Chip Berlet: Όταν το Μίσος Πέρασε Online

Το 1984 το μίσος πέρασε online. Η πηγή ήταν ένα μικρό BBS (bulletin board system) [που μετέφερε στο διαδίκτυο άρθρα που επιτίθονταν στους Εβραίους και στους Μαύρους. Ελάχιστοι άνθρωποι το πρόσεξαν. Ακόμη λιγότεροι ήξεραν τι ήταν ένα σύστημα δικτυωμένων υπολογιστών, ή πως να συνδεθούν σε αυτό. Την ίδια εκείνη χρονιά εγκατέστησα ένα μόντεμ στην Midwest Research στο Σικάγο (πλέον Political Research Associates κοντά στη Βοστόνη) για να εξερευνήσω την πιθανότητα χρήσης δικτυακών υπηρεσιών για την μετάδοση κειμένου και δεδομένων μεταξύ προοδευτικών ερευνητικών οργανισμών. Ήταν ένα έτος πριν μάθω καν ότι οι ομάδες μίσους ήταν στο δίκτυο. Σήμερα είναι δύσκολο να φανταστούμε πως το 1984 η ιδέα πως για μη κερδοσκοπικές οργανώσεις η μετάδοση πληροφοριών μέσω τηλεφωνικών γραμμών θεωρούνταν πειραματικές. Για παράδειγμα, ξ Foundation News δημοσίευσε ένα σημαντικό πρώιμο άρθρο τον Σεπτέμβριο του 1983, «A Certain Electricity In The Air», που συμπεριλάμβανε τον ξεκάθαρα διστακτικό υπότιτλο (και μακροσκελή) υπότιτλο: «Αν και κάποιοι πιστεύουν πως η ετυμηγορία πάνω στις τηλεπικοινωνίες απέχει ακόμη, οργανώσεις όπως η Telecommunications Cooperative Network δημιουργούν ακόλουθους σε όλο και περισσότερα ιδρύματα και μη κερδοσκοπικές». Αυτό ήταν ακόμη πριν υπάρξει εύκολη πρόσβαση σε αυτό που έγινε το Διαδίκτυο. Το εθνικό δίκτυο δικτυωμένων κεντρικών υπολογιστών ήταν ακόμη σύστημα βασισμένο σε κείμενο (με ενημερωτικές ομάδες του USENET από δίπλα) κυρίως διαθέσιμο σε κυβερνητικούς εργολάβους του υπουργείου άμυνας και ακαδημαϊκούς. Υπήρχαν ελάχιστα εμπορικά online συστήματα εκείνη τη περίοδο όπως το Delphi, το Genie και το The Source· και με αρχή το 1985 υπήρχε το The Well, ένα από τα πρώτα μη κερδοσκοπικά online δίκτυα που επεκτάθηκαν και συγχωνεύτηκαν στο Διαδίκτυο. Πίσω στα 1984 ωστόσο, μια σημαντική μορφή δημόσιων δικτυακών επικοινωνιών περιλάμβανε τη χρήση μοναδικών, και συνήθως οικιακών, BBS. Τα BBS αναπτύχθηκαν ως ένας τρόπος για άτομα με υπολογιστή και ένα μόντεμ συνδεδεμένο σε τηλεφωνική γραμμή να επιτρέπουν σε άλλους με τον ίδιο εξοπλισμό να καλέσουν άμεσα και να συνδεθούν σε ένα φάκελο με αρχεία για κατέβασμα. Άλλα χαρακτηριστικά όπως η ανάρτηση δημόσιων μηνυμάτων, ανάγνωση κειμένων, και η ανταλλαγή συλλογών αρχείων προστέθηκαν γρήγορα.

