Το παρακάτω κείμενο αποτελεί την εισαγωγή του βιβλίου The Anatomy of Human Destructiveness (Holt, Rinehart and Winston, 1973). Ο Erich Fromm (1900 – 1980) ήταν Γερμανός ψυχολόγος, ψυχαναλυτής, κοινωνιολόγος, ανθρωπιστής και φιλόσοφος. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Η αύξηση της έντασης της βίας και της καταστροφικότητας σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα έχει στρέψει τη προσοχή των ειδικών, αλλά και του ευρύτερου κοινού, της θεωρητικής αναζήτησης στη φύση και τα αίτια της επιθετικότητας. Μια τέτοια αναζήτηση δεν προκαλεί έκπληξη· αυτό που αποτελεί έκπληξη είναι το γεγονός  πως αυτή η ενασχόληση είναι πρόσφατη, ιδιαίτερα αφού ένας ερευνητής του μεγέθους του Freud, αναθεωρώντας την προηγούμενη θεωρία του που επικεντρώνονταν γύρω από την σεξουαλική ορμή, είχε ήδη από τη δεκαετία του 1920 διαμορφώσει μια νέα θεωρία όπου το πάθος για την καταστροφή («ένστικτο του θανάτου») θεωρείται της ίδιας δύναμης με το πάθος για αγάπη («ένστικτο της ζωής», «σεξουαλικότητα»). Το κοινό όμως συνέχισε, ωστόσο, να σκέφτεται τον φρούντισμό κυρίως με όρους παρουσίασης της λίμπιντο ως το κεντρικού πάθους του ανθρώπου, που χαλιναγωγείται μόνο από το ένστικτο για αυτοσυντήρηση.

Αυτή η κατάσταση άλλαξε μόνο στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Ένας πιθανός λόγος ήταν το γεγονός πως το επίπεδο της βίας και του φόβου του πολέμου έχει ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο όριο σε ολόκληρο το κόσμο. Ένας παράγοντας που συμβάλλει ήταν η έκδοση αρκετών βιβλίων που ασχολούνται με την ανθρώπινη επιθετικότητα, ιδιαίτερα η Επιθετικότητα του Konrad Lorenz (1966). Ο Lorenz, επιφανής μελετητής στο πεδίο της συμπεριφοράς των ζώων και ιδιαίτερα σε εκείνο των ψαριών και των πτηνών, παοφάσισε να μπει σε ένα πεδίο στο οποίο είχε ελάχιστη εμπειρία ή ικανότητα, αυτό της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αν και έχει απορριφθεί από τους περισσότερους ψυχολόγους και νευροεπιστήμονες, η Επιθετικότητα έγινε μπεστ σέλερ και προκάλεσε βαθιά εντύπωση στα μυαλά ενός τεράστιου κομματιού της μορφωμένης κοινότητας, πολλοί από τους οποίους αποδέχτηκαν την άποψη του Lorenz ως την τελική απάντηση στο πρόβλημα.

Η ευρεία επιτυχία των ιδεών του Lorenz ενισχύθηκε από το προηγούμενο έργο ενός συγγραφέα ενός πολύ διαφορετικού είδους, του Robert Ardrey (African Genesis, 1961, και The Territorial Imperative, 1967). Όχι επιστήμονας, αλλά χαρισματικός σεναριογράφος, ο Ardrey ύφανε μαζί πολλά στοιχεία για το ξεκίνημα του ανθρώπου σε μια εύγλωττη αλλά ιδιαίτερα προκατειλημμένη σύνοψη που ήθελε να αποδείξει την έμφυτη επιθετικότητα του ανθρώπου. Τα βιβλία αυτά τα ακολούθησαν εκείνα άλλων μελετητών της συμπεριφοράς των ζώων, όπως Ο Γυμνός Πίθηκος (1967) του Desmond Morris και το On Love and Hate (1972) από το μαθητή του Lorenz, τον  I. Eibl-Eibesfeldt.

Όλα αυτά τα έργα περιέχουν βασικά την ίδια θέση: η επιθετική συμπεριφορά του ανθρώπου όπως εμφανίζεται στο πόλεμο, το έγκλημα, τις προσωπικές διαμάχες, και κάθε είδους καταστροφικής και σαδιστικής συμπεριφοράς οφείλεται σε ένα φυλογενετικά προγραμματισμένο, έμφυτο ένστικτο το οποίο επιδιώκει την εκτόνωση του και περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία για να εκφραστεί.

