Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο The Aesthetics of Global Protest: Visual Culture and Communication (Amsterdam University Press, 2020). Ο Δημήτρης Πλάντζος είναι συγγραφέας και αναπληρωτής καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

 

Στις 12 Αυγούστου 2014, ο Κωνσταντίνος Τασούλας, ο Έλληνας υπουργός πολιτισμού και αθλητισμού εκείνη την περίοδο, έκανε την παρακάτω, μάλλον αινιγματική, δήλωση: «Περιμέναμε (δηλαδή «το ελληνικό έθνος γενικότερα») για αυτόν το τάφο για 2300 χρόνια», και πρόσθεσε: «το μεγάλο ερώτημα είναι ποιος είναι θαμμένος μέσα». Ο τάφος στον οποίο αναφέρονταν ο υπουργός ήταν ένας μη ανεσκαμμένος, ακόμη, αρχαιολογικός χώρος που αναμένονταν να προσφέρει σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα· τμήμα ενός τεράστιο τύμβου, σχεδόν 500μ σε περίμετρο και επιφάνεια που κάλυπτε σχεδόν δυο εκτάρια, ο τάφος που περίμενε να ανοιχτεί έδωσε στην Αμφίπολη, την πόλη κοντά στο σημείο που ανακαλύφθηκε, μια ξαφνική δημοσιότητα και μια απεγνωσμένα επιδιωκόμενη φήμη. Η Αμφίπολη είναι μια μάλλον σύγχρονη περιφερειακή πόλη στην βόρεια περιφέρεια της Μακεδονίας, που πήρε το όνομα της από μια πολύ πιο σημαντική πόλη της κλασικής εποχής. Χτισμένη στο όριο μεταξύ ων περιφερειών της Μακεδονίας και της Θράκης, και σε μια στρατηγική θέση για τον έλεγχο τόσο της ενδοχώρας με τα πλούσια ορυχεία της και με πρόσβαση στη θάλασσα, η Αμφίπολη έγινε η βασική έδρα ισχύος για τους Αθηναίους στην περιοχή (που έπρεπε να ανταγωνιστούν για τον έλεγχο της με τους πανίσχυρους αντιπάλους τους, τους Σπαρτιάτες) πριν γίνει τμήμα του μακεδονικού βασιλείου του Φίλιππου. Στην διάρκεια της εκστρατείας του Αλεξάνδρου  εναντίον του βασιλείου της Περσίας, η Αμφίπολη έγινε μια σημαντική ναυτική βάση και γενέτειρα, όπως μας μεταφέρεται, τριών από τους σημαντικότερους Μακεδόνες ναυάρχους, μεταξύ τους του Νέαρχου, που είναι διάσημος για το ταξίδι του από τον Ινδό Ποταμό ως τον Περσικό Κόλπο μετά την ινδική εκστρατεία του Αλεξάνδρου το 326-324 ΠΚΕ. Η ανασκαφέας του, η αρχαιολόγος Κατερίνα Περιστέρη, είχε πει ήδη, το 2013, πως ο ακόμη μη ταυτοποιημένος τάφος μπορεί να σχετίζονταν με την οικογένεια του Μεγάλου Αλεξάνδρου , υπενθυμίζοντας πως τόσο η χήρα του Αλέξανδρου, η Περσίδα πριγκίπισσα Ρωξάνη, και ο ανήλικος γιος του, Αλέξανδρος Δ;, είχαν πεθάνει στα τέλη του 4ου αιώνα ΠΚΕ, ακριβώς στην περίοδο που πίστευε πως έπρεπε να χρονολογείται ο τάφος της Αμφίπολης . ανέφερε αυτή τη σύνδεση ξανά στις αρχές του 2014. Για αυτό, όταν μια μνημιακή προμετωπίδα που διακοσμούνταν από δύο σφίγγες, η είσοδος π σε αυτό που θεωρούνταν να είναι τάφος του «μακεδονικού» τύπου, ανακαλύφθηκε στις αρχές του Αυγύστου εκείνης της χρονιάς, τα ελληνικά μέσα και το κοινό αισθάνθηκαν πως σε λίγο θα υπήρχε μια σημαντική ανακάλυψη. Οι περισσότερες καθημερινές εφημερίδες μιλούσαν  για «αρχαιολογικό θρίλερ», έναν «εντυπωσιακό τάφο», ένα σημαντικό εύρημα που σχετίζονταν με τον Μέγα Αλέξανδρο και την οικογένεια του. Ο ελληνικός κυβερνοχώρος ακολούθησε κατά πόδας, εξερευνώντας την πολιτική σπουδαιότητα της ανακάλυψης· αρκετά σύντομα, οι περισσότεροι Έλληνες μπλόγκερς και οι σχολιαστές τους φαντασιώνονταν πως ο τάφος άνηκε στον ίδιο τον Μέγα Αλέξανδρο, αν και αυτό ήταν  τόσο ιστορικά όσο και αρχαιολογικά, ιδιαίτερα απίθανο.

Η ανασκαφή που ακολούθησε απέτυχε να εκπληρώσει εκείνες τις προσδοκίες. Ο πολυπόθητος τάφος είχε λεηλατηθεί, και τα λιγοστά στοιχεία από τα ελάχιστα σκελετικά ευρήματα δεν πρόσφεραν κάποιο συμπέρασμα.. ο τρόπος που αυτό το ιδιαίτερα εντυπωσιακό και αρχαιολογικά σημαντικό  εύρημα είχε ανασκαφεί σύντομα  αποκαλύφθηκε πως ήταν πρόχειρος, ανοργάνωτος και ιδιαίτερα αντιεπαγγελματικός, λόγο της βιασύνης της ανασκαφής και του σπασμωδικού τρόπου που τα ευρήματα παρουσιάζονταν στο κοινό· ως τον Οκτώβριο του 2015, μια ανεξάρτητη έκθεση από ειδικούς υπολόγισε πως η χρονολογία του μνημείου ήταν αργότερα από εκείνη που υπολόγιζε η ανασκαφέας του, μια άποψη που μοιράζονταν πολλοί αρχαιολόγοι τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων αλλά που αμφισβητούνταν και από πολλούς – και ακόμη είναι. Εδώ όμως, ενδιαφέρομαι περισσότερο για την βιοπολιτική χρήση της κλασικής αρχαιότητας στην περίπτωση της Αμφίπολης, και του τρόπου που αυτή βοηθά να δημιουργηθεί ένα νέο είδος κυβερνησιμότητας μετά την κρίση στην Ελλάδα. Στρέφομαι έτσι στη συζήτηση αυτή στα μέρη που ακολουθούν.

