Κείμενο που είναι παρμένο από το βιβλίο Το Ποδόσφαιρο Εναντίον Του Εχθρού (Εκδ Ελληνικά Γράμματα, 1998). Ο Simon Kuper είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Μετάφραση Μαίρη  Περαντάκου-Cook

 

Μετακόμισα στο Βερολίνο το Σεπτέμβρη του 1990, δέκα μήνες μετά την πτώση του Τείχους. Η πόλη είχε τότε δύο μεγάλες ποδοσφαιρικές λέσχες, την FC Μπερλίν στα ανατολικά και τη Χέρθα BSC στα δυτικά, και ο Χέλμουτ Κλόπφλες είχε ήδη μετακινηθεί από την Ανατολή στη Δύση.

Η FC Μπερλίν ονομαζόταν Ντιναμό Βερολίνου. Πριν από την πτώση του Τείχους είχαν παίξει στο Στάδιο Γιαν, δέκα λεπτά με τα πόδια από το πρώτο μου διαμέρισμα στο Ανατολικό Βερολίνο. Η γειτονιά, η οποία ονομαζόταν Πρεντζλάουερ Μπεργκ, ήταν μία από τις λίγες που είχαν διασωθεί από τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων, και είχε ερειπωθεί προ πολλού. Οι τελευταίες επισκευές είχαν γίνει γύρω στα 1920, και το Μάη του 1945 ο Κόκκινος Στρατός είχε να παλέψει για να καταλάβει κάθε δρόμο και στενό. Το κτίριό μου ήταν ένα από τα λίγα χωρίς τρύπες από σφαίρες, αλλά για αντιστάθμισμα το τζάμι της μπροστινής πόρτας, ένα θαυμαστό δείγμα αρ ντεκό της δεκαετίας του ’20, ήταν σπασμένο σε τέσσερα σημεία. Ο αέρας περνούσε μέσα από το σπασμένο παράθυρο – το περίεργο με τον αέρα του Βερολίνου είναι ότι σε κάνει να νιώθεις τη θερμοκρασία δέκα βαθμούς πιο κάτω από την κανονική – και κατάφερνε να απομακρύνει τη μυρωδιά από τα κατουρλιά των γατιών.

Σε κάθε πάτωμα μπορούσες να ακούσεις τους θορύβους από κάθε διαμέρισμα: τους καβγάδες, το σερβίρισμα του καφέ και το φτυάρισμα του κάρβουνου. Οι ενοικιαστές βρίσκονταν συνήθως όλοι στο σπίτι: τέσσερις από τους εφτά κουβαλητές του σπιτιού που έμεναν στο κτίριο είχαν πάψει πλέον να κερδίζουν το ψωμί τους, και η γειτόνισσα, κάποτε κάποιο είδος υψηλά ιστάμενης γραφειοκράτισσας, δούλευε ως καθαρίστρια. «Αν περνούσε από το χέρι μου, θα ξανάχτιζαν το Τείχος αύριο κιόλας», της άρεσε να λέει. Δεν είχε καταφέρει ακόμη να χάσει τη συνήθεια να λέει το Ανατολικό Βερολίνο απλώς «Βερολίνο».

Εκτός από τη γενική ανεργία, τα νεο-ναζιστικά γκράφιτι στους τοίχους και τον περιστασιακό Ρουμάνο ζητιάνο που υπέφερε από πολιομυελίτιδα, το Ανατολικό Βερολίνο εξακολουθούσε να δείχνει κομουνιστική πρωτεύουσα, και ο καιρός έμοιαζε Νοέμβρης διαρκείας. Η πόλη είναι χτισμένη σε χρώμα χακί, ανοιχτό καφέ και ατελείωτές αποχρώσεις του γκρίζου, και καμία απολύτως χάρη δεν έρχεται να προστεθεί από τα αγάλματα βλοσυρών σοσιαλιστών εργατών, τα οποία δε μοιάζουν και τόσο πολύ στα αγάλματα των Αρείων που αντικατέστησαν. Στο κέντρο της πόλης ο Μαρξ και ο Ένγκελς εξακολουθούν να επιβιώνουν σκαλισμένοι στην πέτρα: ο Μαρξ καθιστός, ο Ένγκελς όρθιος. Ο Λένιν προφανώς θα έπρεπε να βρίσκεται ξαπλωμένος κατάχαμα. «Την επόμενη φορά το πράγμα θα δουλέψει καλύτερα», είχε γράψει κάποιος στο μπροστινό μέρος του αγάλματος, και στο πίσω: «Λυπούμεθα πολύ». Ήταν μια συναρπαστική περίοδος να βρίσκεσαι στο Βερολίνο. Όπως παραπονιόταν και ένα ανατολικό φοιτητικό περιοδικό: «Τίποτα σχεδόν δεν είναι πλέον όπως ήταν πριν, από την άλλη πλευρά, κανείς δεν ξέρει τι πρόκειται να γίνει. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι ότι πρόκειται να αλλάξει».

Κανείς δεν ήξερε τι επρόκειτο να απογίνει η Ντιναμό, όμως είχαν ήδη αλλάξει το όνομα της ομάδας και είχαν εγκαταλείψει το Στάδιο Γιαν, όπου δεν μπορούσαν πλέον να ανταποκριθούν στο νοίκι. Το γήπεδο αποτελούσε το κομψότερο κτίσμα της Πρεντζλάουερ Μπεργκ. Βρισκόταν ακριβώς μερικά μέτρα μακριά από το παλιό Τείχος, και το θαύμαζα κάθε φορά που περνούσα μπροστά του καθ’ οδόν προς το δυτικό μέρος της πόλης, που πήγαινα για να τηλεφωνήσω. Οι πανύψηλοι προβολείς του, που υψώνονταν δυο φορές ψηλότεροι πάνω από τις κερκίδες και εξίσου γκρίζοι με αυτές, έδιναν στο γήπεδο την αίσθηση φυλακής στρατοπέδου, στην οποία και μεταβαλλόταν τις ημέρες που υπήρχε παιχνίδι. Για να εμποδίσουν τυχόν αποδράσεις, στρατιώτες καταλάμβαναν τις εξέδρες που βρίσκονταν πλησιέστερα στις παρυφές του σταδίου κατά τη διάρκεια των ματς. Τα πλήθη των θεατών ήταν αριθμητικά περιορισμένα.

Οι παίκτες της Ντιναμό ήταν κοινώς γνωστοί ως τα «Έντεκα Γουρούνια». Ήταν η λιγότερο δημοφιλής ομάδα στην Ευρώπη, όμως ταυτόχρονα ήταν και η πιο επιτυχημένη: μεταξύ 1979 και 1988 κέρδισαν τον τίτλο της Ανατολικής Γερμανίας δέκα φορές στη σειρά.

