Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα LitHub. Ο Garnette Cadogan είναι δοκιμιογράφος. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

«Η μόνη μου αμαρτία μου είναι το δέρμα μου. Τι έκανα για να ‘μαι τόσο μαύρος και θλιμμένος;»

Fats Waller, «(What Did I Do to Be So) Black and Blue?»

«Τους δρόμους του Μανχάταν περιδιάβηκα, στοχαζόμενος»

Walt Whitman, «Τους δρόμους του Μανχάταν περιδιάβηκα, στοχαζόμενος»

 

Η αγάπη μου για το περπάτημα άρχισε τα παιδικά μου χρόνια, λόγω ανάγκης. Χάρη σε ένα πατριό με βαριά χέρια, βρήκα κάθε λόγο για να μείνω μακριά από το σπίτι και ήμουν συνήθως έξω – στο σπίτι κάποιου φίλου ή σε κάποιο υπαίθριο πάρτι όπου δεν έπρεπε να βρίσκονται ανήλικοι – μέχρι που ήταν πολύ αργά για να πάρω τα δημόσια μέσα μεταφοράς. Έτσι περπατούσα. Οι δρόμοι του Κίνγκστον της Τζαμάικα , τη δεκαετία του 1980 ήταν συχνά τρομακτικοί – μπορούσες για παράδειγμα, να σκοτωθείς αν κάποιος πολίτικός μπράβος θεωρούσε πως προερχόσουν από λάθος γειτονία, ή ακόμη και αν φορούσες το λάθος χρώμα. Το να φοράς πορτοκαλί έδειχνε σχέση με το ένα κόμμα ενώ το πράσινο με το άλλο κόμμα, και αν ήσουν ουδέτερος ή βρισκόσουν μακριά από το σπίτι επέλεγες τα χρώματά  σου προσεκτικά. Το λάθος χρώμα στη λάθος γειτονιά μπορούσε να σημαίνει τη τελευταία σου μέρα. Δεν είναι έκπληξη λοιπόν που οι φίλοι μου και ο σπάνιος νυχτερινός περαστικός με θεωρούσαν τρελό για τις μεγάλες νυχτερινές μου διαδρομές που διέσχιζαν εμπόλεμες πολιτικές ζώνες. (Και μερικές φορές προσποιούμουν πως ήμουν τρελός, φωνάζοντας ασυναρτησίες όταν περνούσα από ιδιαίτερα επικίνδυνα σημεία, όπως το μέρος όπου οι κλέφτες κρύβονταν στις άκρες ενός αγωγού όμβριων.  Τα αρπακτικά αγνοούσαν ή γελούσαν με το παιδί με τη σχολική στολή που έλεγε ασυναρτησίες).

Έγινα φίλος με αγνώστους και από πολύ ντροπαλό και αδέξιο παιδί έγινα ένα εξωστρεφές, αδέξιο παιδί. Ο ζητιάνος, ο μικροπωλητής, ο φτωχός εργάτης – αυτοί ήταν περιπλανώμενοι με εμπειρία, και έγιναν οι νυχτερινοί μου εκπαιδευτές· ήξεραν τους δρόμους και έδιναν μαθήματα πως να ταξιδεύεις και να τους απολαμβάνεις. Φανταζόμουν τον εαυτό μου ως ένα τζαμαϊκανό Τομ Σώγιερ, τη μια στιγμή να περιπλανιέμαι στους δρόμους για να κόψω μάνγκο που κρέμονταν χαμηλά που μπορούσαν να κόψω από το πεζοδρόμιο, μια άλλη στιγμή να είμαι έξω από ένα πάρτι δρόμου με αντίπαλες ομάδες ήχου, η κάθε μια οπλισμένη με ηχεία για να στήσουν ουρανοξύστες από βαριά μπάσα. Αυτοί οι δρόμοι δεν ήταν τρομακτικοί. Ήταν γεμάτοι περιπέτεια, όταν δεν ήταν γαλήνιοι. Εκεί ενωνόμουν με μια ομάδα ευτυχισμένων περιπατητών, που έχαναν το λεωφορείο τη τελευταία στιγμή, τα πόδια μας κουνιόνταν ακόμη καθώς σηκώναμε τον αντίχειρα για να κάνουμε ωτοστόπ προς μέρη πιο κοντά στο σπίτι, κάνοντας αστεία καθώς μας περνούσε το ένα αυτοκίνητο μετά το άλλο. Ή χανόμουν σε ονειρώδεις στιγμές, το νεαρό μου μυαλό να φαντάζεται εναλλακτικά μέλλοντα. Οι δρόμοι είχαν τη δική τους ασφάλεια: Αντίθετα με το σπίτι, εκεί μπορούσα να είμαι ο εαυτός μου δίχως να κινδυνεύω με σωματική τιμωρία. Το περπάτημα έγινε τόσο συνηθισμένο και οικείο που ο δρόμος προς το σπίτι έγινε σπίτι.

