Saul Newman: Αναρχισμός και η Πολιτική της Μνησικακίας

Από όλα τα πολιτικά κινήματα του 19ου αιώνα που ο Nietzsche αποδοκιμάζει – από το σοσιαλισμό ως το φιλελευθερισμό – κρατά τος πιο δηλητηριώδεις κουβέντες του για τους αναρχικούς. Τους αποκαλεί «αναρχικά σκυλιά» που περιφέρονται στους δρόμους του ευρωπαϊκού πολιτισμού, την επιτομή της «νοοτροπίας του κοπαδιού» που χαρακτηρίζει την σύγχρονη δημοκρατική πολιτική. Ο Nietzsche θεωρεί τον αναρχισμό ως μολυσμένο στη ρίζα από το νοσογόνο ζιζάνιο της μνησικακίας (ressentiment) – την εμπαθή πολιτική του αδύναμου και του ελεεινού, την ηθική του σκλάβου. Ο Nietzsche εξαπολύει απλά την συντηρητική του οργή εναντίον των ριζοσπαστικών πολιτικών ή έχει διαγνώσει μια πραγματική ασθένεια που έχει προσβάλει το ριζοσπαστικό πολιτικό μας φαντασιακό; Παρά την φανερή προκατάληψη του Nietzsche προς την ριζοσπαστική πολιτική, το άρθρο αυτό θα αντιμετωπίσει σοβαρά την κατηγορία του εναντίον του αναρχισμού. Θα εξερευνήσει αυτή την πονηρή λογική της μνησικακίας σε σχέση με τη ριζοσπαστική πολιτική, ιδιαίτερα τον αναρχισμό. Θα προσπαθήσει να ξεσκεπάσει τα κρυμμένα στελέχη μνησικακίας στη μανιχαϊκή πολιτική σκέψη κλασικών αναρχικών όπως οι Bakunin, Kropotkin και Proudhon. Αυτό δεν γίνεται με την πρόθεση να απορριφθεί ο αναρχισμός ως πολιτική ιδεολογία. Το αντίθετο υποστηρίζω πως ο αναρχισμός μπορεί να γίνει πιο επίκαιρος για τους σύγχρονους πολιτικούς αγώνες, αν αποκτήσει επίγνωση της μνησίκακης λογικής του ίδιου του λόγου, ιδιαίτερα στις ουσιοκρατικές ταυτότητες και δομές που εμπεριέχει.

Uri Gordon: Αναρχισμός και Εθνικισμός. Η Επικουρικότητα της Αποδόμησης

Από την μια, η εθνοπολιτισμική ταυτότητα είναι κεντρική στα κινήματα στα οποία οι αναρχικοί συμμετέχουν ή είναι σύμμαχοι, από την χειραφέτηση των αυτοχθόνων και των μαύρων στην Βόρεια Αμερική ως τα κινήματα εθνικής απελευθέρωσης στην Τσιάπας, την Παλαιστίνη και τη Ροζάβα. Στο πλαίσιο αυτό, η αποδομιστική τάση δεν ρισκάρει να επιτεθεί στις ίδιες τις ιδιοτυπίες που δικαιούνται την αναρχική αλληλεγγύη; Είναι οι εκκλήσεις στην εθνοπολιτισμική ταυτότητα υποκείμενο αποδομιστικής κριτικής επιλεκτικά, σε μια διάκριση με βάση εχθρό ή φίλο; Ή είναι μια αναπόφευκτη απόκλιση θεωρίας και πρακτικής που μπορεί να προσεγγιστεί ως καταγραφή των κοινωνικών αντινομιών που βρίσκονται από κάτω της, και να λυθεί μέσα από την τελική τους μεταμόρφωση; Το βασικό μου επιχείρημα εδώ είναι πως η αποδομιστική προσέγγιση προς την εθνοπολιτισμική (και έμφυλη, και άλλη) ταυτότητα είναι πολύτιμη και πρέπει να διατηρηθεί· παρόλα αυτά όμως, μια αρχή επικουρικότητας πρέπει να ισχύει στην εφαρμογή της. Αυτό δημιουργεί ένα ηθικό φίλτρο το οποίο λαμβάνει υπόψιν προσωπικά διακυβεύματα και ασυμμετρίες εξουσίας υπόψιν στην πρακτική εφαρμογή της αναρχικής φιλοσοφίας. Πλαισιώνοντας την συζήτηση με αυτούς τους όρους, χρησιμοποιών το φακό του εθνικισμού για να μελετήσω θεωρητικούς και πολιτικούς στόχους και για να προτείνω μια νέα αφετηρία για αναλύσεις αποαποικιοποιητικής αλληλεγγύης.

