Απόσπασμα από το βιβλίο Against The Fascist Creep (AK Press, 2017). Ο Alexander Reid Ross είναι ακτιβιστής, συγγραφέας και ακαδημαϊκός, διδάσκει στο τμήμα Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου του Πορτλαντ, συμμετείχε στην έκδοση του περιοδικού Earth First! Journal. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας 

 

Ο Julius Evola και η Ιερή Βία

Τώρα που ξεθάψαμε και προσπαθήσαμε να επναδημιουργήσουμε το σωρό του φασιστικού εφιάλτη, μπορούμε να αποκτήσουμε μια καλύτερη αντίληψη πάνω στις διεργασίες του φασισμού και την φασιστική ιδεολογία – πως δικαιολογεί την ύπαρξη του και πως σέρνεται στα περιθώρια τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς, σαγηνεύοντας και τις δυο πλευρές με υποσχέσεις για ένα ριζοσπαστικό, επαναστατικό μέλλον όπου η αντίπαλη πλευρά δεν θα υπάρχει πια. Ωστόσο, έχουμε αφήσει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο δίχως να το αγγίξουμε: τη «μεταφυσική» πτυχή του φασισμού που επιβίωσε του πολέμου – την πνευματική-ιερή πτυχή του που πρόσφερε κάτι περισσότερο από μια περαστική περιέργεια στην ηγεσία του. Οι ιδεολογίες του Arthur Rosenberg, του Heinrich Himmler, του Julius Evola, και αναρίθμητων άλλων ψευδο-διανοούμενων πρόσφεραν στο φασισμό ένα είδος γοητείας που δημιούργησε το ρητορικό πλαίσιο του συγκερασμού αριστεράς-δεξιάς – οράματα Νορδικών θεών πάνω στη γη, μυθικές Αρκτικές υπερφυλές, αρχαϊκά πνευματικά σημάδια που υπερβαίνουν τόσο την επιστήμη όσο και την Ιουδαιοχριστιανική ηθική, και κοσμικούς πνευματικούς όρκους πίστης σαν των σαμουράι.

Ίσως ο πιο επιδραστικός από αυτούς τους ελίτ πνευματιστές που συνέχισε και μετά το πόλεμο, ήταν ο Julius Evola. Οι ακόλουθοί του ήταν μοναδικοί στο ότι ήθελαν περισσότερα από όσα πρόσφερε ο λαϊκισμός· ήθελαν αίμα, θυσία, και υπερβία· πίστευαν σε και έγιναν μια αίρεση δολοφόνων και βομβιστών αφοσιωμένη στο να διεισδύσει στην αριστερά και να καταστρέψει την δημόσια εικόνα της με την κορύφωση της έντασης και προκαλώντας μεγαλειώδη θεάματα καταστροφής και τρόμου. Σύμφωνα με το μελλοντικό ηγέτη του φασιστικού Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος (Movimento Sociale Italiano, MSI), Giorgio Almirante, ο Evola μπορούσε να συγκριθεί με σημαντικούς αριστερούς διανοούμενους και θεωρητικούς: «[Ήταν] ο Marcuse μας, απλά καλύτερος». Ο Evola είχε τονίσει ήδη από τη δεκαετία του 1930 στην πολιτική του επιθεώρηση La Torre, «Θέλουμε ένα πιο ριζοσπαστικό Φασισμό, περισσότερο τολμηρό, ένα πραγματικά απόλυτο Φασισμό, φτιαγμένο από αγνή δύναμη, απρόσβλητο από οποιοδήποτε συμβιβασμό». Είχε την ελπίδα πως αυτή η πιθανότητα θα υλοποιούνταν δίχως να μπλέκεται στη μέση ο Mussolini. Αυτός ο Φασισμός θα αποκήρυσσε τη τάση του να βασίζεται η πολιτική εξουσία σε ένα μαζικό κίνημα, δίνοντας έμφαση αντίθετα σε μια ελίτ πολεμιστών-αριστοκρατών που θα κέρδιζαν την πνευματική εξουσία στην Ευρώπη.

Αφού συμμετείχε στο Ντανταϊστικό κίνημα ως νεαρός, ο Evola συνδέθηκε με τον παραδοσιάρχη René Guénon, που δίδασκε ένα πνευματικό δόγμα βασισμένο στις μελέτες του Αραβικών, Βουδιστικών και Ινδουιστικών κειμένων. Ο Guénon απέρριψε την υλιστική ηθική του Ιουδαιοχριστιανισμού, όπως τον πολεμοκάπηλο εθνικισμό της εποχής του, προτιμώντας μια επιστροφή στη φύση και την αίσθηση μιας εσωτερική μοναδικότητας. Όπως και η χιτλερική Savitri Devi, ο Evola συμφωνούσε με τον Guénon στο ότι ο κόσμος είχε κολλήσει σε μια σκοτεινή εποχή, μια «Kali Yuga», λόγω της επιρροής του Ιουδαιοχριστιανισμού και την επιστημονική πίστη στην πρόοδο. Ο πνευματικός φασισμός του Evola εκδόθηκε για πρώτη φορά μέσω της Ομάδας Ουρ (ΣτΜ: Gruppo di Ur), ένα μίγμα ριζοσπαστικού συνδικαλισμού, αντισημιτισμού, αντικληρικαλισμού, και του απόκρυφου. Μετά την Ομάδα Ούρ, ο Evola βράθηκε με τον Guénon στην επιμέλεια μιας σταθερής στήλης στο Il Regime Fascista, το περιοδικό του Farinacci, ενός από τους πιο αδίστακτους και μοχθηρούς ηγέτες των Μελανοχιτώνων και πρωτοπόρους του φασιστικού ρατσισμού στην Ιταλία.