Οι δρόμοι είχαν τους δικούς τους κανόνες, και λάτρευα τη προσπάθεια να τους μάθω. Έμαθα πως να είμαι σε επιφυλακή στους κινδύνους γύρω μου και τις κοντινές απολαύσεις, και ήμουν περήφανος που μπορούσα να διακρίνω τις χαρακτηριστικές λεπτομέρειες που οι συνομήλικοι μου δεν μπορούσαν. Το Κίνγκστον ήταν ένας χάρτης περίπλοκων, συχνά παράξενων, πολιτισμικών και πολιτικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, και όρισα τον εαυτό μου ως τον νυχτερινό του χαρτογράφο. Ήξερα πως να ξεφύγω από ένα αρπακτικό βάδισμα, και να επιταχύνω για κουβέντα όταν ο ρυθμός του βηματισμού δήλωνε φιλικότητα. Ήταν σχεδόν μόνο άνδρες που έβλεπα. Μια γυναίκα που να περπατά μόνη βράδυ ήταν το ίδιο συχνό με το να δεις το Μεγαλοπόδαρο· το περπάτημα την νύχτα ήταν πολύ επικίνδυνο για εκείνη. Μερικές φορές τη νύχτα καθώς κατέβαινα από τους λόφους πάνω από το Κίνγκστον, είχα την εντύπωση πως η πόλη ήταν σε «παύση» ή σε πολύ αργό ρυθμό, σαν όπως κατέβαινα να έκοβα μέσα από τις βαθιές κοινωνικές διαιρέσεις της Τζαμάϊκα. Έπαιρνα το δρόμο μου με γοργό ρυθμό πέρα από τις επαύλεις στους λόφους πάνω από τη πόλη, που τώρα είχε μεταμορφωθεί σε ένα χαλί από κουκίδες φωτός κάτω από ένα πέπλο αστεριών, διάβαινα τις μεσοαστικές κατοικίες κρυμμένες πίσω από ψηλούς τοίχους στεφανωμένους με συρματόπλεγμα, και ελισσόμουν μέσα από γειτονιές από παράγκες από τσίγκο και ξύλο, κολλημένες οι μια πάνω στην άλλη και γυρτές σαν μια ομάδα χορευτών λίμπο. Με τη κάθοδό μου έρχονταν και η αύξηση της ζωής στο δρόμο – εκτός από όταν δεν υπήρχε· μερικές φτωχές γειτονιές είχαν και τις βίαιες μάχες με όπλα και τους απόκοσμα έρημους δρόμους της κινηματογραφικής Άγριας Δύσης. Ήξερα πολύ καλά να τις αποφεύγω αυτές ακόμη και το μεσημέρι.

Άρχισα το περπάτημα τη νύχτα όταν ήμουν 10. Μέχρι τα 13 σπάνια ήμουν στο σπίτι πριν τα μεσάνυχτα, και μερικές νύχτες βρισκόμουν να τρέχω να προλάβω την αυγή. Η μητέρα μου συχνά παραπονιόταν, «Mek yuh love street suh? Yuh born a hospital; yuh neva born a street» (Γιατί αγαπάς το δρόμο τόσο πολύ; Γεννήθηκες σε νοσοκομείο, όχι στους δρόμους).

 

Έφυγα από την Τζαμάικα το 1996 για να πάω στο κολέγιο στη Νέα Ορλεάνη, μια πόλη που είχα ακούσει να αποκαλείται «η πιο βόρεια πόλη της Καραϊβικής». Ήθελα να ανακαλύψω – με τα πόδια φυσικά- τι το καραϊβικό και τι αμερικάνικο είχε. Επιβλητικά αρχοντικά σε δρόμους γεμάτους βελανιδιές  με τραμ να περνούν, και φανταχτερά βαμμένα σπίτια που έκαναν ολόκληρα τετράγωνα να μοιάζουν γιορτινά· άνθρωποι σε λαμπερά κουστούμια να χορεύουν σε ρυθμικές μπάντες πνευστών στη μέση του δρόμου· κουζίνα – και αρώματα – που συγχώνευαν γευστικές παραδόσεις από την Αφρική, την Ευρώπη, την Ασία και τον Αμερικάνικο Νότο· και μια συνύπαρξη κόσμων νέων και παλιών, παράξενων και οικείων: Ποιος δεν θα ήθελε να το εξερευνήσει αυτό;

Τη πρώτη μου μέρα στη πόλη, περπάτησα για μερικές ώρες για να αποκτήσω μια αίσθηση του μέρους και να αγοράσω προμήθειες για να μεταμορφώσω το δωμάτιο μου στην εστία από δωμάτιο φυλακής σε ένα χώρο που να σε καλωσορίζει. Όταν κάποια μέλη του προσωπικού του πανεπιστημίου ανακάλυψαν τι έκανα, με προειδοποίησαν να περιορίσω το περπάτημα μου σε μέρη που προτείνονταν ως ασφαλή για τουρίστες και τους γονείς πρωτοετών. Παρουσίασαν στατιστικές για την εγκληματικότητα στην Νέα Ορλεάνη. Αλλά η εγκληματικότητα του Κίνγκστον ήταν γιγαντιαία μπροστά σε αυτά, και αποφάσισα να αγνοήσω αυτές τις καλοπροαίρετες προειδοποιήσεις. Μια πόλη περίμενε να ανακαλυφθεί, και δεν θα άφηνα άβολα γεγονότα να μπουν στη μέση. Αυτοί οι Αμερικάνοι εγκληματίες δεν είναι τίποτα μπροστά σε εκείνους του Κίνγκστον, σκέφτηκα. Δεν είναι απειλή για εμένα.

Αυτό που κανένας δεν μου είχε πει κανείς ήταν πως εγώ θα ήμουν αυτός που θεωρούμουν απειλή.

