Dwight A. McBride: Αισθάνσου την Οργή. Μια Ανάμνηση Από Την Εξέγερση του Λος Άντζελες το 1992

[…] αν και συχνά έχουμε την τάση να στρεφόμαστε προς προοδευτικά μοντέλα κατανόησης της ιστορίας, η «πρόοδος» για τους Αφροαμερικάνους ήταν πάντοτε κάτι σαν ψευδαίσθηση. Το αφήγημα της ιστορίας μας μοιάζει περισσότερο με την αδύνατη μοίρα του θρυλικού βασιλιά της Κορίνθου, Σίσυφου, που είναι καταραμένος για πάντα να σπρώχνει το βράχο πάνω στο βουνό παρόλο που αναπόφευκτα κυλά ξανά προς τα κάτω. Αντίθετα, θα ήθελα να στρέψω τη προσοχή μας για μια στιγμή στο θυμό, την οργή, την αγανάκτηση, τον αποκλεισμό, την απελπισία και την αδικία που γέννησαν τη βία που είδαμε όλοι στο τέλος του Απριλίου.

Richard Arnold & Ekaterina Romanova: Το «Μέλλον του Λευκού Κόσμου;». Μια Ανάλυση της Ρωσικής Ακροδεξιάς

Οι ακροδεξιές ομάδες στην Ρωσία προωθούν ιδέες φυλετικής υγιεινής και το τερματισμό της μουσουλμανικής μετανάστευσης. Οι ιδέες αυτές είναι ευρέως διαδεδομένες στην ευρωπαϊκή ακροδεξιά. Επιπλέον, οι διανοούμενοι της ρωσικής ακροδεξιάς αναζητούν την υποστήριξη και συχνά συνδέονται με τους Ευρωπαίους ομόλογους τους. Είναι ξεκάθαρο λοιπόν πως υπάρχει ένας βαθμός τουλάχιστον ιδεολογικής επικάλυψης. Ωστόσο, η μετάδοση ιδεών μεταξύ της ρωσικής ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής δεξιάς οδηγεί σε ερωτήματα. Πως τοποθετούν οι οπαδοί της ακραίας δεξιάς την Ρωσία σε σχέση με την Ευρώπη; Πως αντιλαμβάνονται την αλληλεπίδραση μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας στην καταπολέμηση της κοινών θεωρούμενων προκλήσεων της μετανάστευσης και της διατήρησης του εθνικού γενοτύπου; Πως πρέπει να γίνει κατανοητή η έννοια της «φυλής»; Τα ερωτήματα αυτά είναι σημαντικά για μια σειρά από λόγους. Πρώτα, όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, δίχως μια τέτοια μελέτη υπάρχει κίνδυνος να μην γίνει κατανοητή η ιδεολογία κάθε κομματιού της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Μπορεί να έχει πραγματικές συνέπειες όταν φτάνουμε στην χάραξη πολιτικής. Δεύτερο, ενώ η ρωσική ακροδεξιά παραδοσιακά υιοθετεί αντιδυτικές θέσεις, η εξήγηση του διασυνοριακού διαλόγου μεταξύ ρωσικής και ευρωπαϊκής ακροδεξιάς αποτελεί αίνιγμα. Τέλος, η κατανόηση του βαθμού που οι ιδέες, που εκφράζει η ακροδεξιά, ενεργοποιούν θέματα ρωσικού εθνικισμού και έχει επιπτώσεις για το πόσο δημοφιλής μπορεί να γίνει και στη συνέχεια πόσο πιθανό είναι το εφιαλτικό σενάριο μιας «Ρωσίας της Βαϊμάρης».

