Κείμενο που προέρχεται από το βιβλίο Ο Αναρχισμός σε Κίνηση (Εκδ. Ευτοπία, 2016). Ο Tomás Ibáñez είναι αναρχικός, συγγραφέας και διδάσκει ψυχολογία στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης. Μετάφραση Διονύσης Γιαννακόπουλος

 

 

Είτε αποτελεί αντικείμενο κριτικής είτε αποδοχής, ο μετα-αναρχισμός έχει σήμερα αρκετά μεγάλη παρουσία στο διεθνές αναρχικό κίνημα γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να τον αγνοήσει.

Ο όρος εμφανίστηκε πιθανότατα για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1987 σε ένα μικρό κείμενο με τίτλο «Μετα-αναρχική Αναρχία», γραμμένο από τον Χακίμ Μπέι, ψευδώνυμο του βορειοαμερικάνου αναρχικού Πίτερ Λάμπορν Γουίλσον (Peter Lamborn Wilson). Δεν πρέπει όμως να θεωρήσουμε την εμφάνιση αυτού του σύντομου μανιφέστου ως το σημείο εκκίνησης του μετα-αναρχισμού. Το κείμενο του Χακίμ Μπέι είναι μια καταγγελία των παραλυτικών αποτελεσμάτων της αποστέωσης των αναρχικών οργανώσεων και του αναρχισμού ο οποίος, σύμφωνα με τη διατύπωσή του, έχει γίνει μια απλή ιδεολογία. Μπορεί βέβαια να ζητά «το ξεπέρασμα του αναρχισμού στο όνομα της αναρχίας», πουθενά όμως δεν αναπτύσσει τις εννοιολογικές γραμμές που θα καθορίσουν τον μετα-αναρχισμό. Στην πραγματικότητα η επίδραση του Χακίμ Μπέι θα γίνει περισσότερο αισθητή στον χώρο του νεοαναρχισμού χάρη στις έννοιες των προσωρινών αυτόνομων ζωνών και των μόνιμων αυτόνομων ζωνών που θα αναπτύξει την δεκαετία του 1990 και οι οποίες θα επηρεάσουν κάπως τις ελευθεριακές καταλήψεις και κάποιες εξεγερσιακές ομάδες.

Τι είναι ο μετα-αναρχισμός

Παραδόξως, οι απαρχές αυτού του ρεύματος σκέψης βρίσκονται σε ένα έργο όπου δεν αναφέρεται καθόλου αυτός ο όρος. Το 1994 ο βορειοαμερικάνος αναρχικός πανεπιστημιακός Τοντ Μέι δημοσιεύει ένα βιβλίο του οποίου ο τίτλος «Η πολιτική φιλοσοφία του μεταδομιστικού αναρχισμού» αναγγέλλει ξεκάθαρα μια από τις ουσιώδες διαστάσεις του μετα-αναρχισμού, δηλαδή την εγκόλπωση από τον αναρχισμό σημαντικών εννοιολογικών στοιχείων του μεταδομισμού. Ο Μέι είχε ήδη από το 1989 εισάγει μια παρόμοια θεώρηση, μέσα από ένα άρθρο με τίτλο «Είναι αναρχική η μεταδομιστική πολιτική θεωρία;» Δημοσιευμένη σε μια φιλοσοφική επιθεώρηση μικρής κυκλοφορίας, η μελέτη του έμεινε σχετικά άγνωστη. Το ίδιο συνέβη και με το άρθρο «Μεταδομισμός και η επιστημολογική βάση του αναρχισμού» που δημοσίευσε το 1993 ένας άλλος πανεπιστημιακός, ο Αντριου Κοχ (Andrew Koch).

Λίγα χρόνια αργότερα, και ενώ ο απόηχος της μεγάλης διαδήλωσης του 1999 στο Σηάτλ, απόδειξη της αναβίωσης του αναρχισμού, ήταν ακόμη ισχυρός, ένα άλλο βιβλίο, που ούτε αυτό περιείχε τον όρο «μετα-αναρχισμός» στον τίτλο του, αναπαρήγαγε εν μέρει τη θεωρητική επιχειρηματολογία του Τοντ Μέι. Το έργο αυτό, δημοσιευμένο το 2001 και γραμμένο από τον Αυστραλό αναρχικό καθηγητή Σολ Νιούμαν (Saul Newman: Από τον Μπακούνιν στο Ασκόν: Αντιεξουσία και η Διάλυση της Ισχύος) έθετε στα συμπεράσματά του την ανάγκη να κατευθυνθούμε προς μια «μετα-αναρχική πολιτική», χρησιμοποιώντας τα εργαλεία που επεξεργάστηκε ο μεταδομισμός. Την επόμενη χρονιά ένας άλλος καλιφορνέζος πανεπιστημιακός, ο Λούις Κολ (Lewis Call), δημοσίευε στο ίδιο πνεύμα το βιβλίο «Μετανεωτερικός αναρχισμός», το οποίο ενδυνάμωνε ένα ρεύμα για το οποίο χρησιμοποιούνταν ταυτόχρονα τρεις διαφορετικές ονομασίες: μεταδομιστικός αναρχισμός, μετανεωτερικός αναρχισμός και μετα-αναρχισμός. Τελικά επιβλήθηκε η τελευταία ονομασία, που ήταν η πιο αμφιλεγόμενη και η πιο προβληματική. Η πρώτη, περιέχοντας μια άμεση αναφορά στον μεταδομισμό, θα ήταν η ποιο κατάλληλη και ακριβής, όμως ήταν υπερβολικά συνδεδεμένη με την πανεπιστημιακή κουλτούρα. Η δεύτερη δεν γνώρισε επιτυχία λόγω της απαξίας στην οποία έχει περιέλθει ο όρος «μετανεωτερικότητα», εξαιτίας του ασαφούς περιεχόμενου του, του μεταβαλλόμενου ορισμού του και των αντιφατικών πολιτικών επιδράσεων του.