Μέσα σε λίγες μέρες παρατήρησα πως πολλοί άνθρωποι στο δρόμο φαίνονταν νευρικοί απέναντί μου: Κάποιοι μου έριχνα μια επιφυλακτική ματιά καθώς πλησίαζαν, και μετά περνούσαν το δρόμο· άλλοι, μπροστά, θα κοιτούσαν πίσω, κατέγραφαν τη παρουσία μου, και μετά επιτάχυναν· ηλικιωμένες λευκές γυναίκες έσφιγγαν τις τσάντες τους· νεαροί λευκοί άνδρες με χαιρετούσαν αγχωμένα, λες και αντάλλασσαν ένα χαιρετισμό για την ασφάλεια τους: «Πως πάει, αδερφέ;». Σε μια περίπτωση, λιγότερο από ένα μήνα μετά την άφιξή μου, προσπάθησα να βοηθήσω έναν άνδρα που η αναπηρική του καρέκλα είχε κολλήσει στη μέση μιας διασταύρωσης· απείλησε να με πυροβολήσει στο πρόσωπο, και μετά ζήτησε από ένα λευκό περαστικό να τον βοηθήσει.

Δεν ήμουν προετοιμασμένος για τίποτα από αυτά. Προερχόμουν από μια κατά πλειοψηφία μαύρη χώρα στην οποία κανένας δεν με φοβόνταν για το χρώμα του δέρματός μου. Τώρα δεν ήμουν σίγουρος ποιος δεν με φοβόταν. Ήμουν ιδιαίτερα απροετοίμαστος για τους μπάτσους. Με σταματούσαν συχνά και με εκφόβιζαν, κάνοντας μου ερωτήσεις που θεωρούσαν την ενοχή μου δεδομένη. Ποτέ δεν έλαβα αυτό που πολλοί Αφροαμερικάνοι φίλοι μου αποκαλούν «Η Κουβέντα». Κανένας γονιός δεν μου είπε πως να φερθώ όταν με σταματά η αστυνομία, πως να είμαι όσο πιο ευγενικός και συνεργάσιμος γίνεται, ανεξάρτητα τι μου έλεγαν ή έκαναν. Έτσι έπρεπε να σχεδιάσω τους δικούς μου κανόνες εμπλοκής. Έκανα την τζαμαϊκανή μου προφορά πιο βαριά. Ανέφερα αμέσως το πανεπιστήμιο μου, «Τυχαία» έβγαζα την φοιτητική μου ταυτότητα όταν μου ζητούσαν το δίπλωμά μου.

Οι τεχνικές επιβίωσης μου ξεκινούσαν πριν καν βγω από την εστία μου. Έβγαινα από το ντους με την αστυνομία στο μυαλό μου, ταιριάζοντας μια ασφαλή από την αστυνομία εμφάνιση. Ανοιχτόχρωμο πουκάμισο, Πουλόβερ με V. Χακί παντελόνι. Δετά δερμάτινα παπούτσια. Φανελάκι ή μπλουζάκι με τα αρχικά του πανεπιστημίου. Όταν περπατούσα συχνά αντιμετώπιζα την αμφισβήτηση της ταυτότητάς μου, αλλά και βρήκα τρόπους επιβεβαίωσής της. (Έτσι ντυνόμουν στο στυλ των καλών πανεπιστημίων, αλλά αργότερα θα πρόσθετα την τζαμαϊκανή μου καταγωγή φορώντας Clarks Desert Boots, τα παπούτσια επιλογής της κουλτούρας δρόμου της Τζαμάικα), ωστόσο η αμερικάνικη ενδυματολογική επιλογή της λευκής μπλούζας με τζιν, που πολλοί αστυνομικοί θεωρούν τη στολή των μαύρων ταραξιών, ήταν εκτός επιλογής για εμένα – τουλάχιστον αν επιθυμούσα να έχω την ελευθερία της κίνησης που επιθυμούσα.

Σε αυτή τη πόλη με τους φανταχτερούς δρόμους, το περπάτημα έγινε μια περίπλοκη και συχνά καταπιεστική διαπραγμάτευση. Έβλεπα μια λευκή γυναίκα να περπατά προς το μέρος μου τη νύχτα και περνούσα το δρόμο για να τη βεβαιώσω πως ήταν ασφαλής. Ξεχνούσα κάτι στο σπίτι και δεν γυρνούσα αμέσως αν ήταν κάποιος πίσω μου, γιατί ανακάλυψα πως ένα ξαφνικό πισωγύρισμα μπορούσε να προκαλέσει συναγερμό. (Είχα ένα βασικό κανόνα: Κράτα απόσταση από ανθρώπους που μπορεί να σε θεωρήσουν κίνδυνο. Αν όχι, ο κίνδυνος μπορεί να έρθει σε εμένα). Η Νέα Ορλεάνη ξαφνικά ήταν πιο επικίνδυνη από τη Τζαμάικα. Το πεζοδρόμιο ήταν ναρκοπέδιο, και κάθε δισταγμός και αυτολογοκριμένος συμβιβασμός μείωνε την αξιοπρέπεια μου. Παρά τις καλύτερες μου προσπάθειες, οι δρόμοι ποτέ δεν έμοιαζαν αρκετά ασφαλείς. Ακόμη και ένας απλός χαιρετισμός έμοιαζε ύποπτος.