Καθεστώτα Αλήθειας: Επιστροφή Στη Βεργίνα

Ο Αντώνης Σαμαράς, πρωθυπουργός της Ελλάδας εκείνη την εποχή, ήταν μεταξύ των πρώτων πολιτικών που επισκέφτηκαν την Αμφίπολη. Ήταν στην ουσία, το πρώτο άτομο που απευθύνθηκε στο κοινό, μέσω τηλεοπτικής συνέντευξης μπροστά από τον τύμβο, όπου περιέγραψε το εύρημα, με πραγματικούς αρχαιολογικούς όρους – περιγράφοντας τις διαστάσεις, την τυπολογία, και την χρονολόγηση – και υποσχόμενος πως η ανασκαφή θα ολοκληρώνονταν σε λίγες μέρες. Κάποιος πρέπει να θυμάται, επιπρόσθετα, πως όλα αυτά διαδραματίζονται στις 12 Αυγούστου, που είναι μόλις τρεις μέρες πριν την μεγάλη θρησκευτική γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου· καθώς οι Έλληνες ετοιμάζονταν να γιορτάσουν την αγαπημένη τους Παναγιά, ο πρωθυπουργός τους εμφανίστηκε στην τηλεόραση υποδυόμενος τον αρχαιολόγο, υποσχόμενος «μια εντυπωσιακή» ανακάλυψη ενός «μοναδικού ταφικού μνημείου». Αυτό το είδος της αυτοσχέδιας αρχαιολογικής παράστασης έμοιαζε από την μια να παρουσιάζει τον εκλεγμένο εκπρόσωπο του λαού ως τον αρχαιολόγο του ίδιου του λαού και, από την άλλη, να απεικονίσει το ελληνικό έθνος ως το (μοναδικό) κληρονόμο του κλασικού πολιτισμού όπως και τον πιο αποτελεσματικό διαχειριστή του κλασικού πολιτισμού.

Στην σύγχρονη Ελλάδα, ο ιστορικός διάλογος έχει εδώ και καιρό αποκτήσει μια γνήσια αρχαιολογική δομή: τεχνουργήματα και μνημεία χρησιμοποιούνται συστηματικά ως αναγκαίοι εκκινητές για τις φαντασιώσεις και τις φιλοδοξίες του έθνους, από την είσοδο της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και την εκστρατεία της πρωτεύουσας για την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων τη δεκαετία του 1990 ως την παρούσα οικονομική κρίση και τις επιπτώσεις της. Ακόμη και αν αυτό δεν είναι μοναδικό στην Ελλάδα, μπορεί να ειπωθεί ωστόσο πως καθώς το σύγχρονο έθνος κράτος σχεδιάζονταν ως νεοκλασικό εγχείρημα στην δημιουργία κράτους, βασισμένου  στην δόξα  που ήταν η Ελλάς όπως καταγράφονταν από τα υλικά υπολείμματα αυτού του ένδοξου παρελθόντος, σύντομα έγινε αναγκαίο για τους Έλληνες όχι μόνο να είναι ιδιοκτήτες  της αποδιδόμενης κληρονομιάς τους αλλά και να αποδειχτούν αντάξιοι του προνομίου. Η αρχαιολογία έτσι έχει καταλήξει να τροφοδοτεί την εθνική ατζέντα τόσο για εσωτερική όσο και για εξωτερική χρήση· πιο συγκεκριμένα, η συλλογική αρχαιολογία έχει οργανωθεί ως ένα ουσιαστικά ελληνικό αίσθημα, έμφυτα ελληνικό και βαθιά πολιτικό. Η Αμφίπολη είναι καλό παράδειγμα των αναπόφευκτων εντάσεων που προέκυψαν μεταξύ, τρόπος του λέγειν, της αρχαιολογίας ως ακαδημαϊκού πεδίου  και πεδίου ως μιας τύπου αρχαιολογίας, δηλαδή της συστηματικής κατασκευής ενός μηχανισμού κρατικού ελέγχου που βασίζεται σε αρχαιολογικά κλισέ και την υποσυνείδητη κατανόηση  πως οι αλήθειες του έθνους εκφράζονται μέσα από την υλικότητα των αρχαιοτήτων της.

