντερνικότητας όχι μόνο σε ανταγωνισμό με τον ευρωπαϊκό βιομηχανικό καπιταλισμό, αλλά προορισμένη να τον αντικαταστήσει.

Συνοψίζοντας τη θέση του και εκείνη του Coomaraswamy, ο Penty έγραψε πως οι μεταβομηχανιστές τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση καθοδηγούνταν από έναν ανανεωμένο «μεσαιωνισμό» ο οποίος ήταν ιδεολογικός. Ο «μεσαιωνισμός» χαρακτήριζε την κριτική στάση του μεταβιομηχανιστή, που, σύμφωνα με τα λόγια του Penty, αμφισβητούσε του «πλαίσιο της προόδου με την αδιάλλακτη βιομηχανική εξέλιξη της με την εξύμνηση μιας εποχής η οποία, παρά τα ελαττώματα της, ήταν πλήρως ελεύθερη από τα ελαττώματα της σημερινής και έτσι παρείχε κάτι χειροπιαστό και πραγματικό γύρω από το οποίο η σκέψη μας μπορεί να αποκρυσταλλωθεί». Ούτε ο Penty, ούτε ο Coomaraswamy επεδίωκαν μια πλήρη αναζωογόνηση των μεσαιωνικών θεσμών: η περίοδος περιείχε ένα μοντέλο για την κοινωνική οργάνωση του μέλλοντος. Το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της μεσαιωνικής κοινωνίας ήταν η συγχώνευση του πνευματικού ιδεαλισμού με την καθημερινή δραστηριότητα του πληθυσμού, κυρίως μέσω της τέχνης. Πράγματι, ο Coomaraswamy είπε ξεκάθαρα πως η «μόνιμη επανάσταση» την οποία αντιπροσώπευε ο μεταβιομηχανισμός μπορούσε «να υλοποιηθεί μόνο με τα μέσα της τέχνης».

Ποιος λοιπόν ήταν ο ρόλος του Nietzsche σε αυτή στην επανάσταση; Η πνευματική επανάσταση που ο Coomaraswamy έθετε απέναντι στην αποικιοκρατία στην Ανατολή ενισχύονταν από την άνοδο του νιτσεϊκού αναρχισμού στην Δύση. Αυτό ήταν το μήνυμα που προωθούσε σε αναρίθμητα βιβλία και άρθρα του, ανάμεσα τους και στην σημαντικότερη δημοσίευση του κατά την περίοδο του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, το The Dance of Siva.

Ας αρχίσουμε με την κωδικοποίηση του αναρχισμού από τον Coomaraswamy στο τελευταίο δοκίμιο του The Dance of Siva, με τίτλο «Individuality, Autonomy, and Function». Ο τίτλος ήταν μια μετάφραση των ινδουιστικών αρχών svabhava, svarajya, και svadharma, όροι που έδειχναν πως ο Coomaraswamy έψαχνε στα βάθη της πολιτιστικής και πνευματικής κληρονομιάς της Ινδίας για να σχηματίσει την δική του ερμηνεία του αναρχισμού. Ξεκινούσε το δοκίμιο του παρατηρώντας πως «ο στόχος της κυβέρνησης», είτε αυτή είναι η κληρονομική μοναρχία ενός κατακτητή, ή η κυβέρνηση πλειοψηφίας με αντιπροσώπευση, «είναι να κάνει τους κυβερνώμενους να συμπεριφέρονται όπως θέλει η κυβέρνηση». Η άρνηση μιας τέτοιας τυραννίας, απαιτούσε την απόρριψη κάθε μορφής κυβέρνησης υπέρ του αναρχικού ιδεώδους, της «ατομικής αυτονομίας».

