Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα The Mantle. Ο Eric Anthamatten είναι καθηγητής φιλοσοφίας και ανθρωπιστικών σπουδών στα πανεπιστήμια The New School και Pratt Institute. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

«Το μίσος είναι θρησκεία», γράφει ο Jean-Paul Sartre στο δοκίμιο του από το 1944 με τίτλο Το Πορτραίτο του Αντισημίτη, γραμμένο μετά την  απελευθέρωση του Παρισιού από τους Ναζί. Σχεδόν 70 χρόνια μετά, μεγάλο μέρος της ανάλυσης του Sartre για τον αντισημιτισμό, και τον προπάτορα του, το ρατσισμό, μοιάζει εφιαλτικά επίκαιρη – ένας ευαίσθητος αναγνώστης δεν μπορεί παρά να δει αυτό το Πορτραίτο ως  προφίλ και προφητεία για τους καιρούς μας. είτε είναι η βία λευκών ρατσιστών εναντίον μαύρων, Λατίνων, ή Εβραίων, ή η ρητορική των βρισιών και άλλων πραγμάτων που ορίζουν μεγάλο μέρος του πολιτικού διαλόγου. Το μίσος και ο ρατσισμός δεν είναι απλά απόψεις ή ψυχολογικές καταστάσεις, αλλά πολιτικά όπλα που χρησιμοποιούνται με βίαιες και φονικές συνέπειες.

Οι κραυγές γίνονται κακοφωνία (Αντισημίτης! Ρατσιστής! Παραπληροφόρηση!), και ουσιαστικοί όροι όπως μίσος γίνονται ασαφείς, αμφίσημοι και κενοί από κάθε ουσιαστική αξία. Όταν οι λέξεις χάνουν τη σημασία τους, ο διάλογος γίνεται αδύνατος, και η πολιτική τείνει προς είτε το θόρυβο ή τη σιωπή, πράγμα που σημαίνει, την αδυναμία της επικοινωνίας που κάνει δυνατή μια ανθηρή ανθρώπινη κοινωνία.

Δεν είναι λίγο πράγμα να απαιτούμε καθαρότητα όσον αφορά τη γλώσσα, όχι μόνο σε αφηρημένες ιδέες, αλλά την ουσιαστική δύναμη που έχουν οι λέξεις να διαμορφώνουν το κόσμο στον οποίο ζούμε, για αυτό η δολοφονία της γλώσσας αναπόφευκτα είναι επίσης μια πράξη βίας εναντίον της ζωής.

Στην περίπτωση της έννοιας του αντισημιτισμού, το δοκίμιο του Sartre αποτελεί σημαντική συμβολή όχι μόνο γιατί προσφέρει ένα σημείο αναφοράς αλλά ίσως και ένα μοχλό αντίστασης.

Πρώτο, ο Sartre απορρίπτει το ότι ο ρατσισμός είναι γνώμη, μια απλά υποκειμενική άποψη που είναι μόνο μια πτυχή στο καμβά της προσωπικότητας του ατόμου. Κάποιοι πιστεύουν πως ο ρατσισμός μπορεί να υπάρξει ακίνδυνα μαζί με άλλα σύνολα απόψεων και ενάρετων πρακτικών. «Ένας άνδρας μπορεί να είναι καλός πατέρας και καλός σύζυγος, υπεύθυνος πολίτης, καλλιεργημένος, και φιλάνθρωπος και αντισημίτης την ίδια ώρα», γράφει ο Sartre. Είναι η κλασική απολογία: Βέβαια, ο θείος Joe είναι ρατσιστής, αλλά είναι πολύ καλός άνθρωπος.

Ο Sartre επιμένει πως αυτό είναι εσφαλμένο και επικίνδυνο. Γράφει, «Αρνούμαι να ονομάσω άποψη ένα δόγμα το οποίο στρέφετε ανοιχτά εναντίον συγκεκριμένων ανθρώπων και που τείνει να καταστείλει τα δικαιώματα τους ή να τους εξολοθρεύσει…. Ο αντισημιτισμός δεν είναι μια κατηγορία σκέψεων που προστατεύεται από το δικαίωμα στην ελευθερία της γνώμης».

