Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιατρική επιθεώρηση The Lancet, Vol 350, Issue 9088, τον Νοέμβριο του 1997. O Robert H. Kirschner (1940-2002) ήταν γιατρός με ειδίκευση στην ιατροδικαστική παθολογοανατομία και την παιδιατρική, ακτιβιστής για τα ανθρώπινα δικαιώματα και κατά της αστυνομικής βίας και υπήρξε ειδικός σύμβουλος των Διεθνών Δικαστηρίων για τα εγκλήματα πολέμου στην Γιουγκοσλαβία και τη Ρουάντα και ακαδημαϊκός. Μετάφρασή Δημήτρης Πλαστήρας

Προειδοποίηση περιεχομένου: σεξουαλική βία

Ο Abner Louima, μετανάστης από την Αϊτή, δέχτηκε βάναυση επίθεση από αστυνομικούς της Αστυνομίας της Νέας Υόρκης (NYPD)  τι πρώτες πρωινές ώρες της 9ης Αυγούστου 1997. Το συνέλαβαν επειδή δήθεν χτύπησε έναν αστυνομικό στη διάρκεια μιας συμπλοκής έξω από ένα κλαμπ· οι κατηγορίες ήταν ανυπόστατες και αργότερα κατέπεσαν. Αυτό που συνέβη μετά τη σύλληψη του σόκαρε τη πόλη και ολόκληρη τη χώρα.

Ο Louima που ήταν δεμένος με χειροπέδες, ανέφερε πως στη διάρκεια της διαδρομής προς το 70ο Τμήμα του Μπρούκλιν, οι αστυνομικοί που τον συνέλαβαν σταμάτησαν το όχημα και τον χτύπησαν. Λίγο μετά την άφιξη τους στο σταθμό, τον πήγαν στην τουαλέτα και τον βίασαν με το ξύλο μιας βούρτσας τουαλέτας ή ένα παρόμοιο αντικείμενο που τρύπησε το ορθό του και τραυμάτισε την κύστη του· στη συνέχεια το έβαλαν με δύναμη στο στόμα του, σπάζοντας πολλά από τα δόντια του. Ακόμη δεμένος με χειροπέδες, μεταφέρθηκε σε ένα κελί του κρατητηρίου για μιάμιση ώρα μέχρι να έρθει ασθενοφόρο. Αν και ήταν ξεκάθαρο πως ο Louima είχε ανάγκη εισαγωγής σε νοσοκομείο, το αστυνομικό τμήμα αρνήθηκε να διαθέσει την απαιτούμενη αστυνομική συνοδεία μέχρι περίπου στις 8 το πρωί, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις από τους  διασώστες.

Ο  Louima μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο του Κόνεϊ Άιλαντ όπου υποβλήθηκε σε επείγουσα χειρουργική επέμβαση για να αντιμετωπίσουν τα σχισίματα στα εσωτερικά του όργανα. Υπάρχουν κατηγορίες πως κάποια μέλη του εποπτικού προσωπικού του νοσοκομείου απέκρυψαν την αιτία των τραυμάτων του Louima για να εμποδίσουν την δημοσιοποίηση των πληροφοριών , παρά την ηθική υποχρέωση των επαγγελματιών υγείας να αναφέρουν βασανιστήρια ή άλλη μειωτική μεταχείριση που συμβαίνει υπό κράτηση.  Εκείνο το βράδυ η Magalie Laurent, νοσοκόμα, δρώντας ακολουθώντας την καλύτερη παράδοση του επαγγέλματος της, κάλεσε το Τμήμα Εσωτερικών Υποθέσεων της αστυνομίας της Νέας Υόρκης για να αναφέρει την επίθεση. Η κλήση της αγνοήθηκε.