Ίσως ο νεοενστικτιβισμός του Lorenz ήταν τόσο επιτυχημένος όχι επειδή τα επιχειρήματα του είναι τόσο ισχυρά, αλλά επειδή οι άνθρωποι είναι τόσο επιρρεπείς σε αυτά. Τι θα ήταν πιο ευπρόσδεκτο από ανθρώπους που είναι τρομαγμένοι και αισθάνονται ανίκανοι να αλλάξουν την πορεία που οδηγεί στην καταστροφή από μια θεωρία που μας βεβαιώνει πως η καταστροφή πηγάζει από την ανθρώπινη φύση μας, από μια ανεξέλεγκτη επιθυμία για επιθετικότητα, και το πως το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε, όπως βεβαιώνει ο Lorenz,  είναι το να κατανοήσουμε το νόμο της εξέλιξης που δείχνει την δύναμη αυτής της επιθυμίας; Αυτή η θεωρία της έμφυτης επιθετικότητας εύκολα γίνεται ιδεολογία που βοηθά να απαλύνει το φόβο του τι θα συμβεί και να εκλογικεύσει την αίσθηση αδυναμίας.

Υπάρχουν άλλοι λόγοι για να προτιμάται αυτή η απλουστευτική απάντηση μιας θεωρίας περί ενστίκτων από τη σοβαρή μελέτη των αιτίων της καταστροφικότητας. Η τελευταία ζητά την αμφισβήτηση των βασικών υποθέσεων της παρούσας ιδεολογίας· οδηγούμαστε στην ανάλυση του παραλογισμού του κοινωνικού μας συστήματος και να υπερβούμε ταμπού που κρύβονται πίσω από αξιοπρεπείς λέξεις, όπως «άμυνα», «τιμή», και «πατριωτισμός». Τίποτα λιγότερο από μια ανάλυση σε βάθος του κοινωνικού μας συστήματος δεν μπορεί να αποκαλύψει τους λόγους για την μεγέθυνση της καταστροφικότητας, η να προτείνει τρόπους και μέσα για την ελάττωση της. Η θεωρία των ενστίκτων μας προσφέρει την απαλλαγή από το δύσκολο έργο του να κάνουμε μια τέτοια ανάλυση. Αφήνει να εννοηθεί, πως ακόμη και αν χαθούμε όλοι, μπορούμε να το κάνουμε με την πεποίθηση πως η «φύση» μας επέβαλε αυτή τη μοίρα πάνω μας, και πως κατανοούμε γιατί έπρεπε να γίνει όπως έγινε.

Με δεδομένη την τωρινή στοίχιση της ψυχολογικής σκέψης, η κριτική στη θεωρία του Lorenz για την ανθρώπινη επιθετικότητα αναμένεται να συμφωνεί με την άλλη και κυρίαρχη θεωρία στη ψυχολογία, τον συμπεριφορισμό. Αντίθετα με τον ινστικτιβισμό, ο συμπεριφορισμός δεν ενδιαφέρεται με τις υποκειμενικές δυνάμεις που ωθούν τον άνθρωπο να συμπεριφερθεί με ένα συγκεκριμένο τρόπο· δεν ασχολείται με τι αισθάνεται, αλλά μόνο με το τρόπο που συμπεριφέρεται και με την κοινωνική εκπαίδευση που διαμορφώνει τη συμπεριφορά του.

Μόλις στη δεκαετία του 1920 η ψυχολογία μετακίνησε την προσοχή της από το την αίσθηση στην συμπεριφορά, με τα συναισθήματα και τα πάθη να απομακρύνονται από το οπτικό πεδίο των ψυχολόγων ως άχρηστα δεδομένα, τουλάχιστον από επιστημονική οπτική. Το αντικείμενο της κυρίαρχης σχολής της ψυχολογίας έγινε η συμπεριφορά, όχι ο δρων άνθρωπος: η «επιστήμη της ψυχής» μεταμορφώθηκε στην επιστήμη της διαμόρφωσης της ζωώδους και ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αυτή η εξέλιξη έχει φτάσει στο αποκορύφωμα της με τον νεοσυμπεριφορισμό του Skinner, ο οποίος σήμερα είναι η πιο διαδεδομένη θεωρία στα πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο λόγος πίσω από αυτή τη μεταμόρφωση της ψυχολογίας είναι εύκολο να βρεθεί. Ο μελετητής του ανθρώπου  είναι, περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο, επηρεασμένος από την ατμόσφαιρα της κοινωνίας του. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο επειδή ο τρόπος σκέψης του, τα ενδιαφέροντα του, τα ερωτήματα που διατυπώνει, είναι εν μέρει κοινωνικά προκαθορισμένα όπως στις φυσικές επιστήμες, αλλά στη περίπτωση του είναι και το ίδιο το αντικείμενο, ο άνθρωπος, είναι κοινωνικά καθορισμένος. Όποτε ένας ψυχολόγος μιλά για τον άνθρωπο, το μοντέλο του είναι εκείνο των ανθρώπων γύρω του – και πάνω από όλα του ίδιου. Στην σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία, οι άνθρωποι είναι εγκεφαλικά προσανατολισμένοι, αισθάνονται ασήμαντοι, και θεωρούν τα συναισθήματα άχρηστο έρμα – τόσο εκείνα των ψυχολόγων όσο και εκείνα των αντικειμένων τους. Η συμπεριφορική θεωρία μοιάζει να τους ταιριάζει κατάλληλα.