Μια νύχτα, επιστρέφοντας στο σπίτι, που μετά από οχτώ χρόνια από την άφιξη μου, πίστευα πως είχα κερδίσει το δικαίωμα να αποκαλώ το σπίτι μου, χαιρέτισα ένα μπάτσο που περνούσε. Στιγμές αργότερα, ήμουν με χειροπέδες κολλημένος πάνω στο αυτοκίνητό του. Όταν αργότερα τον ρώτησα – συνεσταλμένα φυσικά· με οποιονδήποτε άλλο τρόπο θα ήταν κάλεσμα για μελανιές – γιατί με έπιασε, μου είπε πως ο χαιρετισμός μου τον έκανε να με υποψιαστεί. «Κανένας δεν χαιρετά την αστυνομία», εξήγησε. Όταν είπα στους φίλους μου την απάντηση του, ήταν η δική μου συμπεριφορά, όχι η δική του, που θεώρησαν παράλογη. «Γιατί να κάνεις κάτι τόσο ηλίθιο;», είπε ο ένας. «Ξέρει καλά πως δεν κάνεις φιλίες με την αστυνομία».

 

Μερικές μέρες αφού έφυγα για μια επίσκεψη στο Κίνγκστον, ο Τυφώνας Κατρίνα διέλυσε την Νέα Ορλεάνη. Έφυγα όχι εξαιτίας της θύελας αλλά επειδή η θετή μου γιαγιά, η Pearl, πέθαινε από καρκίνο. Δεν είχα περιπλανηθεί σε εκείνους τους δρόμους για οχτώ χρόνια, από τη τελευταία μου επίσκεψή, και επέστρεψα σε αυτούς τώρα, κυρίως τη νύχτα, την ώρα που θεωρούσα καταλληλότερη για να σκεφτώ, να προσευχηθώ, να κλάψω. Περπατούσα για να αισθανθώ λιγότερο απομονωμένος – από τον εαυτό μου, παλεύοντας με το πόνο να βλέπω τη γιαγιά μου να είναι ετοιμοθάνατη· από το σπίτι μου στη Νέα Ορλεάνη, που ήταν κάτω από το νερό και εγκαταλειμμένη· από την πατρίδα μου, που τώρα, εξαιτίας ακριβώς της παιδικής οικειότητας, έμοιαζε ξένη σε εμένα. Ένιωσα έκπληξη στο ποσό οικείοι έμοιαζαν οι δρόμοι. Εδώ ήταν η γωνιά που η μυρωδιά από ψητά κοτόπουλα με καλωσόριζε, μαζί με τη ζεστή φωνή τενόρου και το μήνυμα για αγάπη και ειρήνη του «Greetings» του Half Pint, να βγαίνει από ένα μικρό αλλά πανίσχυρο ηχείο σε μια ακτίνα τουλάχιστον μισού μιλίου. Ήταν σα να περπατούσα στο 1986, μέχρι και στη μουσική υπόκρουση. Και ήταν ο τοίχος του μαγαζιού της γειτονιάς στολισμένος με τα χρώματα των ρασταφάρι κόκκινο, χρυσό, και πράσινο μαζί με τοπικούς και διεθνείς ήρωες, τον Bob Marley, τον Marcus Garvey, και τον Haile Selassie. Η ομάδα αγοριών που ακουμπούσε πάνω του, πείραζαν το ένα το άλλο, ήταν αναγνωρίσιμα· διαφορετικά πρόσωπα, παρόμοιες ιστορίες.

Ένιωσα έκπληξη στο πόσο ασφαλής ήταν οι δρόμοι για εμένα, ξανά ένας μαύρος ανάμεσα σε πολλούς, χωρίς να πρέπει να προβλέπω με πόσους τρόπους η παρουσία μου ενέπνεε το φόβο και πως να εκφράσω μια καθησυχαστική σωματική γλώσσα. Τα περιπολικά που περνούσαν ήταν απλά περιπολικά. Η αστυνομία στη Τζαμάικα μπορούσε να γίνει ιδιαίτερα βάρβαρη αλλά δεν με έβλεπε με τον ίδιο τρόπο που το έκανε η αμερικάνικη αστυνομία. Μπορούσα να είμαι αόρατος στη Τζαμάικα με ένα τρόπο που δεν μπορούσα να είμαι αόρατος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το περπάτημα είχε επιστρέψει σε εμένα ένα μεγαλύτερο εύρος πιθανοτήτων.

Και γιατί να περπατάς, αν δεν είναι να δημιουργήσεις ένα νέο φάσμα πιθανοτήτων; Μετά την τυχαία αποκάλυψη, δημιούργησα νέες διαδρομές στους νοητικούς χάρτες που είχα κατασκευάσει με το συνεχώς περπάτημα σε αυτή τη πόλη από τη παιδική ηλικία ως την ενηλικίωση μου, ιχνηλατώντας διαφοροποιήσεις στα παλιά μονοπάτια. Η τυχαία ανακάλυψη, μου είπε κάποτε ένας μέντορας, είναι ο κοσμικός τρόπος να πεις ευλογία· είναι αδικαιολόγητη εύνοια. Έτσι ιδωμένο θεολογικά, το περπάτημα είναι μια πράξη πίστης. Το περπάτημα είναι, εν τέλει, μια διακεκομμένη πτώση. Βλέπουμε, ακούμε, και πιστεύουμε πως κάθε βήμα που κάνουμε δεν θα είναι το τελευταίο μας, αλλά θα μας οδηγήσει σε μια πλουσιότερη κατανόηση του εαυτού και του κόσμου.