Τάσος Κωστόπουλος: Η Κληρονομιά του «εσωτερικού εχθρού»

Όταν μιλάμε για τις στερήσεις της ιθαγένειας Ελλήνων πολιτών, αναφερόμαστε σε μια διοικητική πρακτική που εφαρμόστηκε στη χώρα μας σε λιγότερο ή περισσότερο μαζική κλίμακα για έξι συνεχόμενες δεκαετίες, με διαδικασίες που διεξάγονταν κατά κανόνα εν κρυπτώ, προστατευμένες από κάθε λογής εθνικά και υπηρεσιακά απόρρητα, μακριά από το δημόσιο βλέμμα και οποιονδήποτε δημοκρατικό έλεγχο. Η αδιάλειπτη συνέχιση αυτής της πρακτικής θα μπορούσε άλλωστε να θεωρηθεί ως η πιο απτή απόδειξη της συνέχειας του κράτους, ανεξάρτητα από κυβερνητικές και πολιτειακές μεταβολές ή από τους κατά καιρούς αναπροσανατολισμούς των συμμαχιών της χώρας. Ένας ποσοτικός απολογισμός αυτής της πρακτικής είναι ουσιαστικά αδύνατος, καθώς ένα μεγάλο μέρος από αυτές τις αφαιρέσεις ιθαγένειας δεν δημοσιεύθηκε ποτέ ούτε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ούτε πουθενά αλλού. Γνωρίζουμε μόνο κάποια επιμέρους στατιστικά στοιχεία, που αφήνουν απλώς να διαφανεί η έκταση του φαινομένου. Με βάση το ΛΖ' Ψήφισμα του 1947 και τις διατάξεις που το διαδέχθηκαν, έχασαν την ιθαγένειά τους κατά τη δεκαπενταετία 1948-1963 τουλάχιστον 22.366 Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες ή μετανάστες, στους οποίους πρέπει να προστεθούν άλλα 2.800 θύματα των ίδιων διατάξεων (κυρίως του άρθρου 20 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας) στη διάρκεια της χούντας. 60.044 «αλλογενείς» έχασαν την ιθαγένειά τους μεταξύ 1955 και 1997 βάσει του άρθρου 19 του ΚΕΙ ενώ απροσδιόριστος παραμένει ο αριθμός των ιθαγενειών που αφαιρέθηκαν (τόσο πριν όσο και μετά τη θέσπιση του ΚΕΙ) με βάση τις προγενέστερες αντίστοιχες διατάξεις ενός προεδρικού διατάγματος του 1927, ή βάσει του μεταξικού Α.Ν. 2280/40 και του κατοχικού 580/43. Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, πάντως, μπορούμε με ασφάλεια να μιλάμε για αρκετές δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους: μια συγκεντρωτική καταγραφή των υπηρεσιών ασφαλείας υπολόγιζε το 1973 ότι 75.886 «φυγάδες» της δεκαετίας του ’40 είχαν στερηθεί την ιθαγένειά τους ' αφαιρώντας απ’ αυτό τον αριθμό τις 25.000 περίπου δημοσιευμένες περιπτώσεις του ΛΖ' Ψηφίσματος και του άρθρου 20 του ΚΕΙ, καθώς και τους λιγότερους από 10.000 μη μουσουλμάνους «αλλογενείς» Έλληνες πολίτες που έχασαν την ιθαγένειά τους βάσει του άρθρου 19, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα υπόλοιπο 45.000 περίπου «φυγάδων» που αντιμετωπίστηκαν με βάση αυτές τις παλιότερες διατάξεις -στους οποίους θα πρέπει να προστεθούν επίσης πολλές χιλιάδες ιθαγένειες «αλλογενών» (Βλάχων, Εβραίων και Σλαβομακεδόνων) που αφαιρέθηκαν, με βάση το διάταγμα του 1927, στα προπολεμικά χρόνια.