Η Ντιναμό είχε ιδρυθεί μετά τον Πόλεμο με μόνο σκοπό να κρατήσει τον τίτλο του πρωταθλήματος της Ανατολικής Γερμανίας στην πρωτεύουσα. Πρόεδρος του ποδοσφαιρικού συλλόγου μέχρι την Επανάσταση του 1989 ήταν ο Έρικ Μίλκε, ο ογδοντάχρονος αρχηγός-φόβητρο της μυστικής αστυνομίας της Ανατολικής Γερμανίας, της Στάζι. Ο Μίλκε ήταν γνωστός ως Έρικ ο Πρεσβυτερος για να τον ξεχωρίζουν από τον Έρικ Χόνεκερ, αρχηγό της GDR, ο οποίος ήταν ο Έρικ ο Νεότερος. (Ο Χόνεκερ ήταν μόλις στα εβδομήντα του.) Ο Μίλκε λάτρευε την ομάδα του, και έκανε όλους τους καλυτέρους παίκτες της GDR να παίξουν γι’ αυτήν. (Ένας ήταν ο Τόμας Ντολ, που μεταγράφηκε αργότερα στην Γκάτζα στο Λάτσιο.) «Μιλούσε» επίσης σε διαιτητές, και η Ντιναμό κέρδισε πάμπολλα παιχνίδια με πέναλτι στο 95ο λεπτό.

Στο Ανατολικό Βερολίνο η Γιουνιον ήταν η ομάδα της εργατιάς, κάτι που πάντοτε φιλοδοξούσε να γίνει η Ντιναμό. Οι πιο θαρραλέοι οπαδοί της ομάδας διάνθιζαν τα συνθήματα «Σιδερένια Γιουνιον» με «Γερμανία, Γερμανία», και, όταν η Γιουνιον έπαιζε με την Ντιναμό, το γήπεδο ήταν κατάμεστο, με όλο τον κόσμο να υποστηρίζει τη Γιουνιον. Η Ντιναμό νικούσε πάντοτε, και μέσα σε δέκα λεπτά από τη λήξη κάθε αγώνα το πλήθος είχε κιόλας εγκαταλείψει το γήπεδο.

Οι παίκτες της Ντιναμό ουδόλως πετούσαν από τη χαρά τους κερδίζοντας τον τίτλο κάθε χρόνο, αλλά τον περισσότερο καιρό κρατούσαν τα στόματά τους κλειστά. Κάνα δυο χρόνια πριν πέσει το Τείχος, ο ταχύτατος επιθετικός της ομάδας Αντρέας Τομ πήρε την άδεια να δώσει συνέντευξη στο δυτικογερμανικό περιοδικό Stem. «Πολλοί άνθρωποι φεύγουν από την Ανατολική Γερμανία επειδή δεν τους αρέσει η ζωή εδώ πέρα», ομολόγησε ο Τομ, καταλήγοντας διστακτικά: «Πιστεύω πως είναι μια πολύ ασυνήθιστη χώρα».

Εξακολουθούσε να είναι υπό απαγόρευση να μιλήσει στο δυτικό Τύπο όταν έπεσε το Τείχος. Όταν έγινε αυτό, ο ίδιος και οι συνάδελφοί του ενώθηκαν αμέσως με τις ομάδες της Μπουντεσλίγκα. Ο Γιόργκεν Μπογκς, ο προπονητής με τους δέκα τίτλους πρωταθλήματος, παρέμεινε στην Ντιναμό, όμως έδειχνε ανίκανος να κάνει την παλιά του μαγεία να λειτουργήσει.

Την εποχή που έφτασα στην πόλη, η FC Μπερλίν έπαιζε στο μικρό γήπεδο Σπορτφόρουμ. (Προσπάθησα να το βρω ένα βράδυ και απέτυχα.) Τότε είχε ήδη αρχίσει να προσελκύει πλήθη των 1.000 ατόμων, πολλά από τα οποία ήταν χουλιγκανς, έτσι που μπορούσε πια ν’ αρχίσει κανείς να μιλά για μια ξέφρενη πλειοψηφία. Εντούτοις, από άποψη ανθρώπινης ποιότητας, οι γόνοι κομουνιστών επισήμων και πρακτόρων της Στάζι ήταν μόλις μια σκάλα κάτω από Κολομβιανούς εμπόρους ναρκωτικών και Σέρβους εθνικούς εκκαθαριστές. Λόγω των διασυνδέσεών τους μπορούσαν να ταξιδεύουν στη Δύση ακόμη και τις παλιές μέρες: κάποτε ένα μεγάλο γκρουπ από αυτούς ακολούθησε την Ντιναμό στο Μονακό. Μετά την πτώση του Τείχους άρχισαν κατά περίεργο τρόπο να συνδυάζουν τον κομουνισμό με τον νεο-ναζισμό: τα αγαπημένα τους θούρια ήταν «Sieg Heil» και «We love Mielke». H FC Μπερλίν απελπίστηκε. Η ομάδα προσέλαβε μια εταιρεία Δημοσίων Σχέσεων για να τη βοηθήσει να καθαρίσει το όνομά της, όμως πολύ σύντομα υποβαθμίστηκε στο επίπεδο των ερασιτεχνικών ομάδων του Βερολίνου. Μέσα σε πόντε χρόνια, ίσως και λιγότερο, δύο αράδες σε μια τοπική εφημερίδα ανήγγειλαν ότι η FC Μπερλίν (πρωταθλήτρια της Ανατολικής Γερμανίας από το 1979 μέχρι το 1988) είχε διαλυθεί.

Το Δυτικό Βερολίνο διέθετε τη Χέρθα. Πρωταθλήτρια Γερμανίας στα 1930 και 1931, ήταν αυτό που οι Γερμανοί αποκαλούν Παραδοσιακή Ομάδα, και κάποτε είχε υπάρξει η ομάδα ολόκληρου του Βερολίνου. Όμως το βράδυ της 13ης Αυγούστου 1961 υψώθηκε το Τείχος, και οι μισοί από τους παίκτες και οπαδούς της Χέρθα βρέθηκαν ξαφνικά αποκλεισμένοι στο Ανατολικό Βερολίνο. Η ομάδα άρχισε να αγοράζει λάθος παίκτες, κατηγορήθηκε για σκάνδαλα δωροδοκιών, έχασε την ευκαιρία να αποκτήσει ένα νεαρό πλαϊνό παίκτη ονόματι Πιόρ Λιτμπάρσκι, που έπαιζε κάτω από τη μύτη της, και στα μέσα της δεκαετίας του ’80 έφτασε να υποβιβαστεί στην κατηγορία των ερασιτεχνικών ομάδων. Έπαιζε στη Β’ Κατηγορία της Γερμανίας όταν έπεσε το Τείχος, και ορδές πνιγμένων στα δάκρυα Ανατολικοβερολινόζων, ντυμένων με τη φανέλα της Χέρθα του 1950, επέδραμαν στο Ολυμπιακό Στάδιο. Κατά πάσα πιθανότητα ο πλέον φανατικός ανατολικός οπαδός της Χέρθα ήταν ο Χέλμουτ Κλόπφλες.