Όπως και οι αποκρυφιστές στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Evola στράφηκε στο μισογύνη συγγραφέα Otto Weininger για τη θεωρία του για τα φύλα. Για τον Weininger, οι γυναίκες δεν υπάρχουν έξω από την αναγνώριση τους από τους άνδρες. Οι γυναίκες εμφανίζονταν ως ένα είδος σημείου «μηδέν», που συμβολίζονταν από μια άδεια μήτρα. Μια κοινωνία κυριαρχούνταν από υπεράνθρωπους δεν μπορούσε να διατηρήσει ισχυρή θηλυκή ταυτότητα· αντίθετα, οι γυναίκες αντιπροσώπευαν την άγρια φύση, την αγνότητα της μη σημασίας, μια ευρύτητα και μια παθητικότητα. Για ότι ενσάρκωναν οι άνδρες – ευγένεια, βία, τάξη, και σκληρότητα – οι γυναίκες έγιναν το αντίθετο: δηλαδή ένα μαλακό, πνευματικό δοχείο που οι άνδρες γεμίζουν με σημασία.

Για τον Evola, ο πολιτισμός σήμαινε την κοινωνική καταπίεση του ανθρώπινου πνεύματος και ιδιαίτερα την επίτευξη μεγαλείου από το αρσενικό άτομο. Σπουδαιότερη από το μαζικό πολιτισμό, για τον Evola, ήταν η κουλτούρα, την οποία κατανοούσε ως κάτι που έπρεπε να φυλάνε προσεκτικά οι ελίτ, για να στρέφουν την ενέργεια των μαζών προς τη καταστροφή, αφήνοντας τα υψηλότερα κλιμάκια των πνευματικών πολεμιστών να παίζουν στις στάχτες. Ο Evola αυτό-προσδιορίστηκε ως αμετακίνητος αντιδραστικός, αντεπαναστάτης απόλυτα απαισιόδοξος με την έννοια της ανθρώπινης προόδου. Ο υπεράνθρωπος που παρουσίασε ο Evola, ήταν αριστοκρατικός και κάποιες φορές αναρχικός. Ο Evola αποδέχτηκε την εγωιστική επιρροή του Stirner μέσα από την ιδέα της απόλυτης ελευθερίας  του ατόμου, φιλοδοξώντας να γίνει το «απόλυτο άτομο» που διατηρεί μια σύνδεση με ολόκληρο το σύμπαν πέρα από το σώμα. Συμφωνούσε με την κριτική του Farinacci, προς τον Mussolini ως υπερβολικά μετριοπαθή και κοιτούσε με περιφρόνηση τις συμφωνίες του Mussolini με τη Καθολική Εκκλησία.

Σύμφωνα με τον εβολιανό ρατσισμό, η Άρια φυλή είναι το απόγειο αρετών όπως η τιμή, η πίστη, και το κουράγιο. Οι λαοί των άλλων φυλών μπορούσαν να ανέβουν στην Άρια επίπεδα μόνο μέσω πνευματικής και πολιτιστικής εξάσκησης. Τίποτα δεν έπρεπε να καταπολεμηθεί περισσότερο, σύμφωνα με τον Evola, από την αντίληψη πως οι Άριοι είναι ίσοι με τους μη λευκούς: «Περνάμε από το θεωρητικό πεδίο στο πρακτικό, ή στον ‘ενεργητικό ρατσισμό’, κάθε φορά που παίρνουμε θέση απέναντι στα φυλετικά συστατικά ενός συγκεκριμένου έθνους, αρνούμενοι να αναγνωρίσουμε σε όλους την ίδια αξία, την ίδια αξιοπρέπεια, και το ίδιο δικαίωμα στο να δώσουν το τόνο και τη μορφή στο σύνολο». Για τον Evola, «ενεργός ρατσισμός» σήμαινε την άμυνα της Άριας αξιοπρέπειας με κάθε μέσο. Αηδιάζοντας στην ιδέα πως θα έπρεπε να μοιραστεί τις ίδιες συνθήκες με εργάτες και μη-Ιταλούς, έγραψε, «η δήθεν βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται όχι ως καλό, αλλά ως κακό».

Το 1937, τη χρονιά πριν από τους διαβόητους φυλετικούς νόμους στην Ιταλία, ο Evola έγραψε στον Υπουργό Μαζικής Κουλτούρας (ΣτΜ: το Υπουργείο Τύπου και Προπαγάνδας, όπως ήταν γνωστό πριν το 1936), πως είχε αφιερωθεί σε ένα δεκαετή πόλεμο «για να δώσει μια αντισημιτική κατεύθυνση στη Φασιστική πνευματικότητα». Αν και επέκρινε με δριμύτητα τον λαϊκισμό του Mussolini, οι επίσημοι φυλετικοί νόμοι του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος (Partito Nazionale Fascista, PNF) ήταν επηρεασμένοι από την ιδεολογία του Evola, και το μετέπειτα δόγμα του πάνω στις φυλές χαιρετίστηκε από τον ίδιο τον Mussolini. Τη χρονιά που επιτεύχθηκε η αποστολή του Evola, ο Farinacci, σύντροφός του στο Il Regime Fascista, πήρε θέση στο Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο και ανέλαβε υπουργικό πόστο για την επιβολή των φυλετικών νόμων. Ο Evola ωστόσο προτιμούσε να παραμείνει εκτός πολιτικού ακτιβισμού. «Ο ακτιβιστικός κόσμος είναι ουσιαστικά ένας κόσμος πληβείων και δίχως ουσία, που κυβερνάται από το δαίμονα του κολεκτιβισμού», έγραφε το 1943 ο Evola έγραψε. «Δεν είναι μόνο η σκηνή του θριάμβου αυτού που ονομάζεται «ιδανικό ζώο», αλλά επίσης ένας κόσμος… όπου η δράση, η δύναμη, ο αγώνας, και ακόμη και ο ηρωισμός και η θυσία φαίνονται να γίνονται όλο και πιο παράλογα, στερημένα από το φως, «στοιχειώδη», και εντελώς γήινα». Αν και τελικά αναπόφευκτος για τον «υπεράνθρωπο» ο πολιτικός ακτιβισμός, για τον Evola, παρέμενε ανίκανος να χαλιναγωγήσει την πνευματική δύναμη και να την χρησιμοποιήσει όπως αυτός θέλει. Μόνο ένα πνευματικό «δόγμα αφύπνισης» μπορούσε να το επιτύχει αυτό.