Andrew Samuels: Εθνική Ψυχολογία, Εθνικοσοσιαλισμός και Αναλυτική Ψυχολογία

Καθώς αυτό που γράφω είναι κυρίως ψυχολογικά, ιδεολογικά, και κριτικά – όχι ιστορικά – μπορεί να βοηθήσει να αναφέρω μερικές γενικές πληροφορίες, τις οποίες θα αναλύσω σε όλη την έκταση του άρθρου, για εκείνους που δεν γνωρίζουν τις δραστηριότητες του Jung κατά τη δεκαετία του 1930. Θα προσπαθήσω να συνοψίσω επίσης, αν και δεν θα κρίνω στο σημείο αυτό, κάποιες από τις ιδέες του για την «εβραϊκή ψυχολογία». Αυτές οι δραστηριότητες και ιδέες έχουν υπάρξει το αντικείμενο έντονων αντιπαραθέσεων από τη δεκαετία του 1930 ως τα σήμερα. Πρέπει να ειπωθεί πως μια οριστική αντικειμενική βάση για ξεκάθαρη άποψη είναι ιδιαίτερα δύσκολη, αν όχι αδύνατο να σχηματιστεί. Παρόλα αυτά, όταν μιλάω για το ζήτημα του Jung, του αντισημιτισμού και του ναζισμού, έχω συναντήσει ευρύτατη άγνοια, ακόμη και μεταξύ γιουνγκιανών αναλυτών, του τι ήταν αυτό που είπε και έκανε ο Jung που προκάλεσε τόσο μακροχρόνια κατακραυγή. Τα μη-γιουνγκιανά ακροατήρια, από την άλλη, συχνά μοιάζουν να «ξέρουν» πως ο Jung ήταν αντισημίτης, υποστηρικτής του Hitler, και ούτω καθεξής – αλλά δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για τις λεπτομέρειες. Το 1933 ανέλαβε την προεδρία της Γενικής Ιατρικής Ένωσης της Ψυχιατρικής (ΓΙΕΨ). Αυτό ήταν ένα επαγγελματικό όργανο με μέλη από διάφορες χώρες, αλλά παρόλα αυτά με έδρα τη Γερμανία και υπέκυπτε στον έλεγχο των Ναζί. Ο Jung ισχυρίζονταν πως ανέλαβε την θέση με ξεκάθαρο στόχο να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των Εβραίων ψυχοθεραπευτών και τροποποίησε το καταστατικό της Ένωσης έτσι ώστε να γίνει πλήρως και επίσημα διεθνές (αργότερα «υπερεθνικό») όργανο. Η πρώην Γενική ένωση έγινε το γερμανικό εθνικό μέλος. Η συμμετοχή γίνονταν μέσω εθνικών ενώσεων με μια ειδική κατηγορία ατόμων μελών. Οι εβραίοι ήταν ήδη αποκλεισμένοι από την γερμανική εθνική ένωση και έτσι, υπό την νέα πρόβλεψη του Jung, μπορούσαν να ενταχθούν στην Ένωση μέσω συμμετοχής του εξατομικευμένου τμήματος. Ο Jung υποστήριζε πάντοτε πως τα κίνητρα του για την ανάληψη της προεδρίας ήταν η προστασία των Εβραίων συναδέλφων κατά αυτό το τρόπο και να κρατήσει την ψυχολογία ζωντανή στη Γερμανία. Τα βιβλία του Freud κάηκαν και «απαγορεύτηκε» το 1993.

Mark Mazower: Το εβραϊκό ζήτημα και η κατοχή

Στα τέλη Μαρτίου 1944, ο Ναπολέων Ζέρβας κατέγραψε στο προσωπικό του ημερολόγιο τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν, τα παράξενα όνειρά του, τις συνηθισμένες πλέον προστριβές με τον ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και τις σχέσεις του με τους Βρετανούς συνδέσμους. Ωστόσο, δεν έγραψε τίποτα για το δραματικό συμβάν που συντελούνταν λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από το λημέρι του: οι γερμανικές αρχές είχαν μόλις αποστείλει, μέσα σε μια μέρα, το σύνολο ίου εβραϊκού πληθυσμού των Ιωαννίνων σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όπως προκύπτει από τα απομνημονεύματα των τοπικών εκκλησιαστικών και άλλων παραγόντων, ο διωγμός των 1.500 Εβραίων της πόλης δημιούργησε μια σειρά από αμφιλεγόμενα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα για τους υπόλοιπους κατοίκους της· παρ’ όλα αυτά, μάταια ψάχνουμε να βρούμε στο ημερολόγιο του Ζέρβα κάποια, έστω, αναφορά στα δραματικά αυτά γεγονότα. Ως εάν η οριστική λύση του εβραϊκού ζητήματος στην Ελλάδα να ανήκε σε κάποιον άλλο πόλεμο, διαφορετικό από αυτόν του ΕΔΕΣ. Ο Ζέρβας δεν αποτελεί εξαίρεση. Ούτε οι Βρετανοί αξιωματικοί σύνδεσμοι ούτε παλιοί αντιστασιακοί του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αφιερώνουν μεγάλη προσοχή στη μοίρα των Εβραίων. Στην καλύτερη περίπτωση υπάρχει κάποια φευγαλέα αναφορά στην παρουσία στα βουνά ορισμένων Εβραίων που είχαν δραπετεύσει. Αλλά, κατά κανόνα, έχουμε απλώς σιωπή.

