Γιατί Όλοι Μισούν Την Αστυνομία. Μια Ιστορία σε 9+1 Τραγούδια

Τι είναι η αστυνομία; Ένας απλός ορισμός θα ήταν πως είναι η πολιτική, ένοπλη ή μη, εκείνη δύναμη που είναι επιφορτισμένη με την πρόληψη και την καταστολή της εγκληματικότητας και με την διατήρηση της ευνομίας και τάξης. Δεν μοιάζει ιδιαίτερα κακοήθες αυτό σε πρώτη ματιά, μάλλον μπορεί να μοιάζει και θετικό, αν πιστεύεις στο αστικό ή εργατικό δημοκρατικό κράτος. Μια ματιά όμως σε μέσα και χώρους που επιτρέπουν την αφιλτράριστη έκφραση απόψεων, δημιουργεί ένα ερώτημα: Γιατί τελικά τόση απέχθεια, ανοιχτή και μη, για αυτή την υπηρεσία που υπάρχει για το καλό μας; Η απάντηση αν και με τον παραπάνω συνολικό ορισμό μοιάζει να είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί, ή ακόμη και να εκλογικευτεί, η απάντηση γίνεται πολύ πιο εύκολη αν εστιάσουμε στις λέξεις «εγκληματικότητα» και «ευνομία και τάξη». Χρησιμοποιώντας την μουσική ως όχημα θυμόμαστε το γιατί αυτές οι λέξεις δεν είναι ούτε τόσο απλές στην ερμηνεία τους αλλά ούτε και καλοήθεις πέρα από κάθε αμφιβολία.

Pierre Victor (Benny Lévy): Ο Sartre και ο Αριστερισμός

Ακούγοντας κανείς τον Σαρτρ, δεν θα καταλάβαινε τίποτα ή σχεδόν τίποτα σχετικά με το Κίνημα του Μάη του 68. Ήταν επειδή είχε συνηθίσει τόσα χρόνια να έχει δεμένα τα χέρια; Ήταν η ηλικία; Το ιδεολογικό ενδιαφέρον – τον μονοπωλεί ο Φλομπέρ; – δίχως άλλο, όλα αυτά, αλλά επίσης και το προαίσθημα πως τα πάντα θα ξαναρχίσουν. Τα πάντα πρέπει να ξαναγίνουν. Θα πρέπει να ξανασκεφτούμε το μαρξισμό, να ξανασκεφτούμε τον άνθρωπο. Να ξανασκεφτούμε τον εαυτό μας. Κι αρχίζει κιόλας να νυχτώνει.... Μερικές βδομάδες αργότερα, τα σοβιετικά τανκς τίναζαν στον αέρα ό,τι απέμενε από το σοσιαλισμό, «που είχε έρθει από το κρύο». Αυτή τη φορά, τέρμα: δεν μπορεί πια να γίνεται λόγος για μεταρρυθμίσεις: Δεν θα επισκευάσουμε τη μηχανή, πρέπει να την αρπάξουν οι λαοί και να την πετάξουν στα σκουπίδια.

Gabriel Kuhn: Οι Πειρατές, ο Deleuze και ο Guattari

Το γαλλικό φιλοσοφικό-ψυχαναλυτικό δίδυμο των Gilles Deleuze και Félix Guattari εισήγαγαν την έννοια της νομαδικής πολεμικής μηχανής στο βιβλίο του Χίλια Πλατώματα το 1980. Για αυτούς, η «πολεμική μηχανή είναι σαν την αναγκαία συνέπεια της νομαδικής οργάνωσης». Είναι «εξωτερική προς το μηχανισμό του Κράτους». Αυτό που είναι σημαντικό στην θεωρία τους είναι πως «η πολεμική μηχανή έχει μια ιδιαίτερα μεταβλητή σχέση με τον ίδιο το πόλεμο». Δεν έχει «στη πράξη το πόλεμο ως βασικό της αντικείμενο, αλλά ως δευτερεύοντα, συμπληρωματικό, με την έννοια που καθορίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστρέψει το Κράτος-μορφή ή την πόλη-μορφή με την οποία συγκρούεται». Είναι μόνο όταν το κράτος «οικειοποιείται την πολεμική μηχανή» που παίρνει «το πόλεμο ως το άμεσο και βασικό της αντικείμενο» και πως «ο πόλεμος υποτάσσεται στους στόχους του Κράτους». Στο βαθμό που η πολεμική μηχανή είναι στα χέρια των νομάδων, «έχει ως αντικείμενο της όχι το πόλεμο, αλλά η ιχνηλάτηση μια δημιουργικής γραμμής φυγής, την σύνθεση ενός ομαλού χώρου και της κίνησης των ανθρώπων σε αυτό το χώρο». Αυτή η τελευταία πτυχή εξηγεί την σύνδεση της έννοιας με την χρυσή εποχή της πειρατείας. Στην ορολογία των Deleuze και Guattari, η χρυσή εποχή της πειρατείας αποτελούσαν μια νομαδική πολεμική μηχανή ως μια αναπόφευκτη πτυχή της πάλης τους για ελευθερία από το κράτος και την καπιταλιστική καταπίεση. Η «δημιουργική γραμμή φυγής», η «σύνθεση ενός ομαλού χώρου» και η «κίνηση των ανθρώπων μέσα σε αυτό το χώρο» ήταν όλα κυριολεκτικές πτυχές της πειρατικής ύπαρξης στη διάρκεια της χρυσής εποχής. Η πολεμική τους μηχανή δεν σκόπευε την ίδρυση ολοκληρωτικών τάξεων – σκόπευε να καταστρέψει το κράτος και τα τσιράκια του.