Οποιοσδήποτε πιστεύει ότι το ποδόσφαιρο δεν έχει να κάνει με την πολιτική θα έπρεπε να κουβεντιάσει με τον Κλόπφλες. Είναι ένας μεγαλόσωμος, ξανθός, φεγγαροπρόσωπος άντρας ο οποίος απελάθηκε από την Ανατολική Γερμανία επειδή υποστήριζε λάθος ομάδες. Τον συνάντησα προς το τέλος της παραμονής μου στο Βερολίνο. Ήταν ήδη 1991, εκείνος είχε εγκαταλείψει το Ανατολικό Βερολίνο δυο χρόνια νωρίτερα και η Δημοκρατία της Ανατολικής Γερμανίας δεν υπήρχε πλέον πάνω στο χάρτη, όμως δεν μπορούσε να σταματήσει να μιλά για τον κομουνισμό. «Δεν μπορώ πια να κοιμηθώ τα βράδια, η γυναίκα μου δεν μπορεί κι εκείνη να κοιμηθεί τις νύχτες, επειδή οι εγκληματίες που κυβερνούσαν αυτή τη χώρα είναι ακόμη ελεύθεροι». Ήταν το θέμα στο οποίο ξαναγύριζε κάθε λίγα λεπτά, τελείως άθελά του, καθώς η γυναίκα του πηγαινοερχόταν σερβίροντας καφέ και κέικ.

Έχω δυο πηγές πληροφοριών γύρω από την απίστευτη ζωή του Κλόπφλες: η μία είναι ο ίδιος, και η άλλη ο ογκώδης φάκελος που κρατούσε για αυτόν η Στάζι του Μίλκε. Το νέο γερμανικό κράτος έχει επιτρέψει στα θύματα της Στάζι να διαβάσουν τους φακέλους που κρατούσε για το καθένα η μυστική αστυνομία. Διάσημοι Ανατολικογερμανοί συγγραφείς κυκλοφόρησαν σε βιβλίο τους φακέλους τους – ο Κλόπφλες μού ταχυδρόμησε φωτοαντίγραφα του δικού του. Λέει πολλά για την ποιότητα δουλειάς της Στάζι το ότι όλες οι λεπτομέρειες της ζωής του ταιριάζουν κατά γράμμα με τη δική του αφήγηση.

Ο Κλόπφλες, όπως συμφωνούν και οι δύο πηγές, γεννήθηκε στο Ανατολικό Βερολίνο το 1948 και έζησε εκεί μέχρι το 1989. Δούλεψε ως ηλεκτρολόγος σε μια Εταιρεία του Λαου, και αργότερα ως καθαριστής παραθύρων σε μια σπάνια ιδιωτική επιχείρηση. «Ήμασταν ανθρωπάρια επειδή μας κρατούσαν ανθρωπάρια», μου είπε. Εξήγησε ότι είχε αλλάξει δουλειά επειδή στην Εταιρεία του Λαού «σου υπαγόρευαν συνεχώς τι έπρεπε να σκέφτεσαι και να κάνεις».

Του αρέσει να μιλάει, ή, όπως έθετε το θέμα η Στάζι, παρουσιάζει «μια συναισθηματική συμπεριφορά που βασίζεται στο χαρακτήρα του». Ο φάκελός του προειδοποιεί: «Ο Κ. έχει υψηλή νοημοσύνη και είναι σε θέση να κάνει συσχετισμούς». (Αν η Στάζι δεν αναφερόταν στο πρόσωπο του χρησιμοποιώντας πάντοτε το αρχικό του επώνυμου του, τότε ο φάκελός του ίσιος να έμοιαζε λιγότερο με έργο του Κάφκα.)

Σχετικά με τις πολιτικές του πεποιθήσεις, ο φάκελος αναφέρει: «Από τα σχόλιά του είναι εμφανές ότι ενημερώνεται από δυτικά ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης. Ο Κ. θαυμάζει την Μπουντεσλίγκα. Κατά την άποψη του Κ., σπορ και πολιτική δεν έχουν ουδεμία σχέση μεταξύ τους». Αυτή όμως δεν ήταν μία άποψη με την οποία συμφωνούσε η Στάζι. Όταν η Δυτικογερμανή γραφειοκράτισσα υπάλληλος έδωσε στον Κλόπφλες το φάκελό του, του είπε: «Αναφέρει όλο για ποδόσφαιρο!».

«Τα ψυχαγωγικά ενδιαφέροντα της οικογένειας του Κ. περιορίζονται κυρίως στο ποδόσφαιρο και στο χωράφι τους για τα Σαββατοκύριακα στο…» αναφέρει η Στάζι. Ο Κλόπφλες μου εξήγησε: «Οι καλύτερες στιγμές στην Ανατολική Γερμανία ήταν όταν βρισκόμασταν στο καλοκαιρινό μας σπίτι. Ήταν έξω από το Βερολίνο, ήσυχο, χωρίς κανέναν γύρω, χωρίς κομουνιστική προπαγάνδα, και καθόμασταν εκεί τα καλοκαιρινά βράδια βλέποντας στην τηλεόραση δυτικό ποδόσφαιρο και νιώθοντας πανευτυχείς. Όταν ήμασταν στο καλοκαιρινό μας σπίτι, νιώθαμε σαν να βρισκόμασταν στη Δύση. Ήταν η δική μας Μικρή Καλιφόρνια. Μετά, όταν αφήσαμε την Ανατολική Γερμανία, μας το πήραν». Παιδευόταν ήδη πέντε χρόνια να το ξαναπάρει πίσω.