Ευαγγελία Καλεράντε: Τελειώσαμε;*

Η έρευνα μας πραγματοποιήθηκε το Ακαδημαϊκό έτος 2011-2012. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη πολιτική κινητικότητα στο χώρο της «Χρυσής Αυγής» με επικέντρωση στο μεταναστευτικό ζήτημα. Ως ακροδεξιάς χώρος ταυτίζεται με τις απόψεις των Ευρωπαϊκών Ακροδεξιών κομμάτων για την κατώτερη φύση των μεταναστών, ιδιαίτερα των «νέγρων», τους οποίους διακρίνει από τους Αλβανούς και τους Ρωσο-πόντιους. Σε συνοικίες των μεγάλων αστικών κέντρων που κατοικούν ή εργάζονται μετανάστες δημιουργούνται επεισόδια και η «Χρυσή Αυγή» σταδιακά αποκτά ένα ρόλο «προστάτη» των Ελλήνων, εις βάρος των μεταναστών, που αντιμετωπίζουν τις βίαιες αντιδράσεις των μελών της «Χρυσής Αυγής». Η συμπεριφορά των Χρυσαυγιτών έμμεσα νομιμοποιείται, καθώς γίνεται αποδεκτή από την τοπική κοινωνία, που αισθάνεται ότι προστατεύεται έχοντας δίπλα της άτομα, που ενδιαφέρονται γι αυτήν. Φαίνεται ότι η οικονομική κρίση επιτείνει το φαινόμενο της περιθωριοποίησης των ατόμων και με τη συρρίκνωση του κράτους- πρόνοιας, η «Χρυσή Αυγή» αναπληρώνει την «έλλειψη» με τη παροχή μιας προστατευτικής μέριμνας για τα άτομα. Μέσω της «τεχνητής δύναμης», απόρροια της επαφής τους με τα μέλη της «Χρυσής Αυγής», Έλληνες των κατώτερων κυρίως κοινωνικών στρωμάτων αισθάνονται ισχυρότεροι απέναντι στους μετανάστες, τους οποίους αντιμετωπίζουν ως υπαίτιους της οικονομικής κρίσης και της αξιακής διαφθοράς.

John Yiannakis: Kalgoorlie Alchemy, Ξενοφοβία, Πατριωτισμός και οι Αντι-Ελληνικές Ταραχές του 1916

Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1890, όταν οι Αυστραλοί έποικοι, ή τουλάχιστον οι εκπρόσωποι τους, σκέφτονταν να μεταμορφωθούν σε ενιαίο έθνος, περίπου πεντακόσιοι ή εξακόσιοι άνθρωποι γεννημένοι στην Ελλάδα μετανάστευσαν στις ακτές της Αυστραλίας. Η κοινωνία στην οποία έφτασαν «φοβόταν την ανάμειξη των φυλών» και είχε εμμονή με την διατήρηση της φυλετικής καθαρότητας. Αυτά τα συναισθήματα εκφράστηκαν πολύ καλά από το πρωθυπουργό της Δυτικής Αυστραλίας Σερ John Forrest που, το 1897, ολοκλήρωσε την συζήτηση σχετικά με το Νόμο για το Περιορισμό της Μετανάστευσης στη πολιτεία του, λέγοντας «επιθυμούμε να περιορίσουμε αυτή τη χώρα, έτσι ώστε αυτή η χώρα να μην καταληφθεί από φυλές των οποίων οι συμπάθειες, και τρόποι, και έθιμα, δεν είναι δικά μας». Το 1901, το 98% των μη Αβορίγινων κατοίκων ήταν Αγγλοκέλτες, με ακόμη ισχυρούς δεσμούς με τη Βρετανία· το 77% του πληθυσμού είχε γεννηθεί στην Αυστραλία· ενώ 10% γεννήθηκε στην Αγγλία και στην Ουαλία, 5% στην Ιρλανδία και 3% στη Σκωτία. Η μεγαλύτερη μη βρετανική ομάδα μεταναστών ήταν οι Γερμανοί, αποτελώντας το 1% του πληθυσμού της ηπείρου. Ο πληθυσμός των Αβορίγινων δεν σημειώνονταν σε τέτοιους υπολογισμούς και μέχρι το 1967 δεν μετρούνταν στις απογραφές. Για βεβαιωθούν πως η Αυστραλία θα παρέμενε και λευκή και βρετανική, ένας μεταναστευτικός νόμος πέρασε επειγόντως από τη νέα Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση στη διάρκεια της πρώτης κοινοβουλευτικής περιόδου για να κρατήσει μακριά τους «ανεπιθύμητους ξένους». Ο Alfred Deakin, ένας φιλελεύθερος πολιτικός και ο δεύτερος πρωθυπουργός της Αυστραλίας, πίστευε πως «η ενότητα της φυλής ήταν κρίσιμη για την ενότητα της Αυστραλίας». Η Πολιτική της Λευκής Αυστραλίας, όπως έμεινε γνωστός ο Νόμος Περιορισμού της Μετανάστευσης, στόχευε κυρίως στο να δυσκολέψει την είσοδο στην Αυστραλία Ασιατών και μη Ευρωπαίων, ενώ επίσης την δυσκόλευε και για τους μη Βρετανούς Ευρωπαίους. «Λευκή Αυστραλία δεν σήμαινε μόνο μια μεταναστευτική πολιτική που απέκλειε μη λευκούς, αλλά…», με τα λόγια του Deakin, «η απέλαση ή μείωση του αριθμού των ξένων ανάμεσα μας». για την Αυστραλία των αρχών του 20ου αιώνα μια «λιγδωμένη απειλή» ήταν σχεδόν εξίσου απειλητική όσο και η κίτρινη.