Mario Sznajder & Zeev Sternhell*: Εθνικοσυνδικαλισμός

Μια από τις βασικές ενδείξεις της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς και μεταξύ επαναστατικού συνδικαλισμού και φασισμού (περνώντας μέσα από τον εθνικοσυνδικαλισμό) ήταν το είδος της επανάστασης που ήθελαν κάποιοι συνδικαλιστές θεωρητικοί να δημιουργήσουν. Όπως ισχύει σχεδόν πάντοτε, η διαλεκτική των στόχων και των μέσων καθόριζε το βαθμό στον οποίο μπορούσε να ξεπεραστεί η γραμμή. Στην περίπτωση κάποιου σαν τον De Ambris, που έγινε μαχητικός αντιφασίστας, η σημασία που έδινε στο ιταλικό εθνικό ζήτημα δεν πρέπει να μας τυφλώνει ως προς το ότι θεωρούσε την πραγματική φύση και σκοπό της επανάστασης την κοινωνικοοικονομική αλλαγή. Από τη σκοπιά του, ο ελιτισμός, η ηθική ανωτερότητα, και ο εθνικισμός ήταν απλά λειτουργικά μέσα για την επιτάχυνση της κινητοποίησης της ιταλικής κοινωνίας προς την προετοιμασία μια επανάστασης. Από την άλλη, άλλοι, όπως οι Lanzillo, Orano, Olivetti, και Panunzio, που έγιναν Φασίστες, έβλεπαν την επανάσταση με όρους ηθικής αλλαγής. Πίστευαν πως η μόνη λειτουργία των κορπορατιστικών και παραγωγιστικών μοντέλων ήταν να στηρίξει την διαδικασία που οδηγούσαν στην ηθική επανάσταση που είχε ανάγκη η Ιταλία. Αυτή η ομάδα δέχονταν την σορελιανή ιδέα πως μια κοινωνία, αν το επιθυμεί να αποφύγει το τέλμα και την παρακμή, πρέπει να ζει σε μια κατάσταση μόνιμης αλλαγής – μια αλλαγή που είναι η ουσία της ιστορίας. Πίστευαν πως η ύπαρξη μιας ελίτ, ενεργοποιημένης από την θέληση για κατάκτηση, αυτής της τέλειας έκφρασης του βολονταρισμού, και ασκώντας τις άλλες ιδανικές αρετές του αλτρουισμού και ηρωισμού, ήταν έμφυτη και σίγουρα όχι λειτουργική σε φύση. Περιέγραφαν την επανάσταση τους ως πρώτα και κύρια μια ηθική μετάλλαξη. Μόνο μια ελίτ που είχε περάσει μια αλλαγή πνευματικών αρχών ήταν ικανή, πίστευαν, να δημιουργήσει το κορπορατιστικό-βιομηχανικό σύστημα που θα έφερνε την Ιταλία έξω από το αδιέξοδο στο οποίο είχε βρεθεί λόγω του πολιτικού προοδευτισμού.