«Όσο για τα δόγματα του ‘υπεράνθρωπου’, είναι βασισμένα στην ενίσχυση των ζωτικών ενεργειών και του «Εγώ», τέτοιες που θα γεννήσουν την ιδιότητες της ανωτερότητας και του ακατάβλητου απέναντι σε κάθε τραγωδία, σε κάθε δυστυχία, σε κάθε ανθρώπινη αδυναμία, μια ανόθευτη δύναμη, που αν και μπορεί να λυγίσει, δεν μπορεί να σπάσει, μια θέληση για δύναμη που αψηφά ανθρώπους και θεούς». Σύμφωνα με τον Evola, αυτός ο Άριος υπεράνθρωπος ζούσε αρχικά στην Υπερβόρεια, το Αρκτικό επίκεντρο της ανθρώπινης προέλευσης. Στη συνέχεια οι Υπερβόρειοι παράκμασαν, ταξιδεύοντας αργά προς το νότο και χάνοντας την παγωμένη τους υπερβατικότητα. Όσο πιο νότια ταξίδευαν οι Υπερβόρειοι, τόσο πιο πιθηκόμορφοι γινόντουσαν, περιγράφοντας την ιστορία του κόσμου ως αυτή της αποεξέλιξης προς μη σκεπτόμενα, θηλυπρεπή είδη με ελάχιστη ή καμιά σύνδεση με την πατρογονική τους γη στην Αρκτική. Η ανθρωπότητα με την αφύπνιση στις πνευματικές πρακτικές, που είναι βαθιά ριζωμένες στις παραδόσεις του Άριου μύθου, μπορεί να επανέρθει σε επίπεδα υπεράνθρωπου.

Μετά την κατοχή της Ρώμης από τους Συμμάχους το 1943, ο Evola μετακόμισε στην Βιέννη, στην Αυστρία, για να δουλέψει με τα SS, όπου φαντάστηκε πως ένα ολόκληρο σύμπαν ανωτερότητας μπορούσε να γεννηθεί από το τίποτα μέσω αρχαίων κειμένων και αποκρυφιστικών τεχνουργημάτων. Ενώ διατηρούσε μια αίσθηση ανωτερότητας απέναντι στο φασιστικό κόμμα του Mussolini, ο Evola πίστευε πως τα SS αποτελούσαν τα θεμέλια για ένα ιδανικό Ordenstaat, Κράτος Τάξης. Δυστυχώς για αυτόν, το έργο των SS ήταν πιο αμβλύ από όσο θα ήθελε. Έχοντας παραλύσει από τη μέση και κάτω από ένα βλήμα στη διάρκεια μιας βόλτας, στη μέση ενός Συμμαχικού βομβαρδισμού για να δοκιμάσει τη θέληση του, ο Evola επέστρεψε στη Ρώμη απογοητευμένος. Μετά το πόλεμο όμως, η επίκληση του Evola στη βία και την άμεση δράση ενάντια στο NATO θα γινόταν σημαντική επιρροή μέσα στο αναγεννημένο παγκόσμιο φασιστικό κίνημα.

Savitri Devi και ο Άριος Μύθος

Τα μυστικιστικά διδάγματα του Evola συνδέθηκαν με τον αναπτυσσόμενο μεταπολεμικό εσωτερικό φασισμό που έστελνε τους αποστόλους του σε όλο το κόσμο. Η αρχιέρεια του ήταν η Savitri Devi. Γεννημένη στη Γαλλία, παιδί μιας εύπορης ελληνικής οικογένειας, η Devi αναμίχθηκε από νεαρή ηλικία με τους πνευματικούς κύκλους του Ναζισμού. Στη διάρκεια του πολέμου, ανέλαβε μια πνευματική και πολιτική αποστολή στην Ινδία για να μελετήσει αυτό που θεωρούσε τα ιερά κείμενα της καταγωγής της Άριας φυλής. Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1930, η Devi είχε αποκτήσει σχέσεις με το Ινδουιστικό εθνικιστικό κίνημα, επικροτώντας την αρχή της Hindutva (Ινδικότητας) που δίδασκε ο V.K. Savarkar (ΣτΜ: η πολιτική ιδεολογία του Λαϊκού Κόμματος της Ινδίας, BJP, του σημερινού πρωθυπουργού Narendra Modi), που έκανε την ακραία δήλωση πως οι Ινδουιστές Ινδοί πρέπει να αντιμετωπίζουν τους Μουσουλμάνους όπως οι Ναζί τους Εβραίους. Η Devi έλεγε πως στράφηκε προς τον Ινδουισμό επειδή της άνοιξε τα μάτια στην σχετική ασημαντότητα της ανθρωπότητας πάνω στη γη. λόγω αυτής της ασημαντότητας, η Devi θεωρούσε όλες τις «μη Άριες φυλές ως παράσιτα πάνω στις απαραίτητες ζωτικές ενέργειες για την καλλιέργεια της πνευματικά εξελιγμένης κυρίαρχης φυλής».

Όπως και οι αποκρυφιστές μύστες που προηγήθηκαν, η Devi πίστευε με ζήλο στον «νέο άνθρωπο», από τον οποίο η βία δεν είναι τίποτα λιγότερο από πνευματικό καθήκον. Οργάνωσε τα γεωγραφικά κέντρα του δικού της συστήματος πίστης γύρω από την Ινδία και την Αίγυπτο, εστιάζοντας στον υποτιθέμενα Άριο φαραώ, Ακενατόν, όπως και τις διδαχές των Θιβετιανών πνευματικών ηγετών για τους οποίους πίστευε πως λειτουργούσαν ως διαμεσολαβητές μεταξύ της σύγχρονης ανθρωπότητας και της Λεμουριανής ριζικής φυλής που είχε περιγραφεί από την Madame Blavatsky (ΣτΜ: Helena Petrovna Blavatsky, η συνιδρύτρια της Θεοσοφικής Εταιρίας). Στο ευρύ πνευματικό της δόγμα, η Devi συνέδεε μεταξύ τους μια συλλογή κειμένων ώστε να βρει την γνώση της λευκής σοβινιστικής δύναμης που θα μπορούσε να αναγεννήσει το Ναζισμό και την επιστροφή της ιερής σύνδεσης μεταξύ της ανθρωπότητας και των Υπερβόρειων προγόνων της.