Η αρχαιολογία έτσι χρησιμοποιείται ως η συστατική δύναμη του Έθνους, υπερασπιστής του παρελθόντος και εγγυητής του μέλλοντος του. Ο ίδιος ο Σαμαράς το είπε αυτό εκείνη την ημέρα στην Αμφίπολη: «Η γη της Μακεδονίας μας συνεχίζει να μας συναρπάζει και να μας εκπλήσσει, αποκαλύπτοντας εντυπωσιακούς θησαυρούς, που συνθέτουν, υφαίνουν όλοι μαζί αυτό το μοναδικό μωσαϊκό που είναι η Ιστορίας μας, κάτι που κάνει τους Έλληνες πολύ περήφανους». Με τον λόγο του για εθνική περηφάνεια γύρω από την σημαντική ιστορία της Ελλάδας, που σε λίγο θα αποκαλύπτονταν ξανά μπροστά στα ανυπόμονα μάτια μας, ο Σαμαράς φυσικά αναφέρεται στο πρόβλημα με εκείνη την «άλλη Μακεδονία», την Δημοκρατία που προέκυψε από την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας πίσω στη δεκαετία του 1990, ένα κράτος που συχνά αμφισβητούσε την ιδιοκτησία της Ελλάδας γύρω από την μακεδονική κληρονομιά, ανάμεσα τους και προγονικές αξιώσεις στον ίδιο τον Αλέξανδρο. Η πολιτική διαμάχη μεταξύ της Ελλάδας και της πρόσφατα γεννημένης Δημοκρατίας της Μακεδονίας που έβραζε για δεκαετίες, αναζωπυρώθηκε ωστόσο με την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την ακόλουθη ανεξαρτητοποίηση της πρώην Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας το 1991. Από τότε, έχει εξελιχθεί σε σκληρή διαμάχη που βλάπτει διμερείς και διεθνείς σχέσεις. Καθώς η βόρεια Ελλάδα καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος αυτού που στην αρχαιότητα αποτελούσε το Βασίλειο των Μακεδόνων (των οποίων ο πιο γνωστός βασιλιάς ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος), η αναγέννηση των φιλοδοξιών των αρχών του 20ου αιώνα των βόρειων γειτόνων της για μια Σλαβική Μακεδονία που να φτάνει ως κάτω στο νότο στις ελληνικές ακτές του Αιγαίου θεωρήθηκε άμεση απειλή, ακόμη και αν το νεογέννητο κράτος δεν είπε ποτέ στα σοβαρά πως ήταν έτοιμο να κάνει εδαφικό πόλεμο εναντίον των γειτόνων του. Ακόμη και αν η «διαμάχη του ονόματος» έγινε εμβληματική για την σύγκρουση μεταξύ των νέων κρατών – με την Ελλάδα να λέει πως το πρόσφατα ιδρυμένο κράτος δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το ιστορικό της όνομα, επειδή ουσιαστικά αποτελούσε μέρος της ακόμη αρχαιότερης ιστορίας της Ελλάδας – η αρχαιολογία επίσης έλαβε σημαντικό ρόλο σε αυτή. Η εντυπωσιακή ανακάλυψη  μιας σειράς «βασιλικών» τάφων στην Ελληνική Μακεδονία στη δεκαετία του 1970 και έπειτα, ένας από τους οποίους αποδίδεται στον πατέρα του Αλεξάνδρου, Φίλιππο Β΄, αντιμετωπίστηκε από πολλούς ως η καθοριστική απόδειξη της «ελληνικότητας» της Μακεδονίας. Την ίδια στιγμή, κάποιος μπορεί να υποθέσει, οι ίδιες ανακαλύψεις, και η επίμονη προώθηση τους από το ελληνικό κράτος, πρέπει να ενέπνευσε, σε τουλάχιστον μερικούς από τους γείτονες  του την ιδέα πως η βόρεια Ελλάδα ήταν στην ουσία, «Μακεδονική». Η πεποίθηση πως η αρχαιολογία μιλά όχι μόνο για το παρελθόν της μιας περιοχής αλλά και για το παρόν της, και πως τα αρχαιολογικά ευρήματα μπορούν να αποφασίσουν ποιος έχει δικαίωμα στην περιοχή στην οποία ανακαλύπτονται, είναι μια από τις συστατικές αρχές του εθνικισμού, για αυτό δεν αποτελεί έκπληξη να βρίσκεις την Ελλάδα και την Μακεδονία να διαφωνούν για αντικείμενα, οστά, και τους συμβολισμούς που φέρουν. Η διαμάχη γύρω από το όνομα της Μακεδονίας σύντομα έγινε μια μάχη για αρχαιολογικά μοτίβα όπως το «αστέρι της Μακεδονίας» (μια αρχαία εικόνα που, με την στενή αρχαιολογική έννοια, δεν είναι ούτε μακεδονική, ούτε απεικονίζει ένα άστρο) και έναν έντονο διάλογο πάνω στην σημασία της ίδιας της αρχαιολογικής ανακάλυψης, αν και οι διαφορές των δύο κρατών δεν είχαν σε τίποτα να κάνουν με την δόξα που ήταν η αρχαία Μακεδονία. Το κυριότερο, η «διαμάχη του ονόματος» ενίσχυσε την αρχαιολογική λαβή της Ελλάδας πάνω στο παρελθόν της )κάτι που φαίνεται πως συνέβη επίσης στην Μακεδονία)· η «αρχαιολογική ορθότητα» έτσι ανυψώθηκε σε ζήτημα εθνικής σημασίας, και τα πιστά υποκείμενα σύντομα αναμένονταν να συμφωνούν με την επίσημη γραμμή σχετικά με επιστημονικά ζητήματα – όπως η χρονολόγηση ενός τάφου ή σύνδεση ενός άλλου με συγκεκριμένη ιστορική φιγούρα. Στην Ελλάδα, ειδικά, οι ακαδημαϊκές απόψεις πάνω στο ζήτημα είναι αντικείμενο έντονης δημόσιας κριτικής, μερικές φορές κρατικά –  ή μιντιακά – ελεγχόμενης, αλλά ακόμη συχνότερα γεννημένη από άμεσα από τομείς του ευρύτερου κοινού όπως οι διάφορες διαδικτυακές εθνικιστικές και αρχαιολατρικές ομάδες. Αυτό είναι που ο βετεράνος αρχαιολόγος Αντώνης Ζώης είχε ονομάσει, πίσω το 1987, το «Σύνδρομο της Βεργίνας»: δηλαδή την προνομιοποίηση εντυπωσιακών ευρημάτων έναντι άλλων, ταπεινότερων, και του τρόπου που αυτό επηρεάζει τις ιστορικές σπουδές. Από τότε, ωστόσο, το σύνδρομο ανέπτυξε μερικά ακόμη πιο κακοήθη  συμπτώματα: την σχεδόν αυταπόδεικτη φετιχοποίηση της πολιτικής και, με απόλυτα διαμετρικό τρόπο, την ανυποχώρητη πολιτικοποίηση του αρχαιολογικού εγχειρήματος.

Στις 10 Οκτωβρίου του 2011, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, παραβρέθηκε στα εγκαίνια μιας αρχαιολογικής έκθεσης στο Λούβρο με τίτλο «Στο Βασίλειο του Μεγάλου Αλεξάνδρου: Αρχαία Μακεδονία». Η επίσημη περίληψη της έκθεσης έλεγε πως σκοπός της ήταν να «ανατρέξει την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας από τον δέκατο πέμπτο αιώνα πΧ μέχρι τους αυτοκρατορικούς ρωμαϊκούς χρόνους», και ο Πάγκαλος είπε πως ήταν «σημείο αναφοράς στην αρχαιολογία» παραδόξως, μια παρόμοια έκθεση με τίτλο «Από τον Ηρακλή ως τον Μέγα Αλέξανδρο» είχε ανοίξει στο Ασμόλειο Μουσείο στη Οξφόρδη λίγους μήνες μόνο νωρίτερα. Συνδιοργανωμένο από το ελληνικού υπουργείο πολιτισμού, και με υπότιτλο «Ένα Ελληνικό Βασίλειο στην Εποχή της Δημοκρατίας», η έκθεση δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει τα πολιτικά της νοήματα ενάντια σε κάθε αθέμιτη διεκδίκηση στο όνομα και την κληρονομιά της Μακεδονίας. Ο ελληνικός τύπος παρουσίασε την έκθεση ως «εύστοχο βήμα προς την προώθηση της ελληνικής επιστημονικής γνώσης σε ένα τόσο διάσημο διεθνές ίδρυμα», και ο επιμελητής της έκθεσης, ο υφηγητής ιστορίας της Οξφόρδης, Robin Lane Fox, τόνισε πως «αν και δεν είναι μέρος της ελληνικής προπαγάνδας, η έκθεση δείχνει την αλήθεια. Η Μακεδονία είναι ελληνική. Αυτό αποδεικνύεται από την τέχνη, την κοινωνική ζωή, τις ταφές. Αυτό αποδεικνύεται από την έκθεση» αναφερόμενος στο λαό της σύγχρονης Δημοκρατίας της Μακεδονίας ως «εκείνοι στα Σκόπια» και χαρακτηρίζοντας τους ως «αμόρφωτους» και «εξωφρενικούς», ο Lane Fox ταυτίζεται με την ηγεμονική αλήθεια της Ελλάδας  γύρω από το παρελθόν και παρόν της Μακεδονίας, υπονοώντας ακριβώς πως η αρχαιολογία μπορεί να είναι η απάντηση σε μια εδαφική διαμάχη που πάει πίσω μόλις μέχρι τον 19ο αιώνα. Η μακεδονική αρχαιολογία ως «καθεστώς αλήθειας» εμφανίζεται στην ελληνική πολιτική για μεγάλο διάστημα ακόμη όπου και η πιο ανεπαίσθητη μουρμούρα διαφωνίας από τον αποδεκτό κανόνα είναι καταδικασμένη να φέρει κατηγορίες ιστορικής πλαστογραφίας και εθνικής προδοσίας. Σύμφωνα με τα λόγια της λαϊκίστικης δεξιάς, «Η Μακεδονία είναι μια και μοναδική, και η Βεργίνα είναι η πρωτεύουσα των Μακεδόνων, όπου η ελληνικότητα της ελληνικής γης είναι καταγεγραμμένη». Οι δύο εκθέσεις πρέπει λοιπόν να ιδωθούν ως συστηματικές προσπάθειες από το ελληνικό κράτος (και τους φίλους του) να εδραιώσουν αυτό το καθεστώς αλήθειας εντός και την ίδια στιγμή να το εξαγάγουν εκτός για οποιονδήποτε θέλει να ακούσει.