Τον Φεβρουάριο του 2003 ο Τζέησον Ανταμς (Jason Adams), που είχε συμμετάσχει στην προετοιμασία της διαδήλωσης του Σηάτλ, δημιούργησε έναν ιστότοπο με το όνομα μετα-αναρχισμός, ο οποίος χρησίμευσε ως πλατφόρμα ανταλλαγών και συζητήσεων και συνέβαλε στη γενίκευση της χρήσης του όρου. Έκτοτε, οι δημοσιεύσεις και οι αναφορές γι’ αυτό το ρεύμα πολλαπλασιάστηκαν, όπως αποδεικνύει και η έκδοση του 2011, δέκα μόλις χρόνια μετά το βιβλίο του Σολ Νιούμαν, μιας πρώτης συλλογής μετα-αναρχικών κειμένων με τον τίτλο Post Anarchism Reader.’

Όταν κανείς διαβάζει τα κείμενα που αναπτύσσουν τη μετα-αναρχική προσέγγιση αντιλαμβάνεται ότι οι ιδέες που εξάγονται περιέχουν την υβριδοποίηση του αναρχισμού και του μεταδομισμού, ή καλύτερα την ενσωμάτωση μεταδομιστικών εννοιών στον αναρχισμό, γεννώντας έτσι μια καινούρια ποικιλία ελευθεριακών διατυπώσεων.

Για τον Τζέησον Άνταμς ο μετα-αναρχισμός δεν άπτεται ενός συνεκτικού πολιτικού προγράμματος αλλά μιας αντιαυταρχικής προβληματικής που πηγάζει από μια μεταδομιστική προσέγγιση του αναρχισμού ή μια αναρχική προσέγγιση του μεταδομισμού. Ο Σολ Νιούμαν τον παρουσιάζει ως έναν ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στα δυο ρεύματα, ενώ για τον Μπένζαμιν Φρανκς (Benjamin Franks) αποτελεί ένα υβρίδιο. Ο τελευταίος προσθέτει ότι ο όρος μετα-αναρχικός, ο οποίος συχνά χρησιμοποιείται με επιφύλαξη, παραπέμπει σε ένα σύνολο προσπαθειών επαναεπινόησης του αναρχισμού, υπό το φως των εννοιών που αναπτύχθηκαν από τη σύγχρονη ριζοσπαστική θεωρία μετά τον Μάη του 1968. Αν και κριτικοί απέναντι στο μετα-αναρχισμό, οι Τζέσι Κον (Jesse Cohn) και Γουίλμπουρ Σουάν (Wilbur Shawn) θεωρούν ότι άπτεται μιας προσπάθειας να ενωθούν τα καλύτερα στοιχεία της μεταδομιστικής φιλοσοφίας και της αναρχικής παράδοσης, υπονοώντας όμως ότι αυτή η προσπάθειά σημαίνει ότι η αναρχική παράδοση έχει πλέον ξεπερασθεί και ότι μόνο το ζευγάρωμά της με μια πιο πρόσφατη θεωρία θα την επαναεπικαιροποιήσει. Στη σελίδα του ιστότοπου που δημιούργησε ο Τζέησον Ανταμς διαβάζει κανείς:

«Τι είναι ο μετα-αναρχισμός; Ας δούμε πρώτα τι δεν είναι: Δεν είναι ένας «ισμός», δηλαδή ένα συνεκτικό σύνολο δογμάτων και πεποιθήσεων που μπορούν να παρουσιασθούν ως μια καθορισμένη ολότητα. Για εμάς πρόκειται για έναν «αρνητικό» όρο που παραπέμπει σε μια ευρεία και ετερογενή βεντάλια αναρχικών και «αναρχίζουσων» θεωριών, οι οποίες δεν κατατάσσονται στα υπερβολικά δογματικά ρεύματα των κλασσικών αναρχισμών, όπως είναι ο συνδικαλισμός, ο αναρχοκομμουνισμός και ο πλατφορμισμός καθώς και οι σύγχρονες εκδοχές του. Η σύζευξη αυτή δεν εκδηλώνεται μόνο στο θεωρητικό πεδίο, αλλά αντανακλάται κυρίως στις πρακτικές ομάδων όπως το No Border, η παγκόσμια δράση των λαών, οι Ζαπατίστας, οι Autonomen και οι άλλες παρόμοιες ομάδες οι οποίες, αν και είναι ξεκάθαρα αντιεξουσιαστικές στους προσανατολισμούς τους ταυτίζονται περισσότερο με το «πνεύμα» παρά με την «παράδοση» του αναρχισμού. Οι απαρχές του όρου βρίσκονται στο όνομα που δόθηκε σε μια έννοια που ο Σολ Νιούμαν ανέπτυξε στο βιβλίο του Από τον Μπακούνιν στο Λακάν: Αντιεξουσία και η Διάλυση Ισχύος. Εκεί παραπέμπει σε μια μετακίνηση πέρα από τον κλασικό αναρχισμό προς μια θεωρία πιο ανοιχτή και πιο υβριδική, με βάση μια σύνθεση με ιδέες και έννοιες κλειδιά προερχόμενες από τη μεταδομιστική θεωρία».

Τέλος ο Σολ Νιούμαν, αναμφίβολα ο κυριότερος θεωρητικός του μετα-αναρχισμού γράφει:

«Σκοπός δεν είναι να αντικαταστήσουμε τον αναρχισμό με τον μετα-αναρχισμό άλλα να ξανασκεφθούμε τον αναρχισμό υπό το φως του μεταδομισμού. Το πρόθεμα «μετά» δεν σημαίνει κατάργηση ή ξεπέρασμα του αναρχισμού, αλλά μια εργασία εντός της αναρχικής εννοιολόγησης με σκοπό να τη ριζοσπατικοποιήσουμε, να την αναθεωρήσουμε και να την ανανεώσουμε».

Εξαιτίας της συγγένειας με τον μεταδομισμό και τον μεταμοντερνισμό, είναι εύλογο ότι ο μετα-αναρχισμός υιοθετεί την επίθεση την οποία τα δυο αυτά ρεύματα εξαπολύουν εναντίον της ιδεολογίας της νεωτερικότητας, κατευθύνοντάς την εναντίον των νεωτερικών προαπαιτούμενων που φωλιάζουν μέσα στην αναρχική σκέψη. Και πράγματι, οι μετα-αναρχικοί προσπαθούν να δείξουν ότι ο αναρχισμός δεν ξέφυγε από την ιδεολογική επιρροή της νεωτερικότητας.

Μου φαίνεται ότι σε αυτό το σημείο έχουν δίκιο. Υπό τον όρο όμως να μην δούμε τον αναρχισμό ως κάτι το οποίο προέκυψε από μια προϋπάρχουσα συγκροτούσα ύλη, αλλά ως κάτι που συγκροτήθηκε μέσα από ένα σύνολο πρακτικών σε συγκεκριμένο ιστορικό, κοινωνικό και πολιτιστικό πλαίσιο. Πράγματι, αυτές οι πρακτικές δεν ήταν καρπός της δράσης κάποιων απομονωμένων ατόμων αλλά κάποιων χιλιάδων ανθρώπων, οι οποίοι αναπόφευκτα υπήρξαν νεωτερικά υποκείμενα -και πώς άλλωστε θα μπορούσε να ήταν αλλιώς- εφόσον δρούσαν στο πλαίσιο εκείνης της εποχής.

Επομένως, είναι λογικό ότι ο αναρχισμός έχει σημαδευτεί βαθιά από τις κοινωνικές συνθήκες και τις κύριες ιδέες της νεωτερικότητας. Όμως δεν είναι ένα πιστό αντίγραφο, μια αναπαραγωγή ή ένας κλώνος των αρχών της νεωτερικότητας, όπως υποστηρίζουν ενίοτε ορισμένοι μετα-αναρχικοί. Αυτό έχει αρκετές εξηγήσεις, κυρίως όμως επειδή η νεωτερικότητα, όπως και κάθε άλλη ιστορική εποχή, είναι μια περίοδος ετερογενής, όπου το κυρίαρχο στοιχείο, εκείνο της ιδεολογίας του διαφωτισμού, συνυπάρχει με άλλα, στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον ρομαντισμό.

Στην πραγματικότητα, ο αναρχισμός υφίσταται με διπλό τρόπο την επίδραση της νεωτερικότητας. Καταρχήν, επειδή αναπτύσσεται ιστορικά υιοθετεί μερικά χαρακτηριστικά της. Στη συνέχεια επειδή μορφοποιείται μέσα από πρακτικές αγώνα ενάντια σε ορισμένες όψεις αυτής ακριβώς της νεωτερικότητας. Παραφράζοντας τον Νίκο Μπέρντι (Nico Berti) που δήλωνε ότι ο αναρχισμός ήταν εντός άλλα και εναντίον της ιστορίας, μπορούμε να πούμε ότι ο αναρχισμός βρίσκεται εντός αλλά και ενάντια στην νεωτερικότητα. Συγκροτείται επομένως ταυτοχρόνως αντιθετικά αλλά και αφομοιωτικά με τη νεωτερικότητα. Συχνά δεν είναι ασύμβατο το να είσαι «μαζί και εναντίον» κάποιου πράγματος. Έτσι, οι αναρχικές πρακτικές αντιτίθενται σε ορισμένους μηχανισμούς κυριαρχίας της νεωτερικότητας, αλλά από την άλλη αρθρώνονται με βάση εργαλεία και υλικά του καιρού τους, δηλαδή της νεωτερικότητας. Είναι λοιπόν ταυτοχρόνως νεωτερικές και αντινεωτερικές.