Ζήσης Παπαδημητρίου: Από το μύθο της «φυλής» στη βαρβαρότητα του ρατσισμού

Η εμφάνιση της φυλετικής ιδέας, που αποτελεί άλλωστε και τη βάση του σύγχρονου ευρωαμερικανικού ρατσισμού, τοποθετείται χρονικά στα τέλη του 15ου αιώνα και συμπίπτει ιστορικά με την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου (1492-1494), τη ληξιαρχική πράξη γένεσης του αποικιοκρατικού συστήματος. Καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη της φυλετικής ιδέας υπήρξαν οι επαφές των Ευρωπαίων με άλλους λαούς στην Αμερική, την Αφρική και την Ασία. Τα κυρίαρχα κοινωνικά στρώματα των εκάστοτε ισχυρών εθνικών κρατών της Ευρώπης (Ισπανία, Πορτογαλία, Αγγλία, Ολλανδία, Γαλλία, Βέλγιο και Γερμανία) καλλιέργησαν συνειδητά και από κοινού την ιδέα της «κατωτερότητας» των λαών στις αποικίες, τονίζοντας συγχρόνως τη δική τους βιολογική, πνευματική, πολιτιστική και ηθική «ανωτερότητα», προκειμένου να εξασφαλίσουν αλλά και να νομιμοποιήσουν τα αποικιοκρατικά τους συμφέροντα. Κι ενώ ο μύθος σχετικά με τη φυλετική ανωτερότητα των λευκών είναι κατασκεύασμα της αποικιοκρατικής πολιτικής, στην ανάπτυξη και διάδοση της φυλετικής θεωρίας σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η επιστήμη γενικά και η ανθρωπολογία ειδικότερα. Το αργότερο από τα μέσα του 18ου αιώνα και μετά επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων (φυσιοδίφες, βιολόγοι, ανατόμοι κλπ.) επιδίδονται με πάθος στη φυλετική ταξινόμηση και κατηγοριοποίηση του ανθρώπινου γένους. Χρησιμοποιώντας ως κριτήριο φαινοτυπικά γνωρίσματα, όπως το χρώμα του δέρματος, το σχήμα του κρανίου, την κατασκευή των μαλλιών κλπ. διέκριναν συνήθως από τρεις έως και πέντε και σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρι και σαράντα (!) διαφορετικές φυλές. Με την αποδοχή της φυλής ως κατηγορία ταξινόμησης άλλαξαν άρδην και οι ευρωπαϊκοί τρόποι περιγραφής του «Άλλου». Οι Ευρωπαίοι ερμηνεύουν πλέον τη διαφορά τους με τους άλλους, τους ξένους, ως διαφορά μεταξύ φυλών, ως έμφυτη και αμετάβλητη βιολογική διαφορά κληρονομικού χαρακτήρα, που δεν επιδέχεται καμιά αμφισβήτηση και με την έννοια αυτή αποτελεί επιστημονικά επιβεβαιωμένη πραγματικότητα. Το δόγμα της φυλετικής ανισότητας, όπως αυτό διαμορφώθηκε μέσα από τις ανθρωπολογικές θεωρίες του 19ου αιώνα, βρήκε την πιο ακραία ιστορική του έκφραση στο ναζιστικό μύθο της «άριας φυλής», με αποκορύφωμα το «Holocaust», την εξόντωση των Εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Chip Berlet: Όταν το Μίσος Πέρασε Online