«Ο Κ. αυτοαποκαλείται φανατικός υποστηρικτής της ποδοσφαιρικής ομάδας του Δυτικού Βερολίνου “Χέρθα BSC”», γράφει ο φάκελος. Όταν γεννήθηκε, τρία χρόνια μετά τον Πόλεμο, η Χέρθα είχε ήδη μετακινηθεί από τα ανατολικά στα δυτικά της πόλης. Όμως το Τείχος δεν είχε υψωθεί ακόμη, και έτσι, όντας πιτσιρικάς, ο Κλόπφλες παρακολουθούσε τα παιχνίδια της Χέρθα στην έδρα της. Το Τείχος χτίστηκε όταν εκείνος ήταν 13 ετών. «Ήταν ένα τρελό, τελείως γερμανικό πράγμα αυτό που έγινε. Δε θα έχτιζε κανείς ένα Τείχος κατά μήκος του κέντρου του Λονδίνου, έτσι δεν είναι;» Χρειάστηκε να περιμένει είκοσι οχτώ χρόνια πριν ξαναδεί την ομάδα του να παίζει στην έδρα της.

Για τους πρώτους λίγους μήνες μετά την ανέγερση του Τείχους περνούσε τα σαββατιάτικα απογεύματα του πλάι στο Τείχος ανάμεσα στο πλήθος των οπαδών της Χέρθα του Ανατολικού Βερολίνου, ακούγοντας τους ήχους που έρχονταν από το γήπεδο της Χέρθα, που απείχε λιγότερο από εκατό μέτρα από τα σύνορα. Όταν το πλήθος μέσα στο γήπεδο ξεσπούσε σε επευφημίες, το συγκεντρωμένο πλήθος πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα ζητωκραύγαζε κι εκείνο. Πολύ σύντομα οι συνοριακοί φρουροί έβαλαν τέρμα σ’ αυτή την ιστορία. Αργότερα η Χέρθα μετακινήθηκε στο Ολυμπιακό Στάδιο, που βρίσκεται στο δυτικό άκρο του Δυτικού Βερολίνου, χιλιόμετρα μακριά από το Τείχος και εκτός ακουστικού πεδίου.

Τι μπορούσε να γίνει; «Είχαμε οργανώσει μια “Λέσχη Χέρθα” στο Ανατολικό Βερολίνο, παράνομη φυσικά. Συνηθίζαμε να συναντιόμαστε μια φορά το μήνα, σε διαφορετικό μέρος κάθε φορά. Συχνά δηλωνόμασταν ως ομάδα μπίνγκο και νοικιάζαμε την πίσω αίθουσα κάποιας καφετέριας. Σε κάθε συνάντηση δεχόμασταν την επίσκεψη του προπονητή της Χέρθα, και καμιά φορά έρχονταν επίσης και παίκτες ή στελέχη της διοίκησης. Πιστεύω ότι συνάντησα όλους τους προπονητές της Χέρθα των τελευταίων δεκαετιών. Βασιζόμασταν σ’ αυτούς για να μας πουν τι γινόταν στην ομάδα – όχι τα συνηθισμένα πράγματα, επειδή αυτά τα μαθαίναμε από το δυτικό ραδιόφωνο και την τηλεόραση, αλλά τι γινόταν πραγματικά στο εσωτερικό της ομάδας, το αληθινό κουτσομπολιό. Χρειαζόμασταν πληροφορίες, γιατί αλλιώς ζούσαμε στο φεγγάρι. Οι προπονητές θα πρέπει να πίστευαν ότι ήμασταν μια ομάδα παραφρόνων, όμως πάντοτε έλεγαν πόσο θλιβερή ήταν όλη αυτή η υπόθεση για μας. Τους προειδοποιούσαμε να κρατούν μυστικές τις συναντήσεις μας, όμως εκείνοι πήγαιναν πίσω και δημοσίευαν στο πρόγραμμα της Χέρθα ότι είχαν πάει ξανά να συναντήσουν τους πιστούς οπαδούς της Χέρθα στο Ανατολικό Βερολίνο. Έκαναν απλώς φιγούρα. Έτσι, φυσικά, άρχισαν να ξυπνούν τις υποψίες της Στάζι και να σταματούν τους προπονητές στα σύνορα. Κάποια φορά έγδυσαν τελείως τον Γιόργκεν Σόντεμαν. Σε κάθε συνάντηση καθόμασταν και περιμέναμε και αναρωτιόμασταν αν ο προπονητής θα κατάφερνε να περάσει τα σύνορα. Ήταν συναρπαστικό, πραγματική περιπέτεια».

«Υποστήριζα τη Χέρθα, την Μπόγερν Μονάχου και την εθνική ομάδα της Δυτικής Γερμανίας, όμως στην ουσία υποστήριζα οποιαδήποτε δυτική ομάδα που έπαιζε εναντίον κάποιας ανατολικής. Ήμουν παρών όταν η Ντιναμό Βερολίνου έπαιξε με την Αστόν Βίλλα, όταν έπαιξε με τη Λίβερπουλ, όταν η Φόρβορτς Φρανκφούρτης έπαιξε με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. θυμάμαι μια κεφαλιά του Ντένις Λο από δεκαοχτώ μέτρα απόσταση που έμοιαζε με σουτάρισμα κάποιου άλλου παίχτη. Όταν νικούσαν τις ομάδες μας, οι εφημερίδες έγραφαν ‘Οι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές από την Αγγλία…’ προσποιούμενες ότι οι δικοί μας ήταν ερασιτέχνες!»

Είναι μια μικρή ιστορική ειρωνεία ότι το μόνο παιχνίδι που έγινε ανάμεσα στις δυο Γερμανίες το πήρε η Ανατολική Γερμανία – στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974 υπερίσχυσε της Δύσης 1-0. (Ο Γιόργκεν Σπαρβάσερ, που έβαλε το γκολ, αργότερα λιποτάκτησε στη Δύση.) Ο Κλόπφλες κοίταξε πέρα όταν ανέφερα το παιχνίδι. «Απλώς δεν μπορώ να το χωνέψω», είπε. «Ήταν μέρα πένθους στο σπίτι μας. Το Ανατολικό Βερολίνο πανηγύριζε, παρόλο που η νίκη ήταν απλώς θέμα τύχης. Το χειρότερο όλων ήταν τα τριακόσια αφεντικά του Κόμματος στις κερκίδες, που ανέμιζαν τα σημαιάκια τους με το έμβλημα της Ανατολικής Γερμανίας, χειροκροτώντας όλες τις λανθασμένες κινήσεις επειδή δεν είχαν ιδέα από ποδόσφαιρο».

