Νίκος Ποταμιάνος: «Κοινοβουλευτισμός, ούτος ο εχθρός». Η Εταιρεία «Ελληνισμός» 1898-1910, Μια οργάνωση της ριζοσπαστικής δεξιάς

Στο άρθρο αυτό, που βασίζεται στη διπλωματική μεταπτυχιακή μου εργασία, θα αναφερθώ σε μερικές πτυχές της ιδεολογίας και της δράσης της εταιρείας «Ελληνισμός», μιας οργάνωσης της ριζοσπαστικής δεξιάς που έδρασε στο ελληνικό βασίλειο στις αρχές του εικοστού αιώνα. Μπορούμε να δούμε τον «Ελληνισμό» ως έναν ενδιάμεσο κρίκο στην πορεία της αστικής κοινωνίας από το φιλελευθερισμό στο φασισμό, ως μια μεταβατική μορφή πολιτικής ιδεολογίας και δράσης. Αυτό θα φανεί καλύτερα με αναφορές στην ιδεολογική διαδρομή του προέδρου της εταιρείας Νεοκλή Καζάζη, ενός συντηρητικού φιλελευθέρου και εκσυγχρονιστή, ενταγμένου στο τρικουπικό κοινωνικό μπλοκ στη δεκαετία του 1880, προς τον πρωτοφασισμό. Ο φασισμός όμως είχε μια έντονα πληβειακή διάσταση, ενώ ο «Ελληνισμός», παρά τα σχετικά βήματα που έκανε, παρέμεινε μια αστική οργάνωση, όπως υποδεικνύουν η κοινωνική του σύνθεση, η ατελής υιοθέτηση της σκοπιάς των λαϊκών τάξεων (πίσω από την οποία προβάλλει ενίοτε ο φόβος και η αντιπαλότητα προς αυτές), αλλά και ορισμένες αντιλήψεις περί ευπρέπειας. Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι δεν βρίσκεται στις προθέσεις μας να κατασκευάσουμε μια εξελικτική αλυσίδα των ιδεολογικών ειδών, ότι είναι λάθος να χαράζουμε ευθείες γραμμές που οδηγούν από ένα σύστημα ιδεών σε ένα «επόμενο» κι ότι η μετάβαση, για την οποία γίνεται λόγος, γνωρίζουμε βέβαια ότι έλαβε χώρα στο μεσοπόλεμο σε μεγάλη κλίμακα, όμως δεν ήταν γενικά αναπόφευκτη: άλλωστε ο Καζάζης ασκεί κριτική στο φασισμό το μεσοπόλεμο, όταν θα υπάρξουν στην Ελλάδα αρκετοί που θα γοητευθούν απ’ αυτόν.

Άννα Μακαντάση: Σχολείο, εθνικισμός και ακροδεξιά

Ο εθνικός εαυτός συγκροτείται και διαρθρώνεται γύρω απ’ την αδιάσπαστη συνέχεια στο χώρο και στον χρόνο. Η πατρίδα ανάγεται σε υπέρτατη αξία και διαχρονικό ιδανικό. Τα χαρακτηριστικά εκείνα που διατηρούνται αναλλοίωτα στο χρόνο ξεκινώντας από τα αρχαία χρόνια και περνώντας από γενιά σε γενιά μέχρι σήμερα, είναι η φιλοπατρία, η γενναιότητα και η αγάπη για την ελευθερία. Η αξία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού παρουσιάζεται ως σημείο αναφοράς τόσο για την σύνθεση της εθνικής ταυτότητας, όσο και για την εξέλιξη του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος είναι πρώτος στην ιεραρχική κλίμακα των πολιτισμών που υπονοείται και στον οποίο ανήκει η Ελλάδα σήμερα. Σημαντικό ρόλο στη σύσταση της εθνικής ταυτότητας παίζει η καλλιέργεια της θρησκευτικής πίστης. Τέλος, ο εθνικός άλλος παρουσιάζεται είτε αποκομμένα, αποσπασματικά και εξωτικά (όταν πρόκειται για μη ευρωπαϊκούς λαούς), υποτιμημένος (όταν πρόκειται για τους εθνικούς μας αντιπάλους), και να υπερέχει επιστημονικά και πολιτισμικά (όταν αφορά την σημερινή δυτική Ευρώπη). Μέσα σ’ αυτό το σχολείο, έχει καταφέρει να εισχωρήσει η Χρυσή Αυγή, μέσω διάφορων υποομάδων που έχει δημιουργήσει με αυτόν ακριβώς το σκοπό. Έτσι, όπως αναφέρει η κ. Καραμανώλη, στα σχολεία παρατηρούνται ολοένα και συχνότερα εκδηλώσεις βίας, επιθετικότητας, ξενοφοβίας και φασιστικής βίας. Αφορμή για την άσκηση λεκτικής και επιθετικής βίας, μπορεί να αποτελεί οποιαδήποτε μορφή διαφορετικότητας (στο χρώμα, στο φύλο, στη θρησκεία ή και αλλού.)