Federico Finchelstein: Φασισμός Εναντίον Ψυχανάλυσης

Ως νεαρός ποιητής που μόλις είχε επιστρέψει στην Ευρώπη, ο Jorge Luis Borges έγραψε σε ένα Ισπανό φίλο του το 1921 για ένα φιλόδοξο – αν όχι αδύνατο – λογοτεχνικό εγχείρημα, να γράψει ένα συλλογικό και φανταστικό μυθιστόρημα μαζί με τον Mecedonio Fernandez και άλλους λογοτέχνες φίλους. Η πλοκή, είπε ο Borges, θα περιστρέφονταν γύρω από ένα φανταστικό μπολσεβίκικο σχέδιο να κερδίσουν την εξουσία με το να διαδώσουν μια «γενική νεύρωση» μεταξύ του αργεντίνικου λαού. Ο Borges φυσικά, δεν έγραψε ποτέ αυτό το μυθιστόρημα, και μάλλον δεν είχε προβλέψει πως κάποιος θα φαντάζονταν την υποθετική πλοκή ως πραγματική απειλή προς τη χώρα. Και όμως αυτή ακριβώς ήταν η απειλή που μια ομάδα φασιστών στην Αργεντινή αναγνώρισαν ως εβραϊκή συνωμοσία – δείχνοντας ακόμη και τον ίδιο τον Borges ως μέρος της συνωμοσίας. Σύμφωνα με αυτή την ομάδα, οι Εβραίοι ήταν η επιτομή και της ίδιας της συλλογικής νεύρωσης και συνωμοτούσαν να πάρουν τον έλεγχο της χώρας με το να διαδώσουν την ασθένεια. Η φροϋδική ψυχανάλυση εδώ αποτελούσε και μέσο και σκοπό.

Δημήτριος Μπορμπουδάκης & Δημήτρης Δαλάκογλου: «And Bloodshed Must Be Done». Heavy Metal και Νεοναζισμός στην Ελλάδα

Το 1992, τεράστιες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην χρήση του ονόματος Δημοκρατία της Μακεδονίας ως του ονόματος του νέου κράτους που προέκυψε από την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Εκείνη την εποχή, οι διαμαρτυρίες αυτές προωθούνταν από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη), την Εκκλησία, τα κρατικά και τα πρόσφατα δημιουργημένα ιδιωτικά κανάλια, όπως και από τις περισσότερες εφημερίδες και κόμματα. Στο μεταξύ η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας είχε καταρρεύσει ένα χρόνο νωρίτερα (1991) και εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστών είχαν αρχίσει να έρχονται στην Ελλάδα για πρώτη φορά, κάνοντας την μεγαλύτερη διεθνή πληθυσμιακή εισροή προς την Ελλάδα από το τέλος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1922-23 και την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ των δυο χωρών. Όπως θα έγραφε ένα πρώην ηγετικό στέλεχος της ΧΑ σε βιβλίο ένα χρόνο αργότερα, αυτές ήταν «οι καλύτερες συνθήκες για μια εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση να ανθίσει». Ο Ψαρράς σημειώνει πως ήταν στον απόηχο αυτών των διαδηλώσεων, τον Ιανουάριο του 1993, που η ΧΑ οργανώθηκε ως πολιτικό κόμμα και άρχισε να εκδίδει εβδομαδιαία εφημερίδα. Σημαντικό ήταν, πως αυτά τα γεγονότα έλαβαν χώρα μαζί με την εμφάνιση του αποκαλούμενου δευτέρου κύματος του ελληνικού black metal στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τις περισσότερες μπάντες σε αυτή τη σκηνή να έχουν δεσμούς με τον εθνικοσοσιαλισμό και τις σατανιστικές του παραφυάδες. Οι Legion of Doom, Lamentation (προοίμιο των Der Stürmer), Tatir και Βάκχια Νεράιδα ήταν ανοιχτά αυτό που αναφέρονταν ως National Socialist Black Metal (NSBM), ή «α-πολιτικά».

