Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Critical Sociology. Ο Blake Stewart είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Γιόρκ του Καναδά. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. 

 

Εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια έχουν επανεμφανιστεί θεωρητικοποιήσεις εμπνευσμένες από την κριτική θεωρία για την ακροδεξιά και το φασισμό μπροστά στον απόηχο του κύματος της ανόδου της ακροδεξιάς πολιτικής στην Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη. Ερευνητές σε όλο το φάσμα των κοινωνικών επιστημών έχουν ήδη από παλιά συνδέσει τις ακροδεξιές πολιτικές με τις εθνικιστικές, ρατσιστικές και ξενοφοβικές  τάσεις που είναι ενδογενείς στις αποικιοκρατικές δυνάμεις, συνδέοντας συχνά τις σύγχρονες αναζωπυρώσεις των αντιδραστικών πολιτικών στη Δύση με την οικονομική κρίση και το φόβο που γεννά η παγκοσμιοποίηση. Πολύ λιγότεροι, ωστόσο, έχουν διερευνήσει τα πυκνά κάθετα υπερεθνικά ελίτ δίκτυα που λειτουργούν ως μια παγκόσμια εμπροσθοφυλακή για την ακροδεξιά. Το δοκίμιο αυτό θα εξετάσει τα υπερεθνικά δίκτυα της σύγχρονης ακροδεξιάς και των οργανικών διανοούμενων μέσα στο διατλαντικό μπλοκ κρατών (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Ευρωπαϊκή Ένωση) και περιγράφει τις κοινές τους θέσεις αναφορικά με την παγκόσμια τάξη. Θα εστιάσω κυρίως στις θεωρητικές πτυχές της παγκόσμιας διακυβέρνησης και το ρόλο των διανοούμενων και των υπερεθνικών ελίτ στην ενίσχυση και την κανονικοποίηση της ακροδεξιάς στον κεντρικό πολιτικό διάλογο των κρατών που ανήκουν στην λεγόμενη προοδευτική παγκόσμια τάξη.

Το δοκίμιο αυτό θα μιλήσει πως αντί να προτείνει μια ριζοσπαστική ή επαναστατική απομάκρυνση από το εδώ και δεκαετίες κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο μοντέλο, το νέο ακροδεξιό σχέδιο, χαρακτηριζόμενο εδώ ως ακροδεξιός πολιτισμισμός (civilizationism) αποτελεί μια εναλλακτική ανώτερη στρατηγική για την διαχείριση της παρούσας «μεσοβασιλείας» (interregnum) της νεοφιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης και αναπαραγωγής της αμερικανοκεντρικής υπερεθνικής ηγεμονίας στο μέσο μιας όλο και μεγαλύτερης δυσαρέσκειας με την διακυβέρνηση των ελίτ. Οι στόχοι των ακροδεξιών ελίτ δεν κατευθύνονται μόνο προς την εθνική σφαίρα, αλλά αντίθετα επιδιώκουν να αναπαλαιώσουν το ιδεολογικό εποικοδόμημα που χρησιμεύει για την νομιμοποίηση τόσο του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος όσο και της υπεροχής του διαταλαντικού μπλοκ μέσα σε αυτό. Αυτό το ακροδεξιό πρόγραμμα δεν αφορά συστημική/κοινωνικοοικονομική μεταμόρφωση, αλλά μάλλον στοχεύει περιορισμένα σε αυτό που οι ακόλουθοί του πιστεύουν πως είναι οι υποκριτικές, αφελείς και κυνικές μορφές του κοσμοπολιτισμού ή «οικουμενισμού» του οποίου ισχυρίζονται πως είναι υπέρμαχοι οι προοδευτικοί θεσμοί της Δύσης.

Οργανικοί Διανοούμενοι, Υπερεθνικές Ελίτ και Ηγεμονική Κρίση

Ο Ιταλός μαρξιστής πολιτικός θεωρητικός του 20ου αιώνα, Antonio Gramsci, είπε πως είναι οι «οργανικοί διανοούμενοι» που καθορίζουν και εκφράζουν τις ηγεμονικές ιδεολογικές θέσεις μιας συγκεκριμένης κοινωνικής μορφής και είναι στενά συνδεδεμένοι με τα τμήματα της κυρίαρχης τάξης. Ο Gramsci σημείωσε πως ενώ οι διανοούμενοι δημιουργούνται μέσα σε όλες τις κοινωνικές ομάδες, είναι περισσότερο αναπτυγμένοι μέσα στα κυρίαρχα τμήματα της κοινωνίας. Ο Stephen Gill σημειώνει πως ο ρόλος των οργανικών διανοούμενων είναι να:

Εκφράσουν τους στόχους και να νομιμοποιήσουν τις πράξεις και τους θεσμούς των κυρίαρχων στοιχείων μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, επιδιώκοντας να εξισορροπήσουν τις βασικές σχέσεις μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων, περιθωριοποιώντας και ενσωματώνοντας ταυτόχρονα την αντίσταση. Μια λειτουργία αυτών των οργανικών διανοούμενων είναι η απολιτικοποίηση ουσιαστικών ερωτημάτων σχετικά με τη φύση του καπιταλισμού, την μεταμόρφωση των πολιτικών συζητήσεων σε τεχνικά ερωτήματα που αφορούν τα κατάλληλα μέσα παρά την αμφισβήτηση των θεμελιωδών στόχων του καπιταλιστικού συστήματος· παρουσιάζουν την συσσώρευση μέσω της εμπορευματικής μορφής και των αγορών σαν να ήταν κοινή λογική»

Οι πιο σημαντικές πρωτοβουλίες στην εξωτερική πολιτική των προηγμένων δυτικών φιλελεύθερων δημοκρατικών κρατών στη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου  ήταν το αποτέλεσμα των οργανομένων και καλά χρηματοδοτούμενων συλλογικών σχεδίων της ελίτ. Τα σχέδια αυτά είναι δομημένα μέσα από την έρευνα και τις πρωτοβουλίες για το σχεδιασμό πολιτικής και εμπλέκουν οργανικούς διανοούμενους με την μορφή δεξαμενών σκέψης, ποιλιτικών κομμάτων, υπερεθνικών φόρουμ, ανώτερων ερευνητικών κέντρων και μεμονωμένους ερευνητές. Σε μια εποχή οικουμενικού καπιταλισμού, οι παράγοντες αυτοί « όχι μόνο παράγουν τη γνώση που εκπαιδεύει και νομιμοποιεί την νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση, επίσης χρησιμοποιεί αυτή τη γνώση μέσα από εκτεταμμένη δικτύωση των ελίτ, βοηθ’ώντας έτσι στη δημιουργία μιας στρατηγικής συνεναισης μέσα στην κυρίαρχη τάξη». Ο Kees van der Pijl μας προσφέρει μια οπτική από την οποία να αναλύσουμε αυτούς τους παράγοντες, λέγοντας:

«Πρέπει να δούμε αυτά τα δίκτυα ως διαύλους πολιτισμικού συγχρονισμού και ανεπίσιμου διαλόγου πολιτικών και προετοιμασίας […] Τα υποερεθνικά ελίτ δίκτυα σε αυτό το πλαίσιο πάιζουν ένα ρόλο ως ‘διεθνή πολιτικά κόμματα που λειτουργούν μέσα σε κάθε κράτος με την πλήρη συγκέντρωση των δειθνών δυνάμεων’»

Η κρίση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού απαιτεί την αναδόμηση των ιστορικών δομών της παγκόσμιας τάξης, συμπεριλαμβανημένων των θεσμών της και των κυρίαρχων ιδεών της. Η αποκαλούμενη νεογκραμιανή ή υπερεθνική ιστορική υλιστική προσέγγιση στην παγκόσμια πολιτική οικονομία επικεντρώνεται ιδιαίτερα στο κράτος στην ανάλυση της γύρω από την εξουσία, την ηγεμονία και τη τάξη. Αυτή η προσέγγιση στην παγκόσμια τάξη που την ανάπτυξε ο Robert Cox, αναλύει τα «συμπλέγματα κράτους-κοινωνίας» και επιδιώκει την αποκάλυψη των συγχρονικών και διαχρονικών πτυχών της βαθιάς κοινωνικοπολιτικής μεταμόρφωσης με ένα εννοιολογικό πλαίσιο που ερευνά την μεταβαλλόμενη φύση της ηγεμονίας, των «ιστορικών μπλοκ», και παγκόσμιων τάξεων. Η μέθοδος του Cox μελετά σύνολα κοινωνικών δυνάμεων (ιδέες, θεσμούς, υλικές δυνατότητες), μορφές κρατών και παγκόσμιες τάξεις – όπου όλες τους χαρακτηρίζουν διαφορετικές μακροπρόθεσμες ιστορικές δομές, κάποιες ηγεμονικές, ή σχετικά σταθερές, και άλλες σχετικά ασταθείς ή υπό συνθήκες κρίσης.