Μετά το 3ο Παγκόσμιο Πόλεμο τα βιβλία της Devi μπορούσαν να έχουν μόνο κρυφές αναφορές στον ήρωα της, τον Adolf Hitler, τον οποίο έλεγε πως στέκονταν ανάμεσα σε άλλους υπερανθρώπους όπως ο Ιησούς Χριστός, ο Άγιος Παύλος, ο Ακενατόν, και ο Βούδας, ως τον σπουδαιότερο «Άνθρωπο απέναντι στο Χρόνο» μέσα στη σύντομη ιστορία της ανθρωπότητας. Για την Devi, η χρήση των ελίτ δυνάμεων από το Hitler, των SS, ήταν η αξιοποίηση των επίγειων δυνάμεων του πόνου και της αγωνίας στην υπηρεσία του οικουμενικού, πνευματικού ιδεώδους. Το έμβλημα με την νεκροκεφαλή των SS (Totenkopf) συμβόλιζε αυτή τη χρήση επίγειας βίας για την άνοδο της ιεραρχίας του αίματος. Η σχολαστική, λιτή πειθαρχία που υπήρχε στα SS στις γενοκτονικές τους εκστρατείες έδειχνε την τελειότητα του αίματος μέσα από την ιερή αγνότητα και τάξη.

Όπως και ο Himmler, που αυτοκτόνησε στο τέλος του πολέμου, η Devi εξυμνούσε τα ζώα και τη φύση σε εκατοντάδες σελίδες που κατέγραφε την πνευματική ποιότητα και σημασία της ζωής των ζώων. Για να ελαχιστοποιηθούν τα ελαττώματα της ανθρωπότητας προωθούσε την χορτοφαγία και την βιοκεντρική ηθική, παρόμοια με το σημερινό κίνημα της βαθιάς οικολογίας. Ξεκινώντας ένα προσκύνημα σε «ιερούς τόπους» του Ναζισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη, η Devi έλεγε πως βίωνε τις εκστάσεις ενός μύστη καθώς εκτελούσε ιερές τελετές σε τάφους και ναούς. Ενώ προπαγάνδιζε την επιστροφή του Ναζισμού από την Ινδία ως την Ισπανία, η Devi βρέθηκε σε ένα στενό κύκλο φασιστών ακτιβιστών, και αυτή, μαζί με τον Evola, αναδείχτηκε ως μια από τις κυριότερες πνευματικές ηγέτιδες του νεοφασισμού.

Ο Francis Parker Yockey και η «Παγκόσμια Ιδέα»

Μεταξύ των πιο αφοσιωμένων οπαδών του Evola που συναντήθηκαν με τον Otto Strasser, τον Otto Remer, και τον Oswald Mosley σε ένα συνέδριο του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Κινήματος στη Νάπολη, ήταν και ένας Ναζί από τις Ηνωμένες Πολιτείες με το όνομα Francis Parker Yockey, που επεδίωκε να ενώσει τους φασίστες σε ένα δίκτυο ακτιβιστών και να ανατρέψει τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Ευρώπη. Πιθανώς δρώντας ως πράκτορας των Ναζί στη διάρκεια του πολέμου, ο Yockey με κάποιο τρόπο κατάφερε να γίνει προσληφθεί ως μέλος της ομάδας κατηγόρων στη Νυρεμβέργη πριν συγκρουστεί με τους υποτιθέμενους συναδέλφους του. Δημοσιευμένο το 1949, το βιβλίο του Imperium θα επηρέαζε σημαντικά τη φασιστική σκέψη – συγκεκριμένα, με την ενθάρρυνση μιας απόλυτης πολιτιστικής στροφής μέσα στο φασιστικό στρατόπεδο. Καθώς ο Remer απολάμβανε τις σελίδες του,το ναζιστικό έντυπο με έδρα το Μπουένος Άιρες, Der Weg καλωσόρισε το Imperium ως «η βίβλος της επόμενης μεγάλης Ευρωπαϊκής επανάστασης». Ο Evola επίσης δημοσίευσε τους εγκωμιασμούς του {για το βιβλίο].

Η ιδεολογική σύζευξη της αριστεράς και της δεξιάς του Yockey θα έθετε τα πρότυπα για το υπόλοιπο του αιώνα. Για τον Yockey, ο σοσιαλισμός είναι «η μορφή μιας εποχής πολιτικού Ιμπεριαλισμού, Εξουσίας, ιστορικής φιλοσοφίας, υπερπροσωπικού πολιτικού χρέους». Ο καπιταλισμός ανήκει στο παρελθόν, ο σοσιαλισμός στο μέλλον, και «η μόνη διαφορά μεταξύ των τύπων του Σοσιαλισμού είναι μεταξύ αποτελεσματικού και αναποτελεσματικού, αδύναμου και δυνατού, δειλού και τολμηρού». Όπως και ο Mussolini, ο Yockey πίστευε σε ένα σοσιαλισμό των παραγωγών, ηρωικό μόνο όταν είναι εθνικιστικός.

