Κείμενο που προέρχεται από τον τόμο Political and Social Writtings, vol. 3, 1961-1971 (University of Minnesota Press, 1992) και συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία κειμένων Against Capital in the Twenty-First Century (Temple University Press, 2018). Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Φυσικά, η ύπαρξη της ιεραρχίας της ηγεσίας, των μισθών, και των εισοδημάτων είναι σήμερα «δικαιολογημένη» με τη χρήση πλήθους επιχειρημάτων. Προτού τα συζητήσουμε το καθένα ξεχωριστά, πρέπει να σημειωθεί πως αυτά τα επιχειρήματα είναι εντελώς ξεκάθαρα ιδεολογικά στο χαρακτήρα, έχουν δημιουργηθεί για να δικαιολογήσουν, με μια καταφανή λογική, μια πραγματικότητα με την οποία έχουν ελάχιστη σχέση, και έχουν σχηματιστεί με βάση υποθέσεις εργασίας που οι ίδιες δεν δημοσιοποιούνται ποτέ. Ας σημειώσουμε επίσης πως αυτά τα επιχειρήματα δέχονται τις συνέπειες αυτού που συμβαίνει εδώ και δεκαετίες στην επίσημη ιδεολογία της κοινωνίας συνολικά. Αυτή η ιδεολογία αποσυντίθεται μπροστά στα ίδια μας τα μάτια· και δεν μπορεί πλέον να δείξει ένα συνεπές πρόσωπο στο κόσμο, δεν τολμά να επικαλεστεί πλέον αξίες που κανείς δεν  δέχεται σήμερα, και είναι αδύνατο να εφεύρει άλλες.

Το βασικό σημείο της σημερινής επίσημης ιδεολογίας που αφορά την ιεραρχία είναι η δικαιολόγηση της μισθολογικής και εισοδηματικής ιεραρχίας πάνω στη βάση της ιεραρχίας της διοίκησης, η οποία με τη σειρά της συντηρείται ως βασιζόμενη σε μια ιεραρχία ή κλίμακα  «γνώσης» ή «προσόντων» ή  «ταλέντων» ή «ευθυνών» ή «έλλειψης» σε εξειδικευμένες ικανότητες. Θα παρατηρηθεί αμέσως πως αυτές οι κλίμακες δεν συμπίπτουν, ούτε αντιστοιχούν μεταξύ τους σε λογική ή πράξη: μπορεί να υπάρχει (και υπάρχει) ανεπάρκεια οδοκαθαριστών και πλήθος καθηγητών· σπουδαίοι επιστήμονες δεν έχουν καμιά «ευθύνη»,  ενώ κάποιοι εργαζόμενοι που διαθέτουν πολύ μικρή «γνώση» έχουν καθημερινά ευθύνη ζωής και θανάτου για εκατοντάδες ή χιλιάδες άτομα. Δεύτερο, κάθε προσπάθεια να δημιουργηθεί μια «σύνθεση» αυτών των διαφορετικών κριτηρίων, να «ζυγιστούν», είναι απαραίτητο και αναπόφευκτα αυθαίρετο. Τέλος, εξίσου αυθαίρετη και δίχως ίχνος δικαιολόγησης είναι η μετακίνηση από μια τέτοια κλίμακα, θεωρητικά καθιερωμένη, στις πρακτικές μισθολογικές διαφορές: γιατί ένας επιπλέον χρόνος σπουδών ή ένα επιπλέον δίπλωμα, αξίζει εκατό δολάρια περισσότερα το μήνα, και όχι δέκα δολάρια ή χίλια δολάρια;