Η ιδέα ότι ο αναρχισμός επηρεάζεται από το πνεύμα και τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής του απορρέει λογικά από μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία το θεωρητικό του σώμα έχει σχηματισθεί μέσα από ορισμένες πρακτικές αγώνα. Η αντίθετη ιδέα, σύμφωνα με την οποία ο αναρχισμός διασχίζει την νεωτερικότητα δίχως να υποστεί καμία επίδραση, δεν μπορεί να υποστηριχθεί παρά μόνο στη βάση μιας ουσιοκρατικής αντίληψης του αναρχισμού ή μιας υποτιθέμενης και μυστηριώδους ικανότητάς του να υπερβαίνει τις συνθήκες που τον συγκροτούν.

Αν είναι αποδεκτή η μετα-αναρχική θέση ότι ο αναρχισμός έχει δεχτεί επιρροές από τη νεωτερικότητα, τότε μπορούμε να αναρωτηθούμε για τους λόγους που επέτρεψαν στους μετα-αναρχικούς να τη διατυπώσουν και να συγκροτήσουν ένα ξεχωριστό ρεύμα σκέψης εντός του αναρχισμού. Και οι λόγοι αυτοί εδράζονται προφανώς στις κοινωνικές, οικονομικές, τεχνολογικές, πολιτιστικές και πολίτικες αλλαγές που συνέβησαν στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, δηλαδή στα ίδια ακριβώς φαινόμενα που συνέβαλαν στην αναβίωση του αναρχισμού.

Αυτές οι εξελίξεις χαρακτηρίζουν τις απαρχές μιας μετάβασης των κοινωνιών μας προς μορφές και όρους ύπαρξης τα αποτελέσματα των οποίων μόλις τώρα αρχίζουν να γίνονται αισθητά. Μορφές και όροι ύπαρξης που θα διαφοροποιούνται όλο και περισσότερο απ’ αυτούς της νεωτερικότητας, η οποία έχτισε τη νομιμοποιητική ιδεολογία της στη διάρκεια του διαφωτισμού. Ιδεολογία την οποία εξακολουθεί να ασπάζεται η πλειονότητα, αν και έχει πάψει να είναι ηγεμονική.

Παράλληλα με τις τεχνολογικές, πολίτικες και οικονομικές αλλαγές που προκάλεσαν μια ανασύνθεση των μηχανισμών και των τροπικοτήτων της κυριαρχίας, και άρα και των αγώνων, το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα είδε να αναπτύσσεται ένα ισχυρό κίνημα κριτικής της νομιμοποιητικής ιδεολογίας της νεωτερικότητας, πρόδρομους του οποίου βρίσκουμε ακόμη και την εποχή των φώτων -η περίπτωση του ρομαντισμού- και αργότερα σε στοχαστές που πήγαιναν ενάντια στο ρεύμα της εποχής τους, όπως ο Μαξ Στίρνερ ή ο Φρίντριχ Νίτσε. Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, αυτό το κίνημα θα ονομασθεί μετανεωτερική σκέψη ή μεταδομιστική θεωρία.

Ο μετα-αναρχισμός βρίσκει λοιπόν τις αναγκαίες προϋποθέσεις του μέσα από την ανάπτυξη της μεταδομιστικής-μετανεωτερικής κριτικής, η οποία πραγματώνεται χάρη στο ξεκίνημα μιας νέας εποχής.

Το γεγονός ότι ο μετα-αναρχισμός συγγενεύει με το κριτικό κίνημα αποδήμησης της νεωτερικής ιδεολογίας ενισχύει την άποψη ότι, ως ρεύμα ιδεών, δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά διανοητική κατασκευή αν δεν ανέπτυσσε δεσμούς με συγκεκριμένους αγώνες. Αν δούμε τα πράγματα από πιο κοντά θα καταλάβουμε ότι η διατύπωσή του και η ανάπτυξή του διατηρούν δεσμούς, έστω έμμεσους,, με τους σημερινούς άξονες εναντίον της κυριαρχίας. Από τη μια μεριά είναι ο Μάης του ’68 και οι αγώνες που ξέσπασαν σε όλο τον κόσμο στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές του 1970 που συγγενεύουν με τη διατύπωση των μεταδομιστικών και μετανεωτερικών θέσεων στις οποίες στηρίζεται ο μετα-αναρχισμός. Από την άλλη, ο ίδιος ο μετα-αναρχισμός δεν θα είχε καν διατυπωθεί ούτε εξαπλωθεί χωρίς τις νέες πρακτικές και μορφές δράσης που χρησιμοποίησε η ριζοσπαστική πολιτική από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 έως σήμερα.