Χάρη στην έμφυτη εθνικιστική ατζέντα της αρχαιολογίας – η εμφανής ανάγκη να συνδεθεί το παρόν ενός έθνους με εκείνα τα «ονόματα», τις «τέχνες», και «ταφές» σε αυτό που φαντάζεται πως ήταν το παρελθόν – και τον τρόπο που η πολιτική του 21ου αιώνα μοιάζει να ακολουθεί, μάλλον άβολα, τις ιδεολογίες του 19ου αιώνα, μια ιδιαίτερη αγάπη προς τους νεκρούς πατέρες του έθνους μοιάζει να έχει επηρεάσει ιδιαίτερους κλάδους της καθιερωμένης αρχαιολογίας στην Ελλάδα. Αυτό είναι ιδιαίτερα ορατό στην Βεργίνα, όπου η επίσημη θέση (σύμφωνα με την οποία ο ασύλητος τάφος 2 άνηκε στον Βασιλιά Φίλιππο Β΄, τον πατέρα του Αλεξάνδρου που δολοφονήθηκε από έναν από τους στρατηγούς του) έχει αμφισβητηθεί από πολλούς ακαδημαϊκούς που πιστεύουν άλλον ιδιοκτήτη (πιο πιθανώς: Φίλιππος Γ΄ο Αρριδαίος, ο ετεροθαλής αδερφός του Αλεξάνδρου και διάδοχος). Αν και αρχαιολογικά και ιστορικά η μεταγενέστερη χρονολόγηση του τάφου κατά 20 χρόνια περίπου (ο Αρριδαίος πέθανε το 317 ΠΚΕ) δεν επηρεάζει την σπουδαιότητα του ευρήματος, ούτε την σημασία της Βεργίνας ως ιδιαίτερα σημαντικού τόπου, η αντεπίθεση των ανασκαφέων ήταν αρκετά σκληρή και αδικαιολόγητα συνεχής. Είναι, θεωρώ, αρκετά ενδεικτικό, πως στο τόμο Brill’s Companion to Ancient Macedon, που εκδόθηκε το 2011, αφιερώνει ένα ολόκληρο τμήμα στην κατάρριψη σημείου προς σημείο της υπόθεσης Αρριδαίου από τον επιμελητή του τόμου, ξανά τον Lane Fox. Ενώ οι λόγοι για αυτό δεν εξηγούνται απόλυτα στο κείμενο, μοιάζει προφανές πως, τουλάχιστον για αυτόν τον συγκεκριμένο ακαδημαϊκό, το ζήτημα της ταύτισης του τάφου είναι αρκετό να επισκιάσει μια ιστορική περίοδο, που σύμφωνα με το ίδιο το βιβλίο ξεκινά από το 650 ΠΚΕ ως 300 ΚΕ. Μεγάλο μέρος του επιχειρήματος του Lane Fox είναι αφιερωμένο στην ιατροδικαστική μελέτη δυο συνόλων σκελετικών ευρυμάτων που βρέθηκαν στον τάφο (ενός άνδρα και μιας γυναίκας), όπως και στην περίπτωση μιας συνεισφοράς στο μακεδονικό κατάλογο του Ασμόλειου Μουσείου, τιτλοφορείται κάπως παράδοξα «Οι ένοικοι του τάφου 2 της Βεργίνας: γιατί ο Αρριδαίος και η Ευριδίκη πρέπει να αποκλειστούν». Προβάλλοντας επιχειρήματα πάνω στην «οστεοπαθολογία και την ταφονομία», οι συγγραφείς του άρθρου προχωρούν στην απόρριψη τα αντεπιχειρήματα των συναδέλφων ιατροδικαστών αρχαιολόγων που έχουν δημοσιευτεί που είχαν δημοσιευτεί ως τότε και επαναλήφθηκαν έκτοτε. Όταν τον Αύγουστο του 2015, ένα νέο άρθρο προσπάθησε να αποδώσει τα οστά από τον τάφο 2 στον Αρρηδαίο με βάση ιατροδικαστικά στοιχεία που εμφανίστηκαν σε ένα αμερικάνικο ιατρικό περιοδικό, το ελληνικό υπουργείο πολιτισμού, σε μια δίχως προηγούμενο κίνηση, αισθάνθηκε την ανάγκη να αντεπιτιθεί: σε μια μακροσκελή, ανυπόγραφη απάντηση, συνταγμένη με το επιμελές, γεμάτο ειδικούς όρους αρχαιολογικό ιδίωμα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, εξηγείται γιατί ο τάφος πρέπει να είναι του Φιλίππου. Με το κράτος να παρεμβαίνει σε μια ακαδημαϊκή διαφωνία με τόσο απροκάλυπτο τρόπο, επιχειρώντας να επαναλάβει την ηγεμονική «αλήθεια»  πάνω στο ζήτημα, εναντίον ενός επιστημονικού κειμένου που δημοσιεύτηκε σε ένα διεθνές περιοδικό μετά από αξιολόγηση, γίνεται σαφές πως η ταύτιση εκείνων των παλιών οστών είναι το τελευταίο από τα προβλήματα του υπουργείου. Αυτό που μοιάζει να είναι το ζήτημα εδώ είναι η θέση της μακεδονικής αρχαιολογίας ως καθεστώς αλήθειας αυτό καθαυτό, ως παιδαγωγικός μηχανισμός που απαιτεί την δίχως όρους συμμόρφωση των υπηκόων τους – είτε είναι ακαδημαϊκοί, είτε το κοινό τους. υπό μια έννοια, το ερώτημα που τίθεται από αυτό το διάλογο μεταξύ ειδικών στην ιατροδικαστική αρχαιολογία (είναι δεν είναι;) γίνεται ασήμαντο μέσα από την παρέμβαση του κράτους: η μακεδονική αρχαιολογία πρέπει να διατηρήσει την ακλόνητη αυθεντία της με κάθε κόστος.