Για τον Yockey, τα ευρωπαϊκά έθνη αποτελούν ένα «πνευματικό οργανισμό» που παίρνει μορφή μέσα από μια «Παγκόσμια Ιδέα». Είναι η έκφραση της ουσίας της σε πολιτιστική μορφή. Τέτοιου τύπου ιδέες είναι «ζωντανές, αναπνέοντα και παλλόμενα… ανώτερα όντα» που «αξιοποιούν τα ανθρώπινα όντα για τους σκοπούς τους». Αυτά τα ανώτερα πνεύματα μετουσιώνονται στη φυλή, πίστευε ο Yockey: «Η φυλή, με την αντικειμενική έννοια, είναι η πνευματικο-βιολογική κοινότητα  μιας ομάδας… από κάτω είναι ο δυνατός, πρωτόγονος χτύπος του κοσμικού ρυθμού μιας συγκεκριμένης γενιάς· από πάνω είναι τον μορφοποιό, δημιουργικό, οδηγό Πεπρωμένο μιας Υψηλής Κουλτούρας». Έτσι η φυλή, για τον Yockey, καταλήγει να σημαίνει κάτι τόσο βιολογικό όσο και πνευματικό, που χτίζει «ισχυρό χαρακτήρα, αυτοπειθαρχία, την απόρριψη της αδυναμίας, που επιδιώκει την τελειότητα, την ανωτερότητα και την αρχηγία». Στο ενδιάμεσο η κουλτούρα γίνεται η έμφυτη ενεργοποίηση ενός υπερβατικού, πνευματικού οργανισμού – τις καθημερινές πρακτικές και τελετές αναπαραγωγής, όπως η τέχνη, η μουσική, των αθλημάτων, και του φαγητού, όλα ταγμένα προς την τελειότητα του ατόμου και του συνόλου. Πέρα από τον εθνικισμό, η φυλή εκπληρώνει την «Παγκόσμια Ιδέα» την οποία ο Yockey ισχυρίζονταν πως αντιλαμβάνονταν ως ισοδύναμο της ιστορίας της αποικιοκρατικής κυριαρχίας. Ωστόσο για αυτόν, η λευκή κουλτούρα παρέμενε υπό άμεση απειλή.

Ο σκοπό του παρέμενε ξεκάθαρος: ένα είδος εθνικοσοσιαλιστικής διεθνούς. «Η Διεθνής της εποχής μας  έρχεται σε μια περίοδο όταν το Πνεύμα της Εποχής έχει ξεπεράσει τον εθνικισμό. Η Εποχή της Απόλυτης Πολιτικής δεν θα ανεχθεί τον ασήμαντο Κρατισμό», δήλωνε ο Yockey. Όπως και ο Hitler, η αντίληψη του  Yockey περί «ασήμαντου Κρατισμού» σήμαινε την επιστροφή στη κριτική της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και ακόμη και σε κάποιες περιορισμένες μορφές μοναρχίας, οδηγώντας τον στην αναζήτηση μιας υψηλότερης, πνευματικής ενότητας στο imperium. Όπως τόσοι πολλοί φασίστες, αναζήτηση ενός είδους πνευματικής αυτοκρατορίας από του Yockey, έφερε το θαυμασμό των ατομιστών: «Η αναρχία, η ριζοσπαστική άρνηση του Κράτους, και οποιασδήποτε οργάνωσης, είναι μια ιδέα γνήσιας πολιτικής δύναμης. Είναι αντιπολιτική στη θεωρία της, αλλά η έντασή της είναι πολιτική με τον μόνο τρόπο που η πολιτική μπορεί να εκφραστεί, δηλαδή μπορεί να φέρει τους ανθρώπους στην υπηρεσία της και να τους παρατάξει εναντίον άλλων ως εχθρών τους». άμεσα, ο φυλετικός σοσιαλισμός γίνεται μια δύναμη του ιμπεριαλισμού και εξουσίας βασισμένη σε μια διεθνιστική, ημιπολιτική θεωρία που βλέπει τον εαυτό της ως ένα βήμα πέρα από τη κρίση του πολιτισμού προς το οργανικό μέλλον.

Μετά την έκδοση του Imperium, ο Yockey περιόδευσε ασταμάτητα στην Ευρώπη με ένα μπαούλο γεμάτο με έγγραφα και βιβλία, διευρύνοντας το δίκτυο του μεταπολεμικού φασισμού. Για μια περίοδο, εργάστηκε στενά με τον Mosley στη Βρετανία, αλλά αυτό τελείωσε όταν ο Mosley τουν χτύπησε στο πρόσωπο στο Χάιντ Πάρκ.

Ο Yockey εκείνη τη περίοδο, γεφύρωνε το διερευνώμενο κενό μεταξύ του Mosley και του Strasser. Συνεργάστηκε προσωπικά με τον πρώην συνεργάτη του Strasser και συνιδρυτή του Μαύρου Μετώπου (Black Front), Alfred Franke-Gricksch, που τον έφερε σε επαφή με τους κύκλους της Bruderschaft (Αδελφότητα), ένα από τα πιο οργανωμένα φασιστικά δίκτυα στη μεταπολεμική Γερμανία. Η Αδελφότητα επεδίωκε την κατάληψη της εξουσίας «μέσα από αργή και μεθοδική διείσδυση σε κυβερνητικές και κομματικές θέσεις, υπό τη κάλυψη τέτοιας μυστικότητας  ή κάλυψης που είναι απαραίτητη για την επιτυχία της επιχείρησης». Ο Franke-Grickisch θα εξαφανίζονταν στη Σοβιετική Ένωση αφού ταξίδεψε πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, ο Yockey όμως κατάφερε να δημιουργήσει ένα εσωτερικό κύκλο από τις επαφές του με την Αδελφότητα, τον οποίο ονόμασε Ευρωπαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ELF).

Σύμφωνα με τον συνιδρυτή του, Anthony Gannon, «Ξέραμε πως ΔΕΝ υπήρχε περίπτωση για ένα μαζικό κίνημα να πετύχει στην κυρίαρχη πολιτική/οικονομική κατάσταση εκείνη τη περίοδο, ή βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα. Το ELF αντίθετα προσπάθησε να «αναλάβει άμεση δράση ενάντια στις αμερικάνικες βάσεις στην Αγγλία», αποσταθεροποιώντας την φιλελεύθερη δημοκρατία και να προκαλέσει μια επανάσταση από τα κάτω βασισμένη στη κουλτούρα πάρα στο πολιτισμό. Το βασικό έγγραφο προπαγάνδας του ELF, η Διακήρυξη του Λονδίνου του 1948 )στη πραγματικότητα δημοσιεύτηκε το 1949 και γράφτηκε στο Βέλγιο), απέρριπτε το NATO και την ανάμειξη των ΗΠΑ στην Ευρώπη ενώ διατηρούσε μια ελπίδα για τη Ρωσία, όπου «η Δυτική Κουλτούρα είναι ενστικτώδης, μια Ιδέα».

