Κείμενο που περιλαμβάνεται στο τόμο Love, Anarchy, & Emma Goldman: A Biography (Rutgers University Press Classics, 2019) και αναδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα openDemocracy. Η Candace Falk είναι η διευθύντρια του αρχείου της Emma Goldman στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

Οι απόψεις της Emma Goldman θεωρούνταν πάντοτε ριζοσπαστικές. Ήταν τολμηρό, και συχνά παράνομο, να μιλάς για την ομοφυλοφιλία («το ενδιάμεσο φύλο» στην καθομιλούμενη της εποχής) και στον έρωτα έξω από το θεσμό του γάμου. Είχε τον σεβασμό των ιερόδουλων όταν η νομοθεσία προσπαθούσε φαινομενικά να αποτρέψει «το εμπόριο λευκής σαρκός» πρακτικά ποινικοποιούσε το συναινετικό σεξ, και, το 1916, διακινδύνευσε το να συλληφθεί με βάση τους λεγόμενους νόμους του Comstock στις ΗΠΑ επειδή μιλούσε υπέρ της πρόσβασης στην αντισύλληψη.

Ωστόσο η τολμηρή δημόσια τοποθέτηση της για τις πολλές πτυχές των σεξουαλικών σχέσεων – είτε μεταξύ γυναικών ή μεταξύ ανύπαντρων συντρόφων – δεν εξασφάλισαν ποτέ στην Emma μια δίχως όρια ανοιχτότητα για την δική της προσωπική ζωή. Οι κρυφές της επιστολές παραμένουν πολύτιμο αρχείο της δικής της σχέσης με πολλά από τα θέματα για τα οποία μιλούσε και έγραφε απρόσωπα – αλλά παθιασμένα.

Η απλή πράξη της συγγραφής μιας επιστολής ήταν πάντοτε ο τρόπος της Emma να γειώσει την δική της εμπειρία, να σωπάσει την αίσθηση απομόνωσης της, να προσφέρει στον εαυτό της μια ευκαιρία να εκφράσει τις ιδέες που της είχαν προσφέρει την δημόσια καταξίωση της και να μεταθέσει αυτές τις ιδέες στην προσωπική της ζωή. Ένας στενός φίλος της, ο αναρχικός ιστορικός Max Nettlau είπε κάποτε στην Emma: «Στις επιστολές, αν και απόλυτα επίκαιρη διαφορετικά, πρόθυμα είσαι του 18ου αιώνα, τιμώντας την παλιά καλή τέχνη της γραφής επιστολών την οποία ο τηλέγραφος και το τηλέφωνο έχουν στραγγαλίσει, και αυτό είναι κάτι καλό, καθώς ένας βαθυστόχαστος τρόπος επικοινωνίας μέσω επιστολών είναι μια πνευματική πράξη από μόνη της, την οποία η γρήγορη ομιλία δεν μπορεί να αντικαταστήσει».

Εν μέρει, η ικανότητα της Emma να αναγνωρίζει, εκφράζει, και να μεταμορφώνει το πόνο είχε τις ρίζες της στη θλίψη και στην έλλειψη αγάπης της πρώιμης ζωής της. Η ικανότητα της να επιβιώνει από το δικό της πόνο με το να επανεστιάζει σε σπουδαίες δυνατότητες μπορούσε έτσι να στέκεται με κάτι που έμοιαζε με μια φυσική δυνατότητα να εμπνέει το κόσμο. Σπάνια έγραφε μια δημόσια ομιλία δίχως ένα μεσσιανικό φινάλε, ή δεν τελείωνε μια αγωνιώδη ερωτική επιστολή δίχως μια διατύπωση της ξεκάθαρης ιδέας της αυτού που μπορούσε να είναι ο πραγματικός έρωτας.

Οι επιστολές της Emma είναι δυναμικά τεχνουργήματα για την δημιουργία μιας νέας αφήγησης. Σε όλη της τη ζωή. Σε όλη της τη ζωή, διατηρούσε την ενεργή επιρροή της όσο και την εσωτερική της ισορροπία μέσω της αλληλογραφίας της με πολιτικούς συνεργάτες, φίλους, και εραστές. Η Emma εξιστόρησε κάποτε πως ο παλιός της φίλος Alexander Berkman «επιμένει πως θα τιμωρηθώ καλά και αυστηρά όταν βρεθώ μπροστά στο δημιουργό μου επειδή γράφω τόσα πολλά γράμματα. Πρέπει να παραδεχτώ πως το βρίσκω πολύ ευκολότερο να εκφραστώ σε επιστολές από ότι σε βιβλία».