Μια «ηγεμονική κρίση» περιγράφει μια κατάσταση όπου η προηγούμενη ηγεμονική τάξη δυσκολεύεται να ή δεν είναι σε θέση να έχει ηγετικό ρόλο μέσα στη παγκόσμια τάξη. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο κρίσης  που ο χώρος δημιουργείται για τους ελίτ διανοούμενους επιχειρηματίες να προσφέρουν ένα εναλλακτικό «ηγεμονικό σχέδιο», σχεδιασμένο να αντικαταστήσει  ή να ανασχεδιάσει τις κυρίαρχες ιδέες της υπάρχουσας τάξης. Τα τελευταία χρόνια, η άνοδος των ακροδεξιών κοινωνικών δυνάμεων στο διατλαντικό μπλοκ κρατών αντιπροσωπεύουν την αυξανόμενη δυσαρέσκεια με τις σύγχρονες δομές της πολιτικής ηγεσίας. Πολλαπλές κρίσεις έχουν δημιουργήσει τις συνθήκες για την αναπαλαίωση της ιδεολογικής βάσης της κυριαρχίας των ελίτ στη Δύση, ιδιαίτερα η σχετική παρακμή των ΗΠΑ από την δεκαετία του 1970 και έπειτα· η αυξανόμενη ανισότητα που συνδέεται με την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007-08 και η κρίση του Ευρωπαϊκού κρατικού χρέους του 2010· η μεταναστευτική κρίση της Ευρώπης του 2015· και οι αντιφάσεις που αφορούν αναρίθμητες στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

Αυτό το νεοφιλελεύθερο παγκόσμιο μοντέλο διακυβέρνησης/κοινωνική θεωρία έχει περάσει μια σειρά από κρίσεις  και μεταμορφώσεις από την σύλληψη του στις αρχές του 20ου αιώνα και μπορεί να διακριθεί σε πιο συγκεκριμένα κυβερνητικά προγράμματα, που αντιστοιχούν σε ιδιαίτερα συμφέροντα των ελίτ, εσωτερικές διαμάχες στις τάξεις των ελίτ και την ιστορική περίοδο. Το αντικείμενο αυτού του άρθρου σχετίζεται άμεσα νε την μεταμορφωτική λογική πίσω από την σύγχρονη νεοφιλελεύθερη παγκόσμια τάξη, ή της «αυτοκρατορικής της κοινής λογικής», ένα δόγμα που θεωρεί πως:

«Η διατήρηση των δομών και οι πρακτικές της οικουμενικής ανισότητας που επιτρέπουν στις ΗΠΑ και των βασικών συμμάχων της να καταναλώνουν τη μερίδας του λέοντος των παγκόσμιων πόρων με τρόπους που συχνά είναι βίαιοι, άδικοι και μη βιώσιμοι και σχετίζονται με την εντατικοποιημένη εκμετάλλευση των ανθρώπινων όντων και φύσης».

Νεοφιλελεύθερος Κοσμοπολιτισμός και το Ακραίο Κέντρο

Ο όρος «νεοφιλελεύθερος κοσμοπολιτισμός» αρχικά επινοήθηκε από τον Βρετανό ακαδημαϊκό των διεθνών σχέσεων, Peter Gowan να περιγράψει την μεγάλη στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού για την καπιταλιστική παγκόσμια τάξη η οποία εμφανίστηκε κατά την μεταψυχροπολεμική περίοδο και έγιναν ηγεμονικές κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές εκείνης του 2000. Η έννοια του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού χρησιμοποιείται για να περιγραφεί ένα σχέδιο εξωτερικής πολιτικής που επιδίωκε να κάνει καθολικά αποδεκτές τις αγγλοαμερικανικές παραδόσεις, κανόνες και θεσμούς που προωθούν την φιλελεύθερη τον φιλελεύθερο διεθνισμό και την νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση. Κάποιος μπορεί να συσχετίσει τις θέσεις του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού με την πλειονότητα των συστημικών κεντρώων κομματικών πολιτικών δομών και φιλελεύθερων θεσμών μέσα στα δυτικά καπιταλιστικά κράτη από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η οικονομική του στρατηγική μπορεί να περιγραφεί ως υπέρμαχος μιας «ανταποδοτικής φιλελεύθερης» ή «δομικής νεοφιλελεύθερης» μορφής παγκόσμιας διακυβέρνησης, επιτρέποντας περιορισμένου τύπου κρατικές παρεμβάσεις ενώ πάντοτε τονίζει τις αρετές των ελεύθερων και ανοιχτών αγορών. Το οικονομικό πρόγραμμα του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού αναγνωρίζει πως οι αντιθέσεις, οι ατέλειες και οι εσωτερικότητες που σχετίζονται με το παγκόσμιο καπιταλισμό πρέπει να διορθώνονται μέσα από συγκεκριμένες μορφές σχεδιασμού και διεθνούς συντονισμού ώστε να διατηρήσουν το σύστημα στο σύνολο του. Για τους βασικούς υπέρμαχους του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού  όπως ο δισεκατομμυριούχος Ουγγροαμερικάνος επενδυτής/φιλάνθρωπος George Soros  είναι και ο φονταμενταλισμός των αγορών (η πίστη στην τάση της αγοράς προς την ισορροπία) και ο εθνικισμός τα οποία αντιπροσωπεύουν τις πιο βασικές προκλήσεις προς την ανάπτυξη μια λειτουργικής φιλελεύθερης δημοκρατικής καπιταλιστικής παγκόσμιας τάξης, ή μια «ανοιχτή κοινωνία» στον 21ο αιώνα.

Οι θέσεις του σχεδίου του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού ταιριάζουν άνετα μέσα σε ένα φάσμα υποτιθέμενων κομματικών προσανατολισμών που εκτείνονται από σύγχρονα σοσιαλιστικά και εργατικά κόμματα, ως φιλελεύθερα και «μετριοπαθή» συντηρητικά κόμματα. Ο Tariq Ali χαρακτηρίζει τους δυτικούς ελίτ που έχουν σε γενικές γραμμές υιοθετήσει την συναίνεση του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού ως «ακραίο κέντρο». Επί δεκαετίες, αυτή η «μετριοπαθής» κυρίαρχη πολιτική τάξη και το ευρύ του σύνολο από κοινών θέσεων προς την διακυβέρνηση έχουν κάνει τα παραδοσιακά ιδεολογικά σημαίνοντα (κυρίως μεταξύ της οικονομικής Αριστερά και Δεξιάς) άχρηστα μέσα στη κυρίαρχη δημοκρατική διαδικασία. Το ιδεολογικό φάσμα του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού εκτείνεται από νεοσυντηρητικά γεράκια των ΗΠΑ όπως οι David Frum, William Kristol και Robert Kagan, ως τον «Τριτοδρομισμό» των Νέων Εργατικών υπό τον  Tony Blair και προχωρά ως και τα σύγχρονα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα μέσα στα προηγμένα καπιταλιστικά κράτη. Το μοντέλο παγκόσμιας διακυβέρνησης του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού είναι η έκφραση του «Τέλους της Ιστορίας» του Francis Fukuyama (που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1992) όπου ο δυτικός φιλελεύθερος δημοκρατικός καπιταλισμός αντιπροσωπεύει το τελικό στάδιο της ανθρώπινης διακυβέρνησης.

Οι επιστημονικές κοινότητες που υποστηρίζουν τον νεοφιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό έχουν γίνει θεσμοθετημένες μέσα στις προηγμένες φιλελεύθερες δημοκρατίες τις τελευταίες δεκαετίες, καθιερώνοντας πυκνά δίκτυα κοινωνικοποίησης όπου οι ελίτ της εξωτερικής πολιτικής, δομές εταιρικής διακυβέρνησης και υπερεθνικές καπιταλιστικές τάξεις μπορούν να δημιουργήσουν ένα κοινό στρατηγικό πολιτικό δίκτυο. Οι οργανικοί διανοούμενοι του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού μπορεί να βρεθούν μέσα στα φόρουμ της ελίτ, συμβουλευτικές εταιρίες και δεξαμενές σκέψης (Trilateral Commission, Brookings Institute, Eurasia Group, World Economic Forum, Bilderberg Group και Council on Foreign Relations)· ιδιωτικούς μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς/ιδρύματα (Open Society Foundations, Ford Foundation, Bill and Melinda Gates Foundation)· όπως και μεγάλοι φιλελεύθεροι μιντιακοί οργανισμοί (New York Times, Washington Post, NBC, CNN, CBS, CBC, BBC). Τα συμφέροντα υπερεθνικών εταιριών, τραπεζών και μεγάλων τεχνολογικών εταιριών (Facebook, Amazon, Apple, Netflix, Google) συχνά σχετίζονται μέσα σε αυτή τη κοινωνική και πολιτική ατζέντα. Σημαντικοί ακαδημαϊκοί και δημόσιοι διανοούμενοι που στηρίζουν την ευρύτερη νεοφιλελεύθερη κοσμοπολίτικη ατζέντα περιλαμβάνουν (και όχι μόνο αυτούς) τους  Zbigniew Brzezinksi, George Soros, Bernard Henri Levy, Fareed Zakaria, Thomas Friedman, Francis Fukuyama, Ian Bremmer, Samantha Powers, Richard Haass και Michael Ignatieff.

Η εξωτερική πολιτική του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού είναι εκείνος των καθοριστικών χαρακτηριστικών και έχει προσπαθήσει να επαναπροσδιορίσει την κυριαρχία μέσα στην διεθνή κοινότητα. Για τον νεοφιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό, η εθνική κυριαρχία είναι αντιληπτή ως προνόμιο και πρέπει να ανακληθεί όταν ένα κράτος δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί στους κανόνες των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της φιλελεύθερης διακυβέρνησης τόσο εντός όσο και εκτός.  Για την ομάδα αυτή, η στήριξη των φιλελεύθερων θεσμών, του πολυπολιτισμού και των εννοιών των ανθρώπινων δικαιωμάτων και του παγκόσμιου πολίτη χρησιμεύουν ως βάση για την γεωπολιτική κυριαρχία και νεοφιλελεύθερη κοινωνικοπολιτική τάξη των ΗΠΑ.  Τα κράτη και οι θεσμοί που ρυθμίζουν ιδιαίτερα άνισες μορφές του παγκόσμιου εμπορίου εμπλέκονται σε αναγκαστική αλλαγή καθεστώτος και επιτρέπουν την γρήγορη κυκλοφορία του παγκόσμιου κεφαλαίου – επιδιώκουν κυνικά να συνδέσουν αυτές τι πολιτικές σε μια ιδεολογία και λεξιλόγιο φιλελεύθερης ελευθερίας και την «ευθύνη για την προστασία» τα οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα. Για τον Gowan. Οι θεσμοί που στηρίζουν αυτούς τους νέους διεθνείς φιλελεύθερους κανόνες χρησιμεύουν στην κάλυψη του μονομερούς ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ/ΕΕ μέσα από υπερεθνικούς θεσμούς και φόρουμ όπως ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ, το ΔΝΤ, οι G7, οι G20 και ο ΠΟΕ.

Επί δεκαετίες, ένας βασικός πυλώνας συναίνεσης για τον νεοφιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό  έχει ριζώσει στην φιλελεύθερη μεταναστευτική/προσφυγική πολιτική. Ενώ οι υποστηρικτές του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού διαφέρουν αναφορικά με το βαθμό που πρέπει να επιτρέπεται αυτή η ελεύθερη μετακίνηση, η αντίληψη μέσα στους ακροδεξιούς κύκλους  είναι πως οι αποκαλούμενοι διεθνιστές φιλελεύθεροι ελίτ προωθούν ενεργητικά και χρηματοδοτούν υπερεθνικά δίκτυα υποστήριξης προσφύγων και μεταναστών ως μέσο υπονόμευσης  της εθνικής κυριαρχίας, να ρίξουν τους εγχώριους μισθούς και να εξασθενίσουν την πολιτισμική και εθνική ομοιογένεια των εθνικών κρατών. Ένα παράδειγμα ελίτ του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού που έχει δεχτεί μεγάλο μέρος της επίθεσης της ακροδεξιάς είναι ο George Soros. Ο ανοιχτός αντεθνικισμός  του, η στήριξη και υπεράσπιση των προσφύγων και προοδευτικών σκοπών μέσω των Ιδρυμάτων για την Ανοιχτή Κοινωνία, όπως και η άκαμπτη φιλοευρωπαϊκή του στάση, τον έχουν κάνει το στόχο αναρίθμητων ακροδεξιών (και συχνά αντισημιτικών) θεωριών συνομωσίας, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη. Αυτές οι θεωρίες συνωμοσίας έχουν γίνει ο κανόνας σε ολόκληρο το υπερατλαντικό μπλοκ. Ένα ακραίο παράδειγμα εντοπίζεται στη γενέτειρα του Soros, την Ουγγαρία, όπου η ακροδεξιά κυβέρνηση του Viktor Orbán κατάφερε να περάσει ένα σύνολο από αντιπροσφυγικούς νόμους, που ανεπίσημα ονομάζεται σχέδιο «Stop Soros», αψηφώντας τους νόμους της ΕΕ και τους υπέρμαχους των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ενώ λίγοι φιλελεύθεροι ελιτ πάνε τόσο μακριά όσο ο Soros στην υλική τους υποστήριξη για τους πρόσφυγες, η κοσμοθεωρία του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού αντιτίθεται στην άνοδο του πολιτισμικού νατιβισμού, του εθνικισμού και του λαϊκισμού τα τελευταία χρόνια, ως αντίδραση στην άνοδο των παγκόσμιων μεταναστευτικών ροών. Υπέρμαχοι του, ωστόσο, σπάνια πάνε τόσο μακριά ώστε να αναλύσουν κριτικά το ρόλο της δικής τους ιδεολογίας του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού στην συντήρηση των συνθηκών που έχουν δημιουργήσει τις μεταναστευτικές ροές – ιδιαίτερα την στήριξη τους για στρατιωτικές παρεμβάσεις στο παγκόσμιο Νότο στο όνομα της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Ακροδεξιοί Διεθνιστές και η Εθνικιστική Διεθνής

Μετά το Brexit και την εκλογή του Donald Trump το 2016, ο Geert Wilders, ηγέτης του ακροδεξιού Ολλανδικού Κόμματος της Ελευθερίας, ανακήρυξε τον ερχομό μιας «Πατριωτικής Άνοιξης». Η σειρά των γεγονότων που ακολούθησε την αναταραχή που προκάλεσαν ο Trump και το Brexit το 2016 υποστηρίζουν τον ισχυρισμό του Wilders: ο Matteo Salvini της Lega Nord εκλέχθηκε αναπληρωτής πρωθυπουργός στην Ιταλία το 2018· η Marine Le Pen κέρδισε το 33,9% των ψήφων στο δεύτερο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών το 2017· το AfD κέρδισε το 12,6% των ψήφων το 2017 και κατέκτησε 94 έδρες στη γερμανική βουλή για πρώτη φορά στην ιστορία του· το Ολλανδικό Κόμμα της Ελευθερίας έγινε το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα στη Βουλή των Αντιπροσώπων στην Ολλανδία· το Fidesz με τον Viktor Orbán κέρδισε την υπερπλειοψηφία στις εκλογές του 2018 στην Ουγγαρία· ο Andrzej Duda και το κόμμα PiS ελέγχει και το πολωνικό κοινοβούλιο και την προεδρία, οδηγώντας την ΕΕ να προσπαθήσει να επικαλεστεί το Άρθρο 7 και να ανακαλέσει την ιδιότητα μέλους της για τις συνεχιζόμενες επιθέσεις της στη δικαιοσύνη· ο Heinz-Christian Strache, ηγέτης του Κόμματος της Ελευθερίας , διατέλεσε αντικαγκελάριος της Αυστρίας μεταξύ 2017 και 2019 και ήρθε τρίτος στις εκλογές του 2017· οι Σουηδοί Δημοκράτες είναι τώρα το τρίτο μεγαλύτερο κόμμα στη Σουηδία, παίρνοντας το 17,53% των ψήφων στις γενικές εκλογές του 2018.

Τα τελευταία χρόνια οι κοινωνικές δυνάμεις της ακροδεξιάς έχουν υπερβεί τα όρια κάθε μεμονωμένου εθνικού κράτους, πετυχαίνοντας δίχως προηγούμενο ως τώρα επίπεδα επιρροής στις πολιτικές διεργασίες  των κρατών σε ολόκληρη Δύση. Αντί για ένα απλό αυθόρμητο, οργανικό ή λαϊκό εθνικιστικό φαινόμενο, αυτό το νέο ακροδεξιό κίνημα  έχει παράξει διεθνή δίκτυα και διαταξικές συμμαχίες με τη βοήθεια σημαντικών παραγόντων της ελίτ. Για χρόνια, μια υπερεθνική συμμαχία ακροδεξιών κομμάτων, μέσων και κοινωνικών κινημάτων έχει εμφανιστεί σε Βόρεια Αμερική και Ευρώπη και θεωρείται από κάποιους ως μια εκκολαπτόμενη «εθνικιστική διεθνής». Υπερεθνικές συμμαχίες αντι-ΕΕ κομμάτων, αντιπροσφυγικές δεξαμενές σκέψεις και πολιτικές ομάδες μέσα στο ευρωκοινοβούλιο, συμπεριλαμβανομένου του Ταυτότητα και Δημοκρατία (πρώην Κίνημα για την Ευρώπη των Εθνών και της Ελευθερίας), Ευρώπη της Ελευθερίας και της Άμεσης Δημοκρατίας, και οι Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές. Η υπερεθνική αλληλεγγύη μεταξύ αυτών των αντιδραστικών πολιτικών κομμάτων και ελίτ δείχνει την κοινή τους επιθυμία να διαχειριστούν και να οικειοποιηθούν λαϊκές κοινωνικές ανησυχίες στην παρούσα στιγμή κρίσης και να τα ανακατευθύνουν προς αντικοινωνικές δραστηριότητες (πχ. αντιπροσφυγικός ακτιβισμός).

Αντίθετα με τις επίσημες ακροδεξιές συμμαχίες που συζητήθηκαν παραπάνω, μυστικά υπερατλαντικά ελίτ δίκτυα έχουν εμφανιστεί επίσης  και έχουν προσφέρει στήριξη σε ακροδεξιά νέο-εθνικιστικά κινήματα και πολιτικούς. Το 2016, μεγάλες οργανώσεις υπέρ του Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο συνεργάστηκαν και συντονίστηκαν με σημαντικές φιγούρες  μέσα στην προεκλογική εκστρατεία του Trump – ιδιαίτερα ο Nigel Farage, τον πρώην ηγέτη του ακροδεξιού κόμματος UKIP, που δημιούργησε μια συμμαχία με τον ακροδεξιό Αμερικάνο δισεκατομμυριούχο, επιστήμονα υπολογιστών και διαχειριστή κεφαλαίων, Robert Mercer. Για χρόνια ο Mercer, δώρισε εκατομμύρια δολάρια σε ακροδεξιούς Ρεπουμπλικάνους πολιτικούς και μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ανάμεσά τους και το Breitbart News, στο οποίο δώρισε πάνω από δέκα εκατομμύρια δολάρια. Στη διάρκεια του 2016, ο Mercer, με τη βοήθεια της κόρης του Rebekah Mercer (επικεφαλής του Mercer Family Foundation, μέλος του συμβουλίου του Heritage Foundation και αυτή τη στιγμή μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Trump), χάρισε σημαντικούς πόρους και υπηρεσίες τόσο στην επιτυχημένη καμπάνια Leave.eu όσο και στην προεκλογική εκστρατεία του Donald Trump. Οι Mercer έφτασαν μέχρι το σημείο να χρηματοδοτήσουν τις δραστηριότητες της εταιρείας data mining και ανάλυσης Cambridge Analytica για την εξυπηρέτηση των δυο εκστρατειών. Η λεπτές ψυχολογικές δραστηριότητες που χρηματοδοτήθηκαν από τους Mercer σχεδιάστηκαν για να αναδιοργανώσουν την πολιτική ηγεσία των κυρίαρχων καπιταλιστικών κρατών στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη.

Ελίτ ταξικές δυνάμεις που είχαν σχέση με την νέα εμφάνιση της ακροδεξιάς έχουν εισχωρήσει/συνυπάρχουν με τους υπάρχοντες θεσμούς της παγκοσμιοποίησης της «διεθνιστικής ελίτ», ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσουν ξεχωριστούς υπερεθνικούς οργανισμούς και θεσμούς που έχουν σχεδιαστεί για να αμφισβητήσουν τις κεντρώες φιλελεύθερες καθιερωμένες πολιτικές δομές της Δύσης. Αυτοί οι ελίτ ακροδεξιοί παράγοντες, όπως η οικογένεια Mercer, είναι ευνοούμενοι της χρηματιστικοποίησης και της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης , ενώ επίσης είναι βαθιά επικριτικοί για τους κοσμοπολίτικους πολιτισμικούς κανόνες που είναι πυλώνας συναίνεσης για την υπερεθνική ηγεμονία. Αυτή η ομάδα είναι επικριτική για την στήριξη της φιλελεύθερης ελίτ για την πολυπολιτισμικότητα, τα καθολικά ανθρώπινα δικαιώματα και την πολυμέρεια και επιδιώκει να αντικαταστήσει αυτούς τους προοδευτικούς κοινωνικούς και πολιτιστικούς κανόνες, με μια νέα βάση λαϊκής συναίνεσης βασισμένη στον πολιτισμικό νατιβισμό. Αυτό το ακροδεξιό σχέδιο έτσι περιλαμβάνει την απορρόφηση των αντιδραστικών ταξικών ομάδων και υποϊδεολογίες που θεωρούνται ως λειτουργικές για την αναπαραγωγή της υπερεθνικής καπιταλιστικής ηγεμονίας. Αυτά τα ακροδεξιά τμήματα της τάξης των ελίτ πιστεύουν πως η νεοφιλελεύθερη οικονομική διακυβέρνηση επιτυγχάνεται καλύτερα μέσα από ένα απολυταρχικό και σοβινιστικό σύμπλεγμα κράτους-κοινωνίας, από ότι με μια κοσμοπολίτικη «ανοιχτή κοινωνία».

Οι συνθήκες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έχουν οδηγήσει πολιτικές δυνάμεις και στην αριστερά και στη δεξιά να αμφισβητήσουν την συμβατότητα της δημοκρατίας και του καπιταλισμού. Αντί να αξιολογήσουν να αξιολογήσουν την νομιμοποίηση ενός καπιταλιστικού συστήματος που αντιμετωπίζει συστημικές αντιφάσεις, οι ελίτ στην ακροδεξιά έχουν στοχεύσει την χρησιμότητα της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Ο Peter Thiel, ο δισεκατομμυριούχος της Σίλικον Βάλεϊ, ιδρυτής του PayPal και της Palantir Technologies, και απεσταλμένος της εκστρατείας του Trump, είναι συμβολικός αυτής της ακραία αντιδημοκρατικής ελίτ. Ριζοσπάστης φονταμενταλιστής της ελεύθερης αγοράς, ο Thiel έχει αμφισβητήσει την συμβατότητα της «φιλελεύθερης ελευθερίας» και της δημοκρατίας. Υπέρ της πρώτης, ο Thiel, νοσταλγεί ανοιχτά την Χρυσή Εποχή του 1920 και έχει εκφράσει την αντίθεση του σε βασικές δημοκρατικές απαιτήσεις για κοινωνική πρόνοια και καθιερωμένες προοδευτικές πολιτισμικές νόρμες, ανάμεσα τους η πολυπολιτισμικότητα και ο ρόλος των γυναικών μέσα στη σύγχρονη κοινωνία. Ενώ δημόσια καταγγέλλει την κουλτούρα της προοδευτικής ελίτ, αυτό δεν τον έχει εμποδίσει από το να αναρριχηθεί στην κορυφή  των πιο μυστικών και αποκλειστικών «διεθνιστικών» θεσμών και «υπερεθνικών μπλοκ εξουσίας», ανάμεσά τους η Λέσχη Μπίντελμπεργκ της οποίας είναι μέλος της εκτελεστικής επιτροπής.

Ενώ, για δεκαετίες, οι παραδοσιακές καπιταλιστικές ελίτ ήταν πιο άνετοι με κεντρώα πολιτικά κόμματα και θεσμούς, πιο πρόσφατα κάποιοι έχουν προσέξει πως συγκεκριμένες φράξιες των «απόλυτα φιλελεύθερων» και «συντηρητικών της ελεύθερης αγοράς» ελίτ έχουν στραφεί σε ακροδεξιές πολιτικές. Ο Doug Henwood αναλύει πως οι ελίτ που ασχολούνται με την βιομηχανία των επενδυτικών κεφαλαίων είναι κυρίως παθητικοί προς την μακροπρόθεσμη  μοίρα των εταιριών που έχουν, ή για τα μακροοικονομικά. Αντίθετα αυτοί οι παράγοντες επιδιώκουν να συσσωρεύσουν όσο πιο γρήγορα και με όσο μικρότερο ενδιαφέρον για τις ευρύτερες επιπτώσεις της συσσώρευσης τους ή την επίπτωση στην κοινωνία γενικότερα. Η φράξια της τάξης των δισεκατομμυριούχων που υποστήριξαν τον Trump στην προεδρική εκστρατεία του 2016 σε γενικές γραμμές συνδέονταν με τα χρηματοπιστωτικά, τις ασφάλειες, τα κτηματομεσιτικά και την ενέργεια που είδαν τις περικοπές των εταιρικών φόρων του Trump, τον εθνικισμό και την περιφρόνηση του για το περιβάλλον ως ακαταμάχητη πρόταση για τα συμφέροντα της δικής τους καπιταλιστικής τάξης. Παρομοίως, η υπέρ του Brexit καμπάνια Leave.eu στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν υπό την καθοδήγηση ελευθεριστικών κοινωνικών δυνάμεων και συντηρητικών ελίτ που συνδέονταν με το UKIP, που λένε πως η σύγχρονη ΕΕ λειτουργεί ως γραφειοκρατικό εμπόδιο σε ένα καθεστώς πραγματικού ελεύθερου εμπορίου.

Ενώ το τα δίκτυα του για την ώρα ωχριούν με τους από παλιά καθιερωμένους και καλά χρηματοδοτούμενους υπερεθνικούς θεσμούς και οργανώσεις που συνδέονται με τον νεοφιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό, το ακροδεξιό κίνημα έχει ουσιαστικά κινητοποιήσει μια ιδιαίτερης σημασίας βάση στήριξης για το  αντιδραστικό της πολιτικό πρόγραμμα και έχει υποεκτιμηθεί χαρακτηριστικά από το κατεστημένο των ελίτ του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού. Επιπλέον, αυτοί οι υπερεθνικοί οργανισμοί και κοινωνικά δίκτυα έχουν προσπαθήσει να μιμηθούν εκείνους του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού, φτάνοντας ως και την δημιουργία εναλλακτικών ακαδημαϊκών θεσμών. Ένα παράδειγμα τέτοιου υπερεθνικού θεσμού στην ακροδεξιά είναι το The Movement, μια οργάνωση που ιδρύθηκε από τον Steve Bannon, τον πρώην τραπεζίτη της Goldman Sachs, ιδρυτικό μέλος/πρώην επικεφαλής του Breitbart News και πρώην βασικό σχεδιαστή στρατηγικής της κυβέρνησης του Trump. Ο Bannon δημιούργησε το The Movement ως μη κερδοσκοπικη οργάνωση που θα μπορούσε να αντιγράψει και να ανταγωνιστεί το Ίδρυμα Ανοιχτής Κοινωνίας του Soros – αλλά με αναστροφή των κοσμοπολίτικων και οικουμενιστικών σκοπών του. Για το The Movement του Bannon ο στόχος είναι να εξαφανίσει τις μεταναστευτικές ροές των προσφύγων σε ολόκληρη την Ευρώπη μέσα από λόμπινγκ για αυστηρότερα σύνορα, περιορισμένη μετανάστευση και ενεργοποίηση εθνιστικών/πολιτισμισμικών  μορφών πολιτικής ταύτισης. Το όραμα της παγκόσμιας τάξης που καθοδηγεί το The Movement και παρόμοιες ομάδες και οργανώσεις είναι το αντικείμενο του παρακάτω κομματιού.

Η Άνοδος του Ακροδεξιού Πολιτισμισμού

Ο ακροδεξιός πολιτισμισμός αποτελεί ένα εναλλακτικό όραμα για μια καπιταλιστική παγκόσμια τάξη, η οποία μπορεί να πέτυχε μια όλο και μεγαλύτερη νομιμοποίηση στο κεντρικό πολιτικό διάλογο λόγω της σχέσης της οικονομικής κρίσης του 2007-08 και των δεκαετιών ηγεμονίας του νεοφιλελέυθερου κοσμοπολιτισμού. Οι αντιδραστικές κοινωνικές δυνάμεις με βαθιές ρίζες στο διαταλαντικό μπλοκ των κρατών έχουν υιοθετήσει ξενοφοβικές  και απολυταρχικές ερμηνείες για τις περίπλοκες αγωνίες που παράχθηκαν από δεκαετίες νεοφιλελεύθερης παγκόσμιας διακυβέρνησης και δεκαετίες στρατιωτικών επεμβάσεων  στο παγκόσμιο Νότο. Ο ακροδεξιός πολιτισμισμός  είναι η ιδεολογία που ενώνει αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις, και το μοντέλο της  για την παγκόσμια τάξη έχει εκφραστεί από ακροδεξιούς ελίτ διανοούμενους από τα πάνω, όπως και από μια διαδικτυακή εμπροσθοφυλακή, που θεωρείται μερικές φορές ως οι νέοι «Γκραμσιανοί της Δεξιάς», που για την ώρα είναι στη «μακρά πορεία μέσα στους θεσμούς» και επιδιώκουν να αντικαταστήσουν το πέπλο του πολιτισμικού κοσμοπολιτισμού και του φιλελεύθερου διεθνισμού )στον οποίο αναφέρονται ως «Πολιτιστικός Μαρξισμός») με μια αποθέωση του υπερεθνικισμού και ενός ανοιχτά δυτικού σοβινισμού. Για τους οπαδούς του, ο ακροδεξιός πολιτισμισμός συμβολίζει μια λογική και εφαρμόσιμη απομάκρυνση από μια ελιτίστικη «παγκοσμιοποιητική» ατζέντα που βλέπουν ως κυρίαρχη μέσα στους κύκλους λήψης αποφάσεων των προηγμένων διατλαντικών φιλελεύθερων κρατών.

Η ακροδεξιά, όπως και η ακροαριστερά, είναι γεμάτη με ιδεολογικούς διαχωρισμούς που κάνουν το έργο της αναγνώρισης βασικών ενωτικών θεμάτων δύσκολο μερικές φορές. Η Angela Nagle σημειώνει βασικά σημεία διαίρεσης μέσα στην ακροδεξιά (μερικές φορές αναφέρεται ως «alt-right»), με θέματα που αφορούν την σπουδαιότητα της φυλετικής ταυτότητας συχνά να διαχωρίζουν τα πιο ριζοσπαστικά από τα λιγότερο ριζοσπαστικά υποσύνολα. Η διαφοροποίησης αναφορικά με το όραμα της πολιτικής οικονομίας επίσης διαφέρει μεταξύ ατόμων, ομάδων, οργανώσεων, πολιτικών κομμάτων – με κάποιες φράξιες να προσανατολίζονται προς μια εκδοχή φονταμενταλισμού των αγορών· και άλλες να ευνοούν κάποια μορφή προνοιακού σοβινισμού και οικονομικού εθνικισμού ως προστασία από τις δυνάμεις των παγκόσμιων αγορών. Η Liz Fekete επίσης σημειώνει τις διαφορές μεταξύ των πρακτικών της ακραίας δεξιάς (νεοφασιστικά κινήματα βάσης) που εμπλέκονται σε βία και άμεση δράση και ριζοσπαστική δεξιά (την επίσημη πολιτική πτέρυγα) που έχει επιδιώξει την νομιμοποίηση μέσα στους καθιερωμένους πολιτικούς θεσμούς.

Η αναγνώριση αυτών των διαφορών, μια σημαντική πλειονότητα των παραγόντων που συνδέονται με το ευρύτερο κίνημα του ακροδεξιού πολιτισμισμού μοιράζονται θεμελιώδεις θέσεις για την παγκόσμια τάξη, , η οποία περιλαμβάνει την άμεση απειλή που αποτελούν οι μετανάστες/πρόσφυγες· η προτίμηση για απολυταρχική ή δικτατορικού τύπου διακυβέρνηση· ανοιχτά σοβινιστικές αντιλήψεις του δυτικού πολιτισμού· μυθικούς ή αναθεωρητικούς ιστορικούς ισχυρισμούς· συντηρητικό Χριστιανισμό ή Παγανισμό· αντιπάθεια προς τον διαδεδομένο προοδευτισμό και την «πολιτική ορθότητα» (ιδιαίτερα στα πανεπιστήμια/κολέγια και εταιρικά μέσα ενημέρωσης)· Ισλαμοφοβία· εναντίωση προς την φορολόγηση και το γραφιοκρατικό κράτος· άρνηση της κλιματικής αλλαγής· αντιφεμινσιμό και υποστήριξη των παραδοσιακών έμφυλων ρόλων· Ευρωσκεπτικισμό· αντιμαρξισμό· κριτική συγκεκριμένων μορφών στρατιωτικής επέμβασης, κυρίως απόπειρες προς την σταθεροποίηση κρατών και ανθρωπιστική παρέμβαση. Ο ακροδεξιός πολιτισμισμός χρησιμοποιεί τη γλώσσα του λαϊκισμού για να δημιουργήσει μια απλουστευτική μανιχαϊκή «εμείς εναντίον εκείνων» αφήγηση για να περιγράψει τον αγώνα του «μικρού ανθρώπου» εναντίον της κοσμοπολίτικης ελίτ, όπως και εναντίον ομάδων, πολιτισμών, τάξεων και ανθρώπων τα οποία βλέπει ως ξένα/παρασιτικά για το εθνικό κράτος, ιδιαίτερα πρόσφυγες και το Ισλάμ. Η βάση για την λαϊκή στήριξη του ακροδεξιού πολιτισμισμού λέγεται συχνά πως βρίσκεται στην πλειονοτική εθνική ομάδα, ημιαστικα/αγροτικά, μεσοαστικά ή μικροαστικά τμήματα του πληθυσμού.

Οι κοινωνικές δυνάμεις που συνδέονται με τον νέο ακροδεξιό πολιτισμισμό έχει πρακτικά συντονίσει και επικοινωνήσει την αλληλεγγύη διαδικτυακά, δημιουργήσει ανεπίσημες και επίσημες υπερεθνικές ταυτότητες και δίκτυα μέσω κοινωνικών δικτύων και διαδικτυακών φόρουμ (4chan, Facebook, Twitter, YouTube, Gab, reddit). Αυτές οι διαδικτυακές κοινότητες έχουν βοηθήσει να ενεργοποιήσουν και εξαπλώσουν τη βάση στήριξης για διάφορα υπερεθνικά ακροδεξιά κινήματα, μεταξύ τους πολιτικά και βίαια κινήματα ((Génération Identitaire, PEGIDA, Soldiers of Odin, Proud Boys)· δεξαμενές σκέψης (National Policy Institute, Robert Taft Club, Institute Social Studies Économiques & Politiques)· περίπλοκους ενημερωτικούς οργανισμούς (Breitbart Media, Infowars, Rebel Media, Red Ice)· και ακόμη εγκληματικές πρακτικές άμεσης δράσης όπως το πλοίο C-Star, ένα αντιμεταναστευτικό σκάφος που προσπαθεί με φυσικό τρόπο να εμποδίσει μετανάστες από το να διασχίσουν την Μεσόγειο. Ενώ κάποιος μπορεί να υπεραναλύσει τις διαφορές μεταξύ των διάφορων ακροδεξιών οντοτήτων σε ολόκληρη την ιστορία, ο G.M. Tamas σημειώνει πως οι το κύριο στοιχείο που συνδέει τα σύγχρονα «μεταφασιστικά» ακροδεξιά κινήματα με τους φασισμούς της μεσοπολεμικής περιόδου είναι η κεντρική επιθετικότητα προς κάθε έννοια οικουμενικού πολίτη.

Το δόγμα της εξωτερικής πολιτικής του ακροδεξιού πολιτισμισμού μπορεί να αντιπαρατεθεί με τον νεοφιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό στην φιλοσοφική του απόρριψη της φιλελεύθερης οικουμενικότητας σε συνδυασμό με την οντολογία των πολιτισμικών μπλοκ, το μεγαλύτερο εκ των οποίας οφείλεται στο άρθρο του Samuel Huntington στο άρθρο του 1993 με τίτλο «Η Σύγκρουση των Πολιτισμών;» στο Foreign Affairs. Αντί να συμμερίζεται την εξύμνηση της παγκόσμιας φιλελεύθερης δημοκρατίας του Fukuyama στα πρόθυρα του 21ου αιώνα, η παγκόσμια τάξη που περιεγράφηκε από τον Huntington ήταν τέτοια στην οποία η πολιτισμική ταυτότητα και κουλτούρα θα οδηγούσε τις τοπικές, διεθνείς και οικουμενικές μορφές κοινωνικής διάδρασης και θα αντικαταστήσει την ιδεολογική σύγκρουση που έδινε ζωή στο Ψυχρό Πόλεμο. Ο Huntington υπογράμμισε ιδιαίτερα το ρήγμα μεταξύ των δυτικών και των Ισλαμικών πολιτισμών – ένα χάσμα που είναι σημαντικό για τους σύγχρονους ακροδεξιούς ηγέτες όπως ο Steve Bannon που συχνά επικαλείται έννοιες μιας «Ιουδαίο-Χριστιανικής Δύσης» που ανταγωνίζεται τόσο με τον Ισλαμικό πολιτισμό όσο και με μια ανερχόμενη Κίνα.

Ενώ συχνά συνδέεται με τον αμερικάνικο νεοσυντηρητισμό, είναι σημαντικό να  να σημειωθεί πως η πολιτική φιλοσοφία του Huntington έχει ελάχιστα κοινά με τους ουιλσονικούς νεοσυντηρητικούς που συνδέονται με τη δεξαμενή σκέψης Project for a New American Century (PNAC) – συχνά περιγράφεται ως οι αρχιτέκτονες πίσω από το πόλεμο του 2003 εναντίον του Ιράκ από την κυβέρνηση του George W. Bush. Ρεπουμπλικάνος από παλιά ο Huntington έδειξε πολύ μικρότερο οπτιμισμό από ότι οι νεοσυντηριτικοί  της περιόδου του Bush, όπως οι Robert Kagan, William Kristol ή ο Elliot Abrams για τις πιθανότητες μις δυτικού τύπου δημοκρατίας να εμφανιστεί στην Μέση Ανατολή. Η στήριξη του PNAC για τον πόλεμο στο Ιράκ είχε τις ρίζες του στην θέση πως η Ισλαμική κοινωνία και η Δύση δεν είναι θεμελιωδώς διαφορετικές· μια οικουμενική φιλελεύθερη δημοκρατική αντίληψη, η οποία αντιπροσωπεύει μια απόρριψη των βαθιά θεμελιωμένων επιφυλάξεων για τη δημοκρατία και την προτίμηση του προς τις απολυταρχικές μορφές  ανάπτυξης στον παγκόσμιο Νότο· συναισθήματα που εκφράζονται ξεκάθαρα στο κείμενό του, από το 1968 με τίτλο Political Order in Changing Societies όπως και στο κείμενο της Τριμερούς Επιτροπής από το 1975, με τίτλο The Crisis of Democracy: On the Governability of Democracies. Για τις ακροδεξιές κοινωνικές δυνάμειςσε ολόκληρη τη Βόρια Αμερική και την Ευρώπη, ο απολυταρχικός ρεαλισμός και η πολιτισμισμική οντολογία παρουσιάζεται στο βιβλίο του Huntington, όχι μόνο ως η νηφάλια σκέψη πάνω στη κατάσταση της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων, αλλά προσφέρει ένα ιδανικό μοντέλο για την παγκόσμια τάξη – εκείνη των «κλειστών πολιτισμών» αντί μιας «ανοιχτής κοινωνίας».

Η επιρροή του Huntington πάνω στην ακροδεξιά δεν εντοπίζεται μόνο στη θεωρία του για την γεωπολιτική και την καχυποψία προς την δημοκρατία, αλλά και στην περιφρόνηση του για την κοσμοπολίτικη πολιτική κουλτούρα της παγκόσμιας ελίτ (μια ομάδα με την οποία συνδιαλέγεται συχνά). Στη διάρκεια του Munk Debate του 2018 με τον David Frum, ο Bannon σφυροκόπησε έναν φιλελεύθερο της παγκόσμιας ελίτ, την οποία περιγράφει ως το «Κόμμα του Νταβός». Το «Κόμμα του Νταβός» του Bannon είναι μια αναπροσαρμογή του «Ανθρώπου του Νταβός» του Huntington, μια έννοια που ανέπτυξε στο άρθρο του στο περιοδικό National Interest με τίτλο «Dead Souls: The Denationalization of the American Elite». Ο Huntington χρησιμοποίησηε αυτή την έννοια για περιγράψει τα μέλη παγκόσμιων συνεδρίων όπως το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας, όπου μια αποκομμένη κυρίαρχη τάξη «εργαζόμενων του χρυσού κολάρου» συναντιόνται για να συζητήσουν πως θα καθοδηγήσουν τις παγκόσμιες υποθέσεις προς ικανοποίηση των υλικών συμφερόντων δίχως να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα  για τα κυριαρχικά δημοκρατικά συμφέροντα των πολιτικών των δικών τους εθνικών κρατών. Με παρόμοιο τρόπο, ο Huntington επίσης απεχθάνεται τον πολυπολιτισμό, τον οποίο περιέγραψε ως αντιδυτική ιδεολογία πο0υ προωθείται από την ίδια αποκομμένη κοσμοπολίτική ελίτ, περνώντας τα τελευταία του χρόνια προειδοποιώντας για τους κινδύνους της μαζικής μετανάστευσης στη Δύση.

Η μείωση ή η απαγόρευση της νόμιμης και παράνομης μετανάστευσης είναι η βασική πολιτική συνταγή της ακροδεξιάς και η πράξη των ιδεολογικών θέσεων του ακροδεξιού πολιτισμισμού. Οι ακροδεξιοί πολιτικοί και οργανώσεις και στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη έχουν διοχετεύσει τις υποβόσκουσες κοινωνικές αγωνίες και ανασφάλειες, που συνδέονται με τον νεοφιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση, προς την ασφαλειοποίηση (securitization) του ξένου «άλλου». Αντί να αντιμετωπίσει τα δομικά ζητήματα που σχετίζονται με την παγκόσμια πολιτική οικονομία, η σύγχρονη ακροδεξιά  χρησιμοποιεί μια εσχατολογική ερμηνεία  της μαζικής μετανάστευσης, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής κρίσης του 2015. Ωστόσο, αυτή η ιδεολογία δεν προήλθε οργανικά από τα γεγονότα του 2015, αλλά είναι μάλλον μια αναδιατύπωση μιας παλιότερης ακροδεξιάς θεωρίας συνωμοσίας, η οποία μπορεί να βρεθεί στην ομιλία με τίτλο «Ποτάμια Αίματος» του Βρετανού βουλευτή  Enoch Powell του 1968, όπως και στο έργο του Γάλλου συγγραφέα  Jean Raspail με τίτλο The Camp of the Saints (1973), όπου η επικείμενη εισβολή του «Τρίτου Κόσμου» μέσω της μαζικής μετανάστευσης και των ανοιχτών συνόρων αναφέρεται ως η πρωταρχική αιτία των κοινωνικών, οικονομική και πολιτισμικής παρακμής της Δύσης. Οι ιδέες που υποκινούν την σύγχρονη ακροδεξιά δεν είναι απλά εκείνα των φασιστών του μεσοπολέμου, αλλά περιλαμβάνουν σημαντικούς δυτικούς διανοούμενους, πολιτικούς και καλλιτέχνες της μεταπολεμικής περιόδου.

Τα τελευταία χρόνια, παρόμοια θέματα εντοπίζονται στα κείμενα του διάσημου Βρετανού νεοσυντηρητικού συγγραφέα, δημοσιογράφου και δημόσιου διανοούμενου Douglas Murray. Στο δημοφιλές βιβλίο του Η Ευρώπη Αυτοκτονεί, ο Murray θυμίζει πολλές από τις θεωρίες του Huntington, διηγούμενος μια ιστορία προδοσίας από την φιλελεύθερη ελίτ, όπου το δυτικό πολιτικό κατεστημένο έχει αγνοήσει τα εθνικά/πολιτισμικά συμφέροντα των πληθυσμών τους μέσα (1) την στήριξη της μαζικής μετανάστευσης από μη Ευρωπαϊκές χώρες, ενώ δεν ασχολείται με την αρνητική γεννητικότητα της Ευρώπης· και (2) με την υποτίμιση και την αγνόηση της Ευρωπαϊκής Χριστιανικής κουλτούρας και τη μοναδική πολιτιστική της ταυτότητα. Στο βιβλίο, ο Murray περιγράφει ακροδεξιά αντι-ισλαμικά κινήματα βάσης όπως το PEGIDA και το EDL με θετικό τόνο και επικρίνει την δημόσια κατακραυγή που έχουν δεχτεί αυτές οι ομάδες από τις φιλελεύθερες κυβερνήσεις τους. Ο Murray επίσης προσπαθεί να διασώσει την κληρονομιά των Powell και Raspail με το να αποδώσει προφητική σοφία στις κινδυνολογικές τους προειδοποιήσεις. Η αναγνώριση για τη σκέψη του Murray ήταν ευρύτατη, και ξεκινά από τον Γάλλο δημόσιο διανοούμενο Bernard Henri-Levy, που είπε πως είναι «ένας από τους πιο σημαντικούς δημόσιους διανοούμενους σήμερα», ως τους απολυταρχικούς χθρούς των μεταναστών όπως ο πρωθυπουργός της  Ουγγαρίας Viktor Orbánπου έφτασε μέχρι το σημείο να προτείνει το Η Ευρώπη Αυτοκτονεί στην σελίδα του στο Facebook.

Απομένει να φανεί αν το πλάνο του ακροδεξιού πολιτισμισμού είναι ικανό να ξεπεράσει τις βαθιές αντιφάσεις της μεγάλης στρατηγικής του για την παγκόσμια τάξη, ιδιαίτερα: (1) τις οικονομικές διαφορές που φέρνουν σε σύγκρουση τους ενάντια στο ελεύθερο εμπόριο με τους φονταμενταλιστές των αγορών ελευθεριστικές φράξιες της ακροδεξιάς· και (2) τις βαθιές γεωπολιτικές εντάσεις μεταξύ διάφορων πολιτικών κομμάτων και εθνικών κρατών, μέσα στο διατλαντικό μπλοκ. Η επίλυση όμως αυτών των εσωτερικών τάσεων, μπορεί ωστόσο, να  είναι λιγότερο χρήσιμη για την τελική επιτυχία του σχεδίου του του ακροδεξιού πολιτισμισμού από ότι το να φαίνεται πως είναι λιγότερο αντιφατική από το μοντέλο του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού.

Νέα Παγκόσμια Τάξη;

Ενώ πολλοί νεοφιλελεύθεροι κοσμοπολίτες σχολιαστές και ακαδημαϊκοί λένε πως μια επιστροφή στην εθνικιστική και πολιτισμισμική ταυτότητα είναι αντίθετο με μια παγκόσμια ανοιχτή κοινωνία της αγοράς, αυτό η άποψη δεν είναι κοινή στο σύνολο της νεοφιλελεύθερης σκέψης. Ο Quinn Slobodian σημειώνει πως ο Wilhelm Röpke, ο σημαντικός νεοφιλελεύθερος/ορντολίμπεραλ στοχαστής του 20ου αιώνα και δεύτερος πρόεδρος της Mont Pelerin Society πίστευε πως:

«Η δογματική λειτουργία του ανοιχτού κόσμου θα συνοδεύεται από την εγκατάλειψη των πολιτισμικών μπλοκ σε απάντηση αυτού που [ο Röpke] αποκαλείται ο ‘Αννίβας προ των Πυλών’, επικαλούμενος μια πρότερη περίσταση της Δύσης υπό απειλή […] Ένα ηθικά ενδυναμωμένο Φρούριο Δύση θα εμφανιστεί ως αναγκαία άμυνα ενάντια στους ενθαρρυμένους πληθυσμούς της μη Δύσης, δίχως προσήλωση όπως ήταν από την ηθική κοινότητα που συνέδεε τη Δύση».

Αν και ο ίδιος Γερμανός πολίτης, ο Röpke έγινε σημαντική φιγούρα μέσα στην Νέα Δεξιά των Ηνωμένων Πολιτειών κατά την άμεση μεταπολεμική περίοδο, κυρίως λόγω της προθυμίας του να συνδυάσει νεοφιλελεύθερες οικονομικές θέσεις με ηθικές και πνευματικές αιτιολογήσεις για την ηγεμονία/κεντρικότητα της Χριστιανικής Δύσης μέσα στην παγκόσμια τάξη. Ο Röpke πίστευε πως η δυτική πολιτιστική υπεροχή και η νεοφιλελεύθερη κοινωνική θεωρία ήταν συμπληρωματικές μεταξύ τους, και όχι τόσο διαμετρικά αντίθετες ή αμοιβαία αλληλαποκλειόμενες ιδεολογίες.

Ενώ η ακροδεξιά ιδεολογία συχνά προωθεί ένα τύπο Ευρωσκεπτικισμού, εκείνο που όμως σπάνια προτείνεται είναι η διάλυση της ΕΕ. Αυτό που όμως προτείνεται πιο συχνά είναι η αναδιάρθρωση του θεσμού αυτού με την χρήση πόρων για την προστασία του «Φρουρίου Ευρώπη» όπου τα ασθενέστερα κράτη στην περιφέρεια της Ευρώπης μεταμορφώνονται (ή αποικιοποιούνται) ώστε να γίνουν έντονα φυλασσόμενα κελιά για μετανάστες που προσπαθούν να μπουν στην Βόρεια Ευρώπη. Αυτό που λείπει από το όραμα της ακροδεξιάς για την ΕΕ είναι κάθε μορφή πανευρωπαϊκής πολιτικής ενσωμάτωσης η οποία θα μπορούσε πιθανώς να μεταμορφώσει την ευρωπαϊκή οικονομία σύμφωνα με σοσιαλδημοκρατικές γραμμές. Ο Röpke πίστευε πως η ευρωπαϊκή ενσωμάτωση μέσα από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα  και άλλες περιφερειακές υπερεθνικές πολιτικές δομές θα αποδυνάμωναν την παγκόσμια δύναμη της αγοράς, με «την δημιουργία μιας τάφρου με τον έξω κόσμο». Έλεγε πως η ενίσχυση τέτοιων θεσμών θα ενθάρρυνε τις σοσιαλδημοκρατικές τάσεις στην Ευρώπη και τον μετααποικιακό κόσμο ως μέσο για την διόρθωση της ιστορικής αδικίας και τις οφειλόμενες στην αγορά ενδοπεριφερειακές ανισότητες – μια κατάσταση που θα μπορούσε να εξελιχθεί στη δημιουργία της «Ευραφρικής». Από μια νεοφιλελεύθερη θέση, η επιστροφή στην εθνική αυτονομία στην Ευρωπαϊκή οικονομία θα μπορούσε έτσι να εμποδίσει αυτές τις σοσιαλδημοκρατικές τάσεις και πιθανώς να δράσει ως οχυρό για ακόμη πιο δογματικό φεντεραλιστικό καθεστώς, τέτοιο που οι ασθενέστερες καπιταλιστικές χώρες θα αναζητούσαν ξένες επενδύσεις μέσα εκμεταλλευτικούς εταιρικούς φόρους και την απορρύθμιση της αγοράς και του περιβάλλοντος. Ο Adam Harmes σημειώνει: «Από δημόσια επιλογή, ο διεθνής φορολογικός ανταγωνισμός ενισχύει την ευημερία με την παρεμπόδιση της μεγέθυνσης της κυβέρνησης σε βαθμό αναποτελεσματικότητας. Είτε εφαρμόζεται σε περιφερειακά ή παγκόσμια επίπεδα, το νεοφιλελεύθερο επιχείρημα υπέρ του διεθνισμού δικαιολογεί την ίδια μέθοδο με την φεντεραλισμό της συντήρησης των αγορών».

Ξενοφοβικές και απολυταρχικές θέσεις έχουν μεγάλη παράδοση μέσα στην νεοφιλελεύθερη κοινωνική θεωρία. Παραδείγματα περιλαμβάνουν την στήριξη του James M. Buchanan των πολιτικών φυλετικού διαχωρισμού στον Αμερικάνικο Νότο· τη στήριξη του Wilhelm Röpke για τα απαρτχάιντ ε Νότια Αφρική και Ροδεσία· την στήριξη του Murray Rothbard προς νεοομοσπονδιακό κίνημα και την κυβερνητική καμπάνια του ηγέτη της Κου Κλουξ Κλαν, David Duke, στη Λουϊζιάνα το 1991. Εξτρεμιστικές φράξιες υπερεθνικών φιλελεύθερων έχουν εντοπίσει από παλιά το κοινό  έδαφος  με τις αντιδραστικές υποϊδεολογίες και μορφές απολυταρχικής διακυβέρνησης ως μέσα για την απόκτηση της απαραίτητς θεσμικής πρόσβασης για την υλοποίηση των υπερελεθευριστικών πολιτικών προτάσεων τους. Για αυτό μάλλον σημαντικοί ακροδεξιοί πολιτικοί παράγοντες όπως ο Steve Bannon και ο Nigel Farage έχουν συνδυάσει την ρητορική κατά των ρυθμίσεων της οικονομίας  και υπέρ των αγορών του Tea Party Movement και του UKIP με ξενοφοβικές αιτιολογήσεις για την επιβολή δρακόντειων περιορισμών στην μετανάστευση στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η υπόθεση πως η άνοδος του Ακροδεξιού πολιτισμισμού είναι δείγμα απομάκρυνσης από το πολιτικό σχέδιο της νεοφιλελεύθερης κοινωνικής θεωρίας, θα σήμαινε την αγνόηση αυτής της ιστορίας όπως και την σημερινή πραγματικότητά.

Συμπέρασμα

Η αυξανόμενη απήχηση της ακροδεξιάς και των ακραίων προτάσεων της οφείλεται στην αποτυχία της «νεοφιλελεύθερης κοσμοπολίτικης» διακυβέρνησης να απαλύνει τις υλικές αγωνίες που συνδέονται με τη κρίση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Το ηγεμονικό σχέδιο του ακροδεξιού πολιτισμισμού είναι αυτό της ανανέωσης· είναι μια στρατηγική πρόληψης της σύγχρονης κρίσης από το να προκαλέσει μια συστημική μεταμόρφωση μακριά από την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και το καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

[…]

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Blake Stewart: Η Άνοδος του Ακροδεξιού Πολιτισμισμού

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s