Ο Κλόπφλες υποχρεώθηκε να παρακολουθήσει το ματς από την τηλεόραση. Μπορούσε να μετακινηθεί μόνο μέσα στο σοβιετικό τομέα, και το έκανε. Έβγαλε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες του ίδιου μαζί με διάφορους μεγάλους του δυτικού ποδοσφαίρου: ο Κλόπφλες με τον Φραντς Μπεκενμπάουερ, με τον Καρλ-Χάιντς Ρουμενίγκε, με τον Μπόμπι Μουρ, με τον Μπόμπι Τσάρλτον, με το χέρι του περασμένο γύρω από τον Ρότζερ Μιλά. Οι φωτογραφίες προέρχονται από ταξίδια του μέσα στην Ανατολική Ευρώπη, πηγαίνοντας να παρακολουθήσει παιχνίδια με επισκέπτριες δυτικές ομάδες. Με το μισθό ενός καθαριστή παραθύρων; «Κόστιζαν πάντοτε απίστευτα ακριβά, όμως, επειδή δεν ανήκα σε κάποιο εργατικό συνδικάτο, δεν μπορούσαμε να έχουμε άλλες διακοπές, έτσι κι αλλιώς».

Μέσα σε τρεις δεκαετίες είδε τη Χέρθα να παίζει μόνο μία φορά, στην Πολωνία, εναντίον της Λεχ Πόζναν. Υπήρχε μια τεράστια ουρά προς τα πολωνικά σύνορα εκείνη την ημέρα, αλλά οι φρουροί από την πλευρά της Ανατολικής Γερμανίας ήξεραν για τον αγώνα και υποχρέωναν τα αυτοκίνητα να γυρίσουν πίσω. Ο Κλόπφλες το είχε προβλέψει αυτό και είχε πάρει μαζί του τη μητέρα του. Στα σύνορα την έδειξε στους φρουρούς και είπε: «Μεγάλωσε στην Πολωνία. Την πηγαίνω εκεί για να ξαναδεί άλλη μια φορά το παλιό της σπίτι». Ήταν καθαρό ψέμα, αλλά οι συνοριακοί φρουροί τον άφησαν να περάσει και ο Κλόπφλες μπόρεσε να δει το ματς. Πίστεψε ότι είχε νικήσει το σύστημα, όμως η Στάζι γνώριζε για το ταξίδι του. Το παιχνίδι ήταν καταχωρισμένο στον κατάλογο τους για τα ποδοσφαιρικά του ταξίδια στο εξωτερικό. «Η οικογένειά του εκμεταλλεύεται κάθε δυνατή ευκαιρία για να παρακολουθήσει ζωντανά τις ομάδες της Μπουντεσλίγκα να παίζουν», προειδοποιεί ο φάκελός του.

Η Στάζι, μη φειδομένη εξόδων, συνόδευε τον Κλόπφλες παντού. «Ο Κ., με τη συμπεριφορά του κατά τη συνάντηση Λαϊκής Δημοκρατίας της Βουλγαρίας εναντίον Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ζημίωσε σημαντικά τη διεθνή φήμη της Δημοκρατίας της Ανατολικής Γερμανίας», ανέφερε θλιβερά ένας πράκτορας της αστυνομίας. Αναφέρει επίσης έναν αριθμό άλλων ποδοσφαιρόφιλων αναρχικών οι οποίοι αμαύρωναν με τον ίδιο τρόπο την ευγενή φήμη της GDR. Ο Κλόπφλες διάβασε αργότερα στο φάκελό του ότι το αφεντικό του στην ιδιωτική εταιρεία καθαρισμού παραθύρων είχε συζητήσει το ταξίδι του στη Σόφια με τη Στάζι. «Ο σύντροφος ήταν πολύ ανοικτός και δήλωσε ότι ο ίδιος ήταν έτοιμος να υποστηρίξει ακόμη περισσότερο τα όργανα της ασφάλειας», γράφει η αναφορά της Στάζι σχετικά με αυτή τη συνάντηση. Ο Κλόπφλες συμπαθούσε το αφεντικό του.

Η Μπάγερν Μονάχου επισκέφτηκε την Τσεχοσλοβακία το 1981 και η Στάζι πήρε μέτρα «να εμποδίσει την άφιξη εχθρικών αρνητικών στοιχείων/εγκληματικά επικίνδυνων ατόμων, καθώς επίσης και αρνητικών διεφθαρμένων νεαρών και εφήβων». Απέτυχε. Ο φάκελος του Κλόπφλες αναφέρει: «Στις 18-3-1981 ένας μεγάλος αριθμός φιλάθλων, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους πολίτες της GDR, συγκεντρώθηκαν μπροστά από το ξενοδοχείο (της Μπάγερν)…. Για να επαναφέρει τάξη και ασφάλεια, η τσεχική εθνοφρουρά υποχρεώθηκε να ανοίξει δρόμο προς το ξενοδοχείο, κάνοντας χρήση αστυνομικών κλομπς μεταξύ άλλων μεθόδων. Η ενέργεια της εθνοφρουράς… κινηματογραφήθηκε από το παράθυρο ενός δωματίου του ξενοδοχείου από ένα άτομο αρσενικού φύλου το οποίο χρησιμοποίησε κινηματογραφική κάμερα».

Το άτομο ήταν ο Κλόπφλες. Ο φάκελος αναφέρει ένα απόσπασμα από κάποιο γράμμα που έγραψε αργότερα σε κάποιο πρόσωπο στο Μόναχο, προφανώς κάποιο στέλεχος της Μπάγερν: «Κρύψαμε τα σουβενίρ μας. Μας ξαναέψαξαν στα σύνορα. Σε κάνουν να νιώθεις σαν ληστής τράπεζας. Δεν είναι ντροπή απλώς και μόνο επειδή πηγαίνεις στο γήπεδο να δεις την Μπάγερν να σου κάνουν έρευνα κατ’ αυτόν τον τρόπο;».

Μετά ο Κλόπφλες και η Στάζι άρχισαν να συναντιούνται καταμέτωπο. Ο φάκελος περιέχει μια αναφορά για κάποια «αποτρεπτική συζήτηση» που ο υπολοχαγός Χόγερ είχε με τον Κλόπφλες στις 12 Δεκεμβρίου 1981.