Emily Gaarder: Αντιμετωπίζοντας την Βία Κατά των Γυναικών. Εναλλακτικές στον Κρατικό Νόμο και Τιμωρία

Οι αναρχικοί δεν ήταν πάντα ξεκάθαροι γύρω από τέτοια ζητήματα, εκτός από το να υποθέσουν πως η βία θα εξαφανιστεί όταν οι άνθρωποι απελευθερωθούν από την κυριαρχία του Κράτους. Ο πυροβολισμός κατά της Voltairine de Cleyre, την αναρχική φεμινίστρια του 19ου αιώνα, είναι μια εξαιρετική απεικόνιση του. Το Δεκέμβριο του 1902, η de Cleyre ήταν στο δρόμο της για να παραδώσει ένα ιδιαίτερο μάθημα. Καθώς ανέβηκε σε ένα τραμ, ο Herman Helcher, ένας πρώην μαθητής της, σήκωσε ένα πιστόλι και την πυροβόλησε εξ επαφής στο στήθος. Πυροβόλησε ακόμη τρεις φορές, καρφώνοντας τις επόμενες σφαίρες στην πλάτη της. Η de Cleyre κατόρθωσε να τρέξει μισό τετράγωνο πριν καταρρεύσει. Οι σφαίρες δεν αφαιρέθηκαν ποτέ από το σώμα της και υπέφερε στην υπόλοιπη ζωή της από τις συνέπειες των σφαιρών. Η de Cleyre αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον Helcher ως αυτόν που της επιτέθηκε ή να κάνει μήνυση εναντίον του. Αρκετούς μήνες αργότερα πραγματοποίησε μια διάλεξη με το τίτλο «Έγκλημα και Τιμωρία» επικρίνοντας την υποκρισία του κράτους και καταγγέλλοντας το σύστημα των φυλακών. Κατηγόρησε την κυβέρνηση πως ήταν ο «μεγαλύτερος των δολοφόνων», λέγοντας πως τα μεγαλύτερα εγκλήματα πραγματοποιούνται από την ίδια την κυβέρνηση. Όπως δηλώνει σωστά η de Cleyre, η βία πρέπει να γίνει αντιληπτή μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο της ανισότητας. Αυτό όμως που καταλήγει να λείπει από την ανάλυση, ωστόσο, είναι η αναφορά στην έμφυλη βία που προκύπτει μέσα στην ανδροκρατούμενη κοινωνία. Η απίστευτη σταθερότητα των αρχών της de Cleyre είναι για εμένα αξιοθαύμαστη αλλά και θλιβερή. Ο αναρχισμός της δεν είχε χώρο για να αναγνωρίσει το κακό που της έγινε. Η θέση της πως η «συγχώρεση είναι καλύτερη από την οργή» είναι αξιοθαύμαστη, όπως και η ανάλυση της για το ρόλο του κράτους στην εγκληματικότητα. Δεν μπορώ παρά να εύχομαι η de Cleyre να είχε την υποστήριξη μιας κοινότητας ή ενός θεωρητικού πλαισίου που θα της είχε επιτρέψει να ασχοληθεί με το πρόβλημα της βίας των ανδρών κατά των γυναικών δίχως την επίκληση της κυριαρχίας του Κράτους.