Λένε πως η διοικητική και μισθολογική ιεραρχία είναι δικαιολογημένη από και βασίζεται πάνω σε μια ιεραρχία ή κλίμακα γνώσης. Σε μια επιχείρηση (ή στην κοινωνία) σήμερα, ωστόσο, εκείνη που έχουν την μεγαλύτερη «γνώση» δεν είναι εκείνη που είναι στη κορυφή ή που απολαμβάνουν τους μεγαλύτερους μισθούς. Πράγματι, τα ανώτερα κλιμάκια της ιεραρχίας στρατολογούνται ιδιαίτερα μεταξύ εκείνων που έχουν «διπλώματα». Ωστόσο, πέρα από το γεγονός πως είναι γελοίο να ταυτίζεται η γνώση με τα διπλώματα, δεν είναι εκείνοι με την «μεγαλύτερη γνώση» που ανεβαίνουν την κλίμακα την διοικητική και μισθολογική κλίμακα, αλλά αντίθετα εκείνοι που είναι πιο προσαρμοσμένοι στο να μάχονται στον ανταγωνισμό που υπάρχει μέσα στην εταιρική διευθυντική γραφειοκρατία. Μια βιομηχανική εταιρεία ουσιαστικά δεν διοικείται ποτέ από τους πιο «ευρυμαθείς» μηχανικούς της· αυτό το πρόσωπο συνήθως είναι περιορισμένο σε ένα ερευνητικό γραφείο. Και στο κοινωνικό επίπεδο, γνωρίζουμε πως οι επιστήμονες, σημαντικοί ή μη, δεν έχουν δύναμη και αμείβονται με ένα μικρό κλάσμα της αμοιβής του επικεφαλής μιας μεσαίας εταιρείας. Ούτε στην επιχείρηση ούτε στη κοινωνία δεν πάει η δύναμη και τα υψηλά εισοδήματα σήμερα σε εκείνους που «έχουν την μεγαλύτερη γνώση»· η δύναμη και το χρήμα πάνε σήμερα σε εκείνους που είναι στα χέρια μιας γραφειοκρατίας μέσα στην οποία η προαγωγή δεν έχει να κάνει τίποτα με «γνώση», ή τις «τεχνικές ικανότητες», αλλά καθορίζεται αντίθετα από την ικανότητα επιβίωσης στον ανταγωνισμό μεταξύ κλικών και φατριών (μια ικανότητα δίχως οικονομική και κοινωνική αξία, πέρα από εκείνους που την κατέχουν) και από τις σχέσεις κάποιου με το μεγάλο κεφάλαιο (στις Δυτικές χώρες) ή με το κυβερνών πολιτικό κόμμα (στις Ανατολικές χώρες).

Αυτό που ειπώθηκε μόλις δείχνει επίσης πως πρέπει να αντιμετωπιστεί το επιχείρημα που χρησιμοποιείται για να δικαιολογηθεί η ιεραρχία στη βάση διαφορών στις «ικανότητες» των ατόμων. Όταν κάποιος μελετά τις διαφορές σε μισθό και δύναμη που έχουν πραγματική σημασία – όχι εκείνη μεταξύ ενός ημιειδικευμένου εργάτη και ενός κατασκευαστή εργαλείων, αλλά εκείνη μεταξύ χειρώνακτων και από την μια και της ανώτερης διοίκησης από την άλλη – είναι ξεκάθαρο πως αυτό που «ανταμείβεται» δεν είναι η ικανότητα να κάνει κάποιος μια δουλειά καλά, αλλά η ικανότητα να στοιχηματίζεις στο καλύτερο άλογο.

Επιχειρήματα που δικαιολογούν την ιεραρχία στην βάση των ευθυνών δεν έχουν περισσότερη αξία από τα άλλα που εξετάσαμε. Ένας φύλακας σε διασταύρωση τραίνων ή ένας ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας έχει στα χέρια του τις ζωές αρκετών εκατοντάδων ανθρώπων την ημέρα, ωστόσο πληρώνεται πολλές φορές λιγότερο από το ένα δέκατο του CEO της εταιρείας σιδηροδρόμων ή της Air France, που δεν έχει τη ζωή κανενός στα χέρια του.

Το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο η ιεραρχία των μισθών εξηγείται και δικαιολογείται από την σχετική έλλειψη διαφορετικών ικανοτήτων ή τύπων εργασίας δύσκολα επιδέχεται σοβαρή συζήτηση. Τέτοιου είδους σπανιότητα, όταν υπάρχει, μπορεί να οδηγήσει σε ένα υψηλότερο επίπεδο από ότι πριν την αμοιβή μιας κατηγορίας εργατών για μια μικρή ή μεγάλη χρονική περίοδο., αλλά μια αύξηση αυτού του του τύπου στις αμοιβές δεν θα ξεπεράσει ποτέ συγκεκριμένα στενά όρια. Ανεξάρτητα από τη σχετική «έλλειψη» ημιειδικευμένων εργατών και η σχετική «πληθώρα» δικηγόρων, η δεύτερη ομάδα θα πληρώνεται πάντα πολύ περισσότερα από την πρώτη.