Η παρούσα εναλλακτική μεταξύ του ινστικτιβισμού και του συμπεριφορισμού δεν βοηθάει στην θεωρητική πρόοδο. Και οι δύο θέσεις είναι «μονοεξηγηματικές», βασίζονται σε δογματικές προϋποθέσεις, και οι ερευνητές καλούνται να ταιριάξουν τα δεδομένα στην μια ή στην άλλη εξήγηση. Είμαστε όμως στα αλήθεια ελεγχόμενοι με την εναλλακτική της αποδοχής είτε της ινστικτιβιστικής ή της συμπεριφορικής θεωρίας; Είμαστε αναγκασμένοι να επιλέξουμε μεταξύ του Lorenz και του Skinner· δεν υπάρχουν άλλες επιλογές; Το παρόν βιβλίο δείχνει πως υπάρχει μια ακόμη μια επιλογή, και εξετάζει το ερώτημα του ποια είναι αυτή.

Πρέπει να διακρίνουμε στον άνθρωπο δυο εντελώς διαφορετικά είδη επιθετικότητας. Η πρώτη, την οποία μοιράζεται με όλα τα ζώα, είναι μια φυλογενετικά προγραμματισμένη παρόρμηση για μάχη (ή φυγή) όταν τα ζωτικά συμφέροντα απειλούνται. Αυτή η αμυντική, «καλοήθης» επιθετικότητα είναι προς όφελος της επιβίωσης  του ατόμου και του είδους, είναι βιολογικά προσαρμόσιμη, και παύει όταν η απειλή έχει πάψει να υπάρχει. Ο άλλος τύπος, η «κακοήθης» επιθετικότητα, δηλαδή, η καταστορικότητα και η σκληρότητα, είναι ειδική στο ανθρώπινοι είδος και πρακτικά λείπει από όλα τα θηλαστικά· δεν είναι φυλογενετικά προγραμματισμένη και ούτε βιολογικά προσαρμόσιμη· δεν έχει σκοπό, και η ικανοποίηση της είναι ηδονική. Το μεγαλύτερο μέρος της έως τώρα ανάλυσης του αντικειμένου ακυρώνεται από την αδυναμία διάκρισης των δυο τύπων επιθετικότητας, η κάθε μια από τις οποίες έχει διαφορετικές πηγές και διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Η αμυντική επιθετικότητα είναι, πράγματι, κομμάτι της ανθρώπινης φύσης, ακόμη και αν δεν είναι «έμφυτο» ένστικτο, ‘π[ως χαρακτηρίζονταν παλιότερα. Στο βαθμό  που ο Lorenz μιλά για την επιθετικότητα ως άμυνα, έχει δίκιο στις υποθέσεις του για το επιθετικό ένστικτο (ακόμη και αν η θεωρία αναφορικά με τον αυθορμητισμό και την ανανεωτική της ιδιότητα παραμένει αναπόδεικτη). Ο Lorenz όμως πάει πιο πέρα. Με ένα σύνολο πανέξυπνων κατασκευασμάτων που θεωρεί όλα ανθρώπινη επιθετικότητα, μεταξύ τους και το πάθος για φόνο και βασανισμό, ως αποτέλεσμα μιας βιολογικά δεδομένης επιθετικότητας, που μεταμορφώνεται από ευεργετική σε κα καταστροφική δύναμη εξαιτίας ενός αριθμού παραγόντων. Ωστόσο, ένα μεγάλο σύνολο εμπειρικών δεδομένων καταρρίπτουν αυτή την υπόθεση για να την κάνουν πρακτικά αδύνατη. Η μελέτη ζώων δείχνει πως τα ζώα – και ιδιαίτερα τα πρωτεύοντα – αν και διαθέτουν αρκετή αμυντική επιθετικότητα, δεν είναι δολοφόνοι και βασανιστές.  Η παλαιοντολογία, η ανθρωπολογία, και η ιστορία προσφέρουν αρκετά στοιχεία  εναντίον της ινστικτιβιστικής θέσης: (1) οι ανθρώπινες ομάδες διαφέρουν τόσο σημαντικά  στον αντίστοιχο βαθμό καταστροφικότητας που τα δεδομένα δύσκολα μπορούν να εξηγηθούν από την υπόθεση πως η καταστροφικότητα και η σκληρότητα είναι έμφυτες· (2) διάφοροι βαθμοί καταστροφικότητας μπορούν να συσχετιστούν με άλλους φυσικούς παράγοντες και σε διαφορές στις αντίστοιχες κοινωνικές δομές, και (3) ο βαθμός καταστροφικότητας  αυξάνεται με την αυξημένη  ανάπτυξη  του πολιτισμού, αντί για το αντίθετο. Πράγματι, η εικόνα της έμφυτης επιθετικότητας ταιριάζει καλύτερα στην ιστορία από ότι την προϊστορία. Αν ο άνθρωπος ήταν προικισμένος μόνο με την βιολογικά προσαρμόσιμη επιθετικότητα που μοιράζεται με τους ζωώδεις προγόνους του θα έπρεπε να είναι σχετικά ειρηνικό όν· αν οι χιμπαντζήδες είχαν ψυχολόγους, οι τελευταίοι δύσκολα θα θεωρούσαν την επιθετικότητα ένα ενδιαφέρον ζήτημα για το οποίο να γράψουν στα βιβλία τους.