Την επόμενη ημέρα η οικογένεια του Louima έκανε καταγγελία, η έρευνα όμως άρχισε στις 11 Αυγούστου, δίνοντας σε εκείνους που εμπλέκονταν αρκετό χρόνο να καταστρέψουν τις αποδείξεις της επίθεσης. Τέσσερις αστυνομικοί παραπέμφθηκαν στην συνέχεια για την επίθεση. Η Laurent αντιμετώπισε εχθρότητα από τους συναδέλφους της· δέχτηκε ακόμα και επίθεση από μια άλλη νοσοκόμα.

Η αστυνομική βαναυσότητα είναι μια καθημερινή πραγματικότητα σε ολόκληρες τις Ηνωμένες Πολιτείας, το μεγαλύτερο μέρος της εμφανίζεται με μερικές επιπλέον γροθιές, χτυπήματα ή κλωτσιές στη διάρκεια συλλήψεων. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πολύ δύσκολο για τον γιατρό να εξακριβώσει αν τα τραύματα είναι υπερβολικά σχετικά με τις συνθήκες της σύλληψης. Όταν η βαναυσότητα λαμβάνει χώρα σε ένα αστυνομικό τμήμα, οι επιθέσεις είναι πολύ πιθανό να προκαλέσουν το φυσικό και ψυχικό τραύμα που συνιστά βασανιστήριο. Η Διοίκηση της Περιοχής # του Σικάγο ήταν διαβόητη για τις μεθόδους ανάκρισης της, που περιλάμβαναν ξυλοδαρμούς, εικονικές εκτελέσεις, ασφυξία χρησιμοποιώντας πλαστικές σακούλες, θερμικά εγκαύματα και βασανισμό με ηλεκτροπληξία. Το Λος Άντζελες έχει αποζημιώσει πολλές περιπτώσεις μετά μηνύσεις που προέκυψαν από περισσότερους από 50 θανάτους που σχετίζονται με θανατηφόρα κεφαλοκλειδώματα , και πολλές άλλες πόλεις πληρώνουν μεγάλα ποσά για να αποζημιώσουν περιπτώσεις αστυνομικής παραβατικότητας.

Ένα μικρό ποσοστό των αστυνομικών είναι υπεύθυνοι για το μεγαλύτερο μέρος της κακοποίησης, ωστόσο αυτοί οι κατά συρροή παραβάτες σπάνια τιμωρούνται ή διώκονται. Αστυνομικές οργανώσεις και συνδικάτα είναι πανίσχυρες ομάδες πίεσης και έχουν εμποδίσει ανεξάρτητες αστικές ερευνητικές επιτροπές στις περισσότερες περιπτώσεις. Μπροστά στην αποκάλυψη της υπόθεσης Louima, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Rudy Giuliani και ο διοικητής της αστυνομίας Howard Safir υποσχέθηκαν να αξιολογήσουν εκ νέου τις προτάσεις της έκθεσης της Διεθνούς Αμνηστίας για αστυνομική βαναυσότητα και την υπερβολική βία στην αστυνομία της Νέας Υόρκης που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 1996, και που είχαν δυσφημίσει με υποτιμητικό τρόπο όταν είχε κυκλοφορήσει πρώτη φορά.

Από τους τέσσερις αστυνομικούς Justin Volpe, Charles Schwarz, Thomas Bruder, και Thomas Wiese, ο πρώτος ηθικός αυτουργός καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλακή, οι άλλοι τρεις μαζί με του αρχιφύλακα υπηρεσίας διώχθηκαν με την κατηγορία της σκευωρίας για την συγκάλυψη της επίθεσης, πρωτόδικα οι τρεις αστυνομικοί κρίθηκαν ένοχοι αλλά απαλλάχθηκαν στο εφετείο, ο αρχιφύλακας απαλλάχθηκε για αυτή και ακόμη μια επίθεση του Volpe σε έναν άλλο μετανάστη από την Αϊτή. Στο θύμα εκδικάστηκε αποζημίωση 8,75 εκατομμυρίων δολαρίων, το μεγαλύτερο ποσό μέχρι εκείνη την εποχή για περιστατικό αστυνομικής βαναυσότητας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s