Το 1984 το μίσος πέρασε online. Η πηγή ήταν ένα μικρό BBS (bulletin board system) [που μετέφερε στο διαδίκτυο άρθρα που επιτίθονταν στους Εβραίους και στους Μαύρους. Ελάχιστοι άνθρωποι το πρόσεξαν. Ακόμη λιγότεροι ήξεραν τι ήταν ένα σύστημα δικτυωμένων υπολογιστών, ή πως να συνδεθούν σε αυτό. Την ίδια εκείνη χρονιά εγκατέστησα ένα μόντεμ στην Midwest Research στο Σικάγο (πλέον Political Research Associates κοντά στη Βοστόνη) για να εξερευνήσω την πιθανότητα χρήσης δικτυακών υπηρεσιών για την μετάδοση κειμένου και δεδομένων μεταξύ προοδευτικών ερευνητικών οργανισμών. Ήταν ένα έτος πριν μάθω καν ότι οι ομάδες μίσους ήταν στο δίκτυο. Σήμερα είναι δύσκολο να φανταστούμε πως το 1984 η ιδέα πως για μη κερδοσκοπικές οργανώσεις η μετάδοση πληροφοριών μέσω τηλεφωνικών γραμμών θεωρούνταν πειραματικές. Για παράδειγμα, ξ Foundation News δημοσίευσε ένα σημαντικό πρώιμο άρθρο τον Σεπτέμβριο του 1983, «A Certain Electricity In The Air», που συμπεριλάμβανε τον ξεκάθαρα διστακτικό υπότιτλο (και μακροσκελή) υπότιτλο: «Αν και κάποιοι πιστεύουν πως η ετυμηγορία πάνω στις τηλεπικοινωνίες απέχει ακόμη, οργανώσεις όπως η Telecommunications Cooperative Network δημιουργούν ακόλουθους σε όλο και περισσότερα ιδρύματα και μη κερδοσκοπικές». Αυτό ήταν ακόμη πριν υπάρξει εύκολη πρόσβαση σε αυτό που έγινε το Διαδίκτυο. Το εθνικό δίκτυο δικτυωμένων κεντρικών υπολογιστών ήταν ακόμη σύστημα βασισμένο σε κείμενο (με ενημερωτικές ομάδες του USENET από δίπλα) κυρίως διαθέσιμο σε κυβερνητικούς εργολάβους του υπουργείου άμυνας και ακαδημαϊκούς. Υπήρχαν ελάχιστα εμπορικά online συστήματα εκείνη τη περίοδο όπως το Delphi, το Genie και το The Source· και με αρχή το 1985 υπήρχε το The Well, ένα από τα πρώτα μη κερδοσκοπικά online δίκτυα που επεκτάθηκαν και συγχωνεύτηκαν στο Διαδίκτυο. Πίσω στα 1984 ωστόσο, μια σημαντική μορφή δημόσιων δικτυακών επικοινωνιών περιλάμβανε τη χρήση μοναδικών, και συνήθως οικιακών, BBS. Τα BBS αναπτύχθηκαν ως ένας τρόπος για άτομα με υπολογιστή και ένα μόντεμ συνδεδεμένο σε τηλεφωνική γραμμή να επιτρέπουν σε άλλους με τον ίδιο εξοπλισμό να καλέσουν άμεσα και να συνδεθούν σε ένα φάκελο με αρχεία για κατέβασμα. Άλλα χαρακτηριστικά όπως η ανάρτηση δημόσιων μηνυμάτων, ανάγνωση κειμένων, και η ανταλλαγή συλλογών αρχείων προστέθηκαν γρήγορα.