Ευαγγελία Καλεράντε: Τελειώσαμε;*

Η έρευνα μας πραγματοποιήθηκε το Ακαδημαϊκό έτος 2011-2012. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη πολιτική κινητικότητα στο χώρο της «Χρυσής Αυγής» με επικέντρωση στο μεταναστευτικό ζήτημα. Ως ακροδεξιάς χώρος ταυτίζεται με τις απόψεις των Ευρωπαϊκών Ακροδεξιών κομμάτων για την κατώτερη φύση των μεταναστών, ιδιαίτερα των «νέγρων», τους οποίους διακρίνει από τους Αλβανούς και τους Ρωσο-πόντιους. Σε συνοικίες των μεγάλων αστικών κέντρων που κατοικούν ή εργάζονται μετανάστες δημιουργούνται επεισόδια και η «Χρυσή Αυγή» σταδιακά αποκτά ένα ρόλο «προστάτη» των Ελλήνων, εις βάρος των μεταναστών, που αντιμετωπίζουν τις βίαιες αντιδράσεις των μελών της «Χρυσής Αυγής». Η συμπεριφορά των Χρυσαυγιτών έμμεσα νομιμοποιείται, καθώς γίνεται αποδεκτή από την τοπική κοινωνία, που αισθάνεται ότι προστατεύεται έχοντας δίπλα της άτομα, που ενδιαφέρονται γι αυτήν. Φαίνεται ότι η οικονομική κρίση επιτείνει το φαινόμενο της περιθωριοποίησης των ατόμων και με τη συρρίκνωση του κράτους- πρόνοιας, η «Χρυσή Αυγή» αναπληρώνει την «έλλειψη» με τη παροχή μιας προστατευτικής μέριμνας για τα άτομα. Μέσω της «τεχνητής δύναμης», απόρροια της επαφής τους με τα μέλη της «Χρυσής Αυγής», Έλληνες των κατώτερων κυρίως κοινωνικών στρωμάτων αισθάνονται ισχυρότεροι απέναντι στους μετανάστες, τους οποίους αντιμετωπίζουν ως υπαίτιους της οικονομικής κρίσης και της αξιακής διαφθοράς.

John Yiannakis: Kalgoorlie Alchemy, Ξενοφοβία, Πατριωτισμός και οι Αντι-Ελληνικές Ταραχές του 1916

Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1890, όταν οι Αυστραλοί έποικοι, ή τουλάχιστον οι εκπρόσωποι τους, σκέφτονταν να μεταμορφωθούν σε ενιαίο έθνος, περίπου πεντακόσιοι ή εξακόσιοι άνθρωποι γεννημένοι στην Ελλάδα μετανάστευσαν στις ακτές της Αυστραλίας. Η κοινωνία στην οποία έφτασαν «φοβόταν την ανάμειξη των φυλών» και είχε εμμονή με την διατήρηση της φυλετικής καθαρότητας. Αυτά τα συναισθήματα εκφράστηκαν πολύ καλά από το πρωθυπουργό της Δυτικής Αυστραλίας Σερ John Forrest που, το 1897, ολοκλήρωσε την συζήτηση σχετικά με το Νόμο για το Περιορισμό της Μετανάστευσης στη πολιτεία του, λέγοντας «επιθυμούμε να περιορίσουμε αυτή τη χώρα, έτσι ώστε αυτή η χώρα να μην καταληφθεί από φυλές των οποίων οι συμπάθειες, και τρόποι, και έθιμα, δεν είναι δικά μας». Το 1901, το 98% των μη Αβορίγινων κατοίκων ήταν Αγγλοκέλτες, με ακόμη ισχυρούς δεσμούς με τη Βρετανία· το 77% του πληθυσμού είχε γεννηθεί στην Αυστραλία· ενώ 10% γεννήθηκε στην Αγγλία και στην Ουαλία, 5% στην Ιρλανδία και 3% στη Σκωτία. Η μεγαλύτερη μη βρετανική ομάδα μεταναστών ήταν οι Γερμανοί, αποτελώντας το 1% του πληθυσμού της ηπείρου. Ο πληθυσμός των Αβορίγινων δεν σημειώνονταν σε τέτοιους υπολογισμούς και μέχρι το 1967 δεν μετρούνταν στις απογραφές. Για βεβαιωθούν πως η Αυστραλία θα παρέμενε και λευκή και βρετανική, ένας μεταναστευτικός νόμος πέρασε επειγόντως από τη νέα Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση στη διάρκεια της πρώτης κοινοβουλευτικής περιόδου για να κρατήσει μακριά τους «ανεπιθύμητους ξένους». Ο Alfred Deakin, ένας φιλελεύθερος πολιτικός και ο δεύτερος πρωθυπουργός της Αυστραλίας, πίστευε πως «η ενότητα της φυλής ήταν κρίσιμη για την ενότητα της Αυστραλίας». Η Πολιτική της Λευκής Αυστραλίας, όπως έμεινε γνωστός ο Νόμος Περιορισμού της Μετανάστευσης, στόχευε κυρίως στο να δυσκολέψει την είσοδο στην Αυστραλία Ασιατών και μη Ευρωπαίων, ενώ επίσης την δυσκόλευε και για τους μη Βρετανούς Ευρωπαίους. «Λευκή Αυστραλία δεν σήμαινε μόνο μια μεταναστευτική πολιτική που απέκλειε μη λευκούς, αλλά…», με τα λόγια του Deakin, «η απέλαση ή μείωση του αριθμού των ξένων ανάμεσα μας». για την Αυστραλία των αρχών του 20ου αιώνα μια «λιγδωμένη απειλή» ήταν σχεδόν εξίσου απειλητική όσο και η κίτρινη.

Δημήτρης Παρασκευόπουλος: Οι Δρόμοι της Σβάστικας. Ακροδεξιά και Ποδόσφαιρο στην Ελλάδα

