Κείμενο που περιλαμβάνεται στο βιβλίο Who Do You Serve, Who Do You Protect?: Police Violence and Resistance in the United States (Haymarket Books, 2016). Ο Nicholas Powers είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, αρθρογράφος και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

«Πες μου για τη νύχτα που ο γιος σου σκοτώθηκε από την αστυνομία», ρώτησα. Σηκώθηκε, μια βαθιά θλίψη πέρασε από τα μάτια της. «Είχα τη συνήθεια να κοιτάω έξω από το παράθυρο για να δω το γιό μου», είπε η Danette Chavis. «Εκείνη τη νύχτα όμως, είπα στον εαυτό μου, ‘Άσε το παιδί ήσυχο’, και κοιμήθηκα. Με ξύπνησε το τηλέφωνο, και η κόρη μου έτρεχε έξω από τη πόρτα. Την ακολούθησα και είδα την αστυνομική ταινία, αστυνομικοί να στέκονται γύρω από ένα πτώμα. Φώναξα να δω αν ήταν εκείνος. Αλλά δεν με άφηναν να πλησιάσω. Αργότερα, πήγα στο νεκροτομείο και αναγνώρισα το γιό μου».

Καθίσαμε στο καφέ, πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα στη σιωπή. Κοίταξε μακριά σα να τον έβλεπε νεκρό για πρώτη φορά, και μετάνιωσα που έκανα την ερώτηση. Γύρω μας άνθρωποι δαχτυλογραφούσαν σε λάπτοπ ή μιλούσαν πίνοντας καφέ. Ήταν τόσο ξέγνοιαστοι. Πως φτάσαμε σε μια πόλη που κοιτά τους ανθρώπους των μειονοτήτων της με περιφρόνηση ή οίκτο παρά με αλληλεγγύη; Πως θα τους κάνουμε να ακούσουν;

Σήκωσα το βλέμμα από το σημειωματάριο μου. «Κυρία Chavis», ρώτησα. «Τι σας λείπει περισσότερο από το γιό σας;».

Κάνοντας τις Πληγές να Μιλήσουν

Φαντάσου να μαθαίνεις πως κάποιος που αγαπάα πέθανε. Η καρδιά σου θα πεταχτεί από το στήθος σου. Το σώμα σου θα σφίξει γύρω από τη μνήμη τους σαν γροθιά. Πόσο δυνατά θα φωνάξεις στον ουρανό, στο Θεό, σε οποιονδήποτε μπορούσες να κατηγορήσεις; Μετά, θα αιωρηθείς σε ένα κενό θλίψης μέχρι να πάρεις απαντήσεις, να βγάλεις νόημα και μετά να πεις αντίο αργά. Συναντώντας άλλους στη κηδεία, μπορείς να ολοκληρώσεις την ιστορία της απώλειας.

Τα στάδια της θλίψης εξαρτιόνται από το αφηγηματικό κλείσιμο, το φτυάρισμα χώματος πάνω στο φέρετρο, τον εγκωμιασμό του νεκρού. Για τους Αφροαμερικάνους γονείς όμως τα παιδιά των οποίων σκοτώθηκαν από την αστυνομία, τα στάδια της θλίψης δεν ολοκληρώνονται. Ο νεκρός δεν μπορεί να ησυχάσει επειδή δεν αποδίδονται ευθύνες στο μπάτσο που τον σκότωσε, και η βία ενθαρρύνεται. Για να εξαφανιστεί η ενοχή του αστυνομικού, το θύμα «νεγροποιείται» δημόσια. Έχει ποινικό μητρώο; Θα παρελάσει στη κοινή γνώμη. Έβγαλε ποτέ ανόητες gangsta φωτογραφίες; Θα είναι απόδειξη «αλήτικης ζωής». Οι γονείς βλέπουν την εικόνα του παιδιού τους να παραμορφώνεται καθώς μαθαίνουν για περισσότερους Μαύρους και Λατίνους νεαρούς που σκοτώθηκαν από αστυνομικούς. Σε ένα είδος αλληλεγγύης της απόγνωσης, αγκαλιάζουν τα χαμένα παιδιά όλων, σα να μπορούσαν να ακούσουν τους νεκρούς να επαναλαμβάνουν τις τελευταίες τους λέξεις, να ζητούν πίσω τις ζωές τους.

Το Δεκέμβριο του 2014, 10 μητέρες των οποίων τα παιδιά σκοτώθηκαν από την αστυνομία οργάνωσαν μια διαμαρτυρία μπροστά από το υπουργείο δικαιοσύνης των ΗΠΑ. Η Chavis ήταν εκεί και είπε στο μεγάφωνο, «Κανένας από εμάς δεν είναι ασφαλής. Οι δυνάμεις του νόμου σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες κακοποιούν, συλλαμβάνουν και δολοφονούν». Μια μεγάλη ομάδα ήταν γύρω της με κεριά και πινακίδες. Η μία μετά την άλλη οι μητέρες μίλησαν. Κάποιες πολεμούσαν χρόνια, όπως η Chavis που ξεκίνησε την συλλογή υπογραφών – έχοντας φτάσει τις 35000 υπογραφές – για να σταλούν στον πρώην Υπουργό Δικαιοσύνης Eric Holder, ή σαν την Valerie Bell, της οποίας ο γιός Sean σκοτώθηκε από άνδρες της αστυνομίας της Νέας Υόρκης (NYPD) το 2006. Άλλοι γονείς που πενθούσαν, όπως η Jeralynn Blueford, ο γιός της οποίας, ο Alan εκτελέστηκε από την αστυνομία της Οκλαχόμα το 2012. Στέκονταν μπροστά στη διαμαρτυρία, πνίγονταν στα δάκρυα, λέγοντας, «Τα τελευταία λόγια του Alan ήταν, ‘Γιατί με πυροβόλησες;’».