Στη Τζαμάικα, αισθάνθηκα ξανά πως η μόνη ταυτότητα που είχε σημασία ήταν η δική μου, όχι η περιορισμένη που άλλοι είχαν κατασκευάσει για μένα. Σεργιάνισα προς τον καλύτερο εαυτό μου. Είπα, μαζί με τον Kierkegaard, «Περπάτησα προς τις καλύτερες μου σκέψεις».

 

Όταν προσπάθησα να επιστρέψω στη Νέα Ορλεάνη από τη Τζαμάικα ένα μήνα αργότερα, δεν υπήρχαν πτήσεις. Σκέφτηκα να πετάξω στο Τέξας ώστε να μπορέσω να επιστρέψω στη γειτονιά μου μόλις ήταν ξανά κατοικήσιμη, αλλά η θετή μου θεία, που δεν συμφωνούσε με την ιδέα να επιστρέψω στη ζώνη των τυφώνων πριν τελειώσει η περίοδος των τυφώνων, με έπεισε να πάω να μείνω αντίθετα στη Νέα Υόρκη. (Για να ενισχύσει το επιχείρημα της μου έστειλε ένα άρθρο για Τεξανούς που αγόραζαν όλα επειδή φοβόντουσαν την αυξημένη ροή μαύρων ανθρώπων από την Νέα Ορλεάνη).

Δεν ήταν δύσκολο να με πείσει: ήθελα να είμαι σε ένα μέρος που μπορούσα να ταξιδεύω με τα πόδια και, το σημαντικότερο, να συνεχίσω να απολαμβάνω την ανακούφιση του να περπατώ τη νύχτα. Και ήμουν ανυπόμονος να ακολουθήσω τα βήματα χρονικογράφων, ποιητών, και συγγραφέων που είχαν περιπλανηθεί σε αυτή τη σπουδαία πόλη πριν από εμένα – Walt Whitman, Herman Melville, Alfred Kazin, Elizabeth Hardwick. Είχα επισκεφτεί ξανά τη πόλη, αλλά κάθε ταξίδι έμοιαζε με ξενάγηση σε σπορ αυτοκίνητο. Καλωσόρισα την ευκαιρία να χαζολογήσω. Ήθελα να περπατήσω μαζί με το φάντασμα του Whitman και να «κατέβω στα πεζοδρόμια, να ενωθώ με το πλήθος, και να κοιτάζω μαζί τους». Έτσι έφυγα από το Κίνγκστον, ο διαδεομένος αποχαιρετισμός της Τζαμάικα αντηχούσε στο μυαλό μου: «Περπάτα καλά!». Με άλλα λόγια: Να είσαι ασφαλής στο ταξίδι σου και τα καλύτερα σε ότι κάνεις.

 

Έφτασα στην Νέα Υόρκη, έτοιμος να χαθώ στα «Πλήθη του Μανχάταν, με τις θορυβώδεις επωδούς τους!»  του Whitman. Θαύμασα αυτό που η Jane Jacobs επαινούσε ως «το μπαλέτο του πεζοδρομίου της καλής πόλης» στη παλιά της γειτονιά στο Γουέστ Βίλατζ.  Περπάτησα προσπερνώντας τους ουρανοξύστες της μέσης πόλης, που απελευθέρωναν την ενέργεια τους σαν ζωντανούς ανθρώπους στους δρόμους, και στην Πάνω Δυτική Πλευρά, με τα μεγαλειώδη κτίρια κατοικιών στο ύφος της Μπο Άρτ (Beaux Arts), καλοντυμένους κατοίκους, και θορυβώδεις δρόμους. Προς το Ουάσιγκτον Χάιτς, τα πεζοδρόμια ξεχύλιζαν με ένα ενθουσιώδες μίγμα νέων και ηλικιωμένων Εβραιο- και Δομικανοαμερικάνων κατοίκων, πέρα από το πράσινο Ινγουντ, με τα πάρκα των οποίων οι κλίσεις ανέβαιναν για να αποκαλύψουν πανέμορφες όψεις του ποταμού Χάντσον, μέχρι πάνω στο σπίτι μου στο Κίνγκσμπριτζ στο Μπρόνξ, με τις σειρές από σπίτια και διαμερίσματα φτιαγμένα από τούβλα, τα γεμάτα ζωή πεζοδρόμια του κοντινού Μπρόντγουεϊ και την γαλήνια έκταση του Πάρκου Βαν Κόρτλαντ. Πήγα στο Τζάκσον Χάιτς στο Κουήνς για να βρω ανθρώπους που συνομιλούσαν σε Ουρντού, Κορεάτικα, Ισπανικά, Ρώσικα, και Ινδικά. Και όταν ήθελα μια γεύση σπιτιού πήγαινα στο Μπρούκλιν, στο Κράουν Χάιτς για φαγητό, μουσική και χιούμορ από τη Τζαμάικα αναμεμειγμένα με τη γεύση της Νέας Υόρκης. Η πόλη ήταν η αυλή μου.

Εξερευνούσα τη πόλη με φίλους, και μετά με μια γυναίκα με την οποία άρχισα να βγαίνω. Περπατούσε τριγύρω ασταμάτητα μαζί μου, παίρνοντας τις πολλές χαρές της Νέας Υόρκης. Καφέ ανοιχτά μέχρι το χάραμα· καταπράσινα πάρκα με άφθονες γωνιές· φαγητό και μουσική από όλο το κόσμο· παράξενες γειτονιές με πιο παράξενους κατοίκους. Οι εντυπώσεις μου από τη πόλη πήραν μορφή στη διάρκεια των περιπάτων μαζί της.