Ελπίζοντας πως ο τάφος της Αμφίπολης ήταν προορισμένος να αποκαλύψει ένα φορτίο από μακεδονικό χρυσό και ασήμι που θα τραβούσε την προσοχή των διεθνών μέσων, ο Σαμαράς ωθούσε τους υπόλοιπους Έλληνες να ακολουθήσουν την εθνική αρχαιολογία ως τρόπο επίλυσης των σύγχρονων προβλημάτων της Ελλάδας. Αυτό είναι το είδος αρχαιολογίας που ο υπουργός πολιτισμού, Τασούλας προωθούσε στις δηλώσεις του, που ανέφερα στην αρχή του κειμένου, προσθέτοντας πως η ανασκαφή στην Αμφίπολη θα «τόνιζε, ξανά, την ιστορικότητα της χώρας, και της Μακεδονίας ειδικότερα». Καθώς το εντυπωσιακό εύρημα δεν εμφανίζονταν, νέες δηλώσεις έπρεπε να γίνουν: ο Σαμαράς θα επαναλάμβανε τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς, πως «ένας μακεδονικός τάφος τέτοιων διαστάσεων είναι κάτι σπουδαίο, και ακόμη μια επιβεβαίωση της ελληνικότητας της Μακεδονίας», ενώ ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης την εποχή εκείνη, πρόσθετε πως στηνΑμφίπολη βρίσκονταν «η δύναμη του ελληνικού πολιτισμού και του ελληνισμού συνολικά».

Ξαφνικά, σα να μη χρειάζονταν άλλη απόδειξη, η επικείμενη ανακάλυψη ενός προγονικού πτώματος έμοιαζε να επιβεβαιώνει την ελληνική ιδιαιτερότητα καθώς και να δικαιώνει την ελληνική διεθνή πολιτική. Σύμφωνα με τα λόγια ενός ραδιοφωνικού παραγωγού, «αν επιβεβαιωθεί πως ο τάφος ανήκει στον Βασιλιά των Βασιλέων (δηλ τον Αλέξανδρο), η ανακάλυψη αυτή από μόνη της θα ‘τελειώσει’ μια για πάντα ολόκληρη την προπαγάνδα των Σκοπιανών και φυσικά θα φέρει ένα μεγάλο κύμα τουριστών στη χώρα  τα επόμενα χρόνια». Η αρχαιολογία στην Ελλάδα έτσι πρότεινε πολιτισμική και φυλετική συνέχεια με το κλασικό παρελθόν καθώς και την προώθηση της εθνικής ιδιαιτερότητας, ενώ την ίδια στιγμή συνέβαλε ιδιαίτερα στα οικονομικά της χώρας. Για να το κατορθώσει αυτό, έπρεπε να της αποδοθεί ένας βιοπολιτικός μηχανισμός, μια τεχνολογία μέσα από την οποία θα κινητοποιούσε κοινωνικές ομάδες σύμφωνα με συγκεκριμένες πολιτικές και ιδεολογικές ατζέντες, προβάροντας ένα τυποποιημένο αρχαιολογικό ήθος. Στο επόμενο κομμάτι, θα αναφέρω πως αυτό το είδος αρχαιολογίας χρησιμοποιείται στην Ελλάδα όχι μόνο για να οργανώσει το τρόπο που οι πολίτες της ζουν, αλλά και επίσης ως μέσο να επηρεάσει το θάνατο άλλων.

Εθνική Αρχαιολογία ως Άσκηση στην Θανατοπολιτική

«Όποιος και αν είναι θαμμένος στο τάφο, αυτός (sic) είναι δεδομένο πως είναι Έλληνας», δήλωσε ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης, Άνθιμος στη διάρκεια του κηρύγματος του στις 17 Αυγούστου 2014. Η ελληνικότητα της γης και η φυλετική συνέχεια του έθνους, μέσα από την επίσημη ρητορική γύρω από την Αμφίπολη, προβάλλουν ως αναντίρρητες αλήθειες. Με την παρουσίαση του εαυτού της ως μεταφυσικής οντότητας αρχέγονης προέλευσης, η σύγχρονη Ελλάδα ικανοποιείται με αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «αντίστροφη αρχαιολογία»: χρησιμοποιώντας, δηλαδή, τα υλικά απομεινάρια του παρελθόντος για να γράψει την ιστορία του παρόντος. Στα χρόνια της κρίσης αυτό έμοιαζε ιδιαίτερα αναγκαίο, καθώς η κριτική εναντίον της αντιληπτής ανικανότητας της Ελλάδας να ισορροπήσει τα βιβλία της, ή ακόμη και να δείχνει σα να προσπαθεί να επιτύχει κάποιου είδους βιώσιμης ανάπτυξης, συνοδεύεται κάθε φορά με εικόνες από το κλασικό παρελθόν. γκρεμισμένοι ναοί και ακρωτηριασμένα αγάλματα χρησιμοποιούνται, ξανά και ξανά, ως μεταφορές των χρόνιων ανεπαρκειών της Ελλάδας, μετατρέποντας έτσι αυτό που αποτελούσε το πιο εμφανές πλεονέκτημα της χώρας στο πιο αδύναμο σημείο της. Όσο οριενταλιστική και νεοαποικιακή μπορεί να είναι αυτή η συμπεριφορά, χτυπά παρόλα αυτά το πιο ευαίσθητο νεύρο στους σύγχρονους Έλληνες, που μάλλον αρχίζουν να κουράζονται να κατηγορούνται, σταθερά, για την «ατελή», «καθυστερημένη», ή «ανεπαρκή» κατάσταση του παρόντος τους. μεταδίδοντας την αδιαμφισβήτητη ελληνικότητα μιας αρχαιολογικής ανακάλυψης που δεν έχει γίνει ακόμη ήταν, έτσι, μια αναγκαία κίνηση στην προσπάθεια της Ελλάδας να σώσει τα προσχήματα απέναντι στους σκληρούς επικριτές της.