Ωστόσο, ο άνθρωπος διαφέρει από το ζώο στο γεγονός πως είναι δολοφόνος,  είναι το μόνο πρωτεύον που σκοτώνει και βασανίζει μέλη του ίδιου του είδους δίχως λόγο, είτε βιολογικό είτε οικονομικό., και που αισθάνεται ικανοποίηση κάνοντάς το. Είναι αυτή η μη προσαρμοστική βιολογικά και μη φυλογενετικά προγραμματισμένη, «κακοήθης» επιθετικότητα που αποτελεί το πραγματικό πρόβλημα  και κίνδυνο για την ύπαρξη του ανθρώπου ως είδους, και είναι ο βασικό στόχος αυτού του βιβλίου να αναλύσει τη φύση και τις συνθήκες αυτής της καταστροφικής επιθετικότητας.

Η διάκριση μεταξύ καλοήθους-αμυντικής και κακοήθους-καταστροφικής επιθετικότητας  απαιτεί μια μεγαλύτερη και περισσότερο ουσιώδη διάκριση, εκείνη μεταξύ του ενστίκτου και του χαρακτήρα, ή ακριβέστερα, μεταξύ ορμών ριζωμένων στις φυσιολογικές ανάγκες (οργανικές ορμές) και εκείνων των ειδικά ανθρώπινων παθών που είναι ριζωμένα στο χαρακτήρα του («έμφυτα στο χαρακτήρα ή ανθρώπινα πάθη»). Σχετικά με τα ανθρώπινα πάθη που ο ρόλος τους είναι να ικανοποιούν τις υπαρξιακές ανάγκες, τα άτομα διαφέρουν μεταξύ τους. Αλλά όποιες και αν είναι οι ανάγκες αυτές, πρέπει να ικανοποιηθούν αν πρόκειται να φερθεί ο άνθρωπος λογικά, όπως οι οργανικές του ανάγκες πρέπει να ικανοποιηθούν για να παραμείνει ζωντανός. Για να προσφέρω ένα παράδειγμα: ο άνθρωπος μπορεί να οδηγείται από την αγάπη ή από το πάθος για καταστροφή· σε κάθε περίπτωση ικανοποιεί μι α από τις υπαρξιακές του ανάγκες: την ανάγκη να έχει «σημασία», ή να προκαλέσει κάτι, ή να αφήσει το «αποτύπωμα» του. Αν το κυρίαρχο πάθος του ανθρώπου είναι η αγάπη η είναι η καταστροφικότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό στις κοινωνικές συνθήκες· αυτές οι συνθήκες, ωστόσο, λειτουργούν σύμφωνα με την δεδομένη βιολογική υπαρξιακή κατάσταση του ανθρώπου και τις ανάγκες που πηγάζουν από αυτή και όχι με διαρκώς ευμετάβλητη, αδιαφοροποίητη ψυχή, όπως υποθέτει η περιβαλλοντική θεωρία.

Όταν θέλουμε να γνωρίζουμε, ωστόσο, ποιες είναι συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης, οδηγούμαστε σε επιπλέον ερωτήματα: ποια είναι η φύση του ανθρώπου; Βάση ποιου πράγματος είναι άνθρωπος; Δεν χρειάζεται να αναφερθεί, το παρόν κλίμα στις κοινωνικές επιστήμες δεν είναι πολύ φιλόξενο για την συζήτηση τέτοιων προβλημάτων. Σε γενικές γραμμές θεωρούνται αντικείμενο της φιλοσοφίας και της θρησκείας· με όρους θετικιστικής σκέψης, αντιμετωπίζονται ως απόλυτα υποκειμενικές δίχως κάποιο ίχνος αντικειμενικής αξιοπιστίας. Καθώς θα ήταν άτοπο να παραθέσουμε τώρα το πολύπλοκο επιχείρημα για τα δεδομένα που θα αναφέρουμε αργότερα, θα περιορίσω τον εαυτό μου σε μια επισήμανση μόνο. Η οπτική από την οποία αυτά τα προβλήματα θα αναλυθούν εδώ είναι κοινωνικοβιολογική. Η βασική θέση είναι πως αφού το είδος Homo sapiens μπορεί να οριστεί με ανατομικούς, νευρολογικούς, και φυσιολογικούς όρους, θα πρέπει να επίσης να είμαστε σε θέση να τον ορίσουμε με φυσικούς όρους ως ένα όν του οποίου οι ψυχικές ανάγκες αντιστοιχούν στην ιδιαίτερη ψυχοφυσιολογική κατάσταση. Το ότι όλα τα ένστικτα πηγάζουν από αυτή τη κατάσταση είναι σε γενικές γραμμές κοινά αποδεκτό· αυτό που προσπαθώ είναι πως τα μη ενστικτώδη βασισμένα στο χαρακτήρα πάθη, είναι επίσης το αποτέλεσμα της βιολογικής του κατάστασης.

