Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα The Mantle. Ο Cæmeron Crain είναι λέκτορας φιλοσοφίας στο Κολέγιο του Μπρούκλιν. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας 

 

Ίσως το βασικό κλειδί για την κατανόηση αυτού που λένε οι Deleuze και Guattari στα βιβλία τους πάνω στο Καπιταλισμό και την Σχιζοφρένεια (Αντι-Οιδίπους και Χίλια Πλατώματα) εντοπίζεται στην επιμονή τους στο ότι η Επιθυμία είναι η βασική οικονομική αντίληψη. Σήμερα, ο όρος «Οικονομία» από μόνος του αναφέρεται στην χρηματοπιστωτική οικονομία, ακόμη και αν αυτό δεν είναι απόλυτα σωστός ορισμός (είναι «η οικονομία» χάλια όταν ο DOW πέφτει, ή όταν η ανεργία είναι υψηλή, ή έχει να κάνει με το ΑΕΠ, ή κάτι άλλο;). Πρέπει να σημειώσουμε, πρώτα από όλα πως ο όρος είναι ευρύτερος από αυτό. Στα αρχαία Ελληνικά, «οίκο-« σημαίνει σπίτι, κατοικία, ή – για να χρησιμοποιήσουμε ένα ντελεζιανό όρο – περιβάλλον, και «νόμος» έχει να κάνει με το νόμο/διαχείριση/αρχή που καθορίζει την ιδιοκτησία. Η οικονομία δεν συνδέεται αυστηρά με τα χρήματα, και κάθε φοιτητής κολεγίου πρέπει να ξέρει πως μπορούμε να μιλάμε για θέματα πολιτικής οικονομίας. Παρομοίως, ο καθένας που έχει ασχοληθεί με την ψυχανάλυση ή κάτι παρόμοιο, γνωρίζει πως επίσης μπορούμε να μιλήσουμε για την ψυχική οικονομία. Αυτές οι τελευταίες έννοιες είναι σημαντικότερες για τους Deleuze και Guattari από ότι οι άμεσα διαχειριστικές. Πράγματι, μοιάζουν να λένε πως η διανομή των πόρων με όρους Καπιταλισμού δεν είναι παρά η διαιώνιση μιας υποκείμενης οικονομίας της επιθυμίας, όπου η έννοια της επιθυμίας είναι ταυτόχρονα και πολιτική και ψυχολογική.

Σύμφωνα με τους Deleuze και Guattari, η επιθυμία είναι θεμελιωδώς παραγωγική· δεν βασίζεται πάνω σε κάποια προηγούμενη έλλειψη, αλλά αντίθετα επενδύει ένα κοινωνικό πεδίο. Αυτό σημαίνει πως το αντικείμενο της επιθυμίας δεν είναι επιθυμητό από μόνο του, όπως κάθε τι άλλο. Η επιθυμία περιλαμβάνει μια συμφραζόμενη – ένα περιβάλλον – επιθυμία. Δεν θέλω απλά ένα iPhone· θέλω να φαίνομαι και να είμαι γνωστός σαν ο τύπος με το iPhone. Υπάρχει μια συγκεκριμένη φαντασιακή δομή σε λειτουργία , μέρος της οποίας αυτό το αντικείμενο είναι ήδη μέρος. Αυτή η φαντασιακή δομή είναι ήδη κοινωνική στη φύση της. Πράγματι, οι Deleuze και Guattari αντιλαμβάνονται τον «Εαυτό» ως μια πολλαπλότητα αυτού που αποκαλούν «επιθυμητικές μηχανές». Το ερώτημα δεν είναι τόσο τι είναι αυτές καθαυτές οι επιθυμητικές μηχανές όσο το πως λειτουργούν και το τι παράγουν. Από αυτή την άποψη δεν υπάρχει το καρτεσιανό αντικείμενο που βρίσκεται αποκομμένο από το κόσμο. Η αίσθηση κάποιου για την προσωπική ταυτότητα είναι η ίδια προϊόν επιθυμίας  που σχετίζεται με ευρύτερη κοινωνική δομή. Στο (ίσως έμφυτο) όριο της, η επιθυμία μου συσχετίζεται με ολόκληρη την ιστορία και το πως αντιλαμβάνομαι τη θέση μου μέσα σε αυτή.