Δημήτρης Παπανικολάου: «Θα Πενθούμε Πάντα Σαν Παιδιά…». Ρατσισμός, Ομοφοβία και Θανατοπολιτική· Πάλι

Ήμουν μακριά και μόνος μου όταν έμαθα για τον Ζακ Κωστόπουλο, το Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018 μια μέρα μετά τον τρομερό θάνατό του. Μοιράζομαι εδώ, και πάλι, την αίσθηση του παγώματος. Όμως και του πανικού, του φόβου, της απόγνωσης που με κυρίευσε. Συναισθήματα που στις συνομιλήτριες και τους συνομιλητές μου που βρίσκονταν στην Αθήνα θα ήταν, είμαι σίγουρος, πολύ πιο έντονα. Όμως εκεί που βρισκόμουν, χωρίς ευκολία να τηλεφωνήσω σε φίλες, γνωστούς και το δίκτυο που έχουμε μάθει να ορίζει τις διαφορετικές μας οικογένειες και κοινότητες, δεν είχα τη δυνατότητα να σκεφτώ αυτό που κανείς σκέφτεται όταν είναι μαζί με άλλους. Αυτό το «τι θα μπορούσαμε τώρα να κάνουμε…», αυτήν τη στιγμή που μεταμορφώνει τη συγκίνηση στην έτερη εκδοχή της, που σε κάνει να θέλεις να συντονιστείς με τους άλλους και να κινηθείς, να κάνεις κάτι να συμβεί. Κι ήταν ενδεικτικό της ανάγκης να βρεθεί κανείς με άλλες και άλλους και να πει αυτό το «τι θα μπορούσαμε τώρα να κάνουμε» το ότι τόσες συγκεντρώσεις οργανώθηκαν όχι μόνο στον τόπο στον οποίο σκοτώθηκε ο Ζακ Κωστόπουλος, αλλά και εκτός Αθήνας, και αργότερα εκτός Ελλάδας, ακριβώς για να μιλήσουν για τον Ζακ, για όλα όσα με τόσο πόνο έφερε αυτός ο θάνατος στο δικό μας προσκήνιο, στη σκηνή της καθημερινότητάς μας, αλλά και στην πιο μύχια σκηνή, αυτήν που συνήθως αποκαλούμε ασυνείδητο, αυτήν που τόσο ορίζει τα όρια του κόσμου μας – πλην και τους τρόπους με τους οποίους προσπαθούμε να τα υπερβούμε.

Δημήτρης Παρασκευόπουλος: Οι Δρόμοι της Σβάστικας. Ακροδεξιά και Ποδόσφαιρο στην Ελλάδα