Αυτή η θεωρητική βάση ανοίγει την πιθανότητα για μια λεπτομερή ανάλυση των διάφορων μορφών βασισμένης στο χαρακτήρα, κακοήθη επιθετικότητα, ιδιαίτερα του σαδισμού – το πάθος για απεριόριστη εξουσία πάνω σε ένα άλλο έλλογο όν –  και της νεκροφιλίας – το πάθος να καταστραφεί η ζωή και η έλξη προς κάθε τι είναι νεκρό, σε σήψη, και απόλυτα μηχανικό. Η κατανόηση αυτών των δομών του χαρακτήρα θα μπορέσει, ελπίζω, να διευκολυνθεί από την ανάλυση του χαρακτήρα ενός αριθμού πολύ καλά γνωστών σαδιστών και καταστροφέων των πρόσφατων ετών: των Stalin, Himmler, Hitler.

Έχοντας δείξει τα βήματα που θα ακολουθήσει αυτή η μελέτη, μπορεί να είναι χρήσιμο να δείξουμε, αν και μόνο σύντομα, μερικές από τις βασικές υποθέσεις και συμπεράσματα που ο αναγνώστης θα βρει στα επόμενα κεφάλαια: (1) Δεν θα ασχοληθούμε με την συμπεριφορά διαχωρισμένη από το δρώντα άνθρωπο· θα ασχοληθούμε με τις ανθρώπινες ορμές, ανεξάρτητα από το αν εκφράζονται ή όχι στην παρατηρούμενη συμπεριφορά. Αυτό σημαίνει, αναφορικά με το φαινόμενο της επιθετικότητας, θα μελετήσουμε την προέλευση και την ένταση των επιθετικών παρορμήσεων και την μη επιθετική συμπεριφορά ανεξάρτητα από τα κίνητρα της. (2) Αυτές οι παρορμήσεις μπορεί να είναι συνειδητές, αλλά πιο συχνά είναι υποσυνείδητες. (3) Είναι, τις περισσότερες φορές, ενσωματωμένες σε μια σχετικά σταθερή δομή χαρακτήρα. (4) Σε μια πιο γενική διαμόρφωση, αυτή η μελέτη βασίζεται στη θεωρία της ψυχανάλυσης. Από αυτό σημαίνει πως η μέθοδος που θα χρησιμοποιήσουμε είναι ψυχαναλυτική μέθοδος ανακάλυψης της υποσυνείδητης εσωτερικής πραγματικότητας μέσα από την ερμηνεία των παρατηρούμενων και συχνά φαινομενικά ασήμαντων δεδομένων. Ο όρος «ψυχανάλυση», ωστόσο, δεν χρησιμοποιείται σε σχέση με τη κλασική θεωρία, αλλά με μια συγκεκριμένη αναθεώρηση της. Καίρια σημεία αυτής της αναθεώρησης θα αναλυθούν αργότερα· στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρω πως δεν είναι μόνο η ψυχανάλυση βασισμένη στη θεωρία της λίμπιντο, αποφεύγοντας έτσι τις ινστικτιβιστικές έννοιες που θεωρούνται σε γενικές γραμμές πως είναι η ουσία της θεωρίας του Freud.

Αυτή η ταύτιση της φροϋδικής θεωρίας με τον ινστικτιβισμό, ωστόσο, είναι ανοιχτή σε αμφισβήτηση. Ο Freud ήταν ουσιαστικά ο πρώτος μοντέρνος ψυχολόγος που, αντίθετα με την κυρίαρχη τάση, εξερεύνησε το πεδίο των ανθρώπινων παθών – αγάπη, μίσος, φιλοδοξία, απληστία, ζήλια, φθόνος· τα πάθη που ως τότε απασχολούσαν μόνο δραματουργούς και συγγραφείς έγιναν, μέσω του Freud, το αντικείμενο επιστημονικής εξερεύνησης. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί το έργο αυτό βρήκε θερμότερη  και πιο θετική υποδοχή μεταξύ καλλιτεχνών από ότι μεταξύ ψυχιάτρων και ψυχολόγων – τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που αυτή η μέθοδος έγινε το αντικείμενο για την αξιοποίηση της αυξημένης απαίτησης για την ψυχοθεραπεία. Εδώ, οι καλλιτέχνες αισθάνθηκαν, πως ήταν ο πρώτος επιστήμονας που ασχολήθηκε με το δικό τους αντικείμενο, την «ψυχή» του ανθρώπου, στις πιο μύχιες και ανεπαίσθητες εκδηλώσεις της. Ο σουρεαλισμός έδειξε την επιρροή του Freud στην καλλιτεχνική σκέψη πιο καθαρά. Αντίθετα με τις παλιότερες μορφές τέχνης, απέρριπτε την «πραγματικότητα» ως άχρηστη, και δεν ενδιαφέρονταν για τη συμπεριφορά – όλα όσα είχαν σημασία ήταν η αντικειμενική εμπειρία· ήταν εντελώς λογικό πως η ερμηνεία του Freud για τα όνειρα θα γινόταν ένας από τους πιο σημαντικούς επιδραστικούς παράγοντες για την ανάπτυξη του.