Είναι αληθές ότι ο μετα-αναρχισμός δεν επινοεί τίποτα, αλλά δανείζεται τα εργαλεία του από τον μεταδομισμό και τη μετανεωτερικότητα. Αρκεί γι’ αυτό να δούμε τη σημασία που αποδίδει στην αναρχική κριτική της αντιπροσώπευσης και στην αναρχική εξύμνηση της διαφορετικότητας και της μοναδικότητας. Όμως είναι εξίσου αληθές ότι ο μετα-αναρχισμός συμβάλλει στο να γίνει γνωστή αυτή η κριτική στους αναρχικούς κύκλους και αυτό είναι κάτι που πρέπει να του πιστωθεί.

Δεν μπορούμε λοιπόν να ισχυριστούμε, όπως λέγεται κάποιες φόρες, ότι ο μετα-αναρχισμός είναι μόνο ένας ιμάντας μεταφοράς εννοιών και θέσεων, εφόσον συμμετέχει ταυτόχρονα σε μια αυτοκριτική απόπειρα απελευθέρωσης του αναρχισμού από τα δάνεια της ιδεολογίας της νεωτερικότητας. Η χρησιμότητα του διαφωτισμού για να καταπολεμηθούν οι δουλοποιητικές αντιλήψεις, πρακτικές και θεσμίσεις της εποχής του είναι αναμφισβήτητη. Όμως, οι κοινωνικές αλλαγές που προέκυψαν από τη νεωτερικότητα και η κριτική σκέψη απέδειξαν ότι και οι ιδέες του διαφωτισμού έφεραν μέσα τους στοιχεία υποδούλωσης, τα οποία γίνονται όλο και πιο ορατά, σε σημείο μάλιστα που τα σύγχρονα ρεύματα αμφισβήτησης να απομακρύνονται απ’ αυτόν όλο και πιο πολύ.

Η κριτική του κλασικού αναρχισμού

Τα δυο σημαντικότερα σημεία κριτικής που ο μετα-αναρχισμός απευθύνει στον αναρχισμό σχετίζονται αφενός με τα ουσιοκρατικά προαπαιτούμενα που φέρεται να έχει υιοθετήσει και αφετέρου με την ξεπερασμένη αντίληψη που έχει για την εξουσία, αντίληψη που δεν συνυπολογίζει, μεταξύ άλλων, τον γενεσιουργό χαρακτήρα της και την αυτόνομη ύπαρξή της. Στο παράρτημα θα βρούμε μια λεπτομερέστερη παράθεση της προβληματικής της εξουσίας και της ουσιοκρατίας. Εδώ θα παρουσιάσω σύντομα κάποια στοιχεία κυρίως σε σχέση με το ζήτημα του υποκειμένου.

Μέχρι πριν λίγο καιρό ο αναρχισμός συμμεριζόταν τη νεωτερική πίστη στην ύπαρξη ενός αυτόνομου υποκειμένου, το οποίο μόλις απαλλασσόταν από τα εμπόδια της εξουσίας θα μπορούσε επιτελούς να αυτοπραγματωθεί, να ελευθερωθεί και να δράσει από μόνο του. Έπρεπε λοιπόν να στραφούμε προς τη χειραφέτηση των ατόμων, να δράσουμε έτσι ώστε να τα αποσπάσουμε από μια αιγίδα, μια σκλαβιά ή από ένα σύνολο καταναγκασμών που τα καταπιέζουν, με αποτέλεσμα να γίνουν τελικά κύριοι του εαυτού τους. Ο μεταδομισμός όμως μας διδάσκει ότι τελικά δεν υπάρχει παραλία κάτω από το πλακόστρωτο.

Στο μέτρο που το ελευθερωμένο δεν θα ήταν ποτέ αυτόνομο, δεν υπάρχει επιθυμία προς ελευθέρωση ούτε υποκείμενο προς χειραφέτηση, εφόσον θα έχει ήδη ζυμωθεί και συγκροτηθεί μέσα από σχέσεις εξουσίας. Όσο κι αν αντιτασσόμαστε στους μηχανισμούς κυριαρχίας, δεν θα κάνουμε ποτέ να αναδυθεί ένα υποκείμενο θεμελιωδώς αυτόνομο το οποίο, ελεύθερο από ό,τι το καταπίεσε, θα ξανάβρισκε το αυθεντικό του εγώ, για τον απλό λόγο ότι αυτό το εγώ δεν υπάρχει. Το μέγιστο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι ότι το άτομο θα βρει εργαλεία για να αλλάξει από μόνο του και να αυτοσυγκροτηθεί διαφορετικά, όχι όμως πιο κοντά σε μια υποτιθέμενη θεμελιώδη φύση του, για τον απλούστατο λόγο ότι αυτή δεν υπάρχει.