Όλα αυτά αφορούν αυτό που έχουμε αποκαλέσει την ιδεολογία της δικαιολόγησης της ιεραρχίας. Υπάρχει επίσης μια εμφανώς πιο «αξιοσέβαστη» συζήτηση, αυτή της ακαδημαϊκής ή Μαρξιστικής οικονομικής επιστήμης. Δεν μπορούμε εδώ να την αποδομήσουμε με μεγάλη λεπτομέρεια. Ας πούμε συνοπτικά πως, για τον ακαδημαϊκό οικονομολόγο, ο μισθός θεωρητικά αντιστοιχεί στο «οριακό προϊόν» – δηλαδή, σε τι η μια ώρα εργασίας ενός επιπλέον εργάτη «προσθέτει» στο προϊόν (ή, που καταλήγει στο ίδιο πράγμα, τι θα αφαιρούνταν από το προϊόν αν ένας εργάτης έβαινε από την παραγωγή). Δίχως να μπούμε στη θεωρητική κουβέντα αυτής της ιδέας γενικότερα – η αβασιμότητα του μπορεί εύκολα να αποδειχτεί – η ανοησία του μπορεί αμέσως να φανεί στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει εδώ, αυτή της διαφοροποίησης της αμοιβής για διαφορετικές ικανότητες από τη στιγμή που υπάρχει διαχωρισμός εργασίας και μια αλληλεξάρτηση διαφορετικών εργασιών, κάτι οποίο ισχύει γενικότερα στη σύγχρονη βιομηχανία. Αν, σε μια ατμοκίνητη αμαξοστοιχία, ο μηχανοδηγός του τραίνου φύγει, δεν «μειώνεται λίγο» το προϊόν (μεταφορά), καταργείται εντελώς· και το ίδιο πράγμα ισχύει αν κάποιος διώξει το θερμαστή. Το «προϊόν» αυτής της αδιαίρετης ομάδας το μηχανοδηγού και του θερμαστή υπακούει το νόμο του όλα ή τίποτα, και δεν υπάρχει «οριακό προϊόν» του ενός που μπορεί να διαχωριστεί από του άλλου. Το ίδιο ισχύει και στο μηχανουργείο, και εν τέλει για το σύγχρονο εργοστάσιο συνολικά, όπου οι εργασίες αλληλεξαρτώνται στενά.

Για τα μαρξιστικά οικονομικά, από την άλλη, οι μισθοί καθορίζονται από το «νόμο της αξίας της εργασίας»· δηλαδή, είναι ίσοι με το κόστος παραγωγής και αναπαραγωγής αυτού του αγαθού που είναι, υπό το καπιταλισμό. Εργατική δύναμη. Κατά συνέπεια, οι διαφορές στους μισθούς μεταξύ ανειδίκευτης εργασίας και εξειδικευμένης εργασίας θα πρέπει να αντιστοιχούν στις διαφορές στο κόστος της εκπαίδευσης αυτών των δύο κατηγοριών (το βασικό κομμάτι της οποίας αντιπροσωπεύεται από τη συντήρηση μελλοντικών εργατών κατά τα «μη παραγωγικά» χρόνια της μαθητείας). Μπορεί να υπολογιστεί εύκολα πως, πάνω σε αυτή τη βάση, οι διαφορές στην αμοιβή μπορούν μετά βίας να ξεπεράσουν την αναλογία 1:2 (μεταξύ εργασίας που στερείται απολύτως κάθε ιδιαίτερης ικανότητας και εκείνης που απαιτεί  δέκα ή δεκαπέντε χρόνια προπαρασκευαστικής εκπαίδευσης). Τώρα, στη πραγματική ζωή τέτοιες διαφορές ξεπερνούν κατά πολύ αυτό το επίπεδο, τόσο στις Δυτικές χώρες όσο και στις Ανατολικές (όπου η μισθολογική ιεραρχία είναι πρακτικά εξίσου φανερή όπως και στη Δύση).