Οι στίχοι του Βασίλη Τσιτσάνη «Εμπρός, εμπρός, Παναθηναϊκέ, να την πάρουμε και σήμερα τη νίκη, το Πρωτάθλημα κι η δόξα σού ανήκει» / «Εμπρός Παναθηναϊκέ!» (1964), μετέπειτα οι στίχοι του Κώστα Θεοδωρόπουλου «Ποτέ από τη λεωφόρο, πάντοτε απ’ την ατραπό, περνά ο δρόμος, που οδηγεί στο σ’ αγαπώ»/ «Ντέρμπι/Χούλιγκανς» (1993) είναι ορισμένα δείγματα της κοινωνικοπολιτισμικής σύνδεσης ανάμεσα στην μουσική και την κερκίδα, καθώς η ιστορία του οπαδισμού συντίθεται παίρνοντας τη γεύση των ετερόκλιτων περιεχόμενων των μουσικών ρευμάτων. Στο εσωτερικό της χώρας, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1970 και μετέπειτα, οι κοινότητες οπαδών συνδέθηκαν με την έλευση των λεγόμενων υποπολιτισμικών μουσικών ρευμάτων. Διαβάζοντας μια συνέντευξη ενός μέλους του μουσικού συγκροτήματος Ten Beers After, υποστηρίζεται ότι οι «μεταλλάδες» ήταν η σχέση της μουσικής με την μπάλα τη δεκαετία του 1980 και μετά, ενώ την ίδια εικόνα περιγράφουν παρακάτω μέλη των οπαδικών κοινοτήτων. Σε μια σύντομη ιστορική αναδρομή και βάσει των όσων υποστηρίζει στην έρευνα του ο Συμβουλίδης από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η ήδη διαδεδομένη punk κουλτούρα που εξέφραζε νεαρά άτομα, φτωχών οικογενειών, χαμηλής εκπαίδευσης με μια μέτρια έως και ακραία συντηρητική αντίληψη των πραγμάτων, εξαντλείται. Είναι η περίοδος που γεννιέται το ρεύμα του oi!. Οι skinheads που έρχονται στο φως, με την έλευση αυτού του μουσικού ρεύματος, ως πρωτοπόροι, χαρακτηρίζονται πέραν από τη μαχητικότητα τους αλλά και ως συνδεόμενοι με τη δράση νεοναζιστικών οργανώσεων. Μάλιστα, στο σχολιασμό για το μουσικό συγκρότημα 4-skins ο συγγραφέας αφουγκράζεται μια νεότητα επηρεασμένη από τα όσα συμβαίνουν στη Βρετανία, η οποία βρίσκει καταφύγιο αντίδρασης στη ρητορική του μίσους και του νεοφασισμού. Αυτό το κούμπωμα αναφύεται και στην ελληνική σκηνή μέσω της Ναζιστικής Οργάνωσης Παναθηναϊκών Οπαδών (ΝΟΠΟ) καθώς και της οργάνωσης Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, φιλικά προσκείμενες στην ποδοσφαιρική ομάδα του Παναθηναϊκού στις οποίες τα μέλη, δηλαδή οι ομάδες skinheads όπως πληροφορούμαστε μετέβαιναν στο γήπεδο του Παναθηναϊκού παραταγμένοι, με έντονο στρατιωτικό βηματισμό. Ανάλογη οργάνωση καταγράφεται ιστορικά και στην Α.Ε.Κ (1985-1986) από νεοναζί skinheads οπαδούς της, στην περιοχή της Παλαιάς Κοκκινιάς, η λεγόμενη ΤΟΦΑ (Τρομοκρατική Οργάνωση Φιλάθλων Α.Ε.Κ). Μετέπειτα, μεταξύ των συμμετεχόντων στην κερκίδα του Ολυμπιακού Πειραιώς, καταγράφεται και η δράση των ερυθρών εθνικιστών, οι Misfits οι οποίοι θέτουν ως βασικό έμβλημα την νεκροκεφαλή των SS που παραπέμπει στη χιτλερική Γερμανία. Επιπλέον δίχως να ταυτίζουν την δράση τους με τη μουσική σκηνή, οι red nationalists όπως πληροφορούμαι με κεντρικό τους σύνθημα Θρύλος, θρησκεία, Εθνικισμός και βία σε ένα διαδικτυακό ιστότοπο που διατηρούσαν παρέθεταν τις 15 αρχές του Red Nasionalists δηλαδή των πολεμιστών της Πορφυράς Φάλαγγας.

