Μαρία Καβάλα: Η εξέλιξη του αντισημιτικού λόγου της εφημερίδας «Μακεδονία»

Η εφημερίδα Μακεδονία ήταν «παιδί» του ελληνικού εθνικισμού και της Ελληνικής Μεγάλης Ιδέας των αρχών του 20ου αιώνα. Στην περίπτωσή μας και παρά την μετριοπαθή στάση προς τους Εβραίους τα πρώτα χρόνια και πριν το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, μετά το 1922 κατέληξε χρησιμοποιώντας έναν αντισημιτικό λόγο ενισχύοντας τον προϋπάρχοντα, θρησκευτικό αντισημιτισμό. Μπορούμε να παρατηρήσουμε πως αυτός ο λόγος μεταμορφώθηκε κυρίως σε εθνικιστικό και πως αργότερα, οι υποστηρικτές αυτών των ιδεών εργάστηκαν για την ναζιστική προπαγάνδα και μεταμόρφωσαν τον λόγο σε εθνοφυλετικό ενισχύοντας τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα που πίστευε ο χριστιανικός ελληνικός πληθυσμός, ήδη διαμορφωμένες στο παρελθόν και στοχεύοντας σε προσωπικά πολιτικά και οικονομικά οφέλη. Την ίδια στιγμή είναι παράδειγμα του πως ο λόγος του τύπου μπορεί να χρησιμεύσει για να συγκεντρώσει τους ανθρώπους πίσω από ένα σκοπό, αλλά συχνά με τίμημα την υπερβολή, την παραποίηση, ή ακόμη και το ψέμα για τα θέματα που ανοίγει ώστε να κερδίσει υποστήριξη και συχνά να διαδώσει το μίσος. Πρέπει πάντοτε να σκεφτόμαστε ποιος χάνει και ποιος επωφελείται από διχασμούς μεταξύ των καταπιεσμένων ανθρώπων. Αυτοί που είναι στην εξουσία κερδίζουν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, ενώ εκείνοι που χάνουν είναι οι συνηθισμένοι άνθρωποι και στις δυο πλευρές. Στο τέλος όλοι χάνουμε όταν γενιές αποστερούνται το δικαίωμα να αναπτύξουν και να συμβάλουν τα δώρα τους στην υπόλοιπη ανθρώπινη κοινότητα.

Ron Rosenbaum: Münchener Post, Η Ξεχασμένη Αντίσταση

Οι δημοσιογράφοι της Münchener Post ήταν οι πρώτοι που εστίασαν την κριτική τους προσοχή στον Hitler, από την πρώτη κιόλας στιγμή που το παράξενο φάσμα του πρόβαλε από τα πίσω δωμάτια των μπυραριών και πέρασε στους δρόμους του Μονάχου στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Ήταν οι πρώτοι που ασχολήθηκαν μαζί του, οι πρώτοι που αποκάλυψαν την ύποπτη κρυμμένη πλευρά του κόμματός του, την δολοφονική εγκληματική συμπεριφορά κρυμμένη πίσω από την πρόφαση πως ήταν πολιτικό κόμμα. Ήταν οι πρώτοι που προσπάθησαν να προειδοποιήσουν το κόσμο για το κίνδυνο του άγριου κτήνους που κατευθύνονταν προς το Βερολίνο. Το δράμα όμως του αγώνα τους σε γενικές γραμμές παραμένει άγνωστο σε γενικές γραμμές. Οι αποκαλύψεις που δημοσίευαν εμφανίζονται, αν γίνει ποτέ, σε ξεχασμένες υποσημειώσεις· τα ονόματα εκείνων που ρισκάρισαν τις ζωές τους για να μεταφέρουν και να δημοσιεύσουν αυτά τα άρθρα σπάνια εμφανίζονται ακόμη και εκεί. Η πλήρης ιστορία τους δεν έχει ειπωθεί ουσιαστικά, ακόμη και στη Γερμανία, ή ίσως ειδικά στη Γερμανία, όπου είναι πιο βολικό για την εθνική αυτοεκτίμηση να πιστεύει πως κανένας δεν ήξερε ποιος πραγματικά ήταν ο Hitler μέχρι πολύ αργά, μέχρι μετά το 1933, όταν είχε πάρα πολύ μεγάλη εξουσία (ή έτσι λέγονταν) για να του αντισταθεί οποιοσδήποτε.

Howard J. Ehrlich: Η σφαγή στο Λύκειο του Κολουμπάιν και τι μάθαμε από αυτή

Κάθε μεγάλο θέαμα κουβαλά μέσα του τη δυναμική ενός νέου τρόπου για την παρατήρηση του παρελθόντος και των συνεπειών για το μέλλον. Συνήθως μέσα σε μια σύντομη περίοδο μετά το γεγονός, μια «συναινετική» εξήγηση κατασκευάζεται μέσα από τα μέσα ενημέρωσης και από τους πολιτικούς αναλυτές που καταλαμβάνουν αρκετό από το χώρο και το χρόνο που αφιερώνουν τα μέσα στο γεγονός. Πολιτικοί αναλυτές κάθονται μπροστά από την κάμερα και γίνονται κομμάτι του γεγονότος, συχνά γίνονται και κομμάτι τις διαδικασίας της μεταμόρφωσης, με το καιρό, του γεγονότος σε θέαμα. Τα γεγονότα είναι ειδήσεις, το θέαμα είναι δολάρια. Το παλιό ρητό της αίθουσας σύνταξης των τηλεοπτικών ειδήσεων «αν ματώνει, πουλάει» έχει αντικατασταθεί στα γραφεία, από μια σειρά τάφων προς το εύκολο χρήμα.