Ο φάκελος αναφέρει: «Ο Κ. αφίχθη ακριβώς στην ώρα του, και, κατά δήλωσή του, με δημόσιο συγκοινωνιακό μέσο, δεδομένου ότι δε χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο του σε τέτοιες καιρικές συνθήκες, χιόνι/πάγο». Του επιτράπηκε να μιλήσει, πράγμα το οποίο και έκανε «με παθιασμένο τρόπο εξαιτίας του χαρακτήρα του». Ζήτησε να μάθει γιατί του είχαν κατασχέσει την ταυτότητά του: αυτό τον έκανε να μην μπορεί να ταξιδέψει στο εξωτερικό. Όταν του είπαν να ηρεμήσει, έφερε το θέμα του ποδοσφαίρου και είπε ότι «αυτό ήταν το χόμπι του και ήταν αποδεκτό από την οικογένειά του… Είχε πάει στην Πράγα για το ματς». Παραπονέθηκε στον Χόγερ ότι δεν μπόρεσε να αγοράσει εισιτήρια για το παιχνίδι της Ντιναμό Βερολίνου με τη Στουτγάρδη. «Ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να εξηγήσει το γεγονός αυτό. Ρώτησε κατά πόσο θα του επιτρεπόταν να πάει στο ματς ακόμη και αν μπορούσε να βρει εισιτήριο. Του τονίστηκε ότι η δική του συμπεριφορά θα το αποφάσιζε. Απάντησε ότι δεν ήταν χούλιγκαν και καταδίκαζε τις πράξεις τους, κατά συνέπεια δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί του είχε αφαιρεθεί η ταυτότητά του, ενώ διάφοροι ταραχοποιοί εξακολουθούν να έχουν τις δικές τους. Ανέφερε τον Μ., ο οποίος διαμένει στη…, και οποίος είναι πολύ γνωστός από αυτή την άποψη. Ρώτησε μήπως τον μπέρδευαν με τον Μ. Σχετικά με την περίπτωση του ματς μεταξύ Μπάγερν Μονάχου και Ντιναμό Δρέσδης, δήλωσε ότι και γι’ αυτό δεν μπορούσε να προμηθευτεί επισήμως εισιτήρια. Ισχυρίστηκε όμως ότι ήξερε τον ποδοσφαιριστή… της Μπάγερν Μονάχου, και εάν του έγραφε, θα έπαιρνε τα εισιτήριά του. Του προτάθηκε τότε ότι σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να τηλεφωνήσει και να συμβουλευτεί τον υπολοχαγό Χόγερ της Στάζι, στον αριθμό 5639289».

Τότε ο Κλόπφλες άρχισε να κατσουφιάζει: «Αυτό δεν του άρεσε καθόλου, δήλωσε ότι σ’ αυτή την περίπτωση θα έχανε κάθε ευχαρίστηση και ενδιαφέρον για τον αγώνα. Είχε ήδη την εντύπωση ότι βρισκόταν υπό παρακολούθηση».

Ακολούθησαν και άλλες «συνομιλίες». Ο Κλόπφλες μου είπε: «Στο φάκελο τις αποκαλούν ‘συνομιλίες’, λες και ήμασταν καθισμένοι σ’ ένα όμορφο δωμάτιο κι εκείνοι μου έλεγαν “Λοιπόν, κύριε Κλόπφλες, ποια είναι η άποψή σας γι’ αυτό το θέμα;” Πραγματικά ήταν φοβερό. Ένιωθα σαν κυνηγημένο ζώο. Μια ή δυο φορές με είχαν βάλει μέσα σ’ ένα κελί όχι μεγαλύτερο από τη γωνιά αυτού εδώ του καναπέ», τόνισε. «Κάθε φορά ήταν και διαφορετικός ανακριτής. Υποθέτω ότι ήθελαν να δουν αν θα έλεγα διαφορετικά πράγματα στον καθένα, όμως αυτό είναι εντελώς δική μου εικασία. Δεν έχω ιδέα. Ουδέποτε ήξερα τι ακριβώς ήθελαν να ανακαλύψουν, και όποτε ρωτούσα, ο ανακριτής ούρλιαζε: ‘Εμείς κάνουμε τις ερωτήσεις εδώ!’». Κόμπιασε, γιατί στο διαμέρισμά του στο Δυτικό Βερολίνο η ιστορία του έμοιαζε ελάχιστα αληθινή.

«Πάντοτε ήθελαν να ξέρουν ποιος άλλος ήταν μαζί μου στην ιστορία. Φρόντιζα ιδιαίτερα να μην τους δώσω ποτέ κανένα όνομα. Προφανώς, έτσι κι αλλιώς, ήξεραν τα πάντα, αλλά ήθελα να ξέρουν ότι δεν επρόκειτο να πάρουν καμία απολύτως πληροφορία από εμένα. Πάντοτε έλεγα: ‘Τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ στην Ανατολή, δε θα αλλάξετε ποτέ τα μυαλά των ανθρώπων, απλώς αφήστε με να φύγω από την Ανατολική Γερμανία επειδή δεν μπορώ να την υποφέρω περισσότερο’». «Ο Κ. τηρεί μια πολιτικά ασταθή στάση», πίστευε η Στάζι.

Τι ήταν εκείνο που τον είχε κάνει έναν τέτοιον εχθρό του συστήματος; «Δεν ξέρω. Ο παππούς μου ήταν αντιναζιστής, και πάντοτε συνήθιζε να λέει πόσο φριχτή ήταν η Δημοκρατία της Ανατολικής Γερμανίας, έτσι, από τότε που ήμουν πολύ νέος, άκουγα κάποιον να το επαναλαμβάνει συνεχώς. Εκτός όμως από αυτό, πραγματικά δεν ξέρω. Ήξερα ότι η Δύση ήταν πλουσιότερη, αλλά δε με ένοιαζε αυτό. Απλώς ήθελα να μπορώ να διαβάζω ό,τι μου αρέσει, να βλέπω ό,τι μου αρέσει, να ακούω ό,τι μου αρέσει».

Κάποιες φορές τον έθεταν υπό κράτηση όταν η δυτική πλευρά ερχόταν να παίξει στην Ανατολική Γερμανία. «Με έκλεισαν μέσα ακόμη και όταν ο Σμιτ, ο οποίος ήταν τότε Καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας, επισκέφθηκε το Ανατολικό Βερολίνο το 1981. Υποθέτω πως σκέφτηκαν ότι θα πήγαινα στο αεροδρόμιο και θα άρχιζα να κουνάω κάποια γερμανική σημαία ή κάποια άλλη τέτοια ηλιθιότητα. Ήταν δύσκολο έτσι κι αλλιώς να βρεις εισιτήρια για τα ματς εναντίον δυτικών ομάδων. Τα εισιτήρια πήγαιναν συνήθως στα μέλη του Κόμματος – διαφορετικά, ολόκληρο το γήπεδο θα επευφημούσε τη δυτική ομάδα. Στο ματς με την ομάδα του Αμβούργου, για να είναι απόλυτα εξασφαλισμένοι, τα εισιτήρια είχαν δοθεί στους συντρόφους μόλις μια ώρα πριν αρχίσει το παιχνίδι. Εν πάση περιπτώσει, πάντοτε καταφέρναμε να μπούμε μέσα στο γήπεδο, επειδή οι περισσότεροι κομουνιστές μισούσαν το ποδόσφαιρο και μας πουλούσαν τις θέσεις τους». Μιμήθηκε ένα ηλίθιο μέλος του Κόμματος και πώς πείστηκε να δώσει το εισιτήριό του.