Υπήρχαν δυο επιλογές. Η μια ήταν να ανασυνταχθεί η κοινωνία έτσι ώστε να μεγιστοποιήσει την επιθυμητή ανεξαρτησία του ατόμου. Στην εκδοχή αυτή, οι άνθρωποι θα συνεργάζονταν μόνο στη βάση της συμφωνίας κάθε ατόμου να υποταχθεί στην κυβέρνηση της πλειοψηφίας. Ο Coomaraswamy ωστόσο, δεν πίστευε ιδιαίτερα στην βιωσιμότητα ενός τέτοιου συστήματος· οι διαφωνούντες, έγραφε, θα αποσχίζονταν συνεχώς από την ομάδα. Το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν μια κοινωνία από αυτόνομα, αυτοκυβερνώμενα άτομα, «το καθένα, κατά τα φαινόμενα, να κάθεται οπλισμένο στο σπίτι του, έτοιμο να αποκρούσει τον εισβολέα». Το ελάττωμα της ατομιστικής «κυβέρνησης πλειοψηφίας» ήταν ότι στήριζε μια επιθυμία για εξουσία από την πλευρά του κάθε ατόμου στην οποία η εστίαση της δραστηριότητας του καθένα  θα ήταν η αυτοπροώθηση. Η «αναρχία του χάους» που πρόκυπτε θα οδηγούσε σε μια «ασταθή [κοινωνική] ισορροπία» που θα μπορούσε να διορθωθεί μόνο με την επιστροφή μιας μορφής της προηγούμενης «τυραννικής» τάξης: του «status quo ante».

Μια εναλλακτική προσέγγιση στην ατομική αυτονομία ήταν η αυτοπραγμάτωση μέσω της «άρνησης (renuciation)– μιας απόρριψης της επιθυμίας για εξουσία». Αν αυτή η ηθική υιοθετούνταν δεν υπήρχε τίποτα που να αποτρέπει την αναγνώριση κοινών συμφερόντων ή της απαραίτητης συνεργασίας για την επίτευξη μιας αρμονικής κοινωνίας. Έχοντας επίγνωση του γεγονότος πως κάποιοι αναγνώστες μπορεί να αντιλαμβάνονταν την εναλλακτική του στην «αναρχία του χάους» ως μια προτροπή για κρατικό σοσιαλισμό, ο Coomaraswamy, γρήγορα συμπλήρωσε πως «η συνεργασία δεν σημαίνει κυβέρνηση» – μια αναδιατύπωση του βασικού θέματος του μανιφέστου του 1887, Αναρχικός Κομμουνισμός του Kropotkin. Με βάση τον Kropotkin, έλεγε πως το ήθος της άρνησης ενθάρρυνε την ανάπτυξη της «αλληλοβοήθειας» και επέτρεπε σε κάθε άτομο να «εκπληρώσει τον δικό του σκοπό». Ονόμασε αυτή τη μορφή κοινωνικής οργάνωσης «αυθόρμητη αναρχία της άρνησης». Ο αυθόρμητος αναρχισμός εξάλειφε την επιθυμία μέσα στα άτομα να κυβερνούν το ένα το άλλο, δημιουργώντας έτσι μια σταθερή κοινωνική ισορροπία που θα μπορούσε να φέρει ένα τέλος στην κοινωνική διχόνοια και διαμάχη της ανθρωπότητας.

Ο αυθόρμητος αναρχισμός ήταν το «ιδανικό» του. Στη πράξη οραματίστηκε το αναρχικό ήθος της άρνησης να καθοδηγεί την αναδιοργάνωση της κοινωνίας υπό «μια φωτισμένη διαχείριση». Αν και διατηρεί μια ομοιότητα με κυβέρνηση, αυτή η κοινωνία της «ατελείωτης αγάπης και ατελείωτης ελευθερίας» θα ήταν ευλογημένη με τον «μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας κι δικαιοσύνης που ήταν δυνατά». Στην ουσία, ο Coomaraswamy αναδιατύπωσε το ινδουιστικό δόγμα της «ατομικότητας, αυτονομίας και λειτουργίας» ως μια μορφή αναρχικού ατομισμού για την δική του εποχή.