Κρατώντας ψηλά τις φωτογραφίες των νεκρών τους μπροστά από το υπουργείο δικαιοσύνης, οι μητέρες ήρθαν αντιμέτωπες με την βαθύτερη αντίφαση της χώρας μας. Πως γίνεται πολίτες να σκοτώνονται από όργανα του ίδιου του κράτος που τους εκπροσωπεί, και κανένας να μην είναι υπεύθυνος; Όλες τους ήταν γυναίκες από μειονότητες. Πολλές ήταν της εργατικής τάξης. Η παρουσία τους ήταν ήδη η απάντηση. Κάτω από τα επίσημα μας στολίδια της δημοκρατίας βρίσκεται μια μακρά ιστορία νόμιμης, βασισμένης στη φυλή σκλαβιάς και διαχωρισμού, που το ακολουθεί ένα πλέον ανεπίσημο καθεστώς λευκής υπεροχής στο οποίο οι λευκές ζωές έχουν αξία ενώ οι μαύρες όχι.

Οι μητέρες συγκεντρώθηκαν μπροστά από το υπουργείο δικαιοσύνης, αλλά ήταν σκοτεινό και άδειο. Αντιμέτωπες με ένα κλειστό κτίριο αλλά απαιτώντας δικαιοσύνη, ξεχύθηκαν στους δρόμους και περπατούσαν στην Λεωφόρο Πενσιλβάνια. Μπλοκάροντας τη κυκλοφορία, περπατούσαν ανάμεσα στα αυτοκίνητα και φώναζαν «Κλείστε του! Κλείστε το!».

Από τις Αλυσίδες της Σκλαβιάς στις Χειροπέδες

Χρόνια πριν, επισκέφτηκα μια περιοδεύουσα έκθεση πάνω στη δουλεία και είδα τουρίστες να στέκονται σιωπηλά γύρω από ένα τραπέζι γεμάτο με σκουριασμένα δεσμά και αλυσίδες. Ο ξεναγός έδειξε ένα και είπε πως τα φορούσαν οι σκλάβοι κατά τη μεταφορά τους μέσω ωκεανού (Middle Passage). Άπλωσα το χέρι, με τα δάχτυλα να αιωρούνται από πάνω του, και μετά τα τράβηξα πίσω. «»Εμπρός», είπε. «Αγγίξτε τα».

Το σήκωσα και βαριά θλίψη κύλησε από τα χέρια μου στα δεσμά. Περνώντας τα χέρια μου μέσα, τα φαντάστηκα στο παρελθόν της οικογένειας μου που ήρθαν εδώ φορώντας κάτι σαν αυτά. Ήθελα να κομματιάσω το γαμημένο μέταλλο. Όμως μπορούσα μόνο να κρατά μια ιστορία που δεν μπορούσα να καταστρέψω.

Κλέβοντας τη Μαύρη ζωή υπό την απειλή όπλου είναι η πιο εμφανής και βίαιη ένδειξη της ιστορία που επαναλαμβάνεται στο παρόν. Το να είσαι Μαύρος στην Αμερική είναι η απόδειξη μιας κλοπής. Είναι το να είσαι απόγονος ανθρώπινων όντων που τα έκλεψαν από τα χωριά τους, τα έκλεψαν από τα σώματά τους, τα έκλεψαν το ένα από το άλλο, που τα πούλησαν ξανά και ξανά. Είναι να βλέπεις, στην οικογενειακή ιστορία, προγόνους που τους έκλεψαν από τη γλώσσα τους, τους έκλεψαν από τη γή τους και έγιναν κινούμενοι στόχοι. Αναπόφευκτα εμείς, οι απόγονοι τους, χτυπιόμαστε με τα πάντα από μικροπαραβάσεις μέχρι ακραία φυσική βία, από καχύποπτα βλέμματα ως ρατσιστικές βρισιές, από σωματικούς ελέγχους μέχρι σφαίρες.

Το να είσαι Μαύρος στην Αμερική είναι το να γνωρίζεις πως η λευκή υπεροχή είναι μια κουλτούρα κλοπής. Την αισθανόμαστε σαν ένα τυφώνα που κάποιος μπορεί να προσπαθήσει να αποφύγει αλλά που μερικές φορές πέφτει έτσι και αλλιώς πάνω μας, αρπάζοντας μας από τα σώματά μας. είναι σαν μια αρχαία δίνη που αποσπάστηκε από μια άλλη δίνη, μια σκλαβιά που αποσπάστηκε από παλιότερες μορφές σκλαβιάς αναμιγμένη με ευρωπαϊκό καπιταλισμό, αποικιοποίηση και επιστημονικό ρατσισμό. Μια λευκότητα μορφοποιήθηκε που πέρασα μέσα από αιώνες και πάνω από ηπείρους, βγάζοντας ανθρώπους από τα σπίτια τους και «μαυρίζοντας» τους. Η λευκότητα είναι μια κοινωνική δομή απόσπασης που εμφανίστηκε στο τριγωνικό εμπόριο των δουλεμπορικών πλοίων, των δημοπρασιών και των φυτειών. Διακόπηκε με τον Εμφύλιο Πόλεμο, δημιουργήθηκε ξανά με τον Τζίμ Κρόου (Jim Crow) στους διαχωρισμένους δημόσιους χώρους και στα υποβαθμισμένα γκέτο, και μετά επανεφευρέθηκε ως πόλεμος εναντίον των ναρκωτικών.