Τον συνέλαβαν ξανά το 1985. Στο παιχνίδι Τσεχοσλοβακίας-Γερμανίας είχε προσφέρει ένα παιχνίδι Βερολινέζικο Αρκουδάκι, σύμβολο και των δύο μισών της πόλης, στο Δυτικογερμανό προπονητή Φραντς Μπεκενμπάουερ, και η Στάζι τον είχε δει τη στιγμή που του το πρόσφερε. «Σταμάτησαν το αυτοκίνητό μου στα σύνορα στο δρόμο της επιστροφής και το έψαξαν επί πέντε ώρες. Έβγαλαν ακόμη και τα τάσια από τους τροχούς και βρήκαν τη φωτογραφία μου μαζί με τον Μπεκενμπάουερ». Μου έδειξε τη φωτογραφία: λίγα σκαλοπάτια πίσω από τον Κλόπφλες, τον Μπεκενμπάουερ και το αρκουδάκι, κάτω από την πινακίδα που γράφει «Restaurace», μια αγνώστων στοιχείων γυναίκα φαίνεται να κοιτάζει μέσα στο φακό και αναρωτηθήκαμε για λίγο μήπως αυτή ήταν η κατάσκοπος. Η Στάζι τού κράτησε όλα τα ποδοσφαιρικά σουβενίρ που είχε αγοράσει στην Πράγα, αλλά σημείωσαν ότι «δεν υπήρχαν ενδείξεις εγκληματικής λαθρεμπορίας. Ο Κ. δήλωσε κατά τη διάρκεια του ελέγχου ότι είναι μανιώδης συλλέκτης τέτοιων πραγμάτων. Είπε ότι θεωρούσε την έρευνα παρενόχληση και ισχυρίστηκε ότι δεν είχε δει κάτι τέτοιο προηγουμένως». Ο Κλόπφλες δεν μπόρεσε ποτέ του να συνειδητοποιήσει τι σήμαινε να ζεις υπό ολοκληρωτικό καθεστώς: χωρίς κανένα ιδιάζοντα λόγο, υπέθετε πάντοτε ότι τα στάνταρ αξιοπρέπειας και κοινής λογικής θα εξακολουθούσαν να ισχύουν. Κατόπιν μου είπε: «Μου υπέβαλαν ερωτήσεις, φωνάζοντάς μου άγρια, και μπορούσα να καταλάβω ότι ήταν έτοιμοι να με ρίξουν στη φυλακή. Γι’ αυτό κι εγώ είπα: ‘Αφήστε με ήσυχο, διαφορετικά θα φωνάξω το φίλο μου τον Φραντς!’ Φυσικά γνώριζα ελάχιστα τον Μπεκενμπάουερ, όμως αυτό τους έκανε ν’ ανησυχήσουν. ‘Μπορεί’, σκέφτηκαν, ‘ετούτος εδώ να είναι πραγματικά φίλος του Αρχηγού’, όπως τον αποκαλούσαν. ‘θα το γράψουν όλες οι δυτικές εφημερίδες’, τους είπα. Φοβόντουσαν να πάρουν αυτό το ρίσκο και στο τέλος με άφησαν να φύγω».

Ήταν τότε που η Στάζι είχε αρχίσει να παρακολουθεί τους Δυτικογερμανούς που έρχονταν σε επαφή με Ανατολικογερμανούς, και στο φάκελο του Κλόπφλες βρήκα μια «Αίτηση Παροχής Πληροφοριών περί του Προσώπου» ενός Δυτικογερμανού ονόματι «Φραντς», κατοίκου Κιτζμπούχελ, Αυστρία. Κάθε Γερμανός ξέρει ότι εκεί ζει ο Μπεκενμπάουερ, αλλά, επειδή ο νόμος απαγορεύει να δίνονται τα στοιχεία ταυτότητας τρίτων προσώπων στους φακέλους της Στάζι, οι δυτικοί γραφειοκράτες που είχαν αναλάβει τα αρχεία των φακέλων έχουν σβήσει το επίθετο. Δε βρήκα τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει η Στάζι για τον Μπεκενμπάουερ.

Ο Κλόπφλες συνελήφθη ξανά τον επόμενο χρόνο, ακριβώς πριν τον Τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο Μεξικό, επειδή έστειλε ένα τηλεγράφημα ευχόμενος καλή τύχη στη δυτικογερμανική ομάδα. «Η Στάζι ρώτησε: ‘Πώς τολμάς να εύχεσαι καλή τύχη στον Εχθρό του Λαού;’ Και εγώ τους απάντησα: ‘Το ποδόσφαιρο σ’ αυτήν εδώ τη χώρα δεν είναι καλύτερο απ’ ό,τι είναι στην Ισλανδία ή στο Λουξεμβούργο’. ‘Επιμένεις γι’ αυτή σου τη δήλωση;’ ούρλιαξαν. Κι εγώ είπα: ‘Θα την υπογράψω κιόλας αν θέλετε’. Κοίτα να δεις, η Ανατολική Γερμανία ήταν ένα αίσχος! Είχαν μόνο 5.000 ανθρώπους να παρακολουθούν την εθνική ομάδα, και ακόμη και τότε χρειαζόταν να κουβαλήσουν ομαδικά με λεωφορεία πιτσιρίκια που θα παρακολουθούσαν οτιδήποτε και να ήταν».

Ετοιμαζόμουν να φύγω όταν ο γιος του Κλόπφλες, ο Ραλφ, ήρθε μέσα στο δωμάτιο και κάθισε δίπλα στον πατέρα του. Στις αρχές της πρώτης εικοσαετίας της ζωής του ο Ραλφ έχασε την εμπιστοσύνη του καθεστώτος από τα εννιά του χρόνια, λέγοντας στο δάσκαλό του ότι ο ήρωάς του ήταν ο κανονιέρης της Μπάγερν Καρλ-Χάιντς Ρουμενίγκε. Ο Ρουμενίγκε ήταν ένας «ταξικός εχθρός», του οποίου την αθλητική εξάρτυση απέκτησε ο Ραλφ μετά από χρόνια. Ο καθηγητής Σέρερ, πρόεδρος της Μπάγερν Μονάχου, έφτασε μια μέρα στο διαμέρισμα των Κλόπφλες στο Ανατολικό Βερολίνο και άρχισε να γδύνεται. «Τι συμβαίνει;» αναρωτήθηκε ο Κλόπφλες. Όμως ο Σέρερ αποδείχτηκε ότι φορούσε τη στολή του Ρουμενίγκε με τα χρώματα της Μπάγερν κάτω από το κουστούμι του. Είχε περάσει έτσι από το τελωνείο και τη χάρισε στον Ραλφ.