Οι ερωτικές επιστολές αποτελούν το πιο αποκαλυπτικό κομμάτι της αλληλογραφίας. Είναι αμφίβολο πως η Emma θα εκλάμβανε την δημοσίευση τέτοιων προσωπικών επιστολών ως την «τιμωρία του δημιουργού της» που προέβλεψε ο Berkman, επειδή ήταν αυτή που επέμενε στην διάσωση των επιστολών. Κατά την άποψή της, η προσωπική ζωή και τα σημαντικά κοινωνικά ζητήματα της εποχής της είναί πάντοτε αλληλένδετα. Το κομμάτι της ιστορίας της Emma που καταγράφεται στο πρόσφατα επανεκδομένο βιβλίο μου Love, Anarchy, and Emma Goldman δείχνει την γενναία αν και συχνά αναποτελεσματική προσπάθεια της να ζήσει δίχως αντιφάσεις.

Η ένταση μεταξύ μεγάλων ιδεών και ατομικών περιορισμών βασάνιζαν την Emma. Δεν επιθυμούσε οι επιστολές της, τα οποία θεωρούσε τα τεχνουργήματα των αδυναμιών της, να δημοσιευτούν στη διάρκεια της ζωής της, ενώ προσπαθούσε να δείξει στο κόσμο τις δυνάμεις της. Ήθελε όμως να δημοσιευτούν κάποτε, γιατί πίστευε πως ήταν σημαντικά για την κατανόηση της γυναίκας που στέκονταν στο βήμα. Εσκεμμένα χρονολογούσε και ταξινομούσε τις επιστολές της, και απεύθυνε τον εαυτό της στους φίλους της, τους εραστές της, στους συντρόφους της, και ίσως, σε εκείνους σε ένα άγνωστο μελλοντικό ακροατήριο, που θα μπορούσαν να ακούσουν τις δικές τους φωνές και αγώνες στη φωνή της, και να οραματιστούν τους δικούς αγώνες στους δικούς της.

Το 1927, όταν η Emma άρχισε να συλλέγει το υλικό για την αυτοβιογραφία της που θα έπαιρνε παραπάνω από τρία χρόνια για να ολοκληρωθεί, της ήταν αδύνατο να γράψει μια ολοκληρωμένη μαρτυρία για την σχέση της με τον Ben Reitman, εραστή και υπεύθυνο των περιοδειών της, και να αντλήσει από εκεί τις επιπτώσεις για την ζωή της και την πολιτική της. Διάβαζε τις επιστολές της κυρίως σαν ενοχλητικά ενθύμια ενός κομματιού του περίπλοκου παρελθόντος της που σκόπευε να αφήσει σε άλλους να ξετυλίξουν. Στη διάρκεια της ζωής της, γίνονταν όλο και πιο σίγουρη πως είχε κάτι προσωπικό να κρύψει.

Σε συγκεκριμένα σημεία της ζωή τους, η ανάγκη της Emma να έχει τον Ben ως εραστή άρχισε να ξεπερνά την να ανάγκη της για τον Ben ως πολιτικού βοηθού, σε βαθμό που η Emma αμφισβητούσε την ίδια της την πολιτική αφοσίωση. Ξαφνικά, η μαχητικά ανεξάρτητη Emma Goldman είδε τον εαυτό της να βρίσκεται μέσα στην έντονη ερωτική σχέση των ονείρων της, μόνο για να ανακαλύψει πως δημιουργούσε μια αναστάτωση στην ισορροπία μεταξύ πολιτικής θέρμης και προσωπικού πάθους.

Αν και επέμενε, ήταν δύσκολο να διατηρήσει την πολιτική δραστηριότητα στην οποία ήταν αφοσιωμένη ενώ βασανίζονταν από την ελευθεριότητα του Ben, γιατί κάθε φορά που ανακάλυπτε πως είχε πάει με κάποια άλλη γυναίκα, αυτό σκίαζε τα πάντα για μήνες. Ξαναδιαβάζοντας τις επιστολές της από εκείνη την περίοδο, φοβόταν πως αν δημοσιεύονταν «θα κόβονταν η ανάσα του κόσμου» βλέποντας πως η Emma Goldman, «η δυνατή επαναστάτρια, η παράτολμη, αυτή που αμφισβήτησε νόμους και συμβάσεις, ήταν αβοήθητη σαν ναυαγισμένο πλήρωμα στη μέση ενός αφρισμένου ωκεανού».

Η Emma εξιστορεί: «Όλοι έχουμε κάτι να κρύψουμε. Ούτε είναι η δειλία που μας κάνει να κρυβόμαστε από το να βγάλουμε έξω τον εσωτερικό μας κόσμο. Είναι περισσότερο ο φόβος πως οι άνθρωποι δεν θα καταλάβουν, πως αυτό που είναι ζωτικής σημασίας για εσένα είναι κάτι, που αυτοί, περιφρονούν».