Οι στίχοι του Βασίλη Τσιτσάνη «Εμπρός, εμπρός, Παναθηναϊκέ, να την πάρουμε και σήμερα τη νίκη, το Πρωτάθλημα κι η δόξα σού ανήκει» / «Εμπρός Παναθηναϊκέ!» (1964), μετέπειτα οι στίχοι του Κώστα Θεοδωρόπουλου «Ποτέ από τη λεωφόρο, πάντοτε απ’ την ατραπό, περνά ο δρόμος, που οδηγεί στο σ’ αγαπώ»/ «Ντέρμπι/Χούλιγκανς» (1993) είναι ορισμένα δείγματα της κοινωνικοπολιτισμικής σύνδεσης ανάμεσα στην μουσική και την κερκίδα, καθώς η ιστορία του οπαδισμού συντίθεται παίρνοντας τη γεύση των ετερόκλιτων περιεχόμενων των μουσικών ρευμάτων. Στο εσωτερικό της χώρας, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1970 και μετέπειτα, οι κοινότητες οπαδών συνδέθηκαν με την έλευση των λεγόμενων υποπολιτισμικών μουσικών ρευμάτων. Διαβάζοντας μια συνέντευξη ενός μέλους του μουσικού συγκροτήματος Ten Beers After, υποστηρίζεται ότι οι «μεταλλάδες» ήταν η σχέση της μουσικής με την μπάλα τη δεκαετία του 1980 και μετά, ενώ την ίδια εικόνα περιγράφουν παρακάτω μέλη των οπαδικών κοινοτήτων. Σε μια σύντομη ιστορική αναδρομή και βάσει των όσων υποστηρίζει στην έρευνα του ο Συμβουλίδης από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η ήδη διαδεδομένη punk κουλτούρα που εξέφραζε νεαρά άτομα, φτωχών οικογενειών, χαμηλής εκπαίδευσης με μια μέτρια έως και ακραία συντηρητική αντίληψη των πραγμάτων, εξαντλείται. Είναι η περίοδος που γεννιέται το ρεύμα του oi!. Οι skinheads που έρχονται στο φως, με την έλευση αυτού του μουσικού ρεύματος, ως πρωτοπόροι, χαρακτηρίζονται πέραν από τη μαχητικότητα τους αλλά και ως συνδεόμενοι με τη δράση νεοναζιστικών οργανώσεων. Μάλιστα, στο σχολιασμό για το μουσικό συγκρότημα 4-skins ο συγγραφέας αφουγκράζεται μια νεότητα επηρεασμένη από τα όσα συμβαίνουν στη Βρετανία, η οποία βρίσκει καταφύγιο αντίδρασης στη ρητορική του μίσους και του νεοφασισμού. Αυτό το κούμπωμα αναφύεται και στην ελληνική σκηνή μέσω της Ναζιστικής Οργάνωσης Παναθηναϊκών Οπαδών (ΝΟΠΟ) καθώς και της οργάνωσης Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, φιλικά προσκείμενες στην ποδοσφαιρική ομάδα του Παναθηναϊκού στις οποίες τα μέλη, δηλαδή οι ομάδες skinheads όπως πληροφορούμαστε μετέβαιναν στο γήπεδο του Παναθηναϊκού παραταγμένοι, με έντονο στρατιωτικό βηματισμό. Ανάλογη οργάνωση καταγράφεται ιστορικά και στην Α.Ε.Κ (1985-1986) από νεοναζί skinheads οπαδούς της, στην περιοχή της Παλαιάς Κοκκινιάς, η λεγόμενη ΤΟΦΑ (Τρομοκρατική Οργάνωση Φιλάθλων Α.Ε.Κ). Μετέπειτα, μεταξύ των συμμετεχόντων στην κερκίδα του Ολυμπιακού Πειραιώς, καταγράφεται και η δράση των ερυθρών εθνικιστών, οι Misfits οι οποίοι θέτουν ως βασικό έμβλημα την νεκροκεφαλή των SS που παραπέμπει στη χιτλερική Γερμανία. Επιπλέον δίχως να ταυτίζουν την δράση τους με τη μουσική σκηνή, οι red nationalists όπως πληροφορούμαι με κεντρικό τους σύνθημα Θρύλος, θρησκεία, Εθνικισμός και βία σε ένα διαδικτυακό ιστότοπο που διατηρούσαν παρέθεταν τις 15 αρχές του Red Nasionalists δηλαδή των πολεμιστών της Πορφυράς Φάλαγγας.