Juan Suriano: Πολιτιστικές και Πολιτικές Πρακτικές του Αργεντίνου Αναρχισμού

Για να γίνει αντιληπτό το σχετικό βάρος των αναρχικών, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνθήκες ξεριζωμού, εκμετάλλευσης και λήθης που χαρακτήριζαν μεγάλο τμήμα των εργατών στις αρχές του αιώνα. Στην μεγάλη πλειοψηφία τους ήταν εξωτερικοί ή εσωτερικοί μετανάστες, προερχόμενοι από άλλες χώρες ή επαρχίες και πάντως καινούργιοι στις πόλεις, όπου ζούσαν σε ένα ξένο περιβάλλον μεταξύ ξένων. Οι περισσότεροι από αυτούς έφταναν στα αστικά κέντρα με την έντονη επιθυμία της κοινωνικής ανόδου, η οποία, πολλές φορές, καθυστερούσε σημαντικά να πραγματοποιηθεί. Έχοντας κόψει τους άμεσους δεσμούς με την ιδιαίτερη πατρίδα τους, με την οικογένειά τους, με τις παραδόσεις τους και, κατά συνέπεια, έχοντας χάσει την ασφάλεια που τους παρείχε η συμμετοχή τους στην τοπική κοινότητα και στην οικογένεια, βρίσκονταν σε μια εχθρική κοινωνία, στην οποία ούτε η εκκλησία ούτε το κράτος ούτε οι ίδιοι οι εθνικοί θεσμοί μπορούσαν να παίξουν τον ρόλο εκείνων ή το έκαναν μόνο μερικώς μέσω των αλληλοβοηθητικών συλλόγων. Σε μεγάλο βαθμό οι εργάτες βασίζονταν μόνο στην ικανότητά τους για εργασία, στις προσδοκίες τους και στην επιθυμία βελτίωσης της θέσης τους. Η επιθυμία τους να ανήκουν σε ένα χώρο, ειδικά όταν επρόκειτο για μετανάστες χωρίς οικογένεια, γινόταν πιο ορατή όταν ματαιώνονταν οι προσδοκίες τους για κοινωνική άνοδο. Και αν η συνδικαλιστική οργάνωση μπορούσε να τους προσφέρει τη δυνατότητα να θέτουν τις πιο άμεσες οικονομικές διεκδικήσεις τους, οι λέσχες και τα κέντρα λειτουργούσαν ως χώροι συνάντησης και κοινωνικοποίησης, ως χώροι συμμετοχής όπου διαλυόταν ο ατομικισμός και διαγραφόταν η συλλογική δράση. Αυτοί οι χώροι, στις στιγμές της σύγκρουσής, γίνονταν το σημείο συνάντησης μεταξύ αναρχικών και εργατών και ο λόγος των πρώτων μπορούσε να γίνει πιστευτός από τους δεύτερους.

Max Horkheimer & Alexander Mitscherlich: Συζήτηση για τον Hitler

Μπορώ να έχω γνώμη μόνο για τη σημερινή εποχή και πιστεύω πώς η ανάγκη για ένα υποκατάστατο της θρησκείας είναι σήμερα πιο έντονη από ότι ήταν στον 19ο αιώνα. Γιατί η θρησκεία περνάει μια κρίση και τα αίτια βρίσκονται κυρίως στον οικονομικό τομέα. Η αστική τάξη δεν είναι πιά αυτό που ήταν τον 19ο αιώνα· σήμερα δεν υπάρχουν αναλογικά τόσες πολλές ανεξάρτητες υπάρξεις. Η οικογένεια έχει περιοριστεί σε μικρή οικογένεια, ο γιος δεν ακολουθεί πιά τα ίχνη τού πατέρα, ώστε να παραδειγματίζεται από αυτόν και ο πατέρας να ξέρει ότι ή ζωή του συνεχίζεται με τη ζωή τού γιού του. Ο πάππους είναι το πολύ-πολύ βάρος για την οικογένεια. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει πιά η χαρακτηριστική συνέχιση της ζωής όπως υπήρχε παλαιοτέρα σε κάθε οικογένεια με τα εγγόνια και τα δισέγγονο, για τα οποία εργαζόταν κανείς και τα οποία διατηρούσαν τις αναμνήσεις. Αυτά τα αποφασιστικά για τη θρησκεία στοιχεία εξαφανίζονται με τη σημερινή αναδιάρθρωση της κοινωνίας και έτσι δημιουργείται η ανάγκη για ένα υποκατάστατο. Έτσι φαίνεται να είναι.

Julien Vercueil: Το Ελληνικό Διήγημα στη Μακρά Δεκαετία του ’60. Η Ιδιότυπη Περίπτωση του Μάριου Χάκκα