Jack Linchuan Qiu: Goodbye iSlave

Η λέξη «iSlave» ήταν αρχικά σύνθημα που επινοήθηκε στη διάρκεια μιας διεθνούς εκστρατείας το 2010 από ακτιβιστές της εργατικής τάξης στο Χονγκ Κονγκ και την Ελβετία, την οποία πήρα και ανέπτυξα στον τόμο Goodbye iSlave: A Manifesto for Digital Abolition το 2016. Ο τίτλος του βιβλίου αποτελεί έτσι χαιρετισμό σε εκείνους που δουλεύουν στην πρώτη γραμμή του ακτιβισμού της ψηφιακής εργασίας, στην γενναιότητα και στην δημιουργικότητα τους. ο υπότιτλος του βιβλίου περιέχει τη λέξη «μανιφέστο», που ήταν κάτι πολύ πιο τολμηρό από την αρχική ιδέα που είχα, όταν ξεκίνησα το βιβλίο. Ωστόσο πιστεύω πως ταιριάζει με τους στόχους μου απόλυτα, επειδή ελπίζω να προχωρήσω σε δύο προκλήσεις: πρώτα, τα ψηφιακά μέσα έχουν κάνει πολύ μεγαλύτερη ζημιά στο κόσμο και στην ανθρωπότητα από ότι οι περισσότεροι από εμάς θα θέλαμε να φανταστούμε· δεύτερο, μπορούμε και πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια τεχνολογικά αντικείμενα για να αντισταθούμε και να καταργήσουμε νέες και παλιές μορφές δουλείας, για να ανακτήσουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, και να δημιουργήσουμε νέες υποκειμενικότητες σε μια μετακαπιταλιστική εποχή.

Douglas M. Mcleod & James K. Hertog: Η Κατασκευή της «Κοινής Γνώμης» από τους Δημοσιογράφους

Έχει αποδειχτεί με επιτυχία πως η κάλυψη των μαζικών μέσων ομάδων κοινωνικής διαμαρτυρίας τείνει να «περιθωριοποιεί» ομάδες που αμφισβητούν την κυρίαρχη δομή εξουσίας. Οι απεικονίσεις της δημόσιας γνώμης γύρω από ομάδες διαμαρτυρίας μπορεί να είναι ιδιαίτερα ισχυρά σύμβολα περιθωριοποίησης. Η έρευνα έχει δείξει πως οι αντιλήψεις ενός ατόμου για την κοινή γνώμη επηρεάζει συμπεριφορές όπως: αποδοχή προκατειλημμένων συμπεριφορών· προθυμία να στηρίξουν δημόσια μια πολιτική στάση· και ακόμη και απλές αντιληπτικές αποφάσεις. Οι έρευνες αυτός υπογραμμίζουν την δυνητική δύναμη της κοινής γνώμης και κατά συνέπεια προκαλούν ερωτήματα για το πως αντιλήψεις κοινής γνώμης επικοινωνούνται στην κάλυψη ομάδων διαμαρτυρίας από τις ειδήσεις.

Dieter Nelles: Αναρχοσυνδικαλισμός και το Κίνημα της Σεξουαλικής Μεταρρύθμισης στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης

«Όλες οι εργατικές οργανώσεις ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με οικονομικά και πολιτικά ζητήματα. Και τα κόμματα και οι ενώσεις αντιμετωπίζουν το ζήτημα του σεξ ως αδιάφορο, ασήμαντο. Κάποτε υπήρξε μια εποχή που θεωρούνταν ασέβεια να μιλάς δημόσια για προβλήματα σχετικά με σεξουαλικές σχέσεις. Και όμως είναι τόσο σημαντικό να αντιμετωπιστεί το σεξουαλικό ζήτημα δίχως ίχνος διστακτικότητας, όπως και το ζήτημα της πείνας. Γιατί η πείνα και ο έρωτας είναι οι δυο πόλοι γύρω από τους οποίους περιστρέφεται κάθε ανθρώπινη ζωή και ορμή. Αυτά τα δυο ζητήματα είναι τόσο στενά συνδεδεμένα που είναι δύσκολο δυνητικά να συζητηθεί το ένα δίχως να αναλογιστούμε το άλλο». Μπροστά στις υπολογιζόμενες ένα εκατομμύριο εκτρώσεις που πραγματοποιήθηκαν το 1930, το έργο των λαϊκών οργανώσεων δεν μπορεί να εκτιμηθεί πλήρως. Πρόσφεραν σεξουαλική εκπαίδευση, πληροφορούσαν κόσμο για τις μεθόδους αντισύλληψης και τα αντισυλληπτικά, και τα έδιναν φτηνά σε όσες αναζητούσαν βοήθεια. Με το τρόπο αυτό, συνέβαλαν σημαντικά στην σεξουαλική χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Ωστόσο, αυτή η «σεξουαλική επανάσταση» όπως την ονομάζει η Atina Grossmann, ήταν περίπλοκη και αντιφατική. «Αν και η σεξουαλική ικανοποίηση για της γυναίκες ήταν ζητούμενο, διακηρύσσονταν και ορίζονταν κυρίως από άνδρες». Αυτή η εκτίμηση επίσης ισχύει για την FAUD, παρά το γεγονός πως ήταν περισσότερο ανοιχτή από άλλες εργατικές οργανώσεις σχετικά με το ζήτημα της σεξουαλικότητας. «Βλέπουμε συνεχώς», σημείωνε η Trautchen Caspers, ακτιβίστρια στη FAUD και στην SFB στο Σάχτεϊν (Ρηνανίας), «πως οι άνδρες στο κίνημα μας βλέπουν τις γυναίκες μόνο σαν σκλάβες, υπηρέτριες, και μηχανές τεκνοποιίας, αλλά όχι ως ανθρώπους και συντρόφους». Η Trauchen Caspers ήταν μια από τις λίγες προλετάριες γυναίκες στη FAUD που προωθούσαν και ασκούσαν το ιδανικό του «ελεύθερου έρωτα». Ο ορισμός της αυτού του ιδανικού ήταν κάθε άλλο παρά μια «εξαγνισμένη μορφή του αστικού γάμου» (που προωθούνταν κατά τα άλλα μεταξύ αναρχικών της εργατικής τάξης). Έγραψε για αυτό στην Syndikalist: «Ακόμη και εμείς οι προλετάριοι πρέπει να ξέρουμε πως η ανθρώπινη ελευθερία περιλαμβάνει επίσης σεξουαλικές σχέσεις. Κάποιος μπορεί να παρατηρήσει πως ένας άνδρας, λόγω της κυριαρχικής του θέσης, αναγκάζει την γυναίκα να υποταχθεί σε αυτόν, αν και ξέρει πως η αγάπη της κατευθύνεται αλλού. Τέτοια συμπεριφορά είναι το ίδιο αποτρόπαια όσο εκείνη του βρωμιάρη που βιάζει ένα ανυπεράσπιστο κορίτσι. Η απληστία του να σου ανήκει μια γυναίκα είναι από μόνη της βάρβαρη και μια εξόφθαλμη αντίφαση με την ευρέως διακηρυγμένη ισότητα των γυναικών».