Mario Sznajder & Zeev Sternhell*: Εθνικοσυνδικαλισμός

Μια από τις βασικές ενδείξεις της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς και μεταξύ επαναστατικού συνδικαλισμού και φασισμού (περνώντας μέσα από τον εθνικοσυνδικαλισμό) ήταν το είδος της επανάστασης που ήθελαν κάποιοι συνδικαλιστές θεωρητικοί να δημιουργήσουν. Όπως ισχύει σχεδόν πάντοτε, η διαλεκτική των στόχων και των μέσων καθόριζε το βαθμό στον οποίο μπορούσε να ξεπεραστεί η γραμμή. Στην περίπτωση κάποιου σαν τον De Ambris, που έγινε μαχητικός αντιφασίστας, η σημασία που έδινε στο ιταλικό εθνικό ζήτημα δεν πρέπει να μας τυφλώνει ως προς το ότι θεωρούσε την πραγματική φύση και σκοπό της επανάστασης την κοινωνικοοικονομική αλλαγή. Από τη σκοπιά του, ο ελιτισμός, η ηθική ανωτερότητα, και ο εθνικισμός ήταν απλά λειτουργικά μέσα για την επιτάχυνση της κινητοποίησης της ιταλικής κοινωνίας προς την προετοιμασία μια επανάστασης. Από την άλλη, άλλοι, όπως οι Lanzillo, Orano, Olivetti, και Panunzio, που έγιναν Φασίστες, έβλεπαν την επανάσταση με όρους ηθικής αλλαγής. Πίστευαν πως η μόνη λειτουργία των κορπορατιστικών και παραγωγιστικών μοντέλων ήταν να στηρίξει την διαδικασία που οδηγούσαν στην ηθική επανάσταση που είχε ανάγκη η Ιταλία. Αυτή η ομάδα δέχονταν την σορελιανή ιδέα πως μια κοινωνία, αν το επιθυμεί να αποφύγει το τέλμα και την παρακμή, πρέπει να ζει σε μια κατάσταση μόνιμης αλλαγής – μια αλλαγή που είναι η ουσία της ιστορίας. Πίστευαν πως η ύπαρξη μιας ελίτ, ενεργοποιημένης από την θέληση για κατάκτηση, αυτής της τέλειας έκφρασης του βολονταρισμού, και ασκώντας τις άλλες ιδανικές αρετές του αλτρουισμού και ηρωισμού, ήταν έμφυτη και σίγουρα όχι λειτουργική σε φύση. Περιέγραφαν την επανάσταση τους ως πρώτα και κύρια μια ηθική μετάλλαξη. Μόνο μια ελίτ που είχε περάσει μια αλλαγή πνευματικών αρχών ήταν ικανή, πίστευαν, να δημιουργήσει το κορπορατιστικό-βιομηχανικό σύστημα που θα έφερνε την Ιταλία έξω από το αδιέξοδο στο οποίο είχε βρεθεί λόγω του πολιτικού προοδευτισμού.

Δημήτριος Μπορμπουδάκης & Δημήτρης Δαλάκογλου: «And Bloodshed Must Be Done». Heavy Metal και Νεοναζισμός στην Ελλάδα

Το 1992, τεράστιες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην χρήση του ονόματος Δημοκρατία της Μακεδονίας ως του ονόματος του νέου κράτους που προέκυψε από την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Εκείνη την εποχή, οι διαμαρτυρίες αυτές προωθούνταν από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη), την Εκκλησία, τα κρατικά και τα πρόσφατα δημιουργημένα ιδιωτικά κανάλια, όπως και από τις περισσότερες εφημερίδες και κόμματα. Στο μεταξύ η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας είχε καταρρεύσει ένα χρόνο νωρίτερα (1991) και εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστών είχαν αρχίσει να έρχονται στην Ελλάδα για πρώτη φορά, κάνοντας την μεγαλύτερη διεθνή πληθυσμιακή εισροή προς την Ελλάδα από το τέλος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1922-23 και την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ των δυο χωρών. Όπως θα έγραφε ένα πρώην ηγετικό στέλεχος της ΧΑ σε βιβλίο ένα χρόνο αργότερα, αυτές ήταν «οι καλύτερες συνθήκες για μια εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση να ανθίσει». Ο Ψαρράς σημειώνει πως ήταν στον απόηχο αυτών των διαδηλώσεων, τον Ιανουάριο του 1993, που η ΧΑ οργανώθηκε ως πολιτικό κόμμα και άρχισε να εκδίδει εβδομαδιαία εφημερίδα. Σημαντικό ήταν, πως αυτά τα γεγονότα έλαβαν χώρα μαζί με την εμφάνιση του αποκαλούμενου δευτέρου κύματος του ελληνικού black metal στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τις περισσότερες μπάντες σε αυτή τη σκηνή να έχουν δεσμούς με τον εθνικοσοσιαλισμό και τις σατανιστικές του παραφυάδες. Οι Legion of Doom, Lamentation (προοίμιο των Der Stürmer), Tatir και Βάκχια Νεράιδα ήταν ανοιχτά αυτό που αναφέρονταν ως National Socialist Black Metal (NSBM), ή «α-πολιτικά».