Την ίδια περίοδο ωστόσο, ο τάφος της Αμφίπολης αξιοποιούνταν ως ρατσιστικός μηχανισμός μέσα στην Ελλάδα – λέγοντας ποιος, μέσα στην ίδια την χώρα, είχε το δικαίωμα στο πολύδοξο έδαφος της και ποιος όχι. Ιδιαίτερη έμφαση τέθηκε για παράδειγμα, στα δάκτυλα των ποδιών που είχαν οι δύο Καρυάτιδες που βρέθηκαν στο τάφο, δηλώνοντας δήθεν την ελληνική τους καταγωγή και έτσι αποδεικνύοντας την ελληνική τους καταγωγή και αποδεικνύοντας έτσι την φυλετική αγνότητα της σύγχρονης Ελλάδας. Σύμφωνα με την Άννα Παναγιωταρέα, την δημοσιογράφο που διορίστηκε από το υπουργείο ως η εκπρόσωπος τύπου για την ανασκαφική ομάδα της Αμφίπολης, τα δύο αγάλματα είχαν το αποκαλούμενο «ελληνικό δάχτυλο», μια δήθεν ανατομική ιδιαιτερότητα της ελληνικής φυλής. Επιπλέον η Παναγιωταρέα ήταν μια από τους πολλούς δημοσιογράφους που εκείνη την εποχή στην Ελλάδα ισχυρίζονταν πως η ανακάλυψη αυτή «βουλώνει τα στόματα των Σκοπιανών», καθώς έκανε τις ιστορικές τους αξιώσεις πάνω στην Μακεδονία κενές οποιουδήποτε ιστορικού νοήματος. Στην πράξη, το «ελληνικό δάχτυλο» έχει διαγνωστεί από παλιά ως διαταραχή των οστών του μεταταρσίου (όπου κάθε πόδι εμφανίζει πιο κοντό πρώτο μετατάρσιο σε σχέση με το δεύτερο), και είναι γνωστό πως επηρεάζει το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού. Γνωστό στους επιστήμονες ως «δάκτυλος του Morton», από το όνομα του ειδικού ορθοπεδικού που το περιέγραψε πρώτος, αυτή η ανωμαλία είναι κοινή στην Αφρική και σε άλλα «αν-ελληνικά» μέρη του κόσμου· επιπλέον μπορεί να ιδωθεί σε μεγάλο μέρος της ρωμαϊκής τέχνης, και πιο σημαντικό ίσως, απουσιάζει από πολλές αρχαιοελληνικές απεικονίσεις ανδρών και γυναικών. Καθώς, ωστόσο, το ελληνικό κοινό φαντασιακό, υποβοηθούμενο από την επίμονη τάξη ψευδοεπιστημόνων της χώρας, έχει αποδώσει ένα ιδιαίτερο στοιχείο «ελληνικότητας» σε αυτή την ανατομική παραξενιά, οι Καρυάτιδες της Αμφίπολης αντιμετωπίστηκαν ως αδιάσειστη της βιολογικής σχέσης του μνημείου με την ελληνική φυλή, ο τάφος της Αμφίπολης έτσι σήμαινε πως το μνημείο το ίδιο, όπως και η γη μέσα στην οποία βρίσκονταν, άνηκε μόνο σε εκείνους που μπορούσαν να ταυτιστούν ως γενετικά σχετιζόμενοι μαζί του.

Το έπος της Αμφίπολης ήταν απλά η κορύφωση μιας σειράς από συστηματικές προσπάθειες από πλευράς του ελληνικού κράτους, ιδιαίτερα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης να πει  πως η αρχαιότητα του έθνους ήταν η καθοριστική δύναμη  για το παρόν της και πως η αρχαιολογία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να εκφράσει τις σχέσεις της με φίλους αλλά και με εχθρούς. Το σπουδαιότερο, αυτή ήταν μια εποχή όπου η κλασική αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν συστηματικά για να μεταμφιέσει πολιτικές και πράξεις που έρχονταν σε αντίθεση με τους κανόνες των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων και ακόμη και με την ίδια την ανθρωπιστική παράδοση. Ο Ξένιος Δίας  είναι μια τέτοια περίπτωση, μια αστυνομική κατασταλτική επιχείρηση εναντίον μεταναστών δίχως χαρτιά που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 2012 και 2014 (όταν αντικαταστάθηκε από ένα παρόμοιο εγχείρημα, με όνομα «Θησεύς»). Χιλιάδες τυχαίοι έλεγχοι και συλλήψεις οποιουδήποτε έμοιαζε ύποπτος (που στην ουσία σήμαινε «να μοιάζει σκούρος») παρατηρήθηκαν στους δρόμους της Αθήνας ή σε άλλες μεγάλε ελληνικές πόλεις. Η τεράστια επιχείρηση οδήγησε σε μόλις ένα 6% απόδοσης πραγματικών κατηγοριών, κυρίως για παράνομη είσοδο στη χώρα. Εκείνοι που συλλήφθηκαν φυλακίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωση που κατ’ ευφημισμό ονομάστηκαν «κέντρα φιλοξενίας» όπου τους στερήθηκε κάθε νομική αντιπροσώπευση. Παρόμοια μια παράλληλη επιχείρηση «σκουπίσματος»  του κέντρου της πόλης  από χρήστες ναρκωτικών και αστέγους ονομάστηκε «Επιχείρηση Θέτις», από το όνομα μιας νύμφης που ήταν η μητέρα του Αχιλλέα. Κάτι παραπάνω από μια απλή «επίκληση στην κλασική νομιμοποίηση», ή «μέρος μιας προσπάθειας να βεβαιωθεί μια αντιληπτή διαφορά μεταξύ του ‘δυτικού πολιτισμού’ και της ‘ανατολικής βαρβαρότητας’ που φτάνει πίσω στην Αρχαία Ελλάδα», αυτές οι επινοημένες κλασικές επιχειρήσεις της αστυνομίας χρησιμοποιούν το αρχαιοελληνικό πατριαρχικό ήθος ώστε να δείξουν ποια σύγχρονα σώματα είναι αποδεκτά και ποια όχι. Αντλώντας την νομιμοποίηση τους από το κλασικό παρελθόν – ο Δίας ήταν ο ελληνικός θεός της φιλοξενίας και προστάτης των επισκεπτών σε μια ελληνική πόλη και ο Θησέας θεωρείται ο αρχαίος ιδρυτής της Αθήνας – τέτοια εγχειρήματα στην ουσία αντιστρέφουν τα ίδια τα μοντέλα τα οποία θέλουν να προωθήσουν: χρησιμοποιούνται ως όπλα εναντίον  ανθρώπων, όχι ως δεσμεύσεις για την προστασία τους· η κυνική τους χρήση αυτών των αρχαίων ονομάτων μοιάζει να αποκαθιστά το ρατσισμό ως την «ελληνική πράξη».