Δανείζομαι από τον Νιούμαν την ιδέα ότι μια από τις νοσηρές συνέπειες της ιδεολογίας του διαφωτισμού και των ανθρωπιστικών θέσεων του είναι ότι συγκροτεί υποκειμενικότητες που πιστεύουν ότι μέσα τους υπάρχει μια αρχική ουσία καταπιεσμένη από τη δράση εξωτερικών παραγόντων. Αυτή η αντίληψη προσανατολίζει τους αγώνες εναντίον της εξουσίας, προς μια κατεύθυνση η οποία παραδόξως την ενισχύει. Το να αγωνιζόμαστε για να ελευθερώσουμε την ουσία μας απ’ αυτό που την καταπιέζει σημαίνει ότι θέλουμε να ελευθερώσουμε μια οντότητα που είναι ήδη καμωμένη από την εξουσία. Θεωρώντας αυτή την ουσία ως κάτι το εξωτερικό προς την εξουσία, κάτι που προϋπήρχε της δράσης της, δυσκολευόμαστε να αποκαλύψουμε τα ίχνη των επεμβάσεών της και άρα να τα καταπολεμήσουμε. Με άλλα λόγια, αν δούμε την εξουσία ως μια εξωτερική επιβολή που έρχεται από τα πάνω δεν αντιλαμβανόμαστε τις σχέσεις εξουσίας που υπάρχουν στη βάση και που έτσι πληθαίνουν ανενόχλητες. Τελικά με αυτό τον τρόπο υποτασσόμαστε στα κανονιστικά αποτελέσματα της πίστης στην ύπαρξη μιας «φύσης» του ανθρώπου, και άρα στα χαρακτηριστικά που καθορίζουν αυτή τη φύση.

Η αμφισβήτηση της αυτονομίας του υποκείμενου ακυρώνει σε αρκετά σημεία τις ιδεολογίες χειραφέτησης. Δεν είναι πλέον προβληματικό μόνο αυτό που πρέπει να χειραφετηθεί -το αυτόνομο υποκείμενο- αλλά επίσης και το υποκείμενο που είναι επιφορτισμένο με τη χειραφέτηση, δηλαδή το προλεταριάτο. Ταυτόχρονα συσσωρεύονται οι αμφιβολίες ως προς τους στόχους και την κατάληξη του αγώνα χειραφέτησης, δηλαδή ως προς τη δημιουργία μιας κοινωνίας ειρήνευσης και συμφιλίωσης.

Αυτές οι κριτικές προσεγγίσεις κατέληξαν στην αναγκαιότητα αναθεώρησης των ριζοσπαστικών πολιτικών, όχι για να τις αφοπλίσουμε, όπως φοβούνται οι οπαδοί των ιδεολογιών του 19ου αιώνα, άλλα μάλλον για να τις εξοπλίσουμε εκ νέου, ούτως ώστε να αυξήσουμε την αποτελεσματικότητά τους μέσα σε μια κοινωνία που έχει εξελιχθεί. Για παράδειγμα, παραμένει αναγκαίος ο αγώνας εναντίον του κράτους που αποτελεί πάντα τον κυριότερο μηχανισμό καταπίεσης και ελέγχου. Πρέπει όμως να πάψουμε να πιστεύουμε αφελώς ότι το κράτος ασκεί την κυριαρχία του μόνο από τα πάνω προς τα κάτω, σε υποκείμενα που υποτίθεται ότι έχουν πιαστεί στα πλοκάμια του και υφίστανται την επιρροή του. Στην πραγματικότητα οι δεσμοί μεταξύ υποκειμένων και κράτους είναι πολύ πιο στενοί απ’ αυτούς που προκύπτουν από μια απλή σχέση υποταγής. Τα υποκείμενα παράγουν και αυτά εξουσία μέσα από τις δικές τους σχέσεις. Το κράτος λαμβάνει έτσι ορισμένα χαρακτηριστικά του, από τα κάτω προς τα πάνω αυτή τη φορά, και τα μοιράζεται με τους υπηκόους του χωρίς κανέναν καταναγκασμό. Το να αγωνίζεσαι εναντίον του κράτους συνίσταται άρα στο να αλλάζεις τα πράγματα από τα κάτω, μέσα από τοπικές πρακτικές, εκεί όπου συγκροτείται σε μεγάλο βαθμό η εξουσία.

Είμαι πεπεισμένος ότι είναι προς το συμφέρον του αναρχισμού να οικειοποιηθεί και να εντάξει στις αποσκευές του την μεταδομιστική-μετανεωτερική κριτική, κυρίως στην φουκωίκη εκδοχή της. Μας διαφωτίζει κυρίως για τα α priori της δυνατής εμπειρίας μας, δηλαδή για αυτό που μας συγκροτεί ως άτομα και γι’ αυτό διαφεύγει της αντίληψης μας. Μας βοηθά να κατανοήσουμε από πού πηγάζει η αντίληψή μας για τον κόσμο και να συλλάβουμε καλύτερα από που καθορίζει, παρά τη θέληση μας, τη σκέψη, τις πρακτικές, την υποκειμενικότητά μας και την αισθαντικότητά μας. Συμβάλλει έτσι στον καλύτερο προσανατολισμό των αγώνων μας εναντίον της κυριαρχίας.