Αλέξης Ηρακλείδης: Το Ελληνικό Έθνος σε έναν «Εχθρικό Κόσμο». Εθνική Αφήγηση και Επιστημονικός Εθνικισμός

Το άρθρο αυτό εκκινεί από τον καίριο ρόλο που παίζουν οι εθνοκεντρικές αντιλήψεις και οι εικόνες-στερεότυπα στη διεθνή συμπεριφορά. Περιγράφεται στη συνέχεια η ελληνική εθνική ταυτότητα και ο έντονος ελληνικός εθνοκεντρισμός και εθνικισμός. Η εθνική αφήγηση και οι εθνοκεντρικές αντιλήψεις έχουν όχι λίγες φορές επηρεάσει ή και καθορίσει τις επιλογές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και, γενικότερα, τη διεθνή συμπεριφορά της Ελλάδας, ειδικά στα ελληνοτουρκικά και στα γνωστά ως ‘εθνικά θέματα’, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τις δυσάρεστες συνέπειες για τη χώρα Στην κυρίαρχη ελληνική αντίληψη για τους Άλλους επικρατεί η αίσθηση του εχθρικού διεθνούς περιβάλλοντος και της διεθνούς συνομωσίας σε βάρος των Ελλήνων. Στην επεξεργασία και νομιμοποίηση των μανιχαϊστικών αυτών αντιλήψεων που διακατέχουν τους περισσότερους Έλληνες, σημαντική είναι η συμβολή αυτού που ονομάζουμε στο άρθρο μας ‘επιστημονικός’ εθνικισμός, δηλαδή οι στρατευμένες, έντονα εθνοκεντρικές θέσεις μίας μερίδας της ελληνικής διανόησης και της επιστημονικής κοινότητας. Στο άρθρο ο επιστημονικός εθνικισμός διακρίνεται σε τέσσερις τάσεις ή σχολές: ακραιφνής εθνικισμός, θρησκευτικό-πολιτισμικός εθνικισμός της νεορθοδοξίας, γεωπολιτικός εθνοκεντρισμός και εθνική στρατηγική της ισχύος.

Nicola Porro: Νεοφασισμός στα Ιταλικά Γήπεδα

Ο Ιταλός αθλητικογράφος Corrado Zunino έχει γράψει για αυτό που ονόμασε «κρυφό θαυμασμό» του ιταλικού ποδοσφαίρου για το φασισμό. Τα γεγονότα μιλάνε από μόνα τους. Τον Οκτώβριο του 2008, ο Christian Abbiati, ο τερματοφύλακας της AC Milan και της εθνικής Ιταλίας, αποκαλύφθηκε πως σχετίζονταν με την νεοφασιστική οργάνωση Μαύρη Καρδιά, με έδρα το Μιλάνο. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει την σχέση του με την οργάνωση, απάντησε: «Ασπαζόμαστε κοινά φασιστικά ιδανικά της πατρίδας, τα ιδανικά της Καθολικής θρησκείας και την θέληση για την διατήρηση της τάξης στην κοινωνία». Ο τερματοφύλακας που κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελο το 2006, Gianluigi Buffon, εμφανίστηκε στο Ολυμπιακό Στάδιο της Ρώμης με τον αριθμό 88 στο πίσω μέρος της φανέλας του. Ο αριθμός χρησιμοποιείται ως κωδικός αναγνώρισης μεταξύ των νεοναζί· το H είναι το 8ο γράμμα του λατινικού αλφαβήτου, έτσι το 88 μεταφράζεται ως HH, που με την σειρά του σημαίνει «Heil Hitler!», το χαιρετισμό των Waffen SS. Αγνοώντας την οργή των Ιταλών Εβραίων, ο Buffon αργότερα φόρεσε μια μπλούζα με τη φράση «Boia Chi Molla» (Στο διάολο εκείνοι που παραδόθηκαν). Στη διάρκεια της νικητήριας παρέλασης στη Ρώμη, ο ίδιος άνθρωπος πόζαρε μπροστά από ένα άγαλμα φορώντας το κέλτικο σταυρό (σύμβολο νεοφασιστικής ιδεολογίας) και τις λέξεις «Fiero Di Essere Italiano» (Περήφανος που είμαι Ιταλός). Ο αρχηγός της Ιταλικής εθνικής ομάδας, Fabio Cannavaro, κρατούσε ψηλά μια ιταλική σημαία με φασιστικό σύμβολο ενώ έπαιζε στη Μαδρίτη. Το 2007 δάνεισε το όνομα του σε ραδιοφωνικές διαφημίσεις για τις καλοκαιρινές κατασκηνώσεις «Έβα Περόν» που τα οργανώνει η ιταλική ριζοσπαστική δεξιά. Και το ίδιο ισχύει και για τον μέσο της AS Roma, Daniele de Rossi που είναι εκδηλωτικός ως προς τη στήριξη του στο νεοφασιστικό κόμμα Forza Nova. Ο πρώην συμπαίκτης του, Alberto Aquilani, πλέον στην Αγγλία στην Liverpool FC, έχει μια τεράστια συλλογή με προτομές του Mussolini. Άλλοι παίκτες είναι γνωστό πως έχουν το τραγούδι Faccetta Nera ως ήχο κλήσης των κινητών τους. Οι παίκτες με αριστερές συμπάθειες είναι λίγοι και προτιμούν να μένουν σιωπηλοί.