Shaunagh Connaire: «Τα καλά κορίτσια δε πηδιούνται», η μάχη για το δικαίωμα στην έκτρωση

Δεν έκανα ποτέ έκτρωση, αλλά στα 20 μου μια πολύ αγαπημένη φίλη χρειάστηκε μια. Μιλήσαμε για τις επιλογές της σε μια μυστική συνάντηση ένα σκοτεινό δρόμο του Δουβλίνου. Ήταν στην έκτη εβδομάδα κύησης και αποφάσισε το τερματισμό της. Έκλεισε εισιτήρια για την Αγγλία, πήρε δυο μέρες άδεια από τη δουλειά και δε ξαναμιλήσαμε για αυτό για 12 χρόνια. Κοιτώντας πίσω, αυτή ήταν η στιγμή που έγινα άνευ όρων και απόλυτα υπέρ του δικαιώματος της επιλογής. Μπορεί να μην ήξερα ποια τροπολογία του ιρλανδικού συντάγματος ανάγκασε τη φίλη μου να ανέβη στο αεροπλάνο εκείνη τη μέρα, ήξερα όμως πως κάτι ήταν πολύ λάθος στο τρόπο που η χώρα μας συμπεριφέρονταν σε αυτό το «καλό κορίτσι», τη φίλη μου, που έκανε μια πολύ δύσκολη επιλογή. Δεν είχε βιαστεί, δεν είχε μάθει ότι το έμβρυο δεν θα επιζούσε έξω από τη μήτρα. Δεν ήταν έτοιμη να γίνει μητέρα. Σαν κάτοχος του σώματος της, και υπεύθυνη για τη ζωής της, η απόφαση ήταν δικαιωματικά δική της. Εγκαταλείφθηκε όμως, εξοστρακισμένη, και νιώθοντας πως είχε γίνει μια από τις εξαγωγές ντροπής της Ιρλανδίας.

Claudia Torrisi: Πως τα ιταλικά μέσα βοήθησαν τη CasaPound να κάνει το φασισμό μόδα

Τους τελευταίους μήνες στην Ιταλία υπάρχει έντονος διάλογος σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα μέσα πρέπει να καλύπτουν τα φασιστικά και ακροδεξιά κινήματα. Είναι μια επαναλαμβανόμενη ερώτηση στη χώρα, από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο τουλάχιστον. Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων πέντε ετών, η CasaPound Italia (CPI) προσπαθήσει να χτίσει πολιτική αξιοπιστία και να καθαρίσει την εικόνα του προκειμένου διεισδύσει στη κεντρική πολιτική σκηνή της Ιταλίας. Και τα μέσα έχουν παίξει το δικό τους, με πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό το σχέδιο, βοηθώντας στο να κανονικοποιηθεί και ακόμη και «ωραιοποιήσουν» το ακροδεξιό κίνημα. Το Νοέμβριο του 2017, η ιταλική έκδοση του περιοδικού Marie Claire δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Ξέρεις ποιες είναι οι γυναίκες της CasaPound;». Σκιαγράφησε γυναίκες μέλη της ιταλικής ακροδεξιάς ομάδας, που γεννήθηκε το 2003 στη Ρώμη, δίνοντας στους αναγνώστες μια κλεφτή ματιά στις ιδιωτικές ζωές τους, μοιράζεται μαζί τους συμβουλές μόδας, τι τους αρέσει να φοράνε, και πώς ισορροπούν την οικογενειακή και κοινωνική ζωή τους με τις απαιτήσεις του να είναι μέλη ενός βίαιου φασιστικού κινήματος.

Thomas J. Scott: Ο φασισμός και η άρνηση της αλήθειας

Οι φασίστες παντού και πάντοτε αναγνωρίζονται από την έκκληση τους στην προκατάληψη και από την επιθυμία τους να εκμεταλλευτούν τους φόβους και τις ματαιοδοξίες διαφορετικών κοινωνικών ομάδων για να αποκτήσουν εξουσία. Οι φασίστες, διακρίνονται εύκολα από την ηθελημένη διαστρέβλωση της αλήθειας και των γεγονότων. Επιπλέον οι φασίστες ασχολούνται στα λόγια με την δημοκρατία και το κοινό καλό» και με «ύπουλα μέσα παρακάμπτουν τους νόμους που σχεδιάστηκαν για να προστατέψουν το κοινό από μονοπωλιακούς εκβιασμούς. Τέλος κύριος στόχος των φασιστών είναι η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας έτσι ώστε χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα την δύναμη του κράτους και τη δύναμη των αγορών να κρατούν τον απλό άνθρωπο σε αιώνια υποταγή.

Noam Chomsky: Η ανεξαρτησία του τύπου και η κυρίαρχη ορθοδοξία

Ο Mark Twain είχε πει, «στη χώρα μας χάρη στη καλοσύνη του Θεού, έχουμε τρία εξαιρετικά πολύτιμα αγαθά: ελευθερία του λόγου, ελευθερία της συνείδησης και την σύνεση να μην εξασκούμε καμία από τις δύο». Στην αδημοσίευτη εισαγωγή του στην Φάρμα των Ζώων, αφιερωμένη στην «λογοτεχνική λογοκρισία» στην ελεύθερη Αγγλία, ο George Orwell, πρόσθεσε ακόμη ένα λόγο γι’ αυτή την σύνεση, υπάρχει έγραφε, «μια σιωπηλή συμφωνία πως ‘δεν κάνει, να αναφέρεται αυτό το γεγονός». Η σιωπηλή συμφωνία επιβάλλει μια «συγκεκαλυμένη λογοκρισία» βασισμένη σε «μια ορθοδοξία, ένα σύνολο ιδεών που υποτίθεται πως όλοι οι σωστά σκεπτόμενοι άνθρωποι αποδέχονται δίχως ερωτήσεις», και «όποιος αμφισβητεί την