Ο Ραλφ μεγάλωνε ως ένας πολλά υποσχόμενος ποδοσφαιριστής, και στα δεκαπέντε του χρόνια έπαιζε για τα τσικό της Ντιναμό και ηγείτο της ομάδας Νέων του Ανατολικού Βερολίνου. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής του θητείας σ’ ένα Εκπαιδευτικό Στρατόπεδο Στρατιωτικής Άμυνας, έπεσε τραυματίζοντας κάποιους συνδετικούς ιστούς στο γόνατό του. Στην αρχή τού αρνήθηκαν τις πρώτες βοήθειες και αργότερα την απαραίτητη χειρουργική επέμβαση («επειδή είμαστε ‘εχθροί του κράτους’») και έτσι αναγκάστηκε να αποσυρθεί από το ποδόσφαιρο. Έκτοτε δεν ξανάπαιξε ποτέ του μπάλα. Όταν ο Κλόπφλες τέλειωσε την αφήγηση της ιστορίας του, ο Ραλφ έφυγε και πάλι από το δωμάτιο. «Ήταν πάντα τόσο ευτυχισμένος», μου είπε ο Κλόπφλες.

«Συνηθίζαμε να γελάμε κάνοντας πλάκα με τους Ανατολικούς. Πάντοτε πίστευα ότι προσπαθούσαν να παίξουν σαν να ήταν μηχανές, κι έτσι τους φωνάζαμε: ‘Βρείτε πρώτα τα μπαλάκια σας, πρέπει να μάθετε να τα παίζετε!’» Στο φάκελό του είχε βρει την αναφορά από μια απόφαση της Στάζι: «Το παιδί δε θα απομακρυνθεί τελικά από τους γονείς του».

Η Δημοκρατία της Ανατολικής Γερμανίας ξαπόστελνε τους αντικαθεστωτικους της στη Δύση. Το 1986 οι Κλόπφλες έκαναν αίτηση για βίζα για να μπορέσουν να μεταναστεύσουν, και τρία χρόνια αργότερα η αίτησή τους εγκρίθηκε. Η Στάζι είχε επιλέξει προσεκτικά τη στιγμή: Η μητέρα του Κλόπφλες ήταν ετοιμοθάνατη. «Ικέτεψα τη Στάζι να με αφήσουν να μείνω για μερικές ακόμη ημέρες. Ο γιατρός μου είχε πει ότι η μητέρα μου είχε μόνο λίγες ώρες ζωής ακόμη. Το εξήγησα στη Στάζι, κι εκείνοι μου είπαν: ‘Λίγες μόνο ώρες, το ξέρουμε. Ή φεύγεις σήμερα ή ποτέ’. Έτσι, έφυγα, και πέντε μέρες αργότερα εκείνη πέθανε. Δε μου επέτρεψαν να έρθω πίσω για την κηδεία της». Η οικογένεια Κλόπφλες πέρασε τον πρώτο χρόνο της στη Δύση σε ένα στρατόπεδο προσφυγών.

Το είχε η τύχη του Κλόπφλες, αφού είχε πλέον περάσει όλη του τη ζωή στην Ανατολική Γερμανία, το Τείχος να πέσει λίγους μόνο μήνες μετά την αναχώρησή του από εκεί. Όμως θα μπορούσε επιτέλους να δει τη Χέρθα να παίζει στην έδρα της. «Όταν ζουσα στα ανατολικά, υποθέτω ότι έτρεφα ένα σωρό ψευδαισθήσεις γύρω από τη Χέρθα. Πίστευα ότι ήταν μια μεγάλη ομάδα και απογοητεύτηκα. Το Τείχος έπεσε στις 9 Νοεμβρίου 1989. Το επόμενο ματς της Χέρθα θα παιζόταν στην έδρα της με τη Βάτενσχαϊντ, και μέσα στο στάδιο βρίσκονταν 59.000 άνθρωποι! Στη δεύτερη κατηγορία! Όλο το Ανατολικό Βερολίνο είχε έρθει στο γήπεδο. Τότε, εκείνη τη Δευτέρα, διαβάσαμε στις εφημερίδες ότι η Χέρθα είχε προσκαλέσει την ηγεσία της Ντιναμό Βερολίνου και της Γιουνιον Βερολίνου στον αγώνα. Όλους αυτούς τους κομουνιστές και τα αφεντικά της Στάζι! Επειδή, πίστεψέ με, οι μεγάλοι διευθυντάδες, οι προπονητές και οι παίκτες στην Ανατολική Γερμανία ήταν όλοι τους μέλη του Κόμματος, είτε το παραδέχονταν είτε όχι. Ήμουν επόπτης στο ματς με τη Βάτενσχαϊντ, και, όταν είδα τα στελέχη του Κόμματος να περνούν για να πάνε στις δωρεάν θέσεις τους, σκέφτηκα: ‘Αγωνιστήκαμε και υποφέραμε για τη Χέρθα και τώρα αυτοί έρχονται και προσκαλούν τα μεγάλα αφεντικά’. Στη συνέντευξη τύπου η Χέρθα ανακοίνωσε ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι είχαν παρακολουθήσει τον αγώνα, σαν αυτό να ήταν κάτι για το οποίο έπρεπε να υπερηφανεύονται. Για αυτό και στο επόμενο ματς στο γήπεδο υπήρχαν μόνον 16.000 άνθρωποι. Ζήτησα και διαγράφηκα αμέσως από μέλος, παρόλο που πηγαίνω ακόμη και βλέπω τη Χέρθα να παίζει. Πιστεύω πως είναι η μόνη ομάδα στο Βερολίνο. Ακόμη και αυτοί που ποτέ δε βλέπουν τα παιχνίδια της παρακολουθούν πάντοτε τα αποτελέσματα. Η Μπλάου Βάις παίζει καλύτερο ποδόσφαιρο, όμως δεν είναι η Χέρθα, έτσι δεν είναι;».

Το αποτέλεσμα, συμφώνησε, ήταν θλιβερό. «Αυτό το χρόνο κλείνω τα σαράντα τρία. Πέρασα σαράντα ένα χρόνια της ζωής μου στην Ανατολική Γερμανία, και τώρα όλος αυτός ο καιρός φαίνεται σαν να πήγε χαμένος, παρόλο που ζούσαμε και τότε και καμιά φορά διασκεδάζαμε. Και, ξέρεις κάτι, ήταν πραγματική παρηγοριά όταν η Δυτική Γερμανία σημείωνε τέτοιες επιτυχίες. Νικούσε πάντοτε τις ανατολικές ομάδες. Αυτό σήμαινε πολλά για μας».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s