Το Σατανικό Κοπάδι του Yockey

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, πολλοί από του οπαδούς του Yockey χρηματοδότησαν και ηγήθηκαν του Κόμματος Εθνικής Αναγέννησης (National Renaissance Party, NPR) προς μια ψευδο-αριστερή φασιστική θέση με την ελπίδα πως ο σταλινισμός θα οδηγούσε τελικά το κόσμο στο φασισμό. Μεταξύ του συφερτού που αναμίχτηκε στη δημιουργία του NPR ήταν ένας Νεοϋορκέζος με το όνομα James H. Madole και ένας Γερμανοαμερικάνος με το όνομα Frederick Charles Weiss. Αυτοί οι δύο προωθούσαν το NPR δηλώνοντας πως «ότι έκανε ο Hitler σ την Ευρώπη, θα έκανε το Κόμμα Εθνικής Αναγέννησης στις ΗΠΑ». Ο Madole ασκούσε συγκριτιστικό αποκρυφισμό που συνδύαζε τις θεοσοφιστικές ιδέες της Madame Blavatsky με την «μαγεία» (magick) του Aleister Crowley, αναπτύσσοντας ένα δεσμό μεταξύ Σατανισμού και φασιστικού αποκρυφισμού που όπως ο ερευνητής Nicholas Goodrick-Clarke σημειώνει, «ανέμενε τις παγανιστικές συμμαχίες των νεοναζί και των σατανιστών στη δεκαετία του 1990».

Για κάποιους φασίστες που επιχειρούσαν να συρθούν έξω από τη λήθη μετά το πόλεμο, ο Σατανισμός έμοιαζε να είναι ένας βιώσιμος σύνδεσμος με τις πρωτοφασιστικές βάσεις. Ο Σατανισμός διατήρησε μια σύνδεση με την παγανιστική αναγέννηση και το αποκρυφιστικό στρατόπεδο, που περιλάμβανε το Θεοσοφισμό, τον Αριοσοφισμό, την αίρεση του Crowley (Ordo Templi Orientis), και την Germanenorden (Γερμανικό ή Τευτονικό Τάγμα), μια μυστική, εθνικιστική αίρεση με παραρτήματα που απλώνονται σε όλη τη Γερμανία. Τα τελευταία περιλαμβάνουν ένα μικρό παράρτημα στη Βαυαρία που είναι γνωστό ως Εταιρία της Θούλης, από την οποία βγήκαν πολλά από τα υψηλόβαθμα μέλη του Ναζιστικού Κόμματος. Κοιτώντας από μακριά τα συστατικά που αποτελούσαν ένα είδος πρώιμου φασιστικού μοντέλου, το πνευματικό στοιχείο έμοιαζε στον Madole και σε άλλους ως αναπόσπαστο.

Η συγκριτική σατανιστική ιδεολογία του Madole επαναλήφθηκε από άλλους δεκαετίες αργότερα. Ένας τέτοιος επίγονος ήταν Εθνικοσοσιαλιστικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (National Socialist Liberation Front, NSFL). Με όνομα εμπνευσμένο από το Ευρωπαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο του Yockey, το NSFL διασπάστηκε από το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα των Λευκών Ανθρώπων (National Socialist White People’s Party, NSWPP, ΣτΜ: η τότε ονομασία του Αμερικάνικου Ναζιστικού Κόμματος) το 1974. Καθοδηγούμενο από ένα μακρυμάλλη, Ναζί που κάπνιζε χόρτο με το όνομα Joseph Charles Tommasi, το NSLF πρότεινε τη βία ενάντια στην «Εβραϊκή δομή εξουσίας» και δημοσίευε προπαγάνδα που περιλάμβανε μια διάσημη αφίσα με ένα σκιώδες, οπλισμένο περίστροφο και τα λόγια «Το μέλλον ανήκει στους ελάχιστους που είναι ακόμη πρόθυμοι να λερώσουν τα χέρια τους – Πολιτική Τρομοκρατία, είναι το μόνο που καταλαβαίνουν». Ο πρωταρχικός στόχος του Tommasi ήταν να δημιουργήσει χάος και να ανατρέψει το «Σύστημα», να προκαλέσει φυλετικό πόλεμο και την τελική «απελευθέρωση» της λευκής φυλής. Όπως και οι αριστεροί, η οργάνωση προωθούσε την ένοπλη πάλη από την οπτική της εργατικής τάξης – η βασική διαφορά ήταν το αντισημιτικό και ρατσιστικό μήνυμα. Επίσης όπως οι αριστερές οργανώσεις της περιόδου, το Μέτωπο του Tommasi είχε ελάχιστο αντίκτυπο και διαλύθηκε σύντομα.

Ωστόσο η κληρονομιά του Tommasi άντεξε. Ο περιθωριακός και από καιρό ναζιστής James Nolan Mason αναδημιούργησε το NSFL για να ξεκινήσει ανταρτοπόλεμο ενάντια σε αυτό που αναγνώριζε ως τη Κατεχόμενη από Σιωνιστές Κυβέρνηση (ZOG). Ανασταίνοντας το παλιό εθνικοσοσιαλιστικό έντυπο του Tommasi από τη δεκαετία του 1960, Siege, ο Mason διέδωσε το μαχητικό μήνυμα για «ένοπλη πάλη» ενάντια στο «Σύστημα» μέσα από βομβιστικές επιθέσεις, δολοφονίες, και φόνους φυλετικά μικτών ζευγαριών. Ο Mason γοητεύονταν ιδιαίτερα από το απόκρυφο, το Σατανισμό, και ιδιαίτερα τον Charles Manson. Όπως θα δούμε η συνέχιση από τον Mason του σατανιστικού εθνικοσοσιαλισμού θα επηρέαζε μια σημαντική αναπτυσσόμενη υποκουλτούρα μέσα στο φασιστικό κίνημα , που συνδύαζε την απογοήτευση με το χριστιανισμό και μια αντίληψη ενός δυνατού, ελιτιστικού ατόμου του οποίου η σκληρότητα το ανεβάζει πάνω από το κοπάδι και του επιτρέπει να εκμεταλλευτεί, να κατακτήσει, και να εξουσιάσει κατά βούληση.