Όπως με τη σχέση, εκείνοι οι πρώτοι μήνες αστικής εξερεύνησης ήταν μόνο  ρομάντζο.  Η πόλη ήταν γοητευτική, συναρπαστική, ζωντανή. Αλλά σύντομα η πραγματικότητα μου υπενθύμισε πως δεν ήμουν ανέγγιχτος, ιδιαίτερα όταν περπατούσα μόνος μου.

Μια νύχτα στο Ιστ Βίλατζ, έτρεχα για το δείπνο όταν ένας λευκός άνδρας μπροστά μου γύρισε και με χτύπησε στο στήθος με τόση δύναμη που νόμιζα πως τα πλευρά μου τυλίχτηκαν γύρω από τη σπονδυλική μου στήλη. Υποθέτω πως ήταν μεθυσμένος ή έκανε λάθος νομίζοντας πως είμαι κάποιος παλιός εχθρός, αλλά σύντομα ανακάλυψα πως με θεώρησε εγκληματία επειδή έτρεχα. Όταν ανακάλυψε πως δεν ήμουν αυτό που φαντάζονταν, προχώρησε λέγοντάς μου πως ήταν δικό μου λάθος να τρέχω πίσω του. Άφησα το περιστατικό να περάσει θεωρώντας το μια άτυχη στιγμή, αλλά η αμοιβαία καχυποψία μεταξύ μου και της αστυνομίας ήταν αδύνατο να αγνοηθεί. Έμοιαζε στοιχειώδης. Εμφανίζονταν σε κάποια πλατφόρμα του υπόγειο τραίνου· τους παρατηρούσα. (Και παρατήρησα πως όλοι οι άλλοι μαύροι άνδρες επίσης κατέγραφαν τη παρουσία τους, ενώ κάθε τι άλλο παρέμενε αδιάφορο γύρω τους). Αγριοκοιτούσαν. Αισθανόμουν νευρικότητα και κοιτούσα κάτω. Με παρατηρούσαν σταθερά. Αισθανόμουν ανησυχία. Τους παρατηρούσα και εγώ,  ανησυχώντας όπως έμοιαζα ένοχος. Η υποψία τους μεγάλωνε. Συνεχίζαμε το σιωπηλό διάλογο, έντονο διάλογο μέχρι που έφτανε το τραίνο και μας χώριζε επιτέλους.

Επέστρεψα στους παλιούς κανόνες  που είχα δημιουργήσει για τον εαυτό μου στη  Νέα Ορλεάνη, εξελίσσοντάς τους. Όχι τρέξιμο, ιδιαίτερα τη νύχτα· όχι απότομες κινήσεις· όχι κουκούλες· όχι αντικείμενα – ιδιαίτερα γυαλιστερά – στα χέρια· όχι αναμονή για φίλους σε γωνίες του δρόμου, αν δεν θέλω να με νομίζουν για έμπορο ναρκωτικών· όχι κινητό, ακίνητος κοντά σε γωνία (για τον ίδιο λόγο). Καθώς η άνεση άρχισε να έρχεται, αναπόφευκτα άρχισα να σπάω κάποιους από αυτούς τους κανόνες, μέχρι μια νυχτερινή συνάντηση τους έφερε πίσω αστραπιαία, έχοντας μάθει πως οτιδήποτε λιγότερο από επιφυλακή είναι απροσεξία.

Μετά από ένα πολυτελές ιταλικό γεύμα και ποτά με φίλους, έτρεχα προς τον υπόγειο στο Κολόμπους Σερκλ – είχα αργήσει να συναντήσω κάποιους άλλους φίλους για μια συναυλία στο κέντρο. Άκουσα κάποιον να φωνάζει και κοίταξα, για να δω έναν αστυνομικό να πλησιάζει με ένα όπλο στραμμένο προς εμένα. «Τα χέρια στο αυτοκίνητο!». Σε ελάχιστο χρόνο, μισή ντουζίνα μπάτσοι ήταν πάνω μου, πιέζοντάς με πάνω στο αυτοκίνητο και δένοντάς με σφιχτά με χειροπέδες. «Γιατί έτρεχες;», «Πού πήγαινες;», «Από που έρχεσαι;». «Είπα γιατί έτρεχες;». Καθώς δεν μπορούσα να απαντήσω σε όλους ταυτόχρονα, αποφάσισα να απαντήσω πρώτα σε εκείνον που μου φαίνονταν πιο πιθανό να με χτυπήσει. Ήμουν περικυκλωμένος από μια αγέλη και προσπάθησα να εστιάσω σε μόνο ένα δίχως να ερεθίσω τους υπόλοιπους.