Πρέπει να τονίσουμε, επιπλέον, πως ακόμη και αν η ακαδημαϊκή ή μαρξιστική θεωρία προσφέρει μια εξήγηση των διαφοροποιήσεων των μισθών, θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να μην είναι σε θέση να ξεφουρνίσουν μια δικαιολόγηση της. Γιατί, και στις δυο περιπτώσεις, η ύπαρξη των διαφορετικών επιπέδων είναι αποδεκτή, δεν αναλύεται ως δεδομένη πέρα από συζήτηση, ενώ στη πράξη είναι απλά είναι μόνο το αποτέλεσμα του συνολικού οικονομικού και κοινωνικού συστήματος και της συνεχούς αναπαραγωγής του. Αν η εξειδικευμένη εργασία «αξίζει» περισσότερο, θα ίσχυε για παράδειγμα, κατά την μαρξιστική άποψη, επειδή η οικογένεια αυτού του εργάτη ξόδεψε περισσότερα για την εκπαίδευση του (και, θεωρητικά, πρέπει να «αποσβέσει το κόστος» – που πρακτικά σημαίνει με τη σειρά του πως ο εξειδικευμένος εργάτης θα είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει την εκπαίδευση των παιδιών του κτλ.). γιατί, ωστόσο, αυτή η οικογένεια ήταν σε θέση να ξοδέψει περισσότερα – κάτι που άλλες οικογένειες δεν ήταν σε θέση να το κάνουν; Επειδή ήδη ήταν σε προνομιακή θέση από άποψη εισοδήματος. Όλες αυτές οι «εξηγήσεις» λένε έτσι, συγκεκριμένα, πως αν μια ιεραρχική διαφοροποίηση υπάρχει εξαρχής, θα διαιωνίσει τον εαυτό της μέσω αυτού του μηχανισμού.

Στην σύγχρονη κοινωνία ωστόσο, το ιεραρχικό (ή αυτό που ουσιαστικά είναι το ίδιο, γραφειοκρατικό) σύστημα έχει γίνει πρακτικά οικουμενικό, μόλις υπάρξει κάποια συλλογική δραστηριότητα, οργανώνεται σύμφωνα με την ιεραρχική αρχή, και η ιεραρχία της διοίκησης και εξουσίας συμπίπτει όλο και περισσότερο με την ιεραρχία της μισθοδοσίας και των εισοδημάτων. Το αποτέλεσμα είναι πως οι άνθρωποι σχεδόν ποτέ δεν καταφέρνουν να φανταστούν πως τα πράγματα μπορούν να είναι αλλιώτικα, ή πως οι ίδιοι θα μπορούσαν να είναι κάτι συγκεκριμένο εκτός από τους όρους της θέσης που καταλαμβάνουν στην ιεραρχική πυραμίδα.

Ωστόσο, πρέπει να δούμε πως στρατολογείτε αυτή η ιεραρχία. Ο γιός ενός πλούσιου ανθρώπου θα γίνει πλούσιος, ο γιος ενός διευθυντή [στελέχους] θα έχει όλες τις ευκαιρίες του κόσμου να γίνει διευθυντής. Έτσι, μεγάλο μέρος των στρωμάτων που καταλαμβάνουν τα υψηλότερα επίπεδα της ιεραρχικής πυραμίδας αναπαράγουν τους εαυτούς τους μέσω κληρονομικότητας. Και πως αυτό δεν γίνεται τυχαία. Ένα κοινωνικό σύστημα τείνει πάντοτε να αναπαράξει τον εαυτό του. Αν κάποιο κοινωνικό στρώμα έχει προνόμια, τα μέλη του θα κάνουν ότι μπορούν – και τα προνόμια τους δείχνουν ακριβώς πως είναι σε μεγάλο βαθμό ικανά να το πράξουν – για να κληροδοτήσουν αυτά τα προνόμια στους απογόνους τους. Στο βαθμό που, σε ένα τέτοιο σύστημα, αυτά τα στρώματα έχουν την ανάγκη «νέων ανδρών» – επειδή οι διοικητικοί μηχανισμοί επεκτείνονται και πολλαπλασιάζονται – επιλέγουν, μεταξύ των απογόνων των «κατώτερων» στρωμάτων, εκείνους που θεωρούνται πιο «ικανοί» ώστε να τους προσεταιριστούν στο δικό τους στρώμα. Μέχρι το σημείο αυτό, μπορεί να μοιάζει πως η «εργασία» και οι «ικανότητες» εκείνων που ενσωματώθηκαν έπαιξαν ρόλο στη καριέρα τους, και πως τα «προσόντα» τους επιβραβεύτηκαν. Ξανά, ωστόσο, «ικανότητες» και «προσόντα» εδώ δηλώνουν ουσιαστικά την ικανότητα να προσαρμόζεται κάποιος στο κυρίαρχο σύστημα, τον καλύτερο να το υπηρετεί. Από την οπτική μιας αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας, τέτοιες ιδιότητες δεν έχουν αξία.