Πριν μερικές εβδομάδες, διάβασα ξανά το An Account of the Slave Trade in the West Coast of Africa του Δρ. Alexander Falconbridge· ήταν ένας υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας του 18ου αιώνα που ταξίδεψε πάνω σε τέσσερα δουλεμπορικά. Οι περιγραφές είναι τρομακτικές. «Οι άνδρες Νέγροι, όταν φτάνουν στο πλοίο, αμέσως δένονται δυο δυο, με χειροπέδες στους καρπούς και αλυσίδες δεμένες στα πόδια τους», έγραψε. «Συχνά είναι στοιβαγμένοι τόσο κοντά, ώστε να μη μπορούν να είναι σε άλλη στάση πέρα από το να ξαπλώσουν στο πλευρό τους».

Στο σπίτι, αφήνω κάτω το βιβλίο και πήρα μια αυτοβιογραφία που έγραψε ένας φοιτητής στο πολιτειακό πανεπιστήμιο που δουλεύω. Κάθε χρόνο διδάσκω μια τάξη στην οποία οι φοιτητές γράφουν απομνημονεύματα περίπου τριάντα σελίδων, και πολλοί μιλάνε για μέλη της οικογένειας τους στη φυλακή. Αυτό το εξάμηνο, κάποια έγραψε για την επίσκεψή της στο πατέρα της στη φυλακή. Κάποιες φορές ήταν θλιμμένη όταν έφευγε. Άλλες φορές ήταν θυμωμένη και τον τιμωρούσε με το να μην τον επισκέπτεται. Τελικά όμως πήγε ξανά σε αυτόν. Χρόνο με το χρόνο πέρασε· γέρασε σε ένα γκρίζο, πικρό  άνδρα, απεγνωσμένα εξοργισμένο που έχασε τη ζωή της. Έγραψε πως έφυγε από τη φυλακή και είδε άνδρες να βηματίζουν με αλυσίδες στα πόδια· δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ την εικόνα του Falconbridge με Μαύρους άνδρες με «αλυσίδες δεμένες στα πόδια τους».

Η Λεπτή Μπλε Γραμμή

«Δεν είναι αρκετό που μας ξεριζώνουν από τη χώρα και τους φίλους μας για να μοχθούμε για τη πολυτέλεια και τη λαχτάρα σας για κέρδος; Πρέπει να θυσιάζεται επίσης κάθε τρυφερό αίσθημα στην απληστία σας;», έγραψε ο Olaudah Equiano το 1794, στην αφήγηση του για το δουλεμπόριο του Ατλαντικού. «Γιατί χάνουν οι γονείς τα παιδιά τους, τους αδερφούς τους, τις αδερφές τους, ή οι άνδρες τις γυναίκες τους;».

Η σύγκρουση που καθοδηγεί την ιστορία στο Νέο Κόσμο είναι ο αγώνας των Μαύρων ανθρώπων να κρατηθούν από την ανθρωπιά τους ενάντια σε μια κουλτούρα που τους τους κάνει αντικείμενα προς ιδιοκτησία. Δώδεκα εκατομμύρια Αφρικανοί πουλήθηκαν σε ολόκληρη την αμερικάνικη ήπειρο. Όπου και αν αποβιβάστηκαν, αντιστάθηκαν, και όποτε το έκαναν, λευκοί άνδρες που αντιπροσώπευαν το κράτος τους επιτέθηκαν. Στην Αϊτή αυτοί οι άνδρες φορούσαν γαλλικές στολές και έριχναν με μουσκέτα στους επαναστάτες. Στην Αμερική, υπήρχαν περιπολίες δουλέμπορων, ψάχνοντας στα δάση για δραπέτες. Χαιρετίζονταν ως ήρωες στην εποχή τους, σκότωναν με καθαρή συνείδηση, επειδή μας έβλεπαν ως ημιάνθρωπους που θα κατέστρεφαν το πολιτισμό αν έμεναν ελεύθεροι. Τυφλωμένοι από τη λευκότητα, εγκλωβίστηκαν σε μια τεράστια πολιτισμική υπερδομή που προήλθε από την οικονομική βάση της δουλείας. Τους έδωσε φυλετικά προνόμια αντί για ταξικά· τους δίδαξε ένα οπτικό λεξιλόγιο σκουρόχρωμων, μπάρμπα Θωμάδων, νέγρων, αραπίνων, αδιάντροπων γυναικών και κτηνωδών ανδρών. Το αίμα που έχυσαν από τα Μαύρα κορμιά ήταν το μελάνι του κοινωνικού συμβολαίου της Αμερικής.