Η μακρά δεκαετία του ’60 κλείνει απότομα με την άνοδο των συνταγματαρχών στην εξουσία καθώς η χούντα καταδικάζει τους συγγραφείς στη σιωπή — πριν εκείνοι αρχίσουν συλλογική αντίσταση δημοσιεύοντας τα Δεκαοχτώ Κείμενα (1970) και τα Νέα Κείμενα (1971). Ο διηγηματογράφος Μάριος Χάκκας συμμετέχει στις συζητήσεις που ευνοεί μια περίοδος πλούσια σε λογοτεχνικές καινοτομίες και πρωτοπορίες. Βιώνει όμως ταυτόχρονα το καταπιεστικό κλίμα. Γεννημένος το 1931, δεν συμμετείχε άμεσα ούτε στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο ούτε στον εμφύλιο. Νεαρός ακόμη στρατεύεται στις τάξεις της αριστεράς και μένει στην φυλακή από το 1954 μέχρι το 1958. Πολύ νωρίς όμως διαφωνεί με τη σκληρή γραμμή του ΚΚΕ και διαλέγει μια πιο ανθρώπινη γραμμή. Στην Καισαριανή ασχολείται με πολιτιστικές δραστηριότητες στη Φιλοπροοδευτική Ένωση Νέων (ΦΕΝ), πρώτη αριστερή πολιτιστική οργάνωση της Ελλάδας μετά τον εμφύλιο. Παρόλο που ο Μάριος Χάκκας διαφωνεί με τους ηγέτες του κόμματος και απομακρύνεται πολύ γρήγορα από την τεχνοτροπία που επιβάλλει το ΚΚΕ, παραμένουν στο έργο του αναμφισβήτητες σχέσεις ανάμεσα στη λογοτεχνική δημιουργία και τον πολιτικό αγώνα όπως υπογραμμίζει ο Χριστόφορος Μηλιώνης στις Υποθέσεις του: «Λίγες είναι οι περιπτώσεις — και θα κάνω τη μόνη εξαίρεση σ’ αυτό το κείμενο, για ν’ αναφέρω ενδεικτικά το όνομα του μακαρίτη Μάριου Χάκκα — που ο πολιτικός προβληματισμός κρατήθηκε στον πυρήνα του έργου του, αλλά διαποτίζεται από τόσους πικρούς χυμούς της ατομικής εμπειρίας, που τελικά αλλοιώνεται η σύστασή του και καταλήγει να γίνεται πρόβλημα της ατομικής ύπαρξης». Ακόμα και αν αλλάζει ριζικά την τεχνοτροπία του όσο αφορά την προσέγγιση του διηγήματος, εγκαταλείποντας σταδιακά τα ρεαλιστικά γνωρίσματα και υιοθετώντας τα χαρακτηριστικά του μοντερνισμού, κρατάει μια στενή σχέση με την πολιτική.

Bruce Clark: Το Αϊβαλίκ και Τα Φαντάσματα Του

Στο σημερινό Αϊβαλίκ, δεν υπάρχουν πολλοί με λεπτομερή γνώση εκείνης της περιόδου. Αν ένας ντόπιος θελήσει να μιλήσει για την ιστορία, είναι πιο πιθανό να μιλήσει για την ιστορία της Κρήτης, και πως ήταν να είσαι μουσουλμάνος εκεί. Μεταξύ των Μουσουλμάνων Κρητικών, οι αναμνήσεις που καλλιεργούν πιο έντονα είναι σχεδόν καθρέφτης εκείνων που αγαπούν οι Ορθόδοξοι Έλληνες. Οι στιγμές που η επίσημη ελληνική ιστορία γιορτάζει, εκείνοι θρηνούν – και το αντίστροφο. Στη συλλογική τους μνήμη, η γέννηση του ελληνικού εθνικισμού είναι μια τραγωδία που εκτυλίσσεται. Πως αντιστοιχεί αυτό με ότι πραγματικά συνέβη στη Κρήτη; Από την μια, ο 19ος αιώνας είδε τρομερή αιματοχυσία μεταξύ των Μουσουλμάνων Κρητικών και των Χριστιανών γειτόνων τους, ακόμη και για τα δεδομένα των οθωμανικών Βαλκανίων. Η υπόθεση πως «η ζωή είχε γίνει ανυπόφορη» είναι εύκολο να υποστηριχθεί, ειδικά σε σχέση με τις αγροτικές περιοχές όπου τα αγροκτήματα και τα σπίτια που ανήκαν σε Μουσουλμάνους καίγονταν συστηματικά καθώς οι Έλληνες Χριστιανοί κέρδιζαν το πάνω χέρι. Πέρα από τις σεχταριστικές διαμάχες, η κουλτούρα των κρητικών βουνών ήταν πάντοτε εκείνη του έντονου ανταγωνισμού μεταξύ βαριά οπλισμένων, εκτεταμένων οικογενειών, που συνεχώς έκλεβε ο ένας τα κοπάδια του άλλου και έπαιρναν εκδίκηση για αρχαία κακά. Η αντιπαλότητα μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων έγινε η πιο αιματηρή τοπική διαμάχη ανάμεσα τους αν και δεν ήταν η μόνη. Από την άλλη, οι Κρητικοί Μουσουλμάνοι συνέχισαν να μοιάζουν με τους Χριστιανούς γείτονες τους (και συχνά συγγενών τους) – στην ομιλία τους, τα ήθη και το δέσιμο με το τόπο – με ένα τρόπο που ήταν ασυνήθιστος μεταξύ των Οθωμανικών Μουσουλμανικών κοινοτήτων στην περιοχή της σημερινής Ελλάδας.