Ehud Sprinzak: Το Καχ και ο Meir Kahane, Η Γέννηση του Εβραϊκού Ημιφασισμού

Οι περισσότεροι Ισραηλινοί ένοιωσαν έκπληξη και δέος όταν έμαθαν στις 24 Ιουλίου 1984 πως το Καχ, το δεξιό πολιτικό κόμμα του Ραβίνου Meir Kahane, είχε κερδίσει μια θέση στη Κνεσσέτ. Με σχεδόν 26000 ψήφους, ο Kahane είχε πετύχει το σκοπό του να μπει στο ισραηλινό κοινοβούλιο. Αυτό του έδωσε ένα δημόσιο βήμα και κοινοβουλευτική ασυλία από την αστυνομική «παρενόχληση». Λίγο μετά την εκλογή του, ο Kahane έκανε σαφές πως δεν είχε σκοπό να γίνει ένας τυπικός κοινοβουλευτικός. Αφοσιωμένος στο αρχικό του σχέδιο να διώξει τους Άραβες από τη Γη του Ισραήλ, ο Kahane είπε πως μια κυβέρνηση συνεργασίας ανίκανη να συντηρήσει την ακεραιότητα του εβραϊκού έθνους δεν θα είχε την κοινοβουλευτική του στήριξη, ούτε και θα εγκατέλειπε τις προσχεδιασμένες παράνομες συγκρούσεις του με Άραβες στα δικά τους χωριά. Μια μέρα μετά την εκλογή, ο Kahane και οι υποστηρικτές του έκαναν πορεία νίκης στο Δυτικό τείχος στην παλιά Ιερουσαλήμ. Περνώντας εσκεμμένα από τον αραβικό τομέα της παλιάς πόλης, οι ενθουσιασμένοι οπαδοί του Kahane έσπαγαν κατά μήκος της αγοράς, αναποδογυρίζοντας πάγκους με λαχανικά, χτυπώντας περαστικούς, υψώνοντας στον αέρα τις σφιγμένες γροθιές τους και λέγοντας στους τρομοκρατημένους Άραβες πως το τέλος της παραμονής τους στη Γη του Ισραήλ ήταν κοντά. Καθώς κανένα τέτοιο ακραίο κόμμα δεν είχε κερδίσει ποτέ πριν την αντιπροσώπευση του στη Κνεσσέτ, υπήρχε δημόσια ανησυχία. Η δημόσια αγωνία ενισχύθηκε όταν έγινε γνωστό πως η στήριξη προς τον Kahane μεταξύ των νέων ήταν αναλογικά πολύ μεγαλύτερη από ότι στον γενικότερο πληθυσμό. Ο Kahane εξασφάλισε περισσότερο από 2,5% των ψήφων του στρατού και περιοδικές δημοσκοπήσεις σε σχολεία και yeshivot έδειξαν μεγάλη αποδοχή των απόψεων του. Αυτό δημιούργησε την αίσθηση πως ο Kahane δεν αποτελούσε μόνο πρόβλημα, αλλά πως είχε γεννηθεί ένα νέο φαινόμενο, ένα «καχανικό σύνδρομο»: μια αυθεντική κοινωνική και πολιτισμική ανάγκη να διατηρηθεί μια ανοιχτά αντιαραβική στάση συνδυασμένη με την απειλή του χουλιγκανισμού των δρόμων.