Ευαγγελία Καλεράντε: Τελειώσαμε;*

Η έρευνα μας πραγματοποιήθηκε το Ακαδημαϊκό έτος 2011-2012. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη πολιτική κινητικότητα στο χώρο της «Χρυσής Αυγής» με επικέντρωση στο μεταναστευτικό ζήτημα. Ως ακροδεξιάς χώρος ταυτίζεται με τις απόψεις των Ευρωπαϊκών Ακροδεξιών κομμάτων για την κατώτερη φύση των μεταναστών, ιδιαίτερα των «νέγρων», τους οποίους διακρίνει από τους Αλβανούς και τους Ρωσο-πόντιους. Σε συνοικίες των μεγάλων αστικών κέντρων που κατοικούν ή εργάζονται μετανάστες δημιουργούνται επεισόδια και η «Χρυσή Αυγή» σταδιακά αποκτά ένα ρόλο «προστάτη» των Ελλήνων, εις βάρος των μεταναστών, που αντιμετωπίζουν τις βίαιες αντιδράσεις των μελών της «Χρυσής Αυγής». Η συμπεριφορά των Χρυσαυγιτών έμμεσα νομιμοποιείται, καθώς γίνεται αποδεκτή από την τοπική κοινωνία, που αισθάνεται ότι προστατεύεται έχοντας δίπλα της άτομα, που ενδιαφέρονται γι αυτήν. Φαίνεται ότι η οικονομική κρίση επιτείνει το φαινόμενο της περιθωριοποίησης των ατόμων και με τη συρρίκνωση του κράτους- πρόνοιας, η «Χρυσή Αυγή» αναπληρώνει την «έλλειψη» με τη παροχή μιας προστατευτικής μέριμνας για τα άτομα. Μέσω της «τεχνητής δύναμης», απόρροια της επαφής τους με τα μέλη της «Χρυσής Αυγής», Έλληνες των κατώτερων κυρίως κοινωνικών στρωμάτων αισθάνονται ισχυρότεροι απέναντι στους μετανάστες, τους οποίους αντιμετωπίζουν ως υπαίτιους της οικονομικής κρίσης και της αξιακής διαφθοράς.

John Yiannakis: Kalgoorlie Alchemy, Ξενοφοβία, Πατριωτισμός και οι Αντι-Ελληνικές Ταραχές του 1916

Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1890, όταν οι Αυστραλοί έποικοι, ή τουλάχιστον οι εκπρόσωποι τους, σκέφτονταν να μεταμορφωθούν σε ενιαίο έθνος, περίπου πεντακόσιοι ή εξακόσιοι άνθρωποι γεννημένοι στην Ελλάδα μετανάστευσαν στις ακτές της Αυστραλίας. Η κοινωνία στην οποία έφτασαν «φοβόταν την ανάμειξη των φυλών» και είχε εμμονή με την διατήρηση της φυλετικής καθαρότητας. Αυτά τα συναισθήματα εκφράστηκαν πολύ καλά από το πρωθυπουργό της Δυτικής Αυστραλίας Σερ John Forrest που, το 1897, ολοκλήρωσε την συζήτηση σχετικά με το Νόμο για το Περιορισμό της Μετανάστευσης στη πολιτεία του, λέγοντας «επιθυμούμε να περιορίσουμε αυτή τη χώρα, έτσι ώστε αυτή η χώρα να μην καταληφθεί από φυλές των οποίων οι συμπάθειες, και τρόποι, και έθιμα, δεν είναι δικά μας». Το 1901, το 98% των μη Αβορίγινων κατοίκων ήταν Αγγλοκέλτες, με ακόμη ισχυρούς δεσμούς με τη Βρετανία· το 77% του πληθυσμού είχε γεννηθεί στην Αυστραλία· ενώ 10% γεννήθηκε στην Αγγλία και στην Ουαλία, 5% στην Ιρλανδία και 3% στη Σκωτία. Η μεγαλύτερη μη βρετανική ομάδα μεταναστών ήταν οι Γερμανοί, αποτελώντας το 1% του πληθυσμού της ηπείρου. Ο πληθυσμός των Αβορίγινων δεν σημειώνονταν σε τέτοιους υπολογισμούς και μέχρι το 1967 δεν μετρούνταν στις απογραφές. Για βεβαιωθούν πως η Αυστραλία θα παρέμενε και λευκή και βρετανική, ένας μεταναστευτικός νόμος πέρασε επειγόντως από τη νέα Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση στη διάρκεια της πρώτης κοινοβουλευτικής περιόδου για να κρατήσει μακριά τους «ανεπιθύμητους ξένους». Ο Alfred Deakin, ένας φιλελεύθερος πολιτικός και ο δεύτερος πρωθυπουργός της Αυστραλίας, πίστευε πως «η ενότητα της φυλής ήταν κρίσιμη για την ενότητα της Αυστραλίας». Η Πολιτική της Λευκής Αυστραλίας, όπως έμεινε γνωστός ο Νόμος Περιορισμού της Μετανάστευσης, στόχευε κυρίως στο να δυσκολέψει την είσοδο στην Αυστραλία Ασιατών και μη Ευρωπαίων, ενώ επίσης την δυσκόλευε και για τους μη Βρετανούς Ευρωπαίους. «Λευκή Αυστραλία δεν σήμαινε μόνο μια μεταναστευτική πολιτική που απέκλειε μη λευκούς, αλλά…», με τα λόγια του Deakin, «η απέλαση ή μείωση του αριθμού των ξένων ανάμεσα μας». για την Αυστραλία των αρχών του 20ου αιώνα μια «λιγδωμένη απειλή» ήταν σχεδόν εξίσου απειλητική όσο και η κίτρινη.