Ο Freud δεν μπορούσε παρά μόνο να συλλάβει τα νέα του ευρήματα στα πλαίσια και την ορολογία της εποχής του. Δίχως να έχει απελευθερώσει τον εαυτό του από τον υλισμό των δασκάλων του, είχε, όπως φαίνεται, βρει το τρόπο να μεταμφιέσει τα ανθρώπινα πάθη, παρουσιάζοντάς τα ως αποτελέσματα ενός ενστίκτου. Το έκανε αυτό πανέξυπνα με ένα θεωρητικό άθλο· μεγέθυνε την έννοια της σεξουαλικότητας (λίμπιντο) σε τέτοια έκταση που όλα τα ανθρώπινα πάθη (πέρα από την αυτοσυντήρηση) μπορούν να γίνουν κατανοητά ως το αποτέλεσμα ενός ενστίκτου. Αγάπη, μίσος, απληστία, ματαιοδοξία, φιλοδοξία, πλεονεξία, ζήλια, σκληρότητα, τρυφερότητα – όλα εγκλωβίστηκαν στο ζουρλομανδύα αυτού του σχήματος και αντιμετωπίστηκαν θεωρητικά ως υποσυνείδητες εκφράσεις, ή αντιδραστικά μορφώματα εναντίον των διάφορων εκδηλώσεων ναρκισσιστικής, στοματικής, πρωκτικής, και γενετήσιας λίμπιντο.

Στην δεύτερη περίοδο του έργου του, ωστόσο, ο Freud προσπάθησε να ξεφύγει από αυτό το σχήμα με την παρουσίαση μιας νέας θεωρίας, η οποία ήταν ένα αποφασιστικό βήμα προς την κατανόηση της καταστροφικότητας. Αναγνώρισε πως η ζωή δεν καθοδηγείται από δυο εγωιστικές ορμές, μια για τροφή, η άλλη για το σεξ, αλλά από δύο πάθη – αγάπη και καταστροφή – που δεν εξυπηρετούν την φυσιολογική επιβίωση με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν η πείνα και η σεξουαλικότητα.  Δεσμευμένος ακόμη ωστόσο από τις θεωρητικές βάσεις του, τα αποκαλούσε «ένστικτο ζωής» και «ένστικτο θανάτου», και έτσι έδωσε στην ανθρώπινη καταστροφικότητα την αξιοπρέπεια της ως ένα από τα δύο θεμελιώδη πάθη στον άνθρωπο.

Η μελέτη αυτή απελευθερώνει αυτά τα πάθη ως αγώνες για έρωτα, για ελευθερία, όπως και τις παρορμήσεις για καταστροφή, βασανισμό, έλεγχο, και για υποταγή, από τον αναγκαστικό τους γάμο με τα ένστικτα. Τα ένστικτα είναι απόλυτα φυσική κατηγορία, ενώ τα βασισμένα στο χαρακτήρα πάθη είναι κοινωνικοβιολογική, ιστορική κατηγορία. Αν και δεν εξυπηρετούν άμεσα την φυσική επιβίωση, είναι το ίδιο ισχυρά – και συχνά ισχυρότερα – από τα ένστικτα. Αποτελούν τη βάση για το ενδιαφέρον του ανθρώπου για τη ζωή, τον ενθουσιασμό, την διέγερση του· είναι το αντικείμενο από το οποίο δεν είναι φτιαγμένα μόνο τα όνειρά του αλλά η τέχνη, η θρησκεία, ο μύθος, το δράμα – όλα όσα κάνουν την ζωή να αξίζει. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει ως αντικείμενο μόνο, ένα ζάρι που έπεσε· υποφέρει πολύ όταν μειώνεται στο επίπεδο μιας τρεφόμενης και αναπαραγώμενης μηχανής, ακόμη και αν έχει όλη την ασφάλεια που επιθυμεί. Ο άνθρωπος αναζητά το δράμα και την έξαψη· όταν δεν μπορεί να βρει ικανοποίηση σε ένα υψηλότερο επίπεδο, δημιουργεί για τον ίδιο το δράμα της καταστροφής.