«Κάθε σταγόνα αίματος που χύθηκε με το μαστίγιο θα πληρωθεί με άλλο που χύθηκε με το ξίφος», είπε στον δεύτερο λόγο ορκωμοσίας του ο πρόεδρος Abraham Lincoln. Καθώς καθάρισε ο καπνός από τον Εμφύλιο Πόλεμο, έδειξε τη γραμμή που είχαμε διαβεί. Η δουλεία ήταν εθνική αμαρτία· εκείνη που ελευθερώθηκαν από αυτή  ήταν τα θύματά της· εκείνη που την υπερασπίζονταν ήταν οι νέοι κακοί. Ήταν όμως μια γραμμή που την τσαλαπάτησαν λευκοί όχλοι και τρομοκρατικές ομάδες όπως η Κου Κλουξ Κλαν, καλπάζοντας σε άλογα μέσα στη νύχτα για να κάψουν Μαύρα σπίτια και μετά τους ίδιους τους Μαύρους ανθρώπους. Η νομική δομή της σκλαβιάς είχε διαλυθεί, αλλά η κουλτούρα του ρατσισμού πέρασε πάνω από τη 13η, τη 14η και 15η Τροπολογία σαν παλίρροια, με τα βαθιά της ρεύματα να αντιστέκονται στα δικαιώματα των νέων πολιτών. Για να επιβιώσει, κάθε γενιά Μαύρων ανθρώπων κρατήθηκε από αυτή τη γραμμή ανάμεσα στην ελευθερία και στη σκλαβιά, την σήκωσε και την μετέφερε προς τα μπρος. Σε κάθε βήμα όμως που έκαναν, έπεφταν στον λεπτο μπλε τοίχο της αστυνομίας.

Στο νότο, οι λευκοί γαιοκτήμονες πίεσαν για τους Μαύρους Κώδικες, που ποινικοποιούσε τη καθημερινή ζωή: το να είσαι άνεργος ή να μη μπορείς να πληρώσεις τους φόρους έγινε έγκλημα. Μπάτσοι τραβούσαν χιλιάδες Μαύρων ανθρώπων στο όλο και μεγαλύτερο σύστημα ενοικίασης κατάδικων που ανακύκλωνε τα θραύσματα της δουλείας σε νέα μορφή. Στο πρώτο κύμα της Μεγάλης Μετανάστευσης, σχεδόν 2 εκατομμύρια Μαύροι εγκατέλειψαν το Νότο για τις πόλεις στα Δυτικά, τα Μεσοδυτικά και τα Βορειοανατολικά. Μετά την άφιξη τους, ξέσπασαν φυλετικές ταραχές καθώς λευκοί όχλοι κρέμαγαν και πυροβολούσαν Μαύρους ανθρώπους, έκαιγαν συθέμελα Μαύρες γειτονιές. Η ασυνομία δεν εμπόδισε τη βία.

Δεκαετίες αργότερα, όταν οι Μαύροι άνθρωποι έκαναν πορεία για πολιτικά δικαιώματα σε μέρη όπως η Σέλμα, η αστυνομία τους χτύπησε μέχρι να ματώσουν. Στη δεκαετία του 1970, όταν οι Μαύροι υπερασπίζονταν τους εαυτούς τους σε οργανώσεις όπως οι Μαύροι Πάνθηρες, η αστυνομία τους σκότωσε, αφήνοντας πίσω σπασμένα τζάμια και ματωμένα στρώματα. Στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, όταν η Μαύρη νεολαία πουλούσε ναρκωτικά για να μπορέσει να βγει από το γκέτο, η αστυνομία σκότωσε ή φυλάκισε μια ολόκληρη γενιά. Και σήμερα, όταν οι Μαύροι και Λατίνοι νέοι θέλουν να περπατήσουν ελεύθερα, τους σταματά και τους ψάχνει η αστυνομία.

Σε κάθε γενιά, οι δυνάμεις επιβολής του νόμου ήταν η λεπτή μπλε γραμμή ενάντια στο Μαύρο απελευθερωτικό κίνημα. Σήμερα ο πόλεμος εναντίον των ναρκωτικών, όπως το σύστημα ενοικίασης κατάδικων πριν από αυτό, έχει γίνει βιομηχανία όπου η πρώτη ύλη που τροφοδοτεί μια όλο και μεγαλύτερη υποδομή φυλακών είναι το ποινικοποιημένο Μαύρο σώμα. Από την οικονομική βάση της μαζική φυλάκισης μια υπερδομή εμφανίζεται που εκπαιδεύει ξανά τους λευκούς ανθρώπους, για ακόμη μια φορά, να βλέπουν την «μαυρότητα» με μια νέα εκδοχή του παλιού οπτικού λεξιλογίου – ο έμπορος ναρκωτικών, ο αλήτης, ο ράπερ, η πουτάνα, ο νταβατζής και το πρεζόνι.

Η παλιά φυλετική γραμμή μεταξύ «Μαύρου» και «λευκού» έχει επαναχαραχτεί ως η γραμμή μεταξύ εγκληματία και πολίτη. Πάνω και κάτω στην κοινωνική ιεραρχία από φτωχούς ως πλούσιους, οι Μαύροι άνθρωποι πρέπει να αποφεύγουν τη βία, από μικροπαραβάσεις ως το οικονομικό σαμποτάζ και από τη δημόσια διαπόμπευση στις φυσικές επιθέσεις.

Πάντοτε όμως, είναι οι σφαίρες που είναι το εύκολο να δεις. Οι περισσότεροι από εμάς δεν δολοφονούνται από μπάτσους. Οι περισσότεροι από εμάς «επιβιώνουν» του ρατσισμού. Κάθε μέρα όμως ένα ακόμη άτομο μειονότητας πέφτει θύμα πυρών της αστυνομίας, και μένουν κενά μέσα στις οικογένειες εκεί που κάποτε οι αγαπημένοι τους ανέπνεαν κάποτε. Οι μπάτσοι όχι μόνο κλέβουν τις ζωές των παιδιών μας· κλέβουν τις ζωές όλων όσων τα αγαπούν. Ένα μέρος μας παγώνει ακίνητο, μουδιάζει.