Chantal Mouffe: Καλλιτεχνικός Ακτιβισμός και Αγωνιστικοί Χώροι

Μπορούν οι καλλιτεχνικές πρακτικές να παίξουν ακόμη κριτικό ρόλο σε μια κοινωνία όπου η διαφορά μεταξύ τέχνης και διαφήμισης έχει γίνει ασαφής και όπου οι καλλιτέχνες και οι εργαζόμενοι του πολιτισμού έχουν γίνει αναγκαίο κομμάτι της καπιταλιστικής παραγωγής; Αναλύοντας το «νέο πνεύμα του καπιταλισμού» ο Luc Boltanski και η Eve Chiapello έχουν δείξει πως οι απαιτήσεις για την αυτονομία των νέων κινημάτων της δεκαετίας του 1960 είχαν τιθασευτεί από την μεταφορντική δικτυωμένη οικονομία και μεταμορφωθεί σε νέες μορφές ελέγχου. Οι αισθητικές στρατηγικές της αντικουλτούρας: η αναζήτηση για αυθεντικότητα, το ιδανικό της αυτοδιαχείρισης, η αντιεραρχική ανάγκη, χρησιμοποιούνται τώρα ώστε να προωθήσουν τις συνθήκες που απαιτούνται από τη σημερινή μέθοδο καπιταλιστικής ρύθμισης, αντικαθιστώντας το πειθαρχικό πλαίσιο που ήταν χαρακτηριστικό της φορντικής περιόδου. Σήμερα η καλλιτεχνική και πολιτισμική παραγωγή παίζει κεντρικό ρόλο στην διαδικασία της καπιταλιστικής αξιολόγησης και μέσα από την «νέο-διαχείριση», η καλλιτεχνική κριτική έχει γίνει σημαντικό στοιχείο της καπιταλιστικής παραγωγικότητας. Πιστέυω πως οι καλλιτεχνικές πρακτικές μπορούν να συνεισφέρουν στον αγώνα εναντίον της καπιταλιστικής κυριαρχίας αλλά αυτό απαιτεί μια πραγματική κατανόηση των δυναμικών της δημοκρατικής πολιτικής· μια κατανόηση η οποία πιστεύω μπορεί να επιτευχθεί με την αναγνώριση του πολιτικού στην ανταγωνιστική διάσταση του καθώς και την δυνητική φύση κάθε τύπου κοινωνικής τάξης. Είναι μόνο μέσα από μια τέτοια οπτική που κάποιος μπορεί να κατανοήσει τον ηγεμονικό αγώνα που χαρακτηρίζει την δημοκρατική πολιτική, ηγεμονικό αγώνα στον οποίο οι καλλιτεχνικοί χώροι μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο.

Alexandre Christoyannopoulos: Μια Χριστιανική Αναρχική Κριτική της Βίας. Από το Γύρισμα και της Άλλης Παρειάς στην Απόρριψη του Κράτους

«Τι όμορφος που θα ήταν αυτός ο κόσμος», αναφωνούσε προ πολλών δεκαετιών ένας χριστιανός αναρχικός, «αν οι φονταμενταλιστές προτεστάντες προσπαθούσαν να παραδειγματιστούν από την Επί του Όρους Ομιλία». Υπάρχουν, ωστόσο, αποκλίνουσες ερμηνείες της Ομιλίας αυτής – περιλαμβανομένου ίσως του πιο διάσημου χωρίου της, αυτού όπου ο Ιησούς μιλά περί αγάπης και μη αντίστασης. Σκοπός αυτού του κειμένου είναι μια εισαγωγή στην αναρχική ερμηνεία του χρστιανισμού συνοψίζοντας τα διάσπαρτα σχόλια που χριστιανοί αναρχικοί έχουν κάνει γι’ αυτό το συγκεκριμένο χωρίο. Για λόγους οικονομίας χώρου μια πιο λεπτομερής ανάλυση των σχολίων αυτών είναι απαγορευτική, ωστόσο μια ακριβώς τέτοια λεπτομερής ανάλυση, μαζί με αυτή άλλων χωρίων (συμπεριλαμβανομένων των κεφ. 13 της Προς Ρωμαίους Επιστολής και «τα του καίσαρος τω καίσαρι» ) όπως και μια πιο βαθιά παρουσίαση και συζήτηση περί χριστιανικού αναρχισμού εν γένει, μπορεί να βρεθεί στο Christian Anarchism: A Political Commentary on the Gospel. Εδώ, το υπό συζήτηση χωρίο είναι εκείνο που ο Ιησούς λέει: «Έχετε επίσης ακούσει πως δόθηκε η εντολή: «ν’ ανταποδίδεις οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος».Εγώ όμως σας λέω να μην αντιστέκεστε στον κακό άνθρωπο. Αλλά αν κάποιος σε χτυπήσει στο δεξί μάγουλο, γύρισέ του και το άλλο. Κι αν κάποιος θέλει να σε πάει στο δικαστήριο για να σου πάρει το πουκάμισο, άφησέ του και το πανωφόρι. Κι αν σε πάρει κάποιος αγγαρεία για ένα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο. Σ’ εκείνον που σου ζητάει κάτι, να του το δίνεις, κι αν κάποιος θέλει να του δανείσεις κάτι, μην του το αρνηθείς».