Το σύγχρονο κλίμα της σκέψης ενθαρρύνει το αξίωμα πως ένα κίνητρο μπορεί να είναι έντονο μόνο όταν εξυπηρετεί μια οργανική ανάγκη – δηλαδή, πως μόνο τα ένστικτα έχουν έντονο κινητοποιητική δύναμη. Αν κάποιος αγνοήσει αυτή τη μηχανιστική, αναγωγική οπτική και αρχίσει να από ολιστική θέση, τότε αρχίζει να αντιλαμβάνεται πως οι ανθρώπινες ορμές πρέπει να ιδωθούν με τη χρησιμότητα τους για την ζωτική διεργασία ολόκληρου του οργανισμού. Η ένταση τους δεν οφείλετε σε συγκεκριμένες φυσιολογικές ανάγκες, αλλά στην ανάγκη ολόκληρου του οργανισμού να επιβιώσει – να μεγαλώσει φυσικά και πνευματικά.

Αυτά τα πάθη δεν γίνονται πανίσχυρα μόνο αφού οι πιο βασικές έχουν ικανοποιηθεί. Είναι στην ίδια τη βάση της ανθρώπινης ύπαρξης, και δεν είναι ένα είδος πολυτέλειας που μπορεί να ικανοποιηθεί αφού πρώτα οι κανονικές, «κατώτερες» ανάγκες ικανοποιηθούν. Άνθρωποι έχουν αυτοκτονήσει λόγω της αδυναμίας τους να υλοποιήσουν τα πάθη τους για έρωτα, εξουσία, δόξα, εκδίκηση. Περιπτώσεις αυτοκτονίας λόγω της έλλειψης σεξουαλικής ικανοποίησης είναι πρακτικά ανύπαρκτες. Αυτά τα μη ενστικτώδη πάθη διεγείρουν τον άνθρωπο, τον κινητοποιούν, κάνουν τη ζωή άξια βίωσης· όπως είπε ο von Holbach, ο φιλόσοφος του Γαλλικού Διαφωτισμού είπε κάποτε: «Ένας άνθρωπος δίχως επιθυμίες και πάθη θα έπαυε να είναι άνθρωπος». Είναι τόσο έντονα επειδή ο άνθρωπος δεν θα ήταν άνθρωπος δίχως αυτά.

Τα ανθρώπινα πάθη μεταμορφώνουν τον άνθρωπο από ένα απλό πράγμα σε ήρωα, σε ένα όν που παρά τρομερά μειονεκτήματα προσπαθεί να κατανοήσει τη ζωή. Θέλει να είναι ο δικός του δημιουργός, να μεταμορφώσει την κατάσταση του ως ανολοκλήρωτου σε μια με κάποιο σκοπό και κάποιο στόχο, επιτρέποντας του να πετύχει ένα βαθμό ενσωμάτωσης. Τα πάθη του ανθρώπου δεν είναι κοινότοπα ψυχολογικά συμπλέγματα που μπορούν να εξηγηθούν επαρκώς ως αποτέλεσμα παιδικών τραυμάτων. Μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο αν κάποιος προχωρήσει πέρα από το πεδίο της αναγωγικής ψυχολογίας και να τα αναγνωρίσει ως αυτό που είναι: η απόπειρα του ανθρώπου να κατανοήσει τη ζωή και να βιώσει το βέλτιστο της έντασης και της δύναμης που μπορεί (ή νομίζει πως μπορεί) να πετύχει υπό τις δεδομένες συνθήκες. Είναι η θρησκεία του, η λατρεία του, το τελετουργικό του, που πρέπει να κρύψει (ακόμη και από τον ίδιο) στο βαθμό που αποδοκιμάζονται από την ομάδα που ανήκει. Σίγουρα, με δωροδοκία και εκβιασμό, δηλαδή, με κατάλληλη εκπαίδευση, μπορεί να πεισθεί να εγκαταλείψει την «θρησκεία» του και να προσηλυτιστεί στην ευρύτερη λατρεία το μη-εαυτού, του αυτόματου. Αλλά αυτή η ψυχική θεραπεία τον αποστερεί από ότι καλύτερο έχει, το να είναι άνθρωπος και όχι αντικείμενο.