Federico Finchelstein: Φασισμός Εναντίον Ψυχανάλυσης

Ως νεαρός ποιητής που μόλις είχε επιστρέψει στην Ευρώπη, ο Jorge Luis Borges έγραψε σε ένα Ισπανό φίλο του το 1921 για ένα φιλόδοξο – αν όχι αδύνατο – λογοτεχνικό εγχείρημα, να γράψει ένα συλλογικό και φανταστικό μυθιστόρημα μαζί με τον Mecedonio Fernandez και άλλους λογοτέχνες φίλους. Η πλοκή, είπε ο Borges, θα περιστρέφονταν γύρω από ένα φανταστικό μπολσεβίκικο σχέδιο να κερδίσουν την εξουσία με το να διαδώσουν μια «γενική νεύρωση» μεταξύ του αργεντίνικου λαού. Ο Borges φυσικά, δεν έγραψε ποτέ αυτό το μυθιστόρημα, και μάλλον δεν είχε προβλέψει πως κάποιος θα φαντάζονταν την υποθετική πλοκή ως πραγματική απειλή προς τη χώρα. Και όμως αυτή ακριβώς ήταν η απειλή που μια ομάδα φασιστών στην Αργεντινή αναγνώρισαν ως εβραϊκή συνωμοσία – δείχνοντας ακόμη και τον ίδιο τον Borges ως μέρος της συνωμοσίας. Σύμφωνα με αυτή την ομάδα, οι Εβραίοι ήταν η επιτομή και της ίδιας της συλλογικής νεύρωσης και συνωμοτούσαν να πάρουν τον έλεγχο της χώρας με το να διαδώσουν την ασθένεια. Η φροϋδική ψυχανάλυση εδώ αποτελούσε και μέσο και σκοπό.

Δημήτριος Μπορμπουδάκης & Δημήτρης Δαλάκογλου: «And Bloodshed Must Be Done». Heavy Metal και Νεοναζισμός στην Ελλάδα

Το 1992, τεράστιες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην χρήση του ονόματος Δημοκρατία της Μακεδονίας ως του ονόματος του νέου κράτους που προέκυψε από την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Εκείνη την εποχή, οι διαμαρτυρίες αυτές προωθούνταν από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη), την Εκκλησία, τα κρατικά και τα πρόσφατα δημιουργημένα ιδιωτικά κανάλια, όπως και από τις περισσότερες εφημερίδες και κόμματα. Στο μεταξύ η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας είχε καταρρεύσει ένα χρόνο νωρίτερα (1991) και εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστών είχαν αρχίσει να έρχονται στην Ελλάδα για πρώτη φορά, κάνοντας την μεγαλύτερη διεθνή πληθυσμιακή εισροή προς την Ελλάδα από το τέλος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1922-23 και την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ των δυο χωρών. Όπως θα έγραφε ένα πρώην ηγετικό στέλεχος της ΧΑ σε βιβλίο ένα χρόνο αργότερα, αυτές ήταν «οι καλύτερες συνθήκες για μια εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση να ανθίσει». Ο Ψαρράς σημειώνει πως ήταν στον απόηχο αυτών των διαδηλώσεων, τον Ιανουάριο του 1993, που η ΧΑ οργανώθηκε ως πολιτικό κόμμα και άρχισε να εκδίδει εβδομαδιαία εφημερίδα. Σημαντικό ήταν, πως αυτά τα γεγονότα έλαβαν χώρα μαζί με την εμφάνιση του αποκαλούμενου δευτέρου κύματος του ελληνικού black metal στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τις περισσότερες μπάντες σε αυτή τη σκηνή να έχουν δεσμούς με τον εθνικοσοσιαλισμό και τις σατανιστικές του παραφυάδες. Οι Legion of Doom, Lamentation (προοίμιο των Der Stürmer), Tatir και Βάκχια Νεράιδα ήταν ανοιχτά αυτό που αναφέρονταν ως National Socialist Black Metal (NSBM), ή «α-πολιτικά».

