Félix Guattari: Αλλαγή Επιστημονικού Μοντέλου

Το ζήτημα της αλλαγής μοντέλου στις κοινωνικές πρακτικές προκύπτει, ιδιαίτερα στο «ψ» πεδίο, σε σχέση με το ιατρικό μοντέλο· αλλά επίσης αναφέρεται, με ένα γενικότερο τρόπο, στην εξέλιξη των διαδικασιών διαμόρφωσης της καπιταλιστικής υποκειμενικότητας. Ωστόσο, δεν είναι εύκολο να εκτιμήσουμε αυτή την εξέλιξη, επειδή μοιάζει να πηγαίνει προς αντίθετες κατευθύνσεις. οι καπιταλιστικές κοινωνίες – με αυτό τον όρο, αναφέρομαι εξίσου στις Δυτικές καπιταλιστικές χώρες και την Ιαπωνία, τις χώρες του κρατικού σοσιαλισμό και τις χώρες του Τρίτου Κόσμου, των οποίων οι οικονομίες είναι ιδιαίτερα ενσωματωμένες στην παγκόσμια αγορά – παράγουν μαζικά, κάποιος μπορεί να πει βιομηχανικά, μία ατομική και συλλογική υποκειμενικότητα που όλο και περισσότερο υπόκειται στα δικά του υποδείγματα εξουσίας. Ένα από τα χαρακτηριστικά της τελευταίας περιόδου είναι πως ο καπιταλισμός έχει καταφέρει να θέσει πλήρως στην υπηρεσία του τις νέες τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνίας, έτσι ώστε να ενισχύσει τα συστήματα του ρύθμισης και ελέγχου, και για να ενσωματώσει περισσότερο και πιο στενά στους μηχανισμούς του όχι μόνο τη συλλογική εργατική δύναμη, αλλά και την ευφυΐα, την ευαισθησία, και ακόμη και τα όνειρα και τις επιθυμίες κάθε ατόμου. Ένα δεύτερο θεμελιώδες χαρακτηριστικό της σημερινής παραγωγής της καπιταλιστικής υποκειμενικότητας βρίσκεται στο γεγονός πώς είναι αλληλένδετη με την επανενεργοποίηση, την έμφαση, τον πολλαπλασιασμό και την επέκταση σε ολόκληρο τον πλανήτη εσωτερικοποιημένων συστημάτων διαχωρισμού, ιεραρχίας και ενοχής. Από την άλλη, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί πως η ανάπτυξη των τεχνολογικών μέσων πάνω στους οποίους αυτός ο καπιταλισμός του νέου είδους στηρίζει την ηγεμονία του, την ίδια στιγμή βοηθά στην εμφάνιση αναρίθμητων προσδοκιών για γνώση, για δημιουργικότητα και, αντίστοιχα, για την κατάκτηση νέων χώρων ελευθερίας. Στην ουσία, η εντυπωσιακή άνοδος της επανάστασης των υπολογιστών, της ρομποτικής, της τηλεματικής, της γενετικής μηχανικής, κλπ, μεταμορφώνει αμετάκλητα, μπροστά στα μάτια μας, τις σχέσεις του ανθρώπου με τον συνάνθρωπό του καθώς και με το περιβάλλον, το σώμα του, τη δουλειά του, σε πολιτισμικά, αισθητικά αντικείμενα...