Δημήτρης Παπανικολάου: «Θα Πενθούμε Πάντα Σαν Παιδιά…». Ρατσισμός, Ομοφοβία και Θανατοπολιτική· Πάλι

Ήμουν μακριά και μόνος μου όταν έμαθα για τον Ζακ Κωστόπουλο, το Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018 μια μέρα μετά τον τρομερό θάνατό του. Μοιράζομαι εδώ, και πάλι, την αίσθηση του παγώματος. Όμως και του πανικού, του φόβου, της απόγνωσης που με κυρίευσε. Συναισθήματα που στις συνομιλήτριες και τους συνομιλητές μου που βρίσκονταν στην Αθήνα θα ήταν, είμαι σίγουρος, πολύ πιο έντονα. Όμως εκεί που βρισκόμουν, χωρίς ευκολία να τηλεφωνήσω σε φίλες, γνωστούς και το δίκτυο που έχουμε μάθει να ορίζει τις διαφορετικές μας οικογένειες και κοινότητες, δεν είχα τη δυνατότητα να σκεφτώ αυτό που κανείς σκέφτεται όταν είναι μαζί με άλλους. Αυτό το «τι θα μπορούσαμε τώρα να κάνουμε…», αυτήν τη στιγμή που μεταμορφώνει τη συγκίνηση στην έτερη εκδοχή της, που σε κάνει να θέλεις να συντονιστείς με τους άλλους και να κινηθείς, να κάνεις κάτι να συμβεί. Κι ήταν ενδεικτικό της ανάγκης να βρεθεί κανείς με άλλες και άλλους και να πει αυτό το «τι θα μπορούσαμε τώρα να κάνουμε» το ότι τόσες συγκεντρώσεις οργανώθηκαν όχι μόνο στον τόπο στον οποίο σκοτώθηκε ο Ζακ Κωστόπουλος, αλλά και εκτός Αθήνας, και αργότερα εκτός Ελλάδας, ακριβώς για να μιλήσουν για τον Ζακ, για όλα όσα με τόσο πόνο έφερε αυτός ο θάνατος στο δικό μας προσκήνιο, στη σκηνή της καθημερινότητάς μας, αλλά και στην πιο μύχια σκηνή, αυτήν που συνήθως αποκαλούμε ασυνείδητο, αυτήν που τόσο ορίζει τα όρια του κόσμου μας – πλην και τους τρόπους με τους οποίους προσπαθούμε να τα υπερβούμε.