Αυτό που παράγει η επιθυμία, ωστόσο, δεν είναι τόσο πολύ τα αντικείμενα, αλλά οι κανόνες. Αυτό που θέλω καταλήγει να δομεί την συμπεριφορά μου. Η επιθυμία για ένα iPhone παράγει νέες νόρμες συμπεριφοράς: η λήψη φωτογραφιών ενός γεύματος σε ένα εστιατόριο, ή ο έλεγχος του email μου στη διάρκεια του. Σε γενικές γραμμές αυτό είναι υποσυνείδητο, αλλά ωστόσο συμβαίνει. Ως ανθρώπινα όντα, δεν έχουμε απλά συνήθειες, αλλά την συνήθεια να διαμορφώνουμε συνήθειες. Έχουμε τη τάση να εξελισσόμαστε με τον ίδιο τρόπο. Αυτές οι συνήθειες δημιουργούν έμμεσους κανόνες που ορίζουν τη συμπεριφορά μας – βάζω πρώτα την αριστερή κάλτσα, μετά την δεξιά. Δεν υπάρχει κάποιος πραγματικός λόγος πίσω από αυτό, αλλά μου φαίνεται ως ο σωστός τρόπος που πρέπει να ακολουθηθεί. Αυτό ίσως να μην μοιάζει πολύ ενδιαφέρον, τι γίνεται όμως με τους κανόνες που ακολουθώ όταν συναναστρέφομαι με άλλους; Υπάρχει πρακτικά διαφορά μεταξύ των ασήμαντων προσωπικών μου θεμάτων και της πολιτικής μου;

Η ριζοσπαστική απάντηση των Deleuze και Guattari εδώ είναι: όχι. Όχι στα αλήθεια. Ενώ είναι δύσκολο να δεις κάποια πολιτική σημασία στον κανόνα μου του πρώτα η αριστερή κάλτσα, αυτό ισχύει μόνο επειδή δεν επηρεάζει κανέναν άλλο. Συνεχίζει να λέει κάτι (δεν ξέρω τι – σίγουρα είναι υπερβολικό λογικό άλμα να πω πως δείχνει πως είμαι αριστερών πεποιθήσεων) για το πως η επιθυμία μου τοποθετεί τον εαυτό της μέσα «στο κόσμο». Αυτή είναι η ιδέα της Μικροπολιτικής· ουσιαστικά δεν υπάρχει τίποτα που να μην είναι πολιτικό, γιατί η επιθυμία είναι πάντοτε ενσωματωμένη σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πεδίο.

Η κατάληξη αυτού είναι πως ότι συμβαίνει πολιτικά στο μακροσκοπικό επίπεδο έχει τις ρίζες του στα ψυχικά μας ζητήματα και τις μικρές διαπροσωπικές συνδιαλλαγές μεταξύ μας. Αν η μακροπολιτική δομή έχει γίνει καταπιεστική, πρέπει να δούμε πως πηγάζει από και οργανώνει την επιθυμία. Ένα από τα βασικά ερωτήματα του Αντι-Οιδίποδα είναι: τι μας κάνει να επιθυμούμε το Φασισμό; Πρέπει να σημειώσουμε το υπονοούμενο  μέσα στο ίδιο το ερώτημα. Εμείς (διαβάζουμε: τα ανθρώπινα όντα υπό συγκεκριμένες συνθήκες) θέλουμε το φασισμό. Ο φασισμός συμβαίνει επειδή τον θέλουμε. Έτσι το ερώτημα είναι: γιατί;

Η απάντηση των Deleuze και Guattari βασίζεται ιδιαίτερα πάνω στην ιδέα του Μικροφασισμού, ο οποίος σχετίζεται με την μικροπολιτική που αναφέρθηκε παραπάνω. Σχετίζεται με τον τρόπο που η επιθυμία παράγει κανόνες. Για παράδειγμα, όταν είμαι στο μετρό, ακολουθώ ένα κανόνα που λέει να βγάλω πρώτα την κάρτα του μετρό πριν φτάσω στο τουρνικέ. Η για να δώσω ένα άλλο παράδειγμα, προσπαθώ να ανεβαίνω τη σκάλα από την δεξιά πλευρά. Αλλά συχνά, βρίσκομαι πίσω από κάποιον που δεν έχει βγάλει την κάρτα του μετρό από πριν, ή από κάποιον που κάνει ζιγκ ζαγκ στη σκάλα δεν έχουν σημασία. Αντιδρώ σκεπτόμενος πρέπει να ακολουθούν τους κανόνες! – αυτό είναι μικροφασισμός. Είναι ουσιαστικά η επιθυμία τα τραίνα να τηρούν ακριβώς την ώρα. Αλλά προσέξτε αυτό που ζητώ εδώ είναι οι άλλοι να ακολουθήσουν τον δικό μου κανόνα. Μπορεί ακόμη και να έχω λόγους για αυτό – είναι καλός κανόνας στην τελική! – αλλά, παρόλα αυτά, αυτό σημαίνει την επιβολή των επιθυμιών μου στους άλλους. Μεγεθύνετε το και έχεις τον Mussolini ή τον Franco ή όποιον άλλο.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως η διάκριση μεταξύ των μίκρο- και μάκρο- επιπέδων του πολιτικού δεν μπορεί να μειωθεί στην συνηθισμένη διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού. Οι Deleuze και Guattari απορρίπτουν το δεύτερο στο βαθμό που δηλώνει ένα πεδίο της ζωής (δηλαδή, το ιδιωτικό) που δεν είναι κοινωνικό. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, πως τα επίπεδα μοιάζουν το ίδιο. Ίσως όλοι μας έχουμε τους μικροφασισμούς μας, αλλά αυτοί είναι διαφορετικοί. Επιτρέπουν τον κρατικό φασισμό, αλλά αυτός στοχεύει στην ομοιογένεια.