Στο Individuality, Autonomy and Function, αναφέρονταν στη συνειδητότητα του «αρνητή αναρχικού» ως μια «θέληση για δύναμη», μια θέληση που δεν επεδίωκε να κυβερνήσει τους άλλους αλλά μόνο τον εαυτό του. Ένα άλλο δοκίμιο από το The Dance of Siva, το The Cosmopolitan View of Nietzsche, ανέπτυξε αυτό το θέμα. Εδώ ο Coomaraswamy συνένωσε την ανατολική θρησκεία, τον αναρχισμό, και τον Nietzsche σε μια προσπάθεια να δώσει στον μεταβιομηχανιστικό αγώνα στην Δύση μια ατομικιστική και ιδεαλιστική βάση, παρόμοια με αυτή της Ανατολής, όπου η πνευματική ανανέωση σύμφωνα με τις γραμμές μιας «αναρχίας της άρνησης» ήταν κεντρικό χαρακτηριστικό της επερχόμενης μεταβιομηχανικής τάξης.

Ο Coomaraswamy ξεκινούσε το δοκίμιο του χαρακτηρίζοντας την φιλοσοφία του Nietzsche ως «την θρησκεία της σύγχρονης Ευρώπης – τη θρησκεία του Ιδεαλιστικού Ατομικισμού». Ο «υπεράνθρωπος» του Nietzsche, έγραφε, προσομοίαζε με την κινεζική αντίληψη του ανώτερου όντος και τις ινδικές έννοιες Purusha, Bodhisattva, και Jivanmukta. Όπως τα ανατολικά του αντίστοιχα, ο υπεράνθρωπος συνειδητοποιούσε την «ενότητα και την αλληλεξάρτηση όλης της ζωής και την αλληλοδιείσδυση του πνευματικού και του υλικού». Για αυτό ο Nietzsche ήταν τόσο εχθρικός προς το Χριστιανισμό – οι χριστιανοί απέκοψαν το ιερό από το κοσμικό και διαίρεσαν το κόσμο στα απόλυτα αντιδιαμετρικά αντίθετα του «καλού» και «κακού». Ο υπεράνθρωπος του Nietzsche, «η αρετή του οποίου βρίσκεται ‘πέρα από το καλό και το κακό’», ήταν το δυτικό αντίστοιχο του ινδικού Arhat (adept), Buddha (πεφωτισμένος), Jina (κατακτητής), Tirthakara (ιχνηλάτη), Bodhisattva (ενσάρκωση της αρετής), και πάνω από όλα του Jivanmukta (απελευθερωμένος σε αυτή τη ζωή), «οι πράξεις του οποίου δεν είναι πλέον καλές ή κακές, αλλά προέρχονται από την απελευθερωμένη φύση του». Ο υπεράνθρωπος παλεύει για την «εσωτερική αρμονία» με το να παύει να διακρίνει μεταξύ «ιδιοτελών» και «ανιδιοτελών» πράξεων. Το «υπέρτατο και το μόνο καθήκον» του ήταν να είναι αυτό που είναι. Αλλού ο Coomaraswamy συνοψίζει τη φιλοσοφία του Nietzsche ως μια διαδικασία στην οποία το άτομο σταδιακά προχωρά προς το Αληθινό με το να υποτάσσεται «στον καλλιτέχνη, τον άγιο και το φιλόσοφο μέσα του». «Γιατί αυτό το Αληθινό», συμπέραινε, «είσαι Εσύ».

Ο Lawrence J. Rosàn όρισε την ινδική θρησκευτικότητα ως «απόλυτη» μορφή του μονισμού στον οποίο το σπουδαιότερο συνδετικό στοιχείο είναι η υποκειμενική συνειδητότητα. Αν, όπως στην ινδική σκέψη, «το ατομικό συνειδητά ενώνεται με την Μια Πραγματικότητα», γράφει τότε ο  Rosàn, «η ίδια η Πραγματικότητα αυτή πρέπει να είναι ένα είδος συνειδητότητας». Με βάση τον Nietzsche, ο Coomaraswamy κατασκεύασε μια ατομικιστική γέφυρα μεταξύ ενός Ανατολικού θρησκευτικού ήθους του φωτισμού (βουδισμός-ινδουισμός) και ενός Δυτικού ιδανικού αρμονικής κοινωνικής οργάνωσης (αναρχισμός).