Στην ατελείωτη αναμονή για δικαιοσύνη, οικογένειες μεταφέρουν αναμνήσεις που μεγεθύνονται στη φαντασία. Όταν κοίταξα τη σελίδα της Chavis στο Facebook, είδα μια ανάρτηση για το πως ο γιός της ο Gregory θα ήταν 29 ετών φέτος. Άλλοι γονείς επίσης υπολογίζουν τα σημεία καμπής που θα ζούσαν τα παιδιά τους – όπως ένας γάμος ή η αποφοίτηση. Οι νεκροί μας στοιχειώνουν. Καίνε στα όνειρά μας. ζητάνε πίσω το χρόνο τους. Και όλο και πιο πολλοί συνεχίζουν να προστίθενται στο κατάλογο των ονομάτων, εκείνοι που πυροβολήθηκαν καθώς η αστυνομία σημαδεύει τον αόρατο στόχο πάνω στους Μαύρους ανθρώπους, καθώς προστατεύουν εκείνη τη γραμμή που τόσοι πολλοί κάνουν πως δεν βλέπουν.

Να Υπηρετούν και να Προστατεύουν

Την 1η Μαρτίου 2015, τέσσερις αστυνομικοί στο Σκιντ Ρόου του Λος Άντζελες έριξαν έναν άστεγο Μαύρο άνδρα στο έδαφος. Έμοιαζαν με τεράστιο καλαμάρι, τυλιγμένο γύρω του καθώς χτυπιόνταν μέσα στη λαβή τους. Ένας μοναδικός πυροβολισμός ακούστηκε. Τότε ένα μια εκκωφαντική ομοβροντία πυρών καθώς το σώμα του έμενε ακίνητο. Τα επόμενα δευτερόλεπτα, υποχώρησαν καθώς ένα οργισμένο πλήθος συγκεντρώθηκε και ένας άνδρας φώναζε, «Γαμήσου: Γαμήσου! Μόλις σκότωσαν αυτό τον άνδρα!».

Καθώς γράφω αυτές τις λέγεις τους πρώτους μήνες του 2015, περισσότεροι από 300 άνθρωποι δολοφονήθηκαν από την αστυνομία, μόνο ένα μικροσκοπικό ποσοστό τους σε ανταλλαγή πυρών. Οι περισσότεροι ήταν άοπλοι. Σύμφωνα με την σελίδα KilledByPolice.net, περισσότεροι από 3087 άνθρωποι δολοφονήθηκαν από το 2013. Μέχρι τη στιγμή που το διαβάζεις αυτό, ο αριθμός των νεκρών θα έχει ανέβη ακόμη περισσότερο. Κανένας όμως δεν μπορεί να υπολογίσει την πλήρη έκταση την ιλιγγιώδη σπείρα βίας, επειδή δεν υπάρχει καμμιά αναλυτική βάση δεδομένων, σε εθνικό επίπεδο, πάνω στο πόσοι Αμερικάνοι σκοτώνονται από την αστυνομία. Ο διευθυντής του FBI, James Comey είπε στους δημοσιογράφους, «Είναι γελοίο που δεν μπορώ να σας πω πόσοι άνθρωποι σκοτώνονται από την αστυνομία σε αυτή τη χώρα, τη περασμένη βδομάδα, τη περασμένη χρονιά, τη περασμένη δεκαετία».

Μαζί με τη κλοπή της ζωής υπάρχουν μικρότερες κλοπές χρημάτων, χρόνου και σωματικής ακεραιότητας. Η αστυνομία επιβάλλει ένα είδος φόρου του γκέτο, που εγκλωβίζει τους φτωχούς Μαύρους σε μια καθοδική σπείρα. Κάθε φορά που έρχομαι σπίτι, βλέπω δυο αστυνομικούς στη γωνία. Και κάθε καλοκαίρι το NYPD ανεγείρει πύργους παρακολούθησης στο Μπέντφορντ-Στούιβεσαντ, στο Μπρούκλιν. Και όταν οι γείτονές μου μιλάνε, συχνά λένε ιστορίες για κλήσεις που πήραν για φανάρια, που έπιναν στο κατώφλι ή επειδή απλά ήταν με το ποδήλατο στο πεζοδρόμιο.

Αναφορά με την αναφορά, βλέπουμε αστυνομικά τμήματα να λειτουργούν σαν τεράστιες σκούπες πάνω από φτωχές, Μαύρες γειτονιές, ρουφώντας χρήματα από ανθρώπους που εξαρχής έχουν ελάχιστα. Το 2010, η The Village Voice δημοσίευσε το «The Blue Tapes», δείχνοντας αστυνομικούς του NYPD να τους λένε οι ανώτεροι τους να «πληρώσουν το νοίκι» με το να δίνουν κλήσεις και να συλλαμβάνουν ανθρώπους για ελάχιστες παραβάσεις. Χίλια μίλια μακριά, το υπουργείο δικαιοσύνης των ΗΠΑ διερεύνησε την αστυνομία στο Φέργκιουσον του Μιζούρι. Δημοσιοποίησε μια έκθεση που έλεγε πως η τοπική αστυνομία αύξησε κάθετα τα πρόστιμα, χρησιμοποιούσε υπερβολική βία εναντίον Μαύρων ανθρώπων και ουσιαστικά διατηρούσε «φυλακές οφειλετών» όπου οι άνθρωποι φυλακίζονταν επειδή δεν πλήρωναν πρόστιμα. Στις 25 Αυγούστου 2014, το Democracy Now! Πήρε συνέντευξη από έναν άνδρα με το όνομα George Fields καθώς περίμενε στη σειρά για τη κηδεία του Michael Brown, του Μαύρου έφηβου που σκοτώθηκε από τον πρώην αστυνομικό του Φέργκιουσον, Darren Wilson. Είπε, «Είναι κάπως ακραίο όταν σε σταματάνε για ασήμαντη αιτία. Πρέπει να περάσεις από τόσα πολλά για να φύγεις, και χάνεις τη δουλειά σου και τα πάντα, ξέρεις, για μια κλήση των 50$ και ένα έλεγχο».