Αν με κάποιο τρόπο επιθυμούμε το φασισμό, υπάρχει επίσης ένας τρόπος με τον οποίο επιθυμούμε το καπιταλισμό; Νομίζω πως εδώ η απάντηση είναι πιο περίπλοκη, επειδή ο καπιταλισμός  είναι εγγενώς αυτό-εξελικτικός. Ο καπιταλισμός υποσκάπτει καθιερωμένες μορφές ώστε να τις αντικαταστήσει με κάτι νέο. Στη γλώσσα των Deleuze και Guattari απεδαφικοποιεί την επιθυμία και την επανεδαφικοποιεί κάπου αλλού. Σίγουρα, μπορεί να γίνει φασιστικός, αλλά στο πυρήνα του, αυτό που κάνει ο καπιταλισμός είναι να ξεκλειδώνει την αχαλίνωτη δύναμη της επιθυμίας. Όλες οι προηγούμενοι κοινωνικοί διακανονισμοί, θα πει ο Deleuze, προσπάθησαν να το καλύψουν αυτό. Ίσως βοηθήσει εδώ να θυμηθούμε τους διακανονισμούς των γάμων στις φεουδαρχικές κοινωνίες. Ισχυροί κώδικες όριζαν την (σεξουαλική) επιθυμία, κάνοντας το γάμο περισσότερο ζήτημα δημιουργίας σχέσεων μέσα από δεσμούς αίματος παρά κάτι άλλο. Ο έρωτας μπορεί να ήταν πιθανός έξω από αυτούς τους κώδικες, αλλά σίγουρα δεν ενθαρρύνονταν. Ο έρωτας είναι μια δύσκολη, καταστροφική επιθυμία· το είδος της επιθυμίας από την οποία τρέφεται ο καπιταλισμός. Ίσως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχουμε τάση να σκεφτόμαστε το γάμο ως ζήτημα αγάπης. Σε μια άλλη θέση, μπορεί να είναι εξήγηση των καπιταλιστικών αξιών της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.

Έτσι ίσως ο σύνδεσμος μεταξύ επιθυμίας και καπιταλισμού είναι βαθύτερος  από ότι επιθυμίας και φασισμού. Ο φασισμός μοιάζει να είναι, κυρίως, μια απάντηση στο καπιταλισμό: περιλαμβάνει μια προσπάθεια να επιβληθεί τάξη πάνω στο χάος της επιθυμίας. Αυτό είναι που τον κάνει αντιδραστικό και επικίνδυνο. Η τάση του φασισμού προς την ομοιογένεια είναι εν τέλει αυτοκτονική. Είμαστε όλοι το ίδιο μόνο στο θάνατο. Αλλά αυτός είναι μόνο ένας από τους κινδύνους που αντιμετωπίζει στη πορεία του ο καπιταλισμός. Τι νόημα έχει τότε να συνδέεται ο καπιταλισμός με τη σχιζοφρένεια;

Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό πρέπει να πάμε πίσω στη σκέψη πως η επιθυμία είναι η κεντρική οικονομική αντίληψη. Χρειαζόμαστε να αναρωτηθούμε όχι μόνο για τους κανόνες (νόμοι) που δημιουργεί, αλλά για το «σπίτι» της (οίκο). Οι Deleuze και Guattari εκφράζουν την λογική του καπιταλισμού με όρους με όρους απεδαφικοποίησης/επανεδαφικοποίησης, και λένε πως η ίδια η λογική έχει κάτι να κάνει με την σχιζοφρένεια. Για να φτάσουμε εκεί όμως πρέπει να πρώτα να σκεφτούμε την έννοια του Χωρικού Πεδίου. Αυτό θα είναι το αντικείμενο μελλοντικού κειμένου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s