Σίγουρα κάποιοι άνθρωποι μπορεί να θεωρούν, ακόμη και για μια αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία, πως οι πιο θαρραλέοι, οι πιο επίμονοι, οι πιο εργατικοί, οι πιο «ικανοί» άνθρωποι πρέπει να έχουν το δικαίωμα σε ιδιαίτερες «ανταμοιβές», και πως αυτή η ανταμοιβή πρέπει να είναι χρηματική. Και αυτό θρέφει την ψευδαίσθηση πως ίσως υπάρχει μια δικαιολογημένη ιεραρχία μισθών.

Αυτή η ψευδαίσθηση δεν αντέχει σε εξέταση. Πολύ λιγότερο στο σημερινό σύστημα βλέπει κάποιος μπορεί να δει πως μπορεί να θεμελιωθεί λογικά η διαφορά στην αμοιβή και να δικαιολογηθεί με νούμερα που να την στηρίζουν. Γιατί αυτό το στοιχείο ικανότητας να αξίζει για τον φορέα της τέσσερις φορές μεγαλύτερο εισόδημα από εκείνο που έχει κάποιος άλλος, και όχι το διπλάσιο ή το δωδεκαπλάσιο; Ποια λογική υπάρχει στο ότι η ικανότητα ενός καλού χειρουργού αξίζει ακριβώς όσο – ή περισσότερο, η λιγότερο, από – εκείνη ενός καλού μηχανικού; Και γιατί δεν αξίζει ακριβώς όσο και εκείνη ενός καλού μηχανοδηγού ή ενός καλού δασκάλου;

Μόλις απομακρυνθούμε από μερικά πολύ στενά πεδία, και απεμπλακούμε από την γενική νοηματοδότηση, δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια για την μέτρηση και τη σύγκριση ικανοτήτων, γνώσης, και της τεχνογνωσίας διαφορετικών ατόμων. Και αν η ίδια η κοινωνία καλύπτει το κόστος της απόκτησης της τεχνογνωσίας ενός ατόμου – όπως ουσιαστικά ισχύει σήμερα -δεν είναι ξεκάθαρο γιατί το άτομο που ήδη έχει ωφεληθεί μια φορά μέσω της απόκτησης αυτού του προνομίου αυτού καθαυτού πρέπει να ωφεληθεί δεύτερη φορά από αυτό με την μορφή υψηλότερου εισοδήματος. Το ίδιο πράγμα ισχύει, επιπλέον, για το «προσόν» και την «εξυπνάδα». Φυσικά υπάρχουν άτομα που έχουν γεννηθεί με μεγαλύτερα χαρίσματα από άλλους όσον αφορά συγκεκριμένες δραστηριότητες, ή που τις αποκτούν. Αυτές οι διαφορές είναι σχετικά μικρές, και η ανάπτυξη αυτών των διαφορών εξαρτώνται από το οικογενειακό, κοινωνικό και μορφωτικό περιβάλλον κάποιου. Αλλά σε κάθε περίπτωση, στο βαθμό που κάποιος έχει ένα «χάρισμα», η χρήση αυτού του «χαρίσματος» είναι από μόνη της μια πηγή ευχαρίστησης όταν δεν εμποδίζεται. Και όσο για εκείνα τα σπάνια άτομα που είναι γενναιόδωρα προικισμένα, αυτό που πραγματικά έχει σημασία δεν είναι το χρηματικό «έπαθλο» αλλά η δημιουργία αυτού για το οποίο νοιώθουν μια ακατανίκητη θέληση να δημιουργήσουν. Αν ο Einstein ενδιαφέρονταν για τα χρήματα, δεν θα είχε γίνει ο Einstein – και είναι πολύ πιθανό πως θα είχε γίνει ένα μέτριο αφεντικό ή χρηματιστής.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s