Ethel C. Brooks: Οι Δυνατότητες Ενός Ρομ Φεμινισμού

Μια συγκεχυμένη σχέση υπάρχει μεταξύ Ρομά και μη Ρομά που υπάρχει εδώ και μια χιλιετία. Η ασάφεια – ή αμφιθυμία – συνοψίζεται σε ένα στίχο από το τραγούδι Break The Spell των Gogol Bordello: «You love our music, but you hate our guts». Αν και η φύση αυτής της τεταμένης σχέση δεν έχει τις ρίζες της στον ιμπεριαλισμό όπως η ήταν η βρετανική σχέση με την Βεγγάλη – η κληρονομιά της οποίας συνεχίζει μέχρι σήμερα – οι Ρομά σε όλο το κόσμο έχουν υποστεί υποδούλωση, βίαιο εκτοπισμό και εξορία, βία και θάνατο. Έχουμε αντιμετωπιστεί ως υπάνθρωποι και διωχθεί και δεχτεί εκμετάλλευση κατά αυτό το τρόπο. Τον 16ο αιώνα, στην πρώτη καταγεγραμμένη παρουσία Ρομά στην Αγγλία, οι Βρετανοί δημιούργησαν μια σειρά από αντι-Αιγυπτιακούς νόμους που έδιωχνα, απέλαυναν ή κρεμούσαν Ρομά (ή «Αιγυπτίους» ή «Γύφτους», όπως αποκαλούνταν) και εκείνων που συναναστρέφονταν μαζί τους. Οι Ρομά υποδουλώθηκαν σε αυτό που σήμερα είναι η Ρουμανία και σε άλλα μέρη των Βαλκανίων. Οι Ρομά διώχθηκαν από την Ισπανική Ιερά Εξέταση. Οι Ρομά ήταν επίσης μέρος του Διατλαντικού Δουλεμπορίου, πηγαίνοντας από Αγγλία σε Αφρική και στην Αμερική. Σε όλη την Ευρώπη, η Ρομ ύπαρξη χαρακτηρίζονταν από τη βία των πογκρόμ, διώξεων, και εγκλεισμών. Με την εμφάνιση του εθνικού κράτους, η δίωξη των Ρομά κλιμακώθηκε σε γενοκτονία. Στη διάρκεια του 20ου αιώνα οι Ρομά βίωσαν την σχεδόν εξόντωση στο Ολοκαύτωμα – με τρία τέταρτα του Ρομ πληθυσμού να δολοφονούνται. Η γλώσσα τους και οι πρακτικές τους ήταν απαγορευμένες στην Φρανκική Ισπανία, και υποβλήθηκαν σε συστεμική διάκριση σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στην σημερινή περίοδο, ο Ρομά αντιμετωπίζουν νεοφασιστική και κεντρώα κρατική βία, περιλαμβανομένων φόνων, πογκρόμ, αναγκαστικών απελάσεων, εξαναγκαστικών στειρώσεων, και πολλές άλλες βίες σε όλη την Ευρώπη και εκτός αυτής. Η άλλη πλευρά της ασαφούς σχέσης ήταν η οικειοποίηση της Ρομ κουλτούρας – η μουσική μας, το φαγητό μας, η τέχνη μας, και οι παραδοσιακές τέχνες μας – μια οικειοποίηση που αναμιγνύει φαντασιώσεις γύρω από και μίσος για την ίδια μας την ύπαρξη. Οι γυναίκες Ρομά έχουν παρουσιαστεί ως σεξουαλικά διαθέσημα αντικείμενα φαντασίας ή γριές μάγισσες. Έχουμε παρουσιαστεί ως παθητικά θύματα της πατριαρχίας που έχουν ανάγκη σωσίματος και κλέφτρες και ζητιάνες που πλουτίζουμε από το κράτος πρόνοιας. Αυτό είναι το ρατσιστικό υπόβαθρο στην προτροπή από την φεμινίστρια «αδελφή» μου προς εμένα να εγκαταλείψω μια ταυτότητα για χάρη μιας άλλης. Αν ενταχθώ στην πλευρά των φεμινιστριών, αρνούμενη την σύνδεση μου στην Ρομ κοινότητα, θα σώσει, αυτό τελικά, της Ρομά αδελφές μου;