Η προσφυγική κρίση που ακολούθησε τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία και η ακόλουθη εισβολή  από ισλαμιστικές δυνάμεις δημιούργησε από το 2014 νέους ελέγχους μετανάστευσης στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Το «Οχυρό Ευρώπη», μια ιδέα που γεννήθηκε στην Ναζιστική Γερμανία αλλά αναγεννημένη μέσα από την σύγχρονη ευρωπαϊκή αντιμεταναστευτική πολιτική, προϋποθέτει πως ένας αόριστος αριθμός σωμάτων θα θυσιαστεί στα κατά τα άλλα φιλικά νερά της Μεσογείου. Αυτοί οι άνθρωποι, ως μη Ευρωπαίοι, ως παρείσακτοι, θεωρούνται επίσης ημι-νεκροί, πριν καν φύγουν από τις πατρίδες τους αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Ένα θλιβερό παράδειγμα αυτής της βαθιάς ρατσιστικής ιδεολογίας είναι το σκίτσο του Ηλία Μακρή που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 29 Ιανουαρίου 2016: καθώς τα νησιά γέμιζαν Σύριους πρόσφυγες που ρίσκαραν τις ζωές τους ώστε να ξεφύγουν από τους τρόμους του πολέμου, ο Μακρής δείχνει την Ελλάδα ως ένα άνθρωπο που πνίγεται σε μια «θάλασσα» ανδρών με γενειάδα και γυναίκες που φορούν χιτζάμπ. Εσκεμμένα μόνο το χέρι της «Ελλάδας» είναι ορατό, μόλις που εμφανίζεται μέσα στο βαρβαρικό πλήθος – ένα χέρι επιπλέον ντυμένο στο αρχαιοελληνικό μοτίβο του μαιάνδρου. Ο κυνισμός του Μακρή – δηλώνοντας ένα μεταφορικό  (πολιτισμικό; εθνικό;, φυλετικό;) πνιγμό της Ελλάδας σε μια περίοδο που οι Σύριοι πρόσφυγες στην κυριολεκτικά πνίγονταν κατά εκατοντάδες στις ελληνικές ακτές – ξεκάθαρα χρησιμοποιεί την πολυδιαφημισμένη κλασική καταγωγή της Ελλάδας για να πει πως το χώμα και οι άνθρωποι της πρέπει να παραμείνουν αμόλυντοι από ξένους εισβολείς (ακόμη και αν κάποιοι από τους τελευταίους πρέπει να χάσουν τη ζωή τους στη διαδικασία). Στην Ελλάδα έτσι, αυτού του είδους της νεοεμφανιζόμενης θανατοπολιτικής ατζέντας διευκολύνεται μέσα από την φυλετική ταύτιση των σημερινών κατοίκων της  με την «γη των προγόνων τους», μια ταύτιση που συστηματικά απεικονίζεται με εικόνες παρμένες από το κλασικό παρελθόν. η αρχαιότητα του έθνους, και τα υλικά της απομεινάρια, χρησιμοποιούνται έτσι ως «μέρος μιας ευρύτερης τακτικής για εξουδετέρωση του κράτους δικαίου στο όνομα της ασφάλειας». Ακόμη και αν αυτό το είδος  συστηματικής «ανακατασκευής του κράτους και του υποκειμένου» έχει παρατηρηθεί σε ολόκληρη τη Δύση κατά την τελευταία δεκαετία πάνω κάτω, ως κομμάτι της επίμονης νεοφιλελευθεροποίησης της δημόσιας ζωής, στην Ελλάδα ακολουθεί μια χαρακτηριστική αρχαιολογική ατζέντα.

Ο Michel Foucault όρισε λακωνικά την θαναπολιτική (thanatopolitique) ως το αντίθετο της βιοπολιτικής – μια πολιτική, και μέσω, του θανάτου αντί ζωής. Σύμφωνα με τον Giorgio Agamben, ωστόσο, οι σύγχρονες πολιτικές ατζέντες στην Δύση έχουν μετατραπεί σε αποκλειστικά θανατοπολιτικές, αφήνοντάς μας έτσι, το λαό της, καθώς και εκείνους που διασχίζουν τα σύνορα των κρατών μας, όλο και περισσότερο εκτεθειμένους τόσο στο θάνατο όσο και τις λειτουργίες της εξουσίας. Για να διαχειριστεί τις ζωές των ανθρώπων στην φροντίδα της, η Σύγχρονη Ελλάδα τους εκθέτει στο θάνατο ως «γυμνές ζωές», για να το κατορθώσει αυτό ο κρατικός της μηχανισμός χρησιμοποιεί μια κατάλληλα προσαρμοσμένη εκδοχή του κλασικού ιδανικού ως ένα τρόπο να κάνει τις θανατοπολιτικές στρατηγικές του περισσότερο αποδεκτές. Αυτές οι στρατηγικές βασίζονται στο είδος της εξαιρετικιστικής, εσωστρεφούς, και εντέλει ξενοφοβικής αρχαιολογίας που εφαρμόστηκε στην Αμφίπολη και αλλού σε ολόκληρη τη χώρα: στα χέρια των ελληνικών μέσων και το διαδίκτυο, και με την έντονη ενθάρρυνση της διοίκησης της χώρας, η ανασκαφή – πάντοτε εν εξελίξει, πάντοτε έτοιμη να δώσει μεγαλειώδη ευρήματα – χρησιμοποιείται για να επανακαθορίσει μια ιδιαίτερη χρονικότητα της ελληνικότητας όπου το μη-ελληνικό δεν αποτελεί καν ζήτημα.

Ακόμη και αν τα σκελετικά υπολείμματα του «ένοικου του τάφου της Αμφίπολης» δεν ήταν διαθέσιμα, μπορούσαν ακόμη να είναι αντικείμενο της φαντασίας του τύπου ή κάποιων ακαδημαϊκών, ένα σκίτσο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα, πριν αποδειχτεί επιστημονικά πως τα ανθρώπινα λείψανα που βρέθηκαν στο τάφο ανήκαν σε πέντε διαφορετικά άτομα, κάποια από τα οποία είναι στην πραγματικότητα γυναίκες. Απεικονίζοντας τον «ένοικο» ως ξανθό στρατιώτη, συνοδευόμενο με παράδοξα ταιριασμένα ταφικά δώρα που έμοιαζαν πολύ πρώιμα για την υποτιθέμενη ηλικία του τάφου, η εφημερίδα προσπάθησε να ικανοποιήσει μια ευρεία ανάγκη να δει, επιτέλους, τον ως τότε άπιαστο προπάτορα του έθνους, τον άνδρα του οποίου τα οστά έγιναν το σημείο προσοχής της πολιτισμικής ζωής της Ελλάδας. Στο τελευταίο μέρος, θα ορίσω την «Αμφιπολιτική» ως μια ιδιαίτερη μορφή της ελληνικής θανατοπολιτικής.