Άσατρου και Οντινισμός

Ούτε η εκστατική βία του Evola, ή ο Ινδο-Αριανικός μυστικισμός της Devi, ή η σχεδόν γνωστικιστική κοσμολογία του Yockey ούτε η σατανική επιρροή του συντρόφου του θα αποδεικνύονταν απαραίτητα ισοδύναμες. Στη πράξη, συμβάλλαν σε ένα περίπλοκο πεδίο εικόνων και συζητήσεων που καθοδηγούνταν από φασίστες σε αναζήτηση απόδειξης και δοκιμής των μεμονωμένων ιδεολογιών τους. Καμία πνευματική πίστη ίσως δεν έχει εξελιχθεί σε σημαντικότερη στο πεδίο αυτό από τον Οντινισμό.

Το σημαντικότερο άτομο που δημιούργησε πρόχειρα ένα Νορδικό φασισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν η Else Christensen, γεννημένη Else Oscher στη δυτική ακτή της Δανίας το 1913. Η Christensen συμμετείχε στα επαναστατικά ρεύματα της χώρας της τη δεκαετία του 1930, που περιλάμβαναν συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών φραξιών που επιζητούσαν τη πολιτική εξουσία, από Τροτσκιστές και Σταλινικούς ως εθνικοσοσιαλιστές και αναρχοσυνδικαλιστές. Αρχικά, η Christensen τάχθηκε με τους τελευταίους, αλλά σύντομα μετακινήθηκε προς τη στρασσερική φράξια. Τελικά παντρεύτηκε τον Aage Alex Christensen του Εθνικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Δανίας, που διατήρησε μια εθνομπολσεβίκικη χροιά.

Μετά το πόλεμο, η Else Christensen στράφηκε σε διεθνείς ακτιβιστές του λευκού σοβινισμού όπως ο David Duke και ένας Οντινιστής με το όνομα Alexander Rud Mills. Επηρεασμένη από τον Mills και τον Yockey, η Christensen διαπίστωσε πως στο ασυνείδητο μυαλό των ευρωπαϊκών λαών βρίσκονταν «η σοφία των προχριστιανικών προπατόρων μας που σήμερα ονομάζουμε Οντινισμό, και που εκφράζει την ουσία του έθνους μας πάνω στο ηθικό και θρησκευτικό πεδίο». Με αυτό το είδος μεταιχμιακού Οντινισμού του ασυνείδητου, η Christensen προσπάθησε να καλύψει τις ρατσιστικές ιδέες με μια πιο αποδεκτή επικάλυψη ώστε να μεταμφιέσει τον εσωτερικό της φασισμό.

Η Cristensen δημιούργησε την Οντινιστική Συντροφιά (Odinist Fellowship) το 1969 για να διδάξει το «μάθημα» της ναζιστικής εξουσίας: πως ο Hitler απέτυχε επειδή εξολόθρευσε την στρασσερική πτέρυγα και ενώθηκε με τη δεξιά. Βάσισε τις δικές της ιδέες εν μέρει στο έργο της ισπανικής οργάνωσης Juntas de Ofensiva Nacional-Sindicalista (Ένωση για την Εθνικο-Συνδικαλιστική Επίθεση) του Ramiro Ledesma Ramos. Η Christensen ήταν αντίθετη με τον «αντιδραστικό φρανκικό απολυταρχισμό» επειδή πίστευε πως η Άρια ελευθερία είναι ουσιαστικά αναρχική και κοινοτιστική με έναν ιδιαίτερα παραδοσιακό (folkish) τρόπο. Κάλεσε τους «Άριους» να «επανέρθουν στις φυλές τους» (retribalization), μιας και «ένα ιδιαίτερο είδος σοσιαλισμού είναι έμφυτο στον φυλετισμό». Έτσι, η εκδοχή του Οντινισμού της Christensen δίδασκε όπως θα «τιμούσε τη ποικιλία της φύσης , συμπεριλαμβανόμενης της φυσικής ποικιλομορφίας των ανθρώπινων όντων», δίχως να εγκαταλείπει τον λευκό σοβινισμό.

Η Christensen ήταν ξεκάθαρη για τις στρατηγικές δυνάμεις της προσέγγισης της. «Πρέπει να πας στη πίσω πόρτα!» διατύπωσε. «Κανένας δεν μπορεί να κατηγορήσει αυτό που είπαμε, γιατί το είπαμε με τέτοιο τρόπο που δεν μπορεί να χτυπηθεί. Πρέπει ακόμα να το κάνουμε αυτό… Όλοι γνωρίζουν πως οι Εβραίοι κυβερνάνε ολόκληρο τον αναθεματισμένο το κόσμο, ώστε να μη μπορείς να πολεμήσεις τις συνδυασμένες τους δυνάμεις. Πρέπει να προσέχεις τα βήματά σου». Όποιος σημειώνει ο ερευνητής Mattias Gardell: «Αυτάρκεις, οικολογικά βιώσιμες, μονοφυλετικές φυλές, λέει η Christensen, θα μπορούσαν να είναι μια πρακτική μέθοδος αναπροσδιορισμού του αμερικάνικου ομοσπονδισμού και για την ίδρυση μιας Οντινιστικής ένωσης Άριων δημοκρατιών». Μια από τις βασικές μορφές ιδεολογικής εξάπλωσης της Christensen έγινε μια αποστολή στις φυλακές, που επέτρεψε τη διάδοση του Οντινισμού στο πληθυσμό των φυλακών. Η Οντινιστική Συντροφιά όμως ήταν περισσότερο αφιερωμένη στη φυλετική επίγνωση παρά στις τελετές και πρακτικές.