Bruce Trigg: Αναρχικοί και Εμβόλια

Πρέπει οι αναρχικοί να υποστηρίζουν κανόνες δημόσιας υγείας και κυβερνητικούς νόμους που επιβάλουν υποχρεωτικούς παιδικούς εμβολιασμούς ώστε τα παιδιά να πάνε σχολείο; Τι γίνεται με τον υποχρεωτικό ετήσιο εμβολιασμό των ενηλίκων για την γρίπη; Ακόμη και αν δεν απαιτούμε οι ενήλικες να εμβολιαστούν, πρέπει να επιτρέπεται σε έναν ενήλικα να αρνηθεί τον εμβολιασμό για τα δικά του παιδιά, θέτοντας έτσι το παιδί και άλλα παιδιά σε αχρείαστο κίνδυνο; Αυτά δεν είναι εύκολα ερωτήματα προς απάντηση, ειδικά για εκείνους που αντιτίθενται στον κυβερνητικό εξαναγκασμό και πιστεύουν στα δικαιώματα της ελεύθερης οργάνωσης. Πολλοί ριζοσπάστες μοιράζονται μια κοινή δυσπιστία για τις φαρμακευτικές εταιρίες που κερδοσκοπούν από τα εμβόλια. Αναμφισβήτητα υψηλές τιμές χρεώνονται για πολλά εμβόλια, όπως για τον έρπη και τον HPV, παρά το γεγονός πως το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας και των κλινικών δοκιμών για αυτά συχνά χρηματοδοτούνται από το δημόσιο και συχνά πραγματοποιούνται από δημόσια πανεπιστήμια και υπηρεσίες δημόσιας υγείας. Είναι το υψηλό κόστος παρά ο εμβολιαστικός δισταγμός που είναι ο βασικός λόγος που εκατομμύρια που δεν λαμβάνουν τα πολύτιμα για τη ζωή εμβόλια στον Παγκόσμιο Νότο. Ως αναρχικοί, μοιραζόμαστε κάποιες από τις ανησυχίες που απασχολούν γονείς όταν παλεύουν με αντικρουόμενες απόψεις πάνω στο πως να φροντίσουν καλύτερα το παιδί τους. Μοιραζόμαστε την επιθυμία τους για μεγαλύτερη ελευθερία και διαφάνεια και την δυσπιστία τους για την κυβέρνηση και το κερδοσκοπικό κίνητρο των φαρμακευτικών εταιρειών. Η αντικαπιταλιστική μας όμως οπτική μας επιτρέπει να δούμε πως το κίνητρο για κέρδος σπρώχνει με τον ίδιο τρόπο και την παραπληροφόρηση γύρω από την επιστήμη των εμβολίων και εμποδίζει την πρόσβαση στα εμβόλια σε όλο το κόσμο. Μπορούμε να δώσουμε μια εναλλακτική ελευθεριακή οπτική για να αντιμετωπίσουμε την ακροδεξιά συνωμοσιολογική παράνοια που ψευδώς τοποθετεί το ζήτημα ως αγεφύρωτη αντίθεση του ατόμου εναντίον της κοινωνίας.