Ο ριζοσπαστισμός του διεθνιστικού αναρχισμού του Coomaraswamy, ωστόσο, πραγματικά έρχεται στο προσκήνιο όταν συγκρίνουμε την μεταβιομηχανική του επανάσταση με το Μαρξισμό. Οι μαρξιστές λένε πως το προαπαιτούμενο ιστορικό στάδιο στην ανθρώπινη ανάπτυξη προς μια χειραφετημένη κοινωνία είναι ο βιομηχανικός καπιταλισμός. Όπως τον αντιλαμβάνονταν ο Marx, η υποστήριξη του προς την εξελισσόμενη εκβιομηχάνιση της Δύσης έκανε την το επαναστατικό του πρόγραμμα μοντέρνο και «υλιστικό» μέσα από τη φύση της σημασίας του στην παγκόσμια ιστορία, αντίθετα από τον θεωρητικά δίχως σημασία «ουτοπισμό» του Charles Fourier, του  Pierre-Joseph Proudhon, και άλλων ριζοσπαστών. Πράγματι, οι οπαδοί του Marx έχουν απορρίψει κάθε είδους «αντιμοντερνιστή» – από τον  William Blake, τον William Morris, και τον Nietzsche ως επαναστάτες του 20ου αιώνα όπως ο Guy Debord και ο καλλιτέχνης-αναρχικός Barnett Newman – ως αιθεροβάμονες «ρομαντικούς», των οποίων οι κριτικές προδίδουν μια «νοσταλγία» για τις προ-καπιταλιστικές (δηλαδή μη σύγχρονες) μορφές οικονομίας και κοινότητας.

Φυσικά υπάρχει το ερώτημα για τίνος το «σύγχρονο» μιλούν ο Marx και οι ακόλουθοί του, γιατί ο βιομηχανικός καπιταλισμός και ο συρμός πολιτικών και κοινωνικών θεσμών που σχετίζονται μαζί του ήταν πρώτα και κύρια, μια Δυτική υπόθεση. Στη πράξη, η υπεροπτική τάση των Μαρξιστών που εντοπίζουν τη σημασία του σύγχρονου στην εκβιομηχάνιση, στον αποκλεισμό κάθε άλλου κοινωνικοοικονομικού συστήματος είναι εντυπωσιακή, με δεδομένο πως δεν μας έχει προσφέρει τίποτα λιγότερο από μια περιβαλλοντική και κοινωνική καταστροφή παγκόσμιων διαστάσεων.

Αντίθετα ο αναρχισμός του Coomaraswamy αντιπροσωπεύει μια σημαντική εκδοχή διαπολιτισμικής ανάμειξης  στην οποία η ευρωπαϊκή κριτική του βιομηχανικού  βασισμένης στις Τέχνες και τις Χειροτεχνίες μεταμορφώθηκε σε αντιαποικιοκρατικό σκοπό σε μια καμπάνια εναντίον του ευρωκεντρικού πολιτισμικού ιμπεριαλισμού και τον υλικό, επακόλουθο, βιομηχανικό καπιταλισμό. Όπως είδαμε το νιτσεϊκό «απορριπτικό ήθος», το οποίο θα έλυνε την κοινωνική σύγκρουση χάρη στην «την αρετή του Υπεράνθρωπου», ήταν αδιαίρετο με την μεταβιομηχανική οικονομική τάξη. Αυτό αποτελούσε ένα εμφανώς αναρχικό σχέδιο στο οποίο ο ατομισμός θα άνθιζε σε μια κοινωνική τάξη ισότητας που στο πυρήνα της είναι οικολογική.

Μέχρι το θάνατό του το 1947, ο μεταβιομηχανισμός είχε ξεχαστεί. Αποτελεί ένα δρόμο που δεν ακολουθήθηκε, που προσπεράστηκε μετά το 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο από την καπιταλιστική Δύση, την Σοβιετική Αυτοκρατορία, και τους πολυάριθμους “εκσυγχρονιστές” της Ασίας, από την Ινδία του Jawaharlal Nehrou ως την ολιγαρχία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας. Καθώς οι συνέπειες γίνονται όλο και ποιο ξεκάθαρες, ωστόσο, η ανάλυση του Coomaraswamy απλά κερδίζει δύναμη και σημασία.

 

 

Περισσότερες πληροφορίες πάνω στο Κίνημα Τεχνών και Χειροτεχνιών εδώ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s