Αμφιπολιτική

Το πρόγραμμα οικονομικής διάσωσης της Ελλάδας υποτίθεται πως θα ολοκληρώνονταν στα τέλη του 2014. Από το 2010, όταν η χώρα τέθηκε υπό την κοινή επίβλεψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τους Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το ποσοστό του πληθυσμού της χώρας που ήταν στο όριο της φτώχιας ανέβηκε από 28,1% το 2008 σε 35,7 το 2013, ενώ η σοβαρή στέρηση βασικών αγαθών ανέβηκε από 11,2 το 2008 σε 20,3 το 2013, με την ανεργία σε ολόκληρη τη χώρα να αγγίζει ένα δίχως προηγούμενο 28% το Σεπτέμβριο του 2013, και η ανεργία στους νέους 18-24) σε ένα τρομακτικό 60,8% τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς (που σημαίνει σχεδόν 1,5 εκατομμύρια Έλληνες βρέθηκαν δίχως εργασία), πάνω από 44% του ελληνικού πληθυσμού υπολογίζονταν πως ζούσε με εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχιας, ως αποτέλεσμα μιας μακράς σειράς από νόμους λιτότητας.

Όμως, για το υπουργείο πολιτισμού, αυτό που έπρεπε να κάνει μόνο το Έθνος στο μεταξύ ήταν να περιμένει για ένα συγκεκριμένο «τάφο». Στη πράξη, ο Τασούλας δεν ήταν το μόνο μέλος της ελληνικής κυβέρνησης της περιόδου που δεν είχε αποκλείσει την πιθανότητα πως ο τάφος άνηκε στον ίδιο τον Αλέξανδρο· μια πιθανότητα ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη, όπως φαίνεται, και από τον επίσκοπο Άνθιμο, που δήλωσε περίπου την ίδια εποχή πως, αν ποτέ ανακαλυφθούν «τα οστά του Αλεξάνδρου θα αποτελέσουν ως πνευματική και εθνική κληρονομιά για την χώρα μας και την γη μας». έτσι εκεί που ο υπουργός λέει πως η Αμφίπολη θα φέρει τον εθνικό χρόνο στη πολύαναμενόμενη αποκορύφωση του, ο επίσκοπος κηρύσσει για ένα νέο είδος αισθητής αρχαιολογίας, αφιερωμένη στην υπηρεσία του εθνικού ιθαγενισμού. Αυτού του είδους αρχαιολογικά επιβεβαιωμένου ήθους επιβεβλημένο από τα πάνω, όσο απλοϊκό και αυτοσχέδιο μπορεί να μοιάζει, είναι παρόλα αυτά είναι έντονα τονισμένο και βαθιά βιοπολιτικό. Καθώς η ελληνική κρίση συστηματικά έχει μετατραπεί από τις αρχές τόσο εντός όσο και εκτός χώρας σε μια αυθεντική «κατάσταση εξαίρεσης», με την έννοια πως συναινεί στην επιβολή του νόμου μέσα από την ίδια την αναστολή του, τα μέτρα λιτότητας από την μία και της νεοφιλελεύθερης ρητορικής από την άλλη έχουν χρησιμοποιηθεί για την διαχείριση και ρύθμιση του(των) πληθυσμού(ών) της χώρας. Το έπος της Αμφίπολης αντιμετωπίστηκε ίσως από την κυβέρνηση την εποχή εκείνη ως ευπρόσδεκτη ευκαιρία για να μετατοπιστεί η δημόσια προσοχή από την κρίση και τις συνέπειες της σε κάτι που ήταν ανυψωτικό για το ηθικό και για αυτό πολιτικά ακίνδυνο αν όχι ευνοϊκό για τους δικούς της σκοπούς· ο τρόπος που αναπτύχθηκε, ωστόσο, σε διάλογο πάνω στην υλικότητα του παρελθόντος του έθνους, ιδιαίτερο και με αποκλεισμούς, η Αμφιπολιτική έγινε κάτι πολύ περισσότερο απειλητικό από ένα παρερμηνευμένο αρχαιολογικό εύρημα: ένας συγκεκριμένος τρόπος αξιολόγησης της ελληνικής αρχαιολογίας μέσα από την κατάργηση τόσο της επιστημονικής όσο και της ανθρωπιστικής της παράδοσης.

Η επίσημη ρητορική γύρω από την Αμφίπολη επανεισάγει την αρχαιολογία ως εθνική επιστήμη, που ασκείται μέσα από την μετάφραση των προγονικών λειψάνων, ως μια «τελετουργία επαλήθευσης» σύμφωνα με την ορολογία της Νάντιας Σερεμετάκη, στη διάρκεια της οποία τα λείψανα των προγόνων του έθνους μεταμορφώνονται στο υλικό που δημιουργούνται οι εθνικές χρονικότητες. Παρομοίως, αν η νεκροπολιτική είναι τεχνολογίες μέσα από τις οποίες υποτάσσεται στρατηγικά η ζωή στην δύναμη του θανάτου, λειτουργώντας παράλληλα με τεχνολογίες  πειθάρχησης για μια όλο και περισσότερο αυταρχική πολιτική (κοινωνική, οικονομική, ή ιδεολογική), στην περίπτωση της Αμφίπολης υπαρκτά σκελετικά υπολείμματα μετατράπηκαν σε ζωντανούς παράγοντες εθνικής ταυτότητας και πολιτισμού, όπως και φυλετική έκφραση σχεδιασμένη για να οργανώσει τον πληθυσμό της χώρας σε σώματα που αξίζουν να καταλαμβάνουν χώρο στη γη της και σώματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ημι-νεκρά, ή νεκρά. Η Αμφιπολιτική έτσι αναζωογονεί μια κάπως γερασμένη και ξεπερασμένη αφήγηση για την πολιτιστική και φυλετική πρωταρχικότητα του ελληνικού έθνους σε συνδυασμό με την βιοπολιτική της ελληνικής κρίσης· με αυτό το τρόπο, η πολιτική και θρησκευτική ηγεσία της χώρας επιθυμεί Να οργανώσει ένα πληθυσμό δεκτικό στην κατάσταση εξαίρεσης που υλοποιείται από την ίδια την κρίση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s