Nicola Porro: Νεοφασισμός στα Ιταλικά Γήπεδα

Ο Ιταλός αθλητικογράφος Corrado Zunino έχει γράψει για αυτό που ονόμασε «κρυφό θαυμασμό» του ιταλικού ποδοσφαίρου για το φασισμό. Τα γεγονότα μιλάνε από μόνα τους. Τον Οκτώβριο του 2008, ο Christian Abbiati, ο τερματοφύλακας της AC Milan και της εθνικής Ιταλίας, αποκαλύφθηκε πως σχετίζονταν με την νεοφασιστική οργάνωση Μαύρη Καρδιά, με έδρα το Μιλάνο. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει την σχέση του με την οργάνωση, απάντησε: «Ασπαζόμαστε κοινά φασιστικά ιδανικά της πατρίδας, τα ιδανικά της Καθολικής θρησκείας και την θέληση για την διατήρηση της τάξης στην κοινωνία». Ο τερματοφύλακας που κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελο το 2006, Gianluigi Buffon, εμφανίστηκε στο Ολυμπιακό Στάδιο της Ρώμης με τον αριθμό 88 στο πίσω μέρος της φανέλας του. Ο αριθμός χρησιμοποιείται ως κωδικός αναγνώρισης μεταξύ των νεοναζί· το H είναι το 8ο γράμμα του λατινικού αλφαβήτου, έτσι το 88 μεταφράζεται ως HH, που με την σειρά του σημαίνει «Heil Hitler!», το χαιρετισμό των Waffen SS. Αγνοώντας την οργή των Ιταλών Εβραίων, ο Buffon αργότερα φόρεσε μια μπλούζα με τη φράση «Boia Chi Molla» (Στο διάολο εκείνοι που παραδόθηκαν). Στη διάρκεια της νικητήριας παρέλασης στη Ρώμη, ο ίδιος άνθρωπος πόζαρε μπροστά από ένα άγαλμα φορώντας το κέλτικο σταυρό (σύμβολο νεοφασιστικής ιδεολογίας) και τις λέξεις «Fiero Di Essere Italiano» (Περήφανος που είμαι Ιταλός). Ο αρχηγός της Ιταλικής εθνικής ομάδας, Fabio Cannavaro, κρατούσε ψηλά μια ιταλική σημαία με φασιστικό σύμβολο ενώ έπαιζε στη Μαδρίτη. Το 2007 δάνεισε το όνομα του σε ραδιοφωνικές διαφημίσεις για τις καλοκαιρινές κατασκηνώσεις «Έβα Περόν» που τα οργανώνει η ιταλική ριζοσπαστική δεξιά. Και το ίδιο ισχύει και για τον μέσο της AS Roma, Daniele de Rossi που είναι εκδηλωτικός ως προς τη στήριξη του στο νεοφασιστικό κόμμα Forza Nova. Ο πρώην συμπαίκτης του, Alberto Aquilani, πλέον στην Αγγλία στην Liverpool FC, έχει μια τεράστια συλλογή με προτομές του Mussolini. Άλλοι παίκτες είναι γνωστό πως έχουν το τραγούδι Faccetta Nera ως ήχο κλήσης των κινητών τους. Οι παίκτες με αριστερές συμπάθειες είναι λίγοι και προτιμούν να μένουν σιωπηλοί.

Debra Bergoffen: (Από)Εμφυλοποιώντας την Ευαλωτότητα, το Νόημα του Βιασμού Άνδρα από Άνδρα

Η γενοκτονία στη Ρουάντα και η εθνοκάθαρση/γενοκτονία στη πρώην Γιουγκοσλαβία έβαλαν νέο πρόσωπο πάνω στον ετεροφυλόφιλο βιασμό σε καιρό πολέμου και τη σεξουαλική βία. Αν και οι γυναίκες έχουν τοποθετηθεί μεταξύ εκείνων που θεωρούνται λάφυρα πολέμου όσο υπάρχει πόλεμος, και έχουν διεκδικηθεί και οικειοποιηθεί ως περιουσία από τους στρατούς των κατακτητών, στις γενοκτονίες στη Ρουάντα και στη πρώην Γιουγκοσλαβία οι στρατοί δεν περίμεναν πρώτα να κερδίσουν το πόλεμο για να αρπάξουν τις γυναίκες του εχθρού ως επίδειξη της ισχύος τους. Στρατιώτες επιτέθηκαν με βιαιότητα στις γυναίκες για να αποκτήσουν στρατιωτικό πλεονέκτημα. Ο ετεροφυλόφιλος βιασμός, η σεξουαλική υποδούλωση και, σε κάποιες περιπτώσεις, η δια της βίας γονιμοποίηση των γυναικών εμφανίστηκαν σαν ιδιαίτερη στρατιωτική στρατηγική. Η εμφάνιση αυτής της στρατηγικής δεν ήταν τυχαία. Δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Είναι μια εκδήλωση μεταξύ άλλων αυτού που ο Michel Foucault και ο Giorgio Agamben περιγράφουν ως την πολιτική της βιοεξουσίας. Τόσο ο Foucault όσο και ο Agamben αναγνωρίζουν την βιοπολιτική ως κεντρικό σημείο της νεωτερικότητας. Αν και ο Foucault θεωρεί αυτή τη πολιτική ως απομάκρυνση από το παρελθόν και ο Agamben την αντιλαμβάνεται ως ριζωμένη στο παρελθόν, αναφέροντας την Πολιτική του Αριστοτέλη για να στηρίξει τη θέση του, οι περιγραφές τους για αυτή τη πολιτική ταιριάζουν. Ο Foucault μας λέει πως οι βιοπολιτικοί μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν τις ζωτικές δυνάμεις ενός λαού χρησιμοποιούνται επίσης για την αφαίρεση ζωής όταν αυτό θεωρείται αναγκαίο για να εξασφαλίσουν την υγεία του κοινωνικού σώματος. Αυτός ο μοντέρνος τρόπος πολιτικής αλλάζει το χαρακτήρα του πολέμου. Ο Foucault γράφει, «πραγματοποιούμενος για λογαριασμού της ύπαρξης του καθενός, ολόκληροι οι πληθυσμού κινητοποιούνται για το σκοπό της εκτεταμένης σφαγής στο όνομα της ζωτικής αναγκαιότητας…. Η γενοκτονία είναι πράγματι το όνειρο των σύγχρονων δυνάμεων». Έτσι, «ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ένα ζώο που η πολιτική του θέτει την ύπαρξη του ως ζωντανό ον υπό αμφισβήτηση».