Αντίθετος με την Οντινιστική Συντροφιά, ένας άλλος παγανιστής με το όνομα Stephen McNallen δημιούργησε την Ελεύθερη Συνάθροισης Άσατρου (Asatru Free Assembly) το 1976 με πολύ παρόμοιο, αν και διακριτό και συχνά αντιθετικό, πλαίσιο ιδεών. Με μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το πνευματισμό από ότι για τον εθνικοσοσιαλισμό, ο McNallen  ανέπτυξε την Άσατρου σε ένα κίνημα εστιασμένο περισσότερο καθαρά σε τελετές, συγκεντρώσεις και συναντήσεις. Ο McNallen ωστόσο διατηρεί τον «μεταγενετικό» λόγο του εθνικού Οντινισμού, και ακόμη και δανείστηκε από το δοκίμιο του Carl Jung, Wotan, στο οποίο ο τελευταίος βλέπει τον Hitler ως προσωποποίηση του αρχέτυπου του Βοτάν/Όντιν στο συλλογικό ασυνείδητο του γερμανικού λαού. Ο McNallen προειδοποιεί τους μη Άριους να μείνουν μακριά από την Άσατρου:

«Πιστεύω είναι πικρά γελασμένοι αν προσπαθήσουν να πάρουν τους προγόνους μου. Πρέπει να κοιτάξουν στις δικές τους προγονικές γραμμές. Για εμένα, η ένταξη σε οποιαδήποτε προγονική θρησκεία δεν είναι τόσο απλό όσο να αποφασίζεις πως θα ενταχθείς στη Στοά της Άλκης ή πως θα πας στη τοπική λέσχη μπριτζ. Δεν εντάσσεσαι σε κάτι που υπάρχει εκεί ακριβώς στη δεδομένη χρονική στιγμή. Αυτό στο οποίο εντάσσεσαι περιλαμβάνει στη πραγματικότητα μια ολόκληρη σειρά από προγόνους. Το ‘εμείς’ που βλέπουμε τώρα δεν είναι παρά η απειροελάχιστη κορυφή του παγόβουνου. Αλλά να οικειοποιηθούν τη ψυχή μας, να οικειοποιηθούν αυτό το οποίο είναι ένα εσωτερικό κομμάτι μας, είναι το να οικειοποιηθούν επίσης όλους αυτούς τους προγόνους. Δεν νομίζω πως μπορείς να το κάνεις αυτό αυθαίρετα. Δεν θα μπορέσω ποτέ να είμαι Αμερικάνος Ινδιάνος. Δεν θα μπορέσω ποτέ να είμαι μαύρος άνθρωπος. Δεν θέλω να είμαι τίποτα από όλα αυτά. Θέλω να ακολουθήσω τους δικούς μου προγόνους και το δικό μου δρόμο. Με τον ίδιο τρόπο, θα τους ενθάρρυνα να κάνουν το ίδιο».

Ενώ ξεκάθαρα ο McNallen προωθεί το Άσατρου ως φυλετικό κίνημα, επίσης προσπάθησε να καθαρίσει το κίνημα του από ανοιχτά ναζιστές , απαγορεύοντας στολές και διακριτικά από τις συναντήσεις τους, οδηγώντας σε νέες αποσχίσεις ομάδων με πιο εμφανείς λευκές σοβινιστικές πολιτικές.

Ωστόσο ο Gardell λέει πως η απολίτικη στάση της επόμενης ομάδας του McNallen, της Λαϊκής Συνάθροισης Άσατρου, έχει «πολιτικές προεκτάσεις… που περιστρέφονται γύρω από ένα κάλεσμα για αποκέντρωση με όρους ριζοσπαστικού τοπικισμού, φυλετικού κοινοτισμού, και τζεφερσόνιου ρεπουμπλικανισμού». Αυτές οι πολιτικά εθνοτικές/εθνικιστικές θέσεις τονίζουν την αντίληψη πως «Σώμα, μυαλό, και πνεύμα διαμορφώθηκαν από τη ζωή σε τεχνητά αστικά περιβάλλοντα. Σε πόλεμο με τον εαυτό του, ο αποξενωμένος άνθρωπος αγκάλιασε τις οικουμενικές έννοιες της θρησκείας και πολιτικής που τώρα απειλούν να καταστρέψουν τα απομεινάρια κάθε οργανικής αυτόχθονης κουλτούρας από προσώπου γης».

Από τις τεράστιες εθνικιστικές μηχανές των φασιστικών κρατών της περιόδου του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου που επεδίωκαν την «απόλυτη κινητοποίηση» των μαζών των λαών, οι φασίστες στράφηκαν πίσω σε αυτό που οραματίστηκαν πως ήταν οι καθαρές της μορφές, βασισμένες σε εγγενή, μυθικά και προγονικά στοιχεία – τόσο το τοπικό ρίζωμα της κουλτούρας όσο και η υπερβατικότητα του πνεύματος. Αυτό που παραμένει σταθερό μέσα από τα διαφορετικά και συχνά αντιμαχόμενα, ιδεολογικά συστήματα είναι μια συχνή αναφορά στην εξουσία του ατόμου πάνω το πλήθος – ένα είδος λυκόμορφου χαρακτήρα που παραμονεύει το ανυποψίαστο πρόβατο που κάνει αυτό που το προστάζει η κοινωνία. Όπως η αγέλη λύκων, η «φυλή» παρέμεινε η τέλεια μορφή φορέα αυτών των ιδεών – το οποίο ίσως είναι ο λόγος που ο φασισμός αναπτύχθηκε κυρίως σε κοινότητες που οργανώθηκαν γύρω από αβαντ-γκαρντ μουσικές σκηνές όπως το neofolk και η noise (με τις εμφανείς ρίζες στο φουτουρισμό). Ωστόσο, ο «αριστοκράτης πολεμιστής» του Evola και ο Οντινιστής στρατιώτης της Christensen δεν θα περιοριστούν στη μουσική και τη τέχνη· αντίθετα, θα αφήσουν ένα μονοπάτι αίματος σε ολόκληρο το υπόλοιπο του 20ου αιώνα, από την Ιταλία στο Κολοράντο.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s