Δεν έπιασε. Καθώς απαντούσα σε εκείνον, οι άλλοι θύμωσαν που δεν τους απαντούσα αρκετά γρήγορα και γαύγιζαν εναντίον μου. Ένας από αυτούς, ψάχνοντας στις ήδη άδειες τσέπες μου, ΄ρωτησε αν είχα κάποιο όπλο, η ερώτηση ήταν περισσότερο κατηγορία. Ένας άλλος με πίεζε για το από που ερχόμουν, λες και την δέκατη πέμπτη φορά θα του έλεγα την αλήθεια που φαντάζονταν. Αν και επαναλάμβανα συνεχώς – ήρεμα, φυσικά, πράγμα που σήμαινε να αγνοώ την καρδιά μου που σφυροκοπούσε και τις όλο σάλια κραυγές τους τους μέσα στο πρόσωπό μου – πως είχα μόλις αφήσει φίλους δυο τετράγωνα πιο κάτω στο δρόμο, που ήταν όλοι ακόμη εκεί και μπορούσαν να με επιβεβαιώσουν, για να συναντήσω άλλους φίλους τα μυνήματα των οποίων στο τηλέφωνό μου μπορούσαν να το επιβεβαιώσουν αυτό, μάλιστα, κύριε, μάλιστα, όργανο, φυσικά, όργανο, δεν είχε αποτέλεσμα. Για ένα μαύρο άνδρα, το να διεκδικείς την αξιοπρέπεια σου μπροστά στην αστυνομία είναι το να ρισκάρεις επίθεση. Στη πράξη, η αξιοπρέπεια των μαύρων σήμαινε ελάχιστα για αυτούς, για αυτό πάντοτε αισθανόμουν πιο ασφαλής αν με σταματούσαν μπροστά σε λευκούς μάρτυρες από ότι σε μαύρους μάρτυρες. Οι μπάτσοι πάντοτε πρόσεχαν ελάχιστα τις μαρτυρίες και τις εκκλήσεις μαύρων περιστατικών, ενώ το ενδιαφέρον των λευκών μαρτύρων καταγράφονταν πάντοτε. Ένας μαύρος μάρτυρας που κάνει μια ερώτηση ή φέρνει αντιρρήσεις με ευγενικό τρόπο μπορούσε γρήγορα να γίνει ακόμη ένας κρατούμενος. Η υποταγή στην αστυνομία έτσι, ήταν εκ των ουκ άνευ για μια ασφαλή συνάντηση.

Οι μπάτσοι αγνόησαν τις εξηγήσεις μου και τις παροτρύνσεις μου και συνέχισαν να γρυλίζουν εναντίον μου. Όλοι εκτός από έναν τους, έναν αξιωματικό. Έβαλε το χέρι του στη πλάτη μου, και είπε χωρίς να απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένο, «Αν έτρεχε για πολύ ώρα θα ήταν ιδρωμένος». Μετά τους είπε να μου βγάλουν τις χειροπέδες. Μου είπε πως ένα μαύρος είχε μαχαιρώσει κάποιον νωρίτερα δυο ή τρία τετράγωνα μακριά και τον αναζητούσαν. Ανέφερα πως δεν είχα αίμα πάνω μου και πως είχα πει στους συναδέλφους του που ήμουν και πως να ελέγξουν το άλλοθι μου – δίχως να ξέρω ακόμη πως ήταν καν άλλοθι, καθώς κανείς δεν μου είχε πει γιατί με κρατούσαν, και φυσικά δεν τόλμησα να ρωτήσω. Από ότι είχα δει, οτιδήποτε πέρα από την παθητικότητα μπορούσε να ερμηνευτεί ως επιθετικότητα.

Ο αξιωματικός είπε πως μπορούσα να φύγω. Κανένας από τους αστυνομικούς που με έπιασαν δεν θεώρησαν πως μια συγνώμη ήταν αναγκαία. Όπως ο αλήτης που με είχε χτυπήσει στο Ιστ Βίλατζ, έμοιαζαν να πιστεύουν πως ήταν δικό μου φταίξιμο επειδή έτρεχα.

Ταπεινωμένος, προσπάθησα να μην κοιτάξω στα μάτια τους περαστικούς στο πεζοδρόμιο, και ήμουν διστακτικός να τους περάσω για να συνεχίσω το δρόμο μου. Ο αξιωματικός, ίσως αντιλαμβανόμενος τη ντροπή μου, προσφέρθηκε να με πετάξει μέχρι το σταθμό του υπόγειου. Όταν με άφησε και τον ευχαρίστησα για τη βοήθεια του, είπε. «Είναι επειδή ήσουν ευγενικός που σε αφήσαμε να φύγεις. Αν είχες συμπεριφορά τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά». Έγνεψα και δεν είπα τίποτα.

 

Κατάλαβα πως αυτό που μου άρεσε λιγότερο στο να περπατάω στη Νέα Υόρκη δεν ήταν απλά το να μάθω νέους κανόνες πλοήγησης και κοινωνικοποίησης – κάθε πόλη έχειτους δικούς της. Ήταν οι αυθαιρεσία των συνθηκών που τις απαιτούσαν, μια αυθαιρεσία που με έκανε να αισθάνομαι ξανά σαν παιδί, με νηπιοποιούσε. όταν μαθαίνουμε να περπατάμε, ο κόσμος γύρω μας απειλεί να πέσει πάνω μας. κάθε βήμα είναι επικίνδυνο. Εκπαιδεύουμε τον εαυτό μας να περπατά δίχως να πέφτει με το να προσέχουμε τη κίνηση μας, και να είμαι υπερ-προσεχτικοί με το κόσμο γύρω μας. ως ενήλικες περπατάμε δίχως να σκεφτόμαστε πραγματικά. Αλλά ως μαύρος ενήλικας  συχνά επιστρέφω σε εκείνη τη στιγμή στη παιδική ηλικία που μόλις αρχίζω να μαθαίνω να περπατώ. Είμαι ξανά σε εγρήγορση, σε επιφυλακή. Μερικές μέρες, όταν κουράζομαι να με θεωρούν ταραχοποιό μόλις γίνω αντιληπτός, αστειεύομαι πως την τελευταία φορά που ένας μπάτσος χάρηκε που είδε ένα μαύρο άνδρα να περπατά ήταν όταν αυτός ο άνδρας ήταν μωρό που έκανε τα πρώτα του βήματα.