Ehud Sprinzak: Το Καχ και ο Meir Kahane, Η Γέννηση του Εβραϊκού Ημιφασισμού

Οι περισσότεροι Ισραηλινοί ένοιωσαν έκπληξη και δέος όταν έμαθαν στις 24 Ιουλίου 1984 πως το Καχ, το δεξιό πολιτικό κόμμα του Ραβίνου Meir Kahane, είχε κερδίσει μια θέση στη Κνεσσέτ. Με σχεδόν 26000 ψήφους, ο Kahane είχε πετύχει το σκοπό του να μπει στο ισραηλινό κοινοβούλιο. Αυτό του έδωσε ένα δημόσιο βήμα και κοινοβουλευτική ασυλία από την αστυνομική «παρενόχληση». Λίγο μετά την εκλογή του, ο Kahane έκανε σαφές πως δεν είχε σκοπό να γίνει ένας τυπικός κοινοβουλευτικός. Αφοσιωμένος στο αρχικό του σχέδιο να διώξει τους Άραβες από τη Γη του Ισραήλ, ο Kahane είπε πως μια κυβέρνηση συνεργασίας ανίκανη να συντηρήσει την ακεραιότητα του εβραϊκού έθνους δεν θα είχε την κοινοβουλευτική του στήριξη, ούτε και θα εγκατέλειπε τις προσχεδιασμένες παράνομες συγκρούσεις του με Άραβες στα δικά τους χωριά. Μια μέρα μετά την εκλογή, ο Kahane και οι υποστηρικτές του έκαναν πορεία νίκης στο Δυτικό τείχος στην παλιά Ιερουσαλήμ. Περνώντας εσκεμμένα από τον αραβικό τομέα της παλιάς πόλης, οι ενθουσιασμένοι οπαδοί του Kahane έσπαγαν κατά μήκος της αγοράς, αναποδογυρίζοντας πάγκους με λαχανικά, χτυπώντας περαστικούς, υψώνοντας στον αέρα τις σφιγμένες γροθιές τους και λέγοντας στους τρομοκρατημένους Άραβες πως το τέλος της παραμονής τους στη Γη του Ισραήλ ήταν κοντά. Καθώς κανένα τέτοιο ακραίο κόμμα δεν είχε κερδίσει ποτέ πριν την αντιπροσώπευση του στη Κνεσσέτ, υπήρχε δημόσια ανησυχία. Η δημόσια αγωνία ενισχύθηκε όταν έγινε γνωστό πως η στήριξη προς τον Kahane μεταξύ των νέων ήταν αναλογικά πολύ μεγαλύτερη από ότι στον γενικότερο πληθυσμό. Ο Kahane εξασφάλισε περισσότερο από 2,5% των ψήφων του στρατού και περιοδικές δημοσκοπήσεις σε σχολεία και yeshivot έδειξαν μεγάλη αποδοχή των απόψεων του. Αυτό δημιούργησε την αίσθηση πως ο Kahane δεν αποτελούσε μόνο πρόβλημα, αλλά πως είχε γεννηθεί ένα νέο φαινόμενο, ένα «καχανικό σύνδρομο»: μια αυθεντική κοινωνική και πολιτισμική ανάγκη να διατηρηθεί μια ανοιχτά αντιαραβική στάση συνδυασμένη με την απειλή του χουλιγκανισμού των δρόμων.