Και μετά είναι η κλοπή του σώματος κάποιου. Πόλη με τη πόλη, η αστυνομία σταματά νέους από μειονότητες, τους ψάχνει και τους αφήνει να βράζουν με θυμό και φόβο. Τα σημάδια των χεριών των μπάτσων μολύνουν το δέρμα κάποιου. Οι αστυνομικοί του NYPD σταμάτησαν 5 εκατομμύρια Νεοϋορκέζους  από το 2002· οι περισσότεροι ήταν Μαύροι και Λατίνοι άνδρες. Μόλις τώρα, μετά από πίεση, έχει μειωθεί η πρακτική. Στη Φιλαδέλφεια, η Αμερικάνικη Ένωση για τις Πολιτικές Ελευθερίες (ACLU) δημοσιοποίησε μια έκθεση που έδειξε πως από το 2011, περίπου 200000 άνθρωποι ελέγχθηκαν και σχεδόν το 90 τις εκατό ήταν ξανά νεαροί από φυλετικές μειονότητες. Φαντάσου να ζεις την εφηβεία σου μέσα στο τρόμο του να σε επιλέξουν, να σε παρενοχλήσουν, να σε πιάσουν και να σε εκφοβίσουν άνθρωποι που μπορούν να σε σκοτώσουν.

Είτε είναι στα βιβλία, είτε όχι, ο μπάτσοι σε όλοι τη χώρα χρησιμοποιούν φυλετικά προφίλ και ελέγχους. Το 2014, ο Διοικητής του NYPD, William Bratton του CBS, «Κάθε αστυνομικό τμήμα στις ΗΠΑ το κάνει. Η πρόκληση είναι να το κάνεις στα πλαίσια του νόμου… με συμπάθεια· έχεις να κάνεις με ανθρώπινα όντα». Αλλά η ανθρωπιά εκείνων που ελέγχονται ήδη έχει εγκαταλειφθεί όταν χαρακτηρίζονται αμέσως ως πρόβλημα. Και αυτό επιτρέπεται επειδή η αστυνομία δεν δημιουργεί ρατσισμό, τον αντιπροσωπεύει. Μια ευρύτερη έμφυτη κοινωνική συμφωνία κυβερνά τη πόλη, μια κυρίαρχη αφήγηση πως η Μαύρη και Λατινική νεολαία, ιδιαίτερα οι άνδρες, είναι κίνδυνος. Αν δεν ελεγχθούν, λέει η ιστορία, θα ενωθούν σε αγέλες λύκων και θα περιφέρονται στους δρόμους για να κλέψουν, να βιάσουν και να δολοφονήσουν. Και συχνά εμείς οι άνθρωποι των μειονοτήτων, εσωτερικοποιούμε αυτή την εικόνα μέχρι που ένας πόνος μας επαναφέρει από τη διπλή συνείδηση μας και βλέπουμε τη πραγματική πηγή του κινδύνου.

Μήνες μετά τη συνέντευξη του Bratton στο CBS, έκατσα με την Chavis και ρωτούσα για το γιό της. «Το σχολείο που πήγαινε ήταν άγριο· τα παιδιά πουλούσαν ναρκωτικά», είπε. «Η αστυνομία έσπασε στο ξύλο ένα παιδί και κανένας δεν είπε τίποτα». Η φωνή της έμοιαζε να χτυπά τον αέρα με οργή.

«Οι μπάτσοι σταματούσαν το γιό μου συνεχώς», είπε η Chavis. «Ένοιωθε αδύναμος και καταπιεσμένος. Του είπα ήταν για το πως ντύνονταν». Με κοίταξε. «Σήμερα δεν το πιστεύω αυτό πια», είπε.

Σκοτώνοντας το Μέλλον

«Τα παιδιά είναι το μέλλον μας», τραγουδούσε το κορίτσι στη σκηνή του πάρκου στο Μπέντφορντ-Στούιβεσαντ , σπρώχνοντας τη φωνή της για να ακουστεί σαν εκείνη της της ποπ ντίβας Whitney Houston. «Διδάξτε τα σωστά και αφήστε τα να ανοίξουν το δρόμο». Χαμογέλασα και κάλυψα το στόμα μου καθώς με σκούντησε ο φίλος μου. Όταν τελείωσε, χειροκροτήσαμε. Καθώς φεύγαμε, ο φίλος μου αστειεύτηκε, «Πιστεύεις πως τα παιδιά είναι το μέλλον;», τον κοίταξα σα να ήταν τρελός, σαν να έλεγα, φυσικά και είναι. Σήκωσε τους ώμους. «Ποτέ δεν αισθάνθηκα σαν το μέλλον», είπε.