Ωστόσο η σοφία της απόφασης της Emma να μην δημοσιοποιήσει αυτό το προσωπικό υλικό στη διάρκεια της ζωής της φάνηκε σε κάποιες από τις θυμωμένες απαντήσεις που ήρθαν μετά την πρώτη έκδοση των ερωτικών επιστολών της στο Love, Anarchy, and Emma Goldman, περίπου σαράντα χρόνια μετά το θάνατό της. Η συμφιλίωση με την καταθλιπτική πλευρά της Goldman, τις εμμονές της, τα σχεδόν ολοκληρωτικά πάθη της και την ανοιχτή σεξουαλικότητα της είναι ενοχλητική για εκείνους που ακόμη επιθυμούν μια αγιογραφία αυτού του γίγαντα των αναρχικών και φεμινιστικών αγώνων.

Ακόμη και εγώ, έχοντας ως κίνητρο την άποψη πως η ελαχιστοποίηση του κενού μεταξύ της Goldman και των υπόλοιπων θα ενίσχυε την ικανότητα των ανθρώπων να εμπιστεύονται την ικανότητα τους να συμβάλλον στο κίνημα για μια δίκαιη κοινωνία, ένιωσα να πνίγομαι κάποιες στιγμές όσο δούλευα το βιβλίο μου από την μεταβαλλόμενη διάθεση της Goldman, από τις έντονες αντιθέσεις μεταξύ αυτών που επιθυμούσε και για όσα πάλευε και με όσα βίωνε στη ζωή της. Άλλοι αναγνώστες όμως πήραν θάρρος από τις ευαισθησίες της Emma. Κέρδισε ένα νέο κοινό θαυμαστών για την ηρωική της ικανότητα να ξεπερνά την προσωπική δυστυχία για να υπηρετήσει τον ευρύτερο κόσμο.

Ο φακός μέσα από τον οποίο η Emma έβλεπε το κόσμο διαφέρει από το δικό μας. ωστόσο, η οξεία κριτική της των πολιτικών της απληστίας, του πολέμου, και την ανέχεια του σώματος και του πνεύματος· της καταπίεσης τόσο φυσικής όσο και ψυχικής, η οποία πνίγει την δημιουργικότητα και την ατομικότητα· και η σιγουριά της πως το δικαίωμα στην ανυπακοή είναι σημαντικό για την ευημερία μιας δίκαιης κοινωνίας, θα παραμείνουν, ελπίζω, αιώνια.

Η άποψη της Emma πως οι προσωπικοί αγώνες μπορούν να συνυπάρξουν πλάι από μεγάλα πολιτικά δράματα παραμένει επίκαιρη. Η υποκειμενική της θέση ως μετανάστρια Εβραία γυναίκα και αναρχική – δηλαδή τόσο στο κέντρο της κοινωνίας και απόλυτα στην περιφέρεια της – της πρόσφερε ένα μοναδικό παράδειγμα μέσω του οποίου αναλύει, κρίνει και μάχεται τις καταπιεστικές δυνάμεις που διεύθυναν τη ζωή της και τις ζωές των περιθωριοποιημένων ανθρώπων σε ολόκληρο το κόσμο.

Κάποιες από τις πιο διάσημες κουβέντες της (επαναλαμβανόμενες με διαφορετικούς βαθμούς ακρίβειας) στολίζουν αυτοκόλλητα και τσάντες, αλλά η κληρονομιά της ζει πέρα από παιχνιδιάρικους φόρους τιμής, ιδιαίτερα στον αγώνα για την ελευθερία της έκφρασης: όχι μόνο το προσωπικό είναι πολιτικό, αλλά το πολιτικό πρέπει να είναι προσωπικό αν ο κόσμος μπορεί να γίνει κατοικήσιμος για μια πιο αληθινή και πιο δίκαιη κοινωνία.

Η Emma Goldman όριζε τον αναρχισμό ως «τη φιλοσοφία μιας νέας κοινωνικής τάξης βασισμένης σε μια ελευθερία που δεν περιορίζεται από ανθρώπινο νόμο· η θεωρία πως όλες οι μορφές κυβέρνησης βασίζονται στη βία, και για αυτό είναι άδικες και κακές, όσο και άχρηστες». Στην αυτοβιογραφία της  έγραψε, «Θέλω ελευθερία, το δικαίωμα για αυτοέκφραση, το δικαίωμα όλων σε όμορφα, λαμπερά πράγματα».

Ίσως όταν πρόκειται για τον έρωτα, οι περισσότεροι από εμάς είναι αναρχικοί, όπως και η Emma, που ονειρευόμαστε τη λάμψη της απόλυτης αρμονίας ενώ ζούμε στη γκρίζα ζώνη του «υπαρκτού» – και προχωράμε.

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Candace Falk: Emma Goldman, Έρωτας και Αναρχία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s