Κατερίνα Μάτσα: Ο Felix Guattari, η Λα Μπορντ και η Λέρος

Όταν ξέσπασε το «σκάνδαλο της Λέρου», μετά την πρωτοσέλιδη δημοσίευση στην εφημερίδα Observer το 1988 των φωτογραφιών της φρίκης, των γυμνών ψυχασθενών σε συνθήκες στρατοπέδου συγκέντρωσης, η ελληνική πολιτεία υποχρεώθηκε μπροστά στο διασυρμό να στρέψει το βλέμμα της στο ψυχιατρικό άσυλο της Λέρου. Από το υπουργείο Υγείας εξαγγέλθηκαν μέτρα προσαρμοσμένα στην πολιτική συγκυρία και στις ανάγκες του επίσημου κράτους να βρει τρόπους να απαλλαγεί από τη διεθνή κατακραυγή. Δόθηκαν έτσι κίνητρα σε γιατρούς να εργαστούν στο ψυχιατρείο της Λέρου, εγκρίθηκαν δεκάδες προγράμματα αποασυλοποίησης με ευρωπαϊκή και ελληνική χρηματοδότηση. Αυτή η διαδικασία αποασυλοποίησης, που ξεκίνησε το 1990, ο χαρακτήρας και οι προοπτικές της μπήκαν στο επίκεντρο του προβληματισμού όλης της ψυχιατρικής κοινότητας, η οποία όμως ευθυνόταν σε μεγάλο βαθμό για την κατάσταση. Η Αέρος ήταν προϊόν της ελληνικής κοινωνίας και της Ψυχιατρικής, της κουλτούρας και των πρακτικών της. Το ψυχιατρείο της Λέρου είχε πολλά κοινά με τα ψυχιατρικά άσυλα της Ευρώπης, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γκουατταρί. Είχε όμως και κάτι διαφορετικό. Δημιουργήθηκε το 1957 με βασιλικό διάταγμα ως «αποικία ψυχοπαθών», με κύριο στόχο την αποσυμφόρηση των ψυχιατρικών νοσοκομείων της Ελλάδας. Με αυτόν το χαρακτήρα λειτούργησε μέχρι το 1981, οπότε απαγορεύτηκε με υπουργική απόφαση κάθε νέα μεταγωγή ασθενών. Τότε μόνο σταμάτησαν να καταφθάνουν στο νησί οι καραβιές των «αζήτητων» από τα άλλα ψυχιατρεία.

Oisin Wall: Η Γέννηση και ο Θάνατος της Villa 21

Στο τέλος η Villa 21 εξαφανίστηκε. Η απόλυτη εξολόθρευση του προκαλεί το ερώτημα του γιατί έπρεπε να καταστραφεί η κοινότητα. Οι περιγραφές της ζωής εκεί μετά βίας μοιάζουν επαρκώς άσχημες για να αξίζει αυτή την αντίδραση. Η ευρύτερη άποψη είναι πως, ενώ η Villa 21 δεν ήταν εντελώς επιτυχία, σίγουρα δεν ήταν εξωπραγματική αποτυχία. Η ιστορία είναι πως, στην αρχή, ο Cooper προσπάθησε να σβήσει τα όρια προσωπικού-ασθενών, ονομάζοντας τους ασθενείς ως «επισκέπτες», και μετά περιορίζοντας τις υποχρεώσεις του προσωπικού στον έλεγχο του ντουλαπιού με τα φάρμακα και «να αντιμετωπίζουν διοικητικά ζητήματα της πτέρυγας που αφορούσαν και άλλα τμήματα του νοσοκομείου». Τέλος κατάργησε όλους τους νοσοκομειακούς κανόνες εκτός από την απαγόρευση του να είναι γυμνοί και να αυνανίζονται σε δημόσιους χώρους της πτέρυγας. Με το νέο αυτό καθεστώς, οι συνθήκες στη Villa 21 υποβαθμίστηκαν – τζάμια έσπασαν, σκουπίδια συσσωρεύονταν στους διαδρόμους και τα πιάτα έμεναν άπλυτα. Τελικά, ενώ ο Cooper έκανε διακοπές στην Ανατολική Ευρώπη, μια ομαδική απόφαση λήφθηκε από τους τρόφιμους της βίλας ώστε να μπουν κάποιοι κανόνες στη πτέρυγα γύρω από το φαγητό, τη καθαριότητα και τις άδειες το Σαββατοκύριακο. Οι Cooper (1967), Clarke (2004) και Double (2006) αφηγούνται την ιστορία μέχρι εκείνο το σημείο. Ωστόσο, ο λόγος αποχώρησης του Cooper από την μονάδα τον Απρίλιο του 1966 δεν αναλύεται ποτέ. Πως το πείραμα της Villa 21, οι δηλωμένοι σκοποί του οποίου, αν και προοδευτικοί για την εποχή εκείνη, δύσκολα θα λέγονταν ριζοσπαστικοί, κατέληξε σε σπασμούς που ανάγκασαν την παραίτηση ενός πολύ γνωστού ψυχιάτρου και τις οργανωμένες προσπάθειες από πλευράς νοσοκομείου να ξεχαστεί πως πραγματοποιήθηκε ποτέ το πείραμα;