Δεκαετίες πριν, ο Martin Luther King Jr. περιέγραψε ένα κορίτσι να μαθαίνει για το φυλετικό διαχωρισμό στην Επιστολή του από τη Φυλακή του Μπέρμινγκχαμ βλέποντας, έγραψε, «δυσοίωνα σύννεφα κατωτερότητας να ξεκινούν από τον μικρό της πνευματικό ουρανό». Περισσότερο από πενήντα χρόνια αργότερα, βλέπω τη λευκότητα σαν μια κινούμενη δίνη που αρπάζει τη παιδικότητα. Την βλέπω στα παιδιά στη γειτονιά μου, βλέποντας την αστυνομία να συλλαμβάνει τους γονείς τους. Στη Νέα Υόρκη μόνο, 120000 Μαύροι άνδρες λείπουν από τις οικογένειες τους· ο αριθμός ανεβαίνει σε 1,5 εκατομμύριο Μαύρων ανδρών που λείπουν σε ολόκληρη τη χώρα. Το βλέπω στο πως τα παιδιά μαζεύονται στις γωνίες για να αναπαραστήσουν οικογένειες όταν η δική τους διαλύεται. Το βλέπω στο πως πειράζουν το ένα το άλλο επειδή είναι πολύ σκουρόχρωμα, πολύ σγουρομάλλικα ή πολύ φτωχά. Και το βλέπω στο ρεπορτάζ του CBS για την «ασθένεια του γκέτο», ένα κακόγουστο όνομα για το γεγονός πως Μαύρα παιδιά σε φτωχές περιοχές έχουν Διαταρχή Μετατραυματικού Στρες. Βλέπουν τόσους πολλούς πυροβολισμούς και καυγάδες που μπαίνουν σε μια μόνιμη κατάσταση απόγνωσης και οργής.

Και το τραύμα παγώνει τη ψυχή, και αυτή είναι η αιτία που ενώ ο χρόνος προχωρά μπροστά, τόσα πολλά Μαύρα παιδιά μένουν πίσω. Τιμωρούνται πιο αυστηρά και αποβάλλονται πιο γρήγορα. Σε μεγάλες πόλεις, μόνο το 60 τις εκατό των Μαύρων ανδρών αποφοιτούν από το λύκειο. Εγκαταλειμμένα στους δρόμους, αυτά τα αγόρια χαρακτηρίζονται ως μεγαλύτερα, ως απειλή, πως πιθανώς οπλοφορούν. Όταν οι μπάτσοι τα εκφοβίζουν, τα τρομάζουν, τα παρενοχλούν, είναι επειδή τα παιδιά μας δεν θεωρούνται ως κομμάτι του μέλλοντος. Τα παιδιά μας είναι αναλώσιμα.

Στέκομαι στο κατώφλι μου και κοιτάω τα παιδιά που παίζουν, γνωρίζοντας την ιστορία από όπου προέκυψαν και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν, αναρωτιέμαι πόσα από αυτά θα χάσουμε. Και σκέφτομαι το χέρι μου μέσα σε εκείνα τα σκουριασμένα δεσμά πριν πολλά χρόνια, σκέφτομαι τον πρώτο από εμάς που αλυσοδέθηκε σε αυτό το κόσμο. Πόσους χάσαμε; Πόσοι από εμάς σκοτώθηκαν από τη λευκότητα; Πόσοι νεκροί πατάχτηκαν στη θάλασσα ή θάφτηκαν στις φυτείες, κρεμάστηκαν ή θάφτηκαν ζωντανοί, βιάστηκαν ή φυλακίστηκαν; Πόσα εκατομμύρια εκατομμυρίων;

Μπορούν να λυτρωθούν αυτές οι ζωές; Εδώ στην Αμερική; Τριγύρω μας είναι μια χώρα που διδάχτηκε πρώτα να μας βλέπει σαν ημιζώα, τώρα σαν εγκληματίες· είναι ένα όραμα που παράγεται από την κοινωνική σύγκρουση όπου ή ίδια η ιδέα του εγκλήματος είναι ένα πολιτικό εργαλείο που χρησιμοποιούν οι ελίτ για να χτυπούν τους φτωχούς.

Οι τραπεζίτες της HSBC μπορούν να ξεπλένουν χρήματα για τα μεξικάνικα καρτέλ ναρκωτικών δίχως το φόβο τιμωρίας, ενώ ο Michael Brown στοχοποιείται από τον Darren Wilson επειδή περπατά στο δρόμο και εκτελείται. Κάτω όμως από τη απεικόνιση του εγκλήματος σαν σύγκρουση, ως πολιτικής έννοιας υπάρχει ακόμη μια κοινωνικά συναινετική απεικόνιση του εγκλήματος βασισμένη στην έμφυτη ανθρώπινη ενσυναίσθηση, ιδιαίτερα για τα παιδιά. Έτσι όταν ο Trayvon Martin, ο Michael Brown ή ο Emmett Till σκοτώνονται, όλοι νεαροί Μαύροι άνδρες, όλοι αθώοι, αναγκάζει το λαό να αντιμετωπίσει ένα σύνολο αξιών με ένα άλλο. Σε αυτή τη λάμψη της αντίφασης, μπορούν να ιδωθούν όλα.