Σε πολλούς περιπάτους, ζητώ από λευκούς φίλους να με συνοδεύσουν, απλά για να αποφύγω να με αντιμετωπίζουν ως απειλή. Σε περίπατους στη Νέα Υόρκη δηλαδή· στη Νέα Ορλεάνη μια λευκή γυναίκα μαζί μου θα προσέλκυε μεγαλύτερη εχθρότητα. (Και δεν μου διαφεύγει πως οι γυναίκες φίλες μου είναι εκείνες που κατανοούν καλύτερα τη δυστυχία μου· έχουν ανάπτυξη τη δική τους επιφυλακή σε ένα περιβάλλον όπου συνεχώς αντιμετωπίζονται ως στόχοι σεξουαλικής προσοχής). Μεγάλο μέρος του περπατήματός μου είναι όπως το περιέγραψε η φίλη μου η Rebecca κάποτε: Μια παντομίμα που εκτελείται με σκοπό να αποφευχθεί η χορογραφία της εγκληματικότητας.

 

Το να περπατάς ενώ είσαι μαύρος περιορίζει την εμπειρία του περπατήματος, κάνει ανέφικτη την Ρομαντική εμπειρία του να περπατάς μόνος. Με αναγκάζει να είμαι σε συνεχή σχέση με τους άλλους, ανήμπορος να ενωθώ με τους περιπλανώμενους της Νέας Υόρκης για τους οποίους είχα διαβάσει και ήλπιζα να γίνω ένας από αυτούς. Αντί να περιπλανιέμαι άσκοπα στα βήματα του Whitman, του Melville, του Kazin, και της Vivian Gornick, πιο συχνά βρισκόμουν να ακροπατάω εκείνα του Baldwin – του Baldwin που έγραψε, πολύ παλιά το 1960, «Σπάνια, πράγματικά, υπάρχει ο πολίτης του Χάρλεμ, από τον πιο επιφυλακτικό πιστό της εκκλησίας ως τον πιο αδιάφορονεαρό, που δεν έχει να διηγηθεί μια μεγάλη ιστορία αστυνομικής ανικανότητας, αδικίας, ή βαρβαρότητας. Εγώ ο ίδιος υπήρξα μάρτυρας και θύμα της περισσότερο από μια φορά».

Περπατώντας ως μαύρος άνδρας με έκανε να αισθάνομαι ταυτόχρονα πιο αποκομμένος από τη πόλη, στην επίγωνσή μου πως αντιμετωπίζομαι ως ύποπτος, και πιο στενά συνδεδεμένος με αυτή, στην πλήρη προσοχή που απαιτεί η επιφυλακή μου. Με έκανε να περπατώ πιο σκόπιμα στη πόλη, να γίνομαι κομμάτι της ροής της, αντί να παρατηρώ, απόμακρος.

 

Σημαίνει όμως πως προσπαθώ ακόμη να φτάσω σε μια πόλη που δεν είναι ακριβώς δική μου. Ένας ορισμός του σπιτιού είναι πως είναι κάπου που μπορούμε να είμαστε πιο πολύ ο εαυτός μας. Και που είμαστε πιο πολύ ο εαυτός μας παρά όταν περπατάμε, εκείνη τη φυσιολογική κατάσταση στην οποία επαναλαμβάνουμε μια από τις πρώτες πράξεις που μάθαμε; Το να περπατάς – η απλή, μονότονη πράξη του να τοποθετείς το ένα πόδι μπροστά από το άλλο για να αποφύγεις τη πτώση – φαίνεται πως δεν είναι κάτι το τόσο απλό αν είσαι μαύρος. το να περπατάω μόνος ήταν οτιδήποτε παρά μονότονο για εμένα: η μονοτονία είναι πολυτέλεια.

Ένα πόδι σηκώνεται, ένα πόδι κατεβαίνει στο έδαφος, και η προσμονή μας του δίνει κίνηση από σταμάτημα σε σταμάτημα. Επιθυμούμε να δούμε, να σκεφτούμε, να μιλήσουμε, να ξεφύγουμε. Αλλά πάνω από όλα, επιθυμούμε να είμαστε ελεύθεροι. Θέλουμε την ελευθερία και την ικανοποίηση του να περπατάμε δίχως φόβο – δίχως το φόβο των άλλων – όποτε το θέλουμε.  Έχω ζήσει στη Νέα Υόρκη για σχεδόν μια δεκαετία και δεν σταμάτησα να προσδοκώ να βρω την παρηγοριά που έβρισκα σαν παιδί στους δρόμους του Κίνγκστον. Όσο περισσότερο μαθαίνω τους δρόμους της Νέας Υόρκης  την έχει κάνει πιο κοντινή σε σπίτι για εμένα, η πόλη όμως επίσης κρατιέται μακριά από εμένα μέσα από τους ίδιους αυτούς τους δρόμους. Τους περπατάω, εναλλάξ αόρατος και πολύ ορατός. Έτσι περπατώ πιασμένος μεταξύ μνήμης και λήθης, μεταξύ μνήμης και συγχώρεσης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s