Ο ρατσισμός δεν είναι μια άποψη ανάμεσα σε πολλές, που απλά βασίζεται στο γούστο. Αντίθετα, είναι μια αντίληψης του κόσμου και μια οπτική της θέσης κάποιου μέσα σε αυτό το κόσμο. Δεν είναι απλά άποψη, αλλά πραγματικότητα που μασκαρεύεται ως αξία. Ο ρατσισμός ισχυρίζεται πως υπάρχει μια αντικειμενική αλήθεια γύρω από τη φυλή που όχι μόνο μεταφράζεται σε ποιοτική αξία (καλό ή κακό), αλλά σε μια συνταγή για βία (φόνο και γενοκτονία).

Όταν πιστεύεις πως ο ρατσισμός είναι βάσιμος, ένα αντικειμενικό δεδομένο για τους Εβραίους, για τις εθνικές μειονότητες, ή οποιονδήποτε, ο ρατσιστής πιστεύει πως δεν έχει επιλογή επί του θέματος, απλά αναγνωρίζει μια αλήθεια για το κόσμο με τον ίδιο τρόπο που αναγνωρίζει την αλήθεια της βαρύτητας και του ηλεκτρομαγνητισμού. Ο ρατσιστής πιστεύει πως ο ρατσισμός δεν είναι μόνο φυσικός νόμος, αλλά Θεϊκός Νόμος, που πρέπει μόνο να ακολουθήσει ή να υπακούσει. «Είναι άνθρωπος του όχλου», όπως γράφει ο Sartre.

Ακριβώς όμως αυτό είναι το πρόβλημα: ο ρατσισμός είναι πάντοτε επιλογή, και για αυτό ο Sartre χρησιμοποιεί το ρατσιστή ως τη χαρακτηριστική φιγούρα του ατόμου που ζει με κακή πίστη ή σε αυταπάτη.

Η δομή της κακής πίστης είναι η άποψη πως κάποιος μπορεί να επιλέξει το να μην επιλέξει, κάτι το οποίο είναι από μόνο του επιλογή. Από αυτή την ίδια την επιλογή της μη επιλογής, έχουμε δείξει πως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτή την ριζοσπαστική ελευθερία. Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι, κάτι που για τον υπαρξιστή, είναι πηγή εξίσου για την απελπισία και την δημιουργικότητα, και ιδιαίτερα για τον Sartre, πάντοτε συνδέεται απόλυτα με την υπευθυνότητα – μια υπευθυνότητα όχι μόνο για τις ατομικές μας επιλογές, αλλά για το σύνολο του ίδιου του κόσμου.

«Η υπευθυνότητα… επεκτείνεται σε ολόκληρο το κόσμο ως ανθρώπινο κόσμο…. Αυτός που αντιλαμβάνεται με αγωνία τις συνθήκες του πετιέται στην υπευθυνότητα… δεν έχει πλέον ούτε μετάνοια ή τύψεις ή δικαιολογία…. Αλλά όπως έχουμε δείξει…, τις περισσότερες φορές αποφεύγουμε την απελπισία με κακή πίστη».

Το κακόπιστο άτομο λέει ψέματα για την ελευθερία του. Είναι ένα ψέμα που λέει στον εαυτό του, κάνοντάς τον έτσι τόσο εκείνον που λέει όσο και εκείνον που δέχεται το ψέμα. Για να πει ψέματα όμως για την ελευθερία, σε κάποιο επίπεδο, ο ψεύτης επιλέγει να πει ψέματα και έτσι πρέπει να αποδεχτεί το γεγονός της ελευθερίας του. Επειδή όμως είναι επίσης αυτός που είναι ο δέκτης του ψέματος, επιλέγει επίσης να πιστέψει το ψέμα που γνωρίζει πως είναι ψέμα. Το κακόπιστο άτομο εξαπατά τον εαυτό του ώστε να πιστέψει πως δεν υπάρχει πιθανή επιλογή, και κάνοντάς το αυτό προσπαθεί να καταργήσει τη δική του ελευθερία, και κατά συνέπεια, την δική του ευθύνη, η οποία, για τον Sartre, είναι αντίφαση της δικής του συνειδητότητας. Το κακόπιστο άτομο αποφεύγει την ελευθερία του· είναι το πορτραίτο ενός δειλού.

Έτσι και ο ρατσιστής: Ο ρατσιστής αποφεύγει την ελευθερία του· είναι το πορτραίτο ενός δειλού. Ή ακόμη χειρότερα, μια πέτρα που δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο από το να πέφτει.