Όμως, όπως δεν αρκεί να εντοπίζουμε τις νεωτερικές συνιστώσες του αναρχισμού, έτσι δεν αρκεί και να αναδεικνύουμε ό,τι τον χωρίζει από τη νεωτερικότητα. Αυτό που έχει σημασία είναι να προσδώσουμε στον αναρχισμό διατυπώσεις που ταιριάζουν με το παρόν, δηλαδή με μια εποχή που παραμένει νεωτερική, βλέποντας ταυτόχρονα τη μετανεωτερικότητα να προοδεύει όλο και πιο πολύ.

Έτσι και αλλιώς δεν είναι τόσο η αντιπαράθεση γύρω από τον μετα-αναρχισμό που θα επικαιροποιήσει τον αναρχισμό, όσο η εξέλιξη των μορφών αγώνα εναντίον της κυριαρχίας. Καθώς ο αναρχισμός χτίζεται μέσα και από αυτούς τους αγώνες, είναι προφανές ότι αλλάζει όταν αλλάζουν και εκείνοι. Ακριβώς επειδή συνδέει την ιδέα με την πράξη και τη θεωρία με την πρακτική, ο αναρχισμός γεννά νέες ιδέες όταν εμπλέκεται σε νέες πρακτικές αγώνα, κι έτσι ανανεώνεται ο ίδιος. Εφόσον λοιπόν διαμορφώνεται μέσα σε ένα περιεχόμενο όλο και πιο μετανεωτερικό, ο αναρχισμός γίνεται όλο και πιο μετανεωτερικός.

Τρεις λοιπόν είναι οι λόγοι που εξηγούν γιατί ο αναρχισμός γίνεται σιγά- σιγά μετανεωτερικός, είτε το θέλουμε είτε όχι, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι. Πρώτον, παραμένει πιστός στην απόφασή του να καταπολεμήσει κάθε μορφή κυριαρχίας. Δεύτερον, η ίδια η κυριαρχία αλλάζει όσο προ- χωράει η μετανεωτερικότητα. Τέλος, ο αναρχισμός δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε θεωρία και πρακτική αγώνα. Ο αναρχισμός λοιπόν γίνεται μεταμοντέρνος γιατί προσαρμόζεται στα χαρακτηριστικά του παρόντος. Και αυτό δεν μπορεί παρά να μας χαροποιεί διότι από τη μια διασφαλίζει το πολιτικό του μέλλον, και από την άλλη συντηρεί, σε όλη τους την ένταση, τους αγώνες ενάντια στην κυριαρχία.

Η κριτική του μετα-αναρχισμού

Αυτές οι μάλλον ευνοϊκές προς τον μετα-αναρχισμό θέσεις δεν πρέπει να μας κάνουν να ξεχνάμε ότι και εκείνος έχει γίνει αντικείμενο ισχυρής κριτικής από το αναρχικό κίνημα, η οποία ενίοτε ήταν θεμελιωμένη. Δυο είναι συνοπτικά οι παράμετροι αυτής της κριτικής.

Η πρώτη, η οποία εκφράστηκε από πολλούς αναρχικούς, μεταξύ αυτών και οι Τζέσι Κον και Γουίλμπουργκ Σουάν, θεωρεί ότι εντέλει αναρχισμός και μετα-αναρχισμός δεν διαφέρουν και τόσο, και ότι οι υποστηρικτές του δεύτερου, για να δικαιολογήσουν την ύπαρξη του, παραμορφώνουν τον πρώτο, τον οποίο άλλωστε δεν γνωρίζουν και τόσο καλά. Έτσι, οι μετα-αναρχικοί δίνουν μια στρεβλή εικόνα του αναρχισμού, ώστε να δικαιολογήσουν την αναγκαιότητα μεταρρύθμισής του, υπό την επήρεια του μεταδομισμού. Για να το επιτύχουν καταφεύγουν σε μια επιλογή κειμένων από έναν μικρό αριθμό στοχαστών, χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν τους τη διαφορετικότητα της αναρχικής σκέψης η οποία, όσο κι αν έχει αφομοιώσει κάποια προαπαιτούμενα του διαφωτισμού, απομακρύνεται απ’ αυτόν σε κάποιο βαθμό με κριτικό τρόπο. Από τη μεριά του ο Βίβιεν Γκαρσία (Vivien Garcia) προσάπτει στους μετα-αναρχικούς σημαντικά κενά ως προς τη γνώση του αναρχισμού. Πιστεύει επίσης ότι κάνουν λάθος αναφορικά με τη φύση του, υποκύπτοντας σε μια καθαρά πανεπιστημιακή επαγγελματική διαστροφή και αγνοώντας ότι αυτά τα κείμενα, ενταγμένα εξολοκλήρου σε μια πολιτική δράση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν ένα κυρίως φιλοσοφικό θεωρητικό σώμα. Άλλοι, όπως ο Νέιθαν Τζαν (Nathan Jun), υποστηρίζουν ότι ο κλασικός αναρχισμός ήταν ήδη μετανεωτερικός, εφόσον υιοθετεί ήδη από τότε θέσεις που αργότερα έφερε στην επιφάνεια ο μεταδομισμός. Η θέση του Τζαν είναι ότι οι ιδέες του Προυντόν, του Μπακούνιν, του Στίρνερ και άλλων στοχαστών είναι πολύ κοντινές με αυτές του Νίτσε, οι οποίες επηρεάζουν τον Φουκό και τον Ντελέζ.