David Cooper: Ο άρρωστος, η οικογένεια του και το ψυχιατρείο

Ακόμα κι αν προστρέξουμε στην αρχή της ιδρυματικής ψυχιατρικής, διαπιστώνουμε πως οι νοσοκόμες – και πολλές φορές και οι ψυχίατροι – διαισθάνθηκαν οξύτατα πως όσο σοβαρές κι αν ήταν οι διαταραχές του έγκλειστου σχιζοφρενικού, αυτός δεν ήταν μονάχος στη συμφορά του. Πολύ συχνά, το πεπειραμένο προσωπικό μάντευε ότι κάτι το ασυνήθιστο, ίσως και κάτι το τρελό, υπήρχε στην οικογένεια του αρρώστου, και το αίσθημα αυτό εκφραζόταν με τα λόγια: « Μήπως δεν κλείσαμε αυτόν που έπρεπε!». Στο ψυχιατρείο, η συνηθισμένη διαδικασία αναφορικά με τους συγγενείς του αρρώστου είναι η ακόλουθη: ο ψυχίατρος μιλά, ίσως μια και μόνη φορά, με τους συγγενείς χωρίς νάναι μπροστά ό άρρωστος. Σε ορισμένα νοσοκομεία, ένα τυποποιημένο ερωτηματολόγιο για το ιστορικό του αρρώστου και την «τωρινή του ασθένεια» στέλνεται με το ταχυδρομείο στον πιο στενό συγγενή, χωρίς καν να το ξέρει ο άρρωστος. Πότε-πότε ένας κοινωνικός λειτουργός της Ψυχιατρικής Υπηρεσίας, σέ κάποια στιγμή της «σταδιοδρομίας του αρρώστου» σαν αρρώστου, βρίσκει την ευκαιρία να τον δει σπίτι του μαζί με την οικογένειά του, αλλά αυτό δεν αποτελεί τον γενικό κανόνα τις πιο πολλές φορές, οι ενέργειες περιορίζονται σε μια έρευνα παραδοσιακού τύπου, που δεν περιλαμβάνει τις σύγχρονες απόψεις πάνω στους οικογενειακούς μηχανισμούς, τις οποίες ακριβώς θα αναλύσω σε τούτο το κεφάλαιο. Πράγματι, οι καινούργιες μελέτες αμφισβητούν ριζικά την παραδοσιακή ιδέα, ότι οι παράγοντες τού οικογενειακού περιβάλλοντος επηρεάζουν μονάχα την επιφανειακή όψη της «ασθένειας» τού αρρώστου, και ότι η οικογένεια επηρεάζεται μονάχα δευτερότερα από την «παθολογική κατάσταση» του αρρώστου.

David Cooper: Βία και Ψυχιατρική

Ποιοι, όμως, είναι οι υγιείς άνθρωποι; Πως καθορίζουν οι ίδιοι τους εαυτούς τους; Ο καθορισμός της ψυχικής υγείας που προβάλλεται από τους «ειδήμονες», ανάγεται συνήθως στη συμμόρφωση τού ατόμου σ’ ένα λίγο-πολύ αυθαίρετα καθιερωμένο σύνολο από κοινωνικούς κανόνες, η ακόμα, παρουσιάζεται με τη βολική μορφή της γενίκευσης (λογουχάρη: «η ικανότητα να ανέχεται κανείς τη σύγκρουση και να αναπτύσσεται μέσα σ’ αυτή), γι’ αυτό και στερείται από κάθε λειτουργική σημασία. Μένει κανείς πάντα με την πικρή εντύπωση ότι υγιείς είναι ίσως εκείνοι που δεν κατορθώνουν να εισαχθούν στο ψυχιατρικό νοσοκομείο για παρατήρηση. Μ’ άλλα λόγια, οι ίδιοι οι υγιείς αυτοκαθορίζονται από κάποιαν απουσία εμπειρίας. Και όμως, οι Ναζίδες σκότωσαν σε θαλάμους αερίων δεκάδες χιλιάδες ψυχοπαθείς, και, στη χώρα μας, η ιδρυματική ψυχιατρική, όχι μονάχα ακρωτηρίασε με χειρουργικές επεμβάσεις, η κατάστρεψε με αλλεπάλληλα ηλεκτροσόκ, τον εγκέφαλο άλλων δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, αλλά και παραμόρφωσε συστηματικά την προσωπικότητα τους. Πως είναι δυνατό οι συγκεκριμένες αυτές πράξεις να βασίζονται σε μια απουσία, σε μια αρνητική έννοια – στην ψυχαναγκαστική μη-παραφροσύνη των υγιών;