Ο ρατσιστής ξέρει πως οι απόψεις του, τα λόγια του, και οι πράξεις του είναι ψέμα, και επειδή απαρνιέται την ελευθερία του και υπευθυνότητα, είναι σε θέση να είναι εντελώς ανεύθυνος με το λόγο και τις πράξεις του, να παίξει με αυτές τις εντελώς κενές θέσεις:

«Γνωρίζουν πως οι δηλώσεις τους είναι κενές και αμφισβητήσιμες· αλλά τους ευχαριστεί να κάνουν τέτοιες δηλώσεις: είναι το καθήκον του αντιπάλου τους να επιλέξει τις λέξεις του με σοβαρότητα, επειδή αυτός πιστεύει στα λόγια του. Έχουν δικαίωμα να παίξουν. Τους αρέσει ακόμη να παίζουν με το λόγο, επειδή προωθώντας γελοίες αιτιάσεις, υπονομεύουν την σοβαρότητα του συνομιλητή τους· είναι ερωτευμένοι με την μεροληψία τους, γιατί για αυτούς δεν είναι ζήτημα να πείσουν μέσα από την σωστή επιχειρηματολογία αλλά με τον εκφοβισμό και τον αποπροσανατολισμό».

Ένας από τους σοβαρούς κινδύνους της υποβάθμισης τέτοιων απεχθών απόψεων σε απλή γνώμη είναι πως στο πυρήνα της, είναι ένα είδος καταστροφής της γλώσσας, δηλαδή, των συνθηκών που κάνουν την επικοινωνία και την κοινότητα δυνατή. Πάρα πολλοί στην Δεξιά εξισώνουν το ρατσισμό και τον ρατσισμό ως απλές γνώμες. Έτσι, το να σταθούν απέναντι ή να καταστείλουν το ρατσιστικό λόγο με κάποιο τρόπο παραβιάζει την ελευθερία της γνώμης.

Όμως το να μισείς το μίσος δεν είναι μίσος. Ίσως το να μισείς το μίσος είναι ένας τρόπος να νοιάζεσαι, ακόμη και να αγαπάς. Το να φιμώνεις το ρατσισμό δεν είναι ανελευθερία, αλλά η απαίτηση πως ο ρατσιστής θα επιβεβαιώσει την ελευθερία του να επιλέγει, να μην λέει ψέματα στον εαυτό του για τις ευθύνες του προς τον εαυτό του και προς το κόσμο.

Ο ρατσιστής ζει μέσα στο φόβο, και το θεωρούμενο αντικείμενο του μίσους του είναι απλά η προβολή του φόβου που έχει για τον ίδιο, δηλαδή, ο φόβος να είναι άνθρωπος, δηλαδή, ο φόβος να επιλέξει, ο φόβος να είναι υπεύθυνος, ο φόβος της ελευθερίας. Ο ρατσιστής  είναι ο άνθρωπος του όχλου, επειδή αρνείται την ελευθερία του, επίσης αρνείται και την δυνατότητα της δημιουργικότητας και της δημιουργίας. Ο ρατσιστής έτσι θέλει μόνο να καταστρέφει, να ισοπεδώνει όσους είναι ελεύθεροι, δημιουργικοί, και υπεύθυνοι, εκείνους που δημιουργούν κόσμους και παίρνουν την ευθύνη για αυτούς τους κόσμους. Ο ρατσιστής «δεν έχει ψευδαισθήσεις για το ποιος είναι. Θεωρεί τον εαυτό του τον μέσο άνθρωπο, απλά μέσο, και σε τελική ανάλυση μέτριο άνθρωπο», γράφει ο Sartre.

Και έτσι, η στρατηγική του είναι φέρει όσους είναι γύρω του στο δικό του επίπεδο κενότητας, όχι μόνο μέσα από την καταστροφή της γλώσσας και του νοήματος, αλλά πολύ συχνά, μέσα από την εξόντωση [που έρχεται μέσα από την κάννη ενός όπλου ή την κάψα ενός φούρνου. Για τον ρατσιστή, «δεν υπάρχει το ζήτημα δημιουργίας μιας κοινωνίας αλλά μόνο ο εξαγνισμός αυτής που ήδη υπάρχει».

Ο Sartre καταλήγει πως ο ρατσιστής «είναι ο άνθρωπος που θέλει να είναι να είναι ο ανελέητος βράχος, η οργισμένη καταιγίδα, ο καταστροφικός κεραυνός: με λίγα λόγια, οτιδήποτε εκτός από άνθρωπος».

 

Εισαγωγή στην έννοια της Κακής Πίστης (mauvaise foi)  

2 σκέψεις σχετικά με το “Eric Anthamatten: Το Πορτραίτο Ενός Ρατσιστή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s