Η αλήθεια είναι πως όλα τα πάθη, τόσο τα «καλά» όσο και τα «κακά», μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο ως η προσπάθεια του προσώπου να βγάλει νόημα από τη ζωή του. Η αλλαγή είναι εφικτή μόνο αν είναι σε θέση να «στρέψει τον εαυτό του» σε ένα νέο τρόπο νοηματοδότησης της ζωής χρησιμοποιώντας τα πάθη που δίνουν ουσία στη ζωή και έτσι βιώνει μια ανώτερη έννοια ζωτικότητας και ενσωμάτωσης από εκείνη που είχε πρωτύτερα. Αν δεν συμβεί αυτό μπορεί να εξημερωθεί, αλλά δεν μπορεί να θεραπευτεί. Αλλά ακόμη και αν τα πάθη που δίνουν νόημα στη ζωή οδηγούν σε μια μεγαλύτερη αίσθηση δύναμης, χαράς, ενσωμάτωσης, και ζωτικότητας από ότι η καταστροφικότητα και η σκληρότητα, τα τελευταία αποτελούν εξίσου απάντηση στο πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης όσο και τα πρώτα. Ακόμη και ο πιο σαδιστικός και καταστροφικός άνθρωπος είναι ανθρώπινος, τόσο ανθρώπινος όσο και ο άγιος. Μπορεί να χαρακτηριστεί διεστραμμένος και άρρωστος άνθρωπος που έχει αποτύχει να βρει μια καλύτερη απάντηση στη πρόκληση το να έχεις γεννηθεί άνθρωπος, και αυτό είναι αλήθεια· μπορεί επίσης να χαρακτηριστεί άνθρωπος που πήρε το λάθος δρόμο στην αναζήτηση της σωτηρίας του.

Αυτές οι σκέψεις με κανένα τρόπο δεν σημαίνουν, ωστόσο, πως η καταστροφικότητα και η σκληρότητα δεν είναι μοχθηρές· απλά σημαίνουν πως η ανηθικότητα είναι ανθρώπινη. Πράγματι είναι καταστροφικά για τη ζωή, για το σώμα και το πνεύμα, καταστροφικά όχι μόνο για το θύμα αλλά και για τον ίδιο τον καταστροφέα τον ίδιο. Αποτελούν παράδοξο: εκφράζουν την ζωή που στρέφεται εναντίον στον ίδιο τον εαυτό της στον αγώνα της για να βγάλει νόημα από αυτή. Είναι η μόνη πραγματική διαστροφή. Η κατανόηση τους δεν σημαίνει αποδοχή τους. Αν όμως δεν τις καταλάβουμε, δεν μπορούμε να βρούμε το τρόπο να ελαχιστοποιηθούν, και ποιους παράγοντες τείνουν να τους ενισχύσουν.

Μια τέτοια κατανόηση έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα, όταν η ευαισθησία μπροστά στη καταστροφικότητα μειώνεται γρήγορα, και η νεκροφιλία, η έλξη προς κάθε τι νεκρό, σε σήψη, άψυχο, και απόλυτα μηχανικό, ενισχύεται σε ολόκληρη τη κυβερνητική βιομηχανική κοινωνία μας. το πνεύμα της νεκροφιλίας εκφράστηκε πρώτα σε λογοτεχνική μορφή από τον F. T. Marinetti στο Μανιφέστο του Φουτουρισμού του 1909. Η ίδια τάση μπορεί να ιδωθεί σε μεγάλο μέρος της τέχνης και της λογοτεχνίας των τελευταίων δεκαετιών που δείχνει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον με όλα όσα είναι σε σήψη, μη-ζωντανά, καταστροφικά, και μηχανικά. Το σύνθημα των Φαλαγγιτών, «Ζήτω ο Θάνατος», είναι απειλητικά κοντά στο να γίνει η μυστική αρχή μιας κοινωνίας στην οποία η κατάκτηση της φύσης από τη μηχανή αποτελεί την ίδια την έννοια της προόδου, και όπου το ζωντανό πρόσωπο γίνεται ένα εξάρτημα της μηχανής.

Αυτή η μελέτη προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τη φύση αυτού του νεκρόφιλου πάθους και τις κοινωνικές συνθήκες που τείνουν να την εκτρέφουν. Το συμπέρασμα θα είναι πως η βοήθεια, με την γενικότερη έννοια, θα έρθει μόνο μέσα από ριζικές αλλαγές στην κοινωνική και πολιτική μας δομή που θα επαναφέρει τον άνθρωπο στον ανώτατο ρόλο του στη κοινωνία. Η απαίτηση για «νόμο και τάξη» (αντί για ζωή και δομή) και για την αυστηρότερη τιμωρία των εγκληματιών, όπως και η εμμονή με την βία και τη καταστροφή μεταξύ κάποιων «επαναστατών» είναι απλά επιπλέον περιπτώσεις της ισχυρής γοητείας της νεκροφιλίας στον σύγχρονο κόσμο. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που θα κάνουν την ανάπτυξη του ανθρώπου, αυτού του ατελείωτου και ανολοκλήρωτου όντος – μοναδικού στη φύση – τον απόλυτο σκοπό κάθε κοινωνικής συμφωνίας. Γνήσια ελευθερία και ανεξαρτησία και το τέλος κάθε μορφής εκμεταλλευτικού ελέγχου είναι οι συνθήκες για την κινητοποίηση της αγάπης για τη ζωή, η οποία είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να νικήσει την αγάπη για το νεκρό.

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Erich Fromm: Ένστικτα και Ανθρώπινα Πάθη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s