Το δεύτερο είδος κριτικής προέρχεται από τους πλατφορμιστές  και κάποια ρεύματα του ελευθεριακού κομμουνισμού. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την κριτική, ο μετα-αναρχισμός παίζει ασυνείδητα το παιχνίδι του νεοφιλελευθερισμού, καθώς απομακρύνει τον αναρχισμό από τους εργατικούς αγώνες. Τα σπέρματα αυτής της κριτικής, η οποία διατυπώθηκε κυρίως από τον Μίκαελ Σμιτ (Michael Schmidt) και τον Λούσιεν βαν ντερ Βολτ στο βιβλίο Μαύρη Φλόγα (Lucien van der Walt: Black Flame), βρίσκονται ήδη στον Μάρεϊ Μπούκτσιν και στον Τζον Ζέρζαν (John Zerzan). Όπως επισημαίνει ο Σολ Νιούμαν, ο Μπούκτσιν και ο Ζέρζαν επιτίθενται στον μετα- δομισμό από διάφορες αφετηρίες και με διαφορετικούς στόχους, όμως η βασική τους θέση είναι ότι αυτό το ρεύμα -ακριβώς επειδή αμφισβητεί την αυτονομία του υποκειμένου και τις απελευθερωτικές δυνατότητες του ορθού λόγου του διαφωτισμού- εμπεριέχει ένα είδος μηδενιστικού ανορθολογισμού που τον καθιστά ανίκανο να στρατευθεί ηθικά και πολιτικά και τον οδηγεί εντέλει σε συντηρητικά μονοπάτια.

Αν κάποιος εξετάσει τα κείμενα του Σολ Νιούμαν θα αντιληφθεί ότι το πρώτο είδος κριτικής, που χρονολογείται ήδη από τις απαρχές του μετα-αναρχισμού, επέδρασε στις θέσεις του και τον ώθησε να λειάνει κάπως τις παρατηρήσεις του προς τον αναρχισμό και να επιμείνει περισσότερο στις συνέχειες παρά στις διαφορές ανάμεσα σε αυτόν και τον μετα-αναρχισμό. Οι κατηγορίες εναντίον των νεωτερικών περιεχομένων του κλασικού αναρχισμού ελαττώθηκαν, σαν να αποδεχόταν ο μετα-αναρχισμός ότι έτεινε να υπερεκτιμά την επίδραση της ιδεολογίας του διαφωτισμού πάνω στον αναρχισμό και ότι υπερέβαλε όταν του καταλόγιζε άκριτη απορρόφηση της ουσιοκρατίας.

Ο μετα-αναρχισμός λοιπόν δεν κώφευσε απέναντι στις κριτικές που δέχτηκε, αλλά αντέδρασε θετικά επιδεικνύοντας ανοιχτό πνεύμα. Επίσης, επέδειξε ζωτικότητα, συνεχίζοντας να τροφοδοτεί μια κριτική συζήτηση εντός του αναρχισμού και προσπαθώντας να τον φέρει σε επαφή με τους διαφόρους σύγχρονους τρόπους διεξαγωγής των αγώνων και με τις θεωρητικές επεξεργασίες της πολιτικής σκέψης, όπως αναπτύσσονται εντός αλλά και εκτός της αναρχικής παράδοσης. Έτσι, η θεωρία του queer, ο μετα-μαρξισμός, οι εργασίες της Τζούντιθ Μπάτλερ (Judith Butler), του Ζακ Ρανσιέρ (Jacques Ranciere), του Τόνι Νέγκρι (Toni Negri), το ρεύμα γύρω από το περιοδικό Tiqqun, για να περιοριστώ σε λίγα μόνο παραδείγματα, αποτέλεσαν αντικείμενα αξιολόγησης και κριτικής επεξεργασίας, ώστε να εξαχθούν ορισμένα στοιχεία ικανά να εμπλουτίσουν τον μετα-αναρχισμό και να τον καταστήσουν έναν τόπο πνευματικής δημιουργίας.

 

 

Το βιβλίο του Ibáñez όπως και τα υπόλοιπα βιβλία των εκδόσεων Ευτοπία είναι διαθέσιμα εδώ

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s