Στη στιγμή της ορατότητας προχωράμε. Αλλά όταν το κάνουμε, κατεβαίνουμε στο δρόμο για να κάνουμε τους ανθρώπους να αντιμετωπίσουν το ίδιο το κράτος. Ξέρουμε από τα στοιχεία των ζωών μας και από ακαδημαϊκές πηγές όπως τη μελέτη Testing Theories of American Politics: Elites, Interest Groups, and Average Citizens των Martin Gilens και Benjamin I. Page πως η δημοκρατία μας ελέγχεται από μια εύπορη ελίτ. Οι πολιτικοί που δουλεύουν για τους πλούσιους χρειάζονται την αστυνομία για να τους προστατέψει από το λαό. Και έτσι ολόκληρη η αλυσίδα της ιεραρχίας προστατεύει το φονιά μπάτσο. Η άρχουσα τάξη δίνει λευκή κάρτα στην αστυνομία, που με τη σειρά τους καταστέλλουν εκείνους που είναι πιο αποκλεισμένοι από το νεοφιλελεύθερο κράτος, οι φτωχοί – και ακόμη πιο έντονα, οι Μαύροι φτωχοί.

Κατεβαίνουμε ενάντια στο κράτος, αλλά επίσης, αναπόφευκτα, μέσα σε αυτό. Ο αγώνας μας είναι για την αναγνώριση της ανθρώπινης φύσης μας μέσα σε μια προβληματική δημοκρατία, αυτή που είναι διαρεμένη ανάμεσα στην καθολική αξία της ανθρώπινης ελευθερίας και τον λευκό εθνικισμό. Έπρεπε να προσφέρουμε τους εαυτούς μας στο οικουμενικό, και αυτό σημαίνει πως το Black Lives Matter ζητά την μαζική μεταμόρφωση. Αν κερδίσουμε, η νίκη μας σημαίνει τέλος στο πόλεμο των ναρκωτικών. Σημαίνει τη κατάργηση του αστυνομικού κράτους και το τέλος της ίδιας της πηγής του εγκλήματος, που είναι η ίδια η φτώχια.

Έχουμε κερδίσει όμως μόνο μισές νίκες, και ακόμη και εκείνες είναι ξεδοντιασμένες. Στη μέση της διαμαρτυρίας μας, το ερώτημα βρίσκεται μπροστά μας: Πως λυτρώνουμε τους νεκρούς μας και τα νεκρά κομμάτια του εαυτού μας; Πως μπορούμε να τελειώσουμε αυτή τη δίνη λευκότητας που υπάρχει εδώ και αιώνες, που μας διαλύει; Το μόνο πράγμα που είναι γνωστό είναι πως το τέλος του ρατσισμού πρέπει να μας ελευθερώσει όλους αλλιώς δεν θα είναι κανένας ελευθερος.

Gregory

«Πες μου πως πέθανε ο γιος σου», ρώτησα. Ήταν προς το τέλος της συνέντευξης μας. Η Chavis και εγώ ήμασταν στη δική μας φούσκα στο καφέ, αγνοώντας όλους τους άλλους. Πήρε μια ανάσα. «Πιάστηκε στη μέση ανταλλαγής πυρών στο δρόμο», είπε η Chavis. «Οι φίλοι του προσπάθησαν να τον πάνε στο νοσοκομείο, αλλά η αατυνομία τους σταμάτησε και τους διέταξε να τον αφήσουν κάτω». Σταμάτησε για μια στιγμή και κοίταξε μακριά. «Δεν κάλεσαν ποτέ ασθενοφόρο. Αιμορράγησε μέχρι θανάτου μόλις ένα τετράγωνο από το νοσοκομείο».

Η δική μου καρδιά μάτωσε. Φαντάστηκα αυτό το νεαρό άνδρα, που γέννησε αυτή η δυνατή γυναίκα, να πεθαίνει μέσα σε μια λίμνη του ίδιου του αίματός του καθώς οι μπάτσοι στέκονταν και αγνοούσαν το μαρτύριο του. Ήθελα να συναντήσω το γιό της και να γελάσουμε μαζί. Μπορείς να αισθανθείς το αποτύπωμα ανθρώπων που δεν συνάντησες ποτέ μέσα από το τρόπο που οι άλλοι μιλάνε για αυτούς, το τρόπο που η οικογένεια τους φροντίζει τη μνήμη τους σαν μαργαριτάρι. Ακούγοντας την Chavis να θυμάται το γιο της, καταλάβαινα πως ήταν καλό παιδί, πως το αγαπούσαν.

«Τι σου λείπει από το γιό σου;», ρώτησα. Μισοχαμογέλασε. «Το γέλιο του και το πόσο προστατευτικός ήταν με τις αδερφές του». Κουνήθηκε για λίγο μπρος πίσω. «Ξέρεις, τη νύχτα που σκοτώθηκε, όταν κοιμόμουν, προσπάθησα να σηκωθώ αλλά αισθανόμουν ένα βάρος στο στήθος μου. Πιστεύω πως ήταν ο γιός μου που μου έλεγε τι του συνέβαινε, ξέρεις, πως δεν μπορούσε να σηκωθεί».

«Κάποιες οικογένειες δεν αναρρώνουν ποτέ. Ξέρω μητέρες που παίρνουν ναρκωτικά. Πατεράδες που είναι αλκοολικοί», είπε. «Ο θάνατος ενός παιδιού δημιουργεί ένα χάσμα στην οικογένεια. Κάποιοι θέλουν να το ξεχάσουν. Πονάνε, στεναχωριούνται. Άλλοι θέλουν να πολεμήσουν μέχρι να βρουν δικαιοσύνη. Η μικρότερη μου δεν το πήρε πολύ καλά».

«Πως;», άφησα κάτω το στυλό μου.

«Σηκώνονταν», είπε η Chavis, «και κοιτούσε από παράθυρο, περιμένοντάς τον να έρθει σπίτι».

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Nicholas Powers: Η Λεηλασία της Μαύρης Ζωής. Σκοτώνοντας το Μέλλον

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s