Adrian Chapman: David Cooper, ένας Επαναστάτης της Αντιψυχιατρικής

Ο Cooper πίστευε ότι το μέλλον της ριζοσπαστικής ψυχιατρικής ήταν έξω από το νοσοκομείο. Στην εποχή των φαρμακευτικών μονοπωλίων, οι κριτικές οπτικές προς την ψυχιατρική έχουν λάβει επείγουσα σημασία και έχει αναβιώσει το ενδιαφέρον για το έργο του RD Laing. Το Ο Διαιρεμένος Εαυτός (2010) του Laing ανήκει πλέον στην σειρά κλασικών έργων της Penguin και πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο κινηματογραφικής ταινίας. Ο Cooper, ωστόσο, έχει αγνοηθεί. Είναι καιρός, πιστεύω, να ανανεωθεί το ενδιαφέρον για αυτόν. Σίγουρα, δεν μπορεί να γίνει πλήρης αναφορά στο αντιψυχιατρικό κίνημα χωρίς συνεχή προσοχή στον Cooper. Δεν θα πρότεινα να γίνουμε κουπερικοί. Αντίθετα, προτείνω να επιστρέψουμε στα κείμενα του Cooper και να τα διαβάσουμε με ένα πνεύμα κριτικής φιλίας. Έχουμε ένα έργο που δικαιολογεί τη θέση του στην παράδοση της ριζοσπαστικής αντίθεσης στην ψυχιατρική και που μπορεί να καλλιεργήσει τη σκέψη και τη δράση στο παρόν. Υπάρχει μια μεγάλη ενέργεια στο γράψιμό του, το οποίο είναι ξεκάθαρα διαφορετικό από αυτό του R.D. Laing, με τον οποίο συσχετίζεται τόσο συχνά. Ίσως μια καλή σύγκριση θα ήταν μεταξύ των τζαζ μουσικών John Coltrane και Miles Davis: υπάρχει κάτι νευρικό στον Coltrane, ο οποίος δεν ξέρει πάντα πότε να σταματήσει να παίζει· Ο Davis, αντίθετα, έχει μεγαλύτερο έλεγχο, περισσότερη γνώση – όπως ο Laing στον Coltrane του Cooper.

Bruce Levine: Η Χρήση της Ψυχιατρικής Εναντίον των Αντιεξουσιαστών

Οι έντονες αντιδράσεις των αντιεξουσιαστών σε προσβολές και αδικίες μπορούν να δώσουν στην εξουσία τη δικαιολογία να τους αποδώσει κάποια ψυχοπαθολογία. Η νεαρή Emma Goldman ήταν τυχερή που έζησε σε μια εποχή που δεν την χαρακτήρισαν ψυχικά ασθενή όταν έριξε μια κανάτα με νερό στο πρόσωπο μιας γυναίκας που ήταν χαρούμενη για την εκτέλεση των Μαρτύρων του Χεϊμάρκετ το 1887, αλλά άλλοι αντιεξουσιαστές δεν ήταν τόσο τυχεροί και οι έντονες αντιδράσεις τους σε προσβολές και αδικίες συχνά έχουν χαρακτηριστεί ψυχικά ασθενείς. Η πρακτική της απόδοσης ψυχοπαθολογίας στους αντιεξουσιαστές ώστε να τους δυσφημίσουν και να τους περιθωριοποιήσουν δεν είναι αποκλειστικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών. Στη Σοβιετική Ένωση, οι πολιτικοί αντιφρονούντες, εισάγονταν συνεχώς σε ψυχιατρικά νοσοκομεία και υποβάλλονταν σε αγωγή· στους Κινέζους αντιφρονούντες συνεχίζουν να αποδίδουν διαγνώσεις ψυχικών νόσων και υποβάλλονται σε αναγκαστικές θεραπείες. Σήμερα, ένας πιθανά τεράστιος στρατός από νεαρούς αντιεξουσιαστές αποπολιτικοποιούνται μέσω διαγνώσεων ψυχικής νόσου και από την απόδοση της διάσπασης, της αγωνίας, της κατάθλιψης, και της ανυπακοής τους ως αποτέλεσμα μιας ελλαττωματικής βιοχημείας – και όχι στην αποξένωση μέσα σε μια απάνθρωπη κοινωνία και την αντίσταση τους σε απονομιμοποιημένες εξουσίες.