Κείμενο που είναι παρμένο από το βιβλίο του Νάσου Μπράτσου Εργατικές Ιστορίες, Συνεντεύξεις με Πρωταγωνιστές του Εργατικού Κινήματος στην Ελλάδα από το 1920 έως το 1967 (Εκδόσεις RUX, 1998). Ο Γιάννης Ταμτάκος (1908-2008) ήταν συνδικαλιστής και αγωνιστής, πρόσφυγας και μετανάστης.

 

«Εγώ μπήκα στο κίνημα το 1924. Όμως το κίνημα ήδη υπήρχε από το 1908, από την Φεντερασιόν του Αβραάμ Μπεναρόγια που ήταν πολυεθνική οργάνωση και συμμετείχαν Εβραίοι, Έλληνες, Τούρκοι, Αρβανίτες κλπ. Η Φεντερασιόν ήταν το καλύτερο παράδειγμα πολυεθνικής συνεργασίας των εργατών.

Λίγο μετά την μικρασιατική καταστροφή, που είχαν έρθει πολλοί πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη, οξύνθηκαν οι συνθήκες ζωής προς το χειρότερο.

Κυρίως ο ανεπτυγμένος καπνεργατικός κλάδος σήκωνε το οργανωτικό βάρος, είχανε τις λεγάμενες επιτροπές σαλονιών στα καπνεργοστάσια, όπου σαλόνια ήταν οι χώροι επεξεργασίας καπνού.

Όταν γινόταν μια απεργία, υπήρχε συμπαράσταση των άλλων κλάδων, που έκαναν εράνους κλπ.

Τα παλιά χρόνια κάθε εργατικό κέντρο είχε και την μπάντα του και στις εκδηλώσεις γινόταν κάτι σαν γιορτή.

Μέσα στα συνδικάτα εκείνη την εποχή συζητάγαμε όχι μόνο για συνδικαλιστικά θέματα, αλλά και για πολιτική.

Οι ομιλίες στις εκδηλώσεις και τις κινητοποιήσεις, γινόταν σ’ όλες τις γλώσσες του πολυεθνικού εργατικού δυναμικού.

Το 1918 που έγινε η Πρωτομαγιά και είχα πάει κι εγώ πιτσιρικάς τότε, θυμάμαι τους καπνεργάτες που είχαν καλούς μισθούς, λόγω των σκληρών αγώνων που είχαν δώσει, που ζωγράφιζαν πάνω στα λουστρίνια τους ένα σφυροδρέπανο, τότε ήταν στην μεγάλη της αίγλη η Οκτωβριανή Επανάσταση.

Σ’ εκείνη την Πρωτομαγιά οι ομιλίες έγιναν σ’ όλες τις γλώσσες.

Στη Θεσσαλονίκη υπήρχε μια φασιστική οργάνωση η 3Ε, με την οποία είχαμε συνέχεια προβλήματα. Ακόμα και όταν πηγαίναμε φαντάροι μας δημιουργούσαν προβλήματα. Πήγαιναν στα αποχωρητήρια του στρατώνα, ζωγράφιζαν σφυροδρέπανα με τα περιττώματα και περίμεναν πότε θα πάμε εμείς, ώστε όταν βγούμε να μας χρεώσουν αυτές τις πράξεις, ήταν δηλαδή παρακρατικοί προβοκάτορες.

Όταν ανέβηκε ο Χίτλερ στην εξουσία, έκαναν μια παρέλαση με κράνη και φυσικά ντύθηκαν με γερμανικές στολές στην Κατοχή.

Πριν την κατοχή τους είχαν δώσει όπλα και ήταν απεργοσπαστική ομάδα.

Όμως κι εμείς είμασταν μαχητικοί, ξυλοκοπούσαμε τους απεργοσπάστες, κρατούσαμε ξύλα και σίδερα, σπάγαμε τις βιτρίνες των καταστημάτων όταν οι εργοδότες ήταν ανυποχώρητοι.

Τότε το ΚΚΕ είχε κάνει ένα μέτωπο εργατών και προσφύγων από τη Μ. Ασία και έβγαλαν δήμαρχο τον Μηνά Πατρίκιο.

Ορισμένοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι τους πρόσφυγες (κι εγώ πρόσφυγας είμαι), θυμάμαι το 1935 που με ανέκρινε ο Ντάκος, αστυνομικός διευθυντής του 4ου αστυνομικού τμήματος Θεσσαλονίκης, με χτύπησε και με αποκάλεσε «τουρκόσπορο» και λιποθύμησα.

Ένας από τους χωροφύλακες εκεί ήταν συγγενής τσαγκάρη, που όταν έμαθε το περιστατικό του είπε «δεν ντρέπεσαι να χτυπήσεις αυτόν που παλεύει για τα αιτήματά μας, για όλο το τσαγγαριό».

Ο χωροφύλακας αυτός δήλωσε παραίτηση.

Τότε εκτός από το ΚΚΕ, υπήρχε μια οργάνωση Αρχειομαρξιστών. Έβγαζαν το περιοδικό «Αρχείο του Μαρξισμού» το οποίο δημοσίευε ορισμένα έργα κλασσικών του Μαρξισμού. Διεγράφησαν από το ΚΚΕ και αποτελούσαν ξεχωριστή οργάνωση. Έφτασε στο σημείο η διαμάχη αυτή, να δολοφονηθούν από τους σταλινικούς ορισμένοι αρχειομαρξιστές π.χ. Λαδάς, Γεωργοπαπαδάκος.

Ο κόσμος ήταν τόσο μαχητικός γιατί ζούσε κάτω από δύσκολες συνθήκες. Ιδιαίτερα από την μεγάλη οικονομική κρίση του 1928 και μετά, υπήρχε πείνα. Αρπάζαν ψωμιά από τον φούρνο και το βάζαν στα πόδια.

Η αρχειομαρξιστική οργάνωση έκανε τότε μια καμπάνια ενάντια στην πείνα και την ανεργία και καταφέραμε μερικά συσσίτια για τους ανέργους, μερικά δράμια ψωμί κλπ.

To 1931 σε μια συγκέντρωση ανέργων στο σιντριβάνι, ήρθε η αστυνομία, που τότε ήταν αστυνομικός διευθυντής ο Καλοχριστιανάκης για να μας διαλύσουν. Τότε η αστυνομία είχε άλογα και ήταν δύσκολο να την αντιμετωπίσεις. Όμως τυχαία εκεί κοντά γίνονταν έργα και πήγαμε 1000 εργάτες και πήραμε πέτρες. Έγινε της κακομοίρας, έγινε ένας πετροπόλεμος φοβερός. Χτυπήθηκαν όμως και πολλοί εργάτες από τους χωροφυλακές. Εκεί έφαγα μια σφαίρα που για λίγα χιλιοστά δεν με σκότωσε. Κάναμε μήνυση στον χωροφύλακα για απόπειρα ανθρωποκτονίας, αλλά τον αθώωσαν και δίκασαν εμένα σε δυο μήνες.

Το κράτος είναι ο τρομοκράτης γιατί θέλει να καθυποτάξει τους εργάτες.

Η γενική εξέγερση του 1936 βρήκε δύο συνδικαλιστικές οργανώσεις, την ενωτική ΓΣΕΕ – το ΚΚΕ ο βασικός της κορμός – και την δεξιά του Καλομοίρη.

Κάτω από τις πιέσεις της βάσης ενώθηκαν τα καπνεργατικά τμήματα των δύο ομοσπονδιών.

Τα γεγονότα ξεκίνησαν από το εργοστάσιο Κομέρσιαλ, στο οποίο κλείστηκαν μέσα οι εργάτες όταν δεν δέχτηκε τα αιτήματά τους ο εργοδότης.

Κρέμασαν μαύρες και κόκκινες σημαίες από τα παράθυρα και ζήτησαν συμπαράσταση κι από τους άλλους κλάδους. Έτσι σιγά-σιγά εξελίχθηκε σε πανθεσσαλονική απεργία.

Εμείς κάναμε κινητοποιήσεις συμπαράστασης και σε μια από αυτές στη διασταύρωση Βενιζέλου κι Εγνατίας, οι χωροφύλακες όταν μας είδαν συγκεντρωμένους, πυροβόλησαν και σκότωσαν 4-5 εργάτες.

Συνολικά ο αριθμός των σκοτωμένων ανέβηκε αργότερα σε 12 και 300 τραυματίες.

Εγώ ήμουν ανεβασμένος πάνω σ’ ένα περίπτερο στη δια-σταύρωση αυτή και μιλούσα.

Τότε ήρθε ένας σταλινικός από κάτω και είπε ότι ήμουνα χαφιές. Ακόμα και οι δικοί του, του είπαν ότι πρέπει να ντρέπεται, γιατί ήξεραν ότι μπορεί να είχαμε ιδεολογικές διαφορές, αλλά ήμουν συνδικαλιστής.

Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι αυτός ήταν χαφιές της ασφάλειας που τον είχε βάλει στο ΚΚΕ. Είχε πλησιάσει τον Άγι Στίνα, όταν αυτός ήταν γραμματέας της Κ.Ε. της Μακεδονίας, του πρότεινε να κάνουν φράξια μέσα στην ασφάλεια για κατασκοπεία, δήθεν.

Στα γεγονότα τότε, ο Ζαφείρης ο Δεκίδης, γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, συγκρότησε την Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή την οποία αποτελούσαν οι γραμματείς των σωματείων, οι δε κλαδικές επιτροπές θα ήταν τα συμβούλια.

Εγώ ήμουν σε κλαδική επιτροπή και στην Κεντρική ήταν ο Παναγιώτης Βασιλειάδης, υφαντουργός τροτσκιστής.

Όταν μπήκε από τους βουλευτές του Φιλελεύθερου κόμματος Ζάννα και Μαυροκορδάτο να σταματήσει η απεργία για να κοιταχθούν οι ασθενείς στα νοσοκομεία, ο Βασιλειάδης διαφώνησε, αλλά τότε οι σταλινικοί είχαν το μέτωπο Σοφούλη-Σκλάβαινα και δεν δέχτηκαν να τους διώξουν με αποτέλεσμα να συνεχίσουν τις παρεμβάσεις.

Εκείνες τις μέρες είχαμε κλείσει τους χωροφυλάκους στα τμήματα και μάλιστα σκεφτόμαστε να τους βάλουμε φωτιά, γιατί αυτοί ήταν η πηγή του κακού.

Όταν επενέβηκε ο στρατός, τότε είχαμε σκηνές συναδέλφωσης απεργών και φαντάρων κι έτσι αποσύρθηκε ο στρατός.

Τότε μεσολάβησε ο Ζέππος του Τρίτου Σώματος Στρατού και συμφώνησαν κι οι σταλινικοί να διαλυθούμε, γιατί θα τιμωρηθούν οι ένοχοι, θ’ αποζημιωθούν τα θύματα και κάτι τέτοια.

Ένας θλιβερός βουλευτής του ΚΚΕ από την Επανωμή, ο Σινάκος, τα έλεγε αυτά.

Έδωσε ο Ζέππος τον λόγο της στρατιωτικής του τιμής ότι θα εφαρμόσει την συμφωνία και τον πίστεψαν.

Εν τω μεταξύ ήρθε ο στόλος στο λιμάνι και έφεραν ιππικό από τη Λάρισα.

Όταν είχαν γίνει οι σκοτωμοί, χτυπούσαν οι καμπάνες κι όλος ο κόσμος μαζεύτηκε στο κέντρο.

Είμασταν σε μια περίοδο, που υπήρχε και η Ισπανική Επανάσταση, πολλοί εργάτες σήκωναν τα χέρια και φώναζαν «Επανάσταση».

Με την μανούβρα που προανέφερα κατάφεραν να κλείσουν την απεργία.

Όταν ρώτησαν τον πρύτανη Ελευθερόπουλο τις εντυπώσεις του για τις απεργίες, είπε στους δημοσιογράφους «είδα άλογα (όντα) επί αλόγων να εφορμούν επί ανθρώπων».

Με την δικτατορία του Μεταξά μας έστειλαν στην εξορία, αφού μας συγκέντρωσαν στη Μίκρα. θεωρηθήκαμε υπεύθυνοι για τα γεγονότα του ’36 και με δίκη που έγινε χωρίς την παρουσία μας στην Έδεσσα, ενόσω είμασταν εξόριστοι, φάγαμε 6 χρόνια.

Μας σκότωσαν, μας δίκασαν και μας εξόρισαν.

Από το 1937 μέχρι το 1942 ήμουν εξόριστος στη Γαύδο.

Θα με εκτελούσαν μαζί με τους 200, αλλά από το τμήμα μεταγωγών του Πειραιά, κατάφερα να δραπετεύσω.

Τότε οι αρχιμπάτσοι της Αθήνας ήταν ο Έβερτ, ο πατέρας του Μιλτιάδη Έβερτ και ο Ουρανόπουλος, που έδιναν στους Γερμανούς τα ονόματα αγωνιστών με πολύχρονη θητεία στο εργατικό κίνημα. Δεν σκότωναν τυχαίους οι Γερμανοί, αλλά αγωνιστές με βάση τα στοιχεία της ασφάλειας.

Όταν φύγαν οι Γερμανοί σπάγαμε μαγαζιά και μοιράζαμε τρόφιμα στον κόσμο.

Σ’ όλη αυτήν την πορεία είχα την τύχη να γνωρίσω τον Στίνα που από μικρό παιδί ήταν στο κίνημα και ήταν μεγάλη προσωπικότητα.

Το ’30-’31 υπήρχε μια κρίση μέσα στο ΚΚΕ ανάμεσα σε Χαϊτά-Ευτυχιάδη και Σιάντο-Θέου. Κλήθηκε ένα κλιμάκιο να πάει στη Μόσχα και από τους 24 γύρισαν μόνο δύο, ο Σιάντος κι ο Θέος, τους άλλους τους έφαγαν οι σταλινικοί. Τότε διεγράφη κι ο Στίνας από το ΚΚΕ.

Είχα γνωρίσει και τον Παντελή Πουλιόπουλο, τότε μας κυνηγούσαν και οι Γερμανοί και οι σταλινικοί.

Μετά τον πόλεμο, πήγα μετανάστης στην Αυστραλία κι έτσι έχασα για πολλά χρόνια την επαφή με τα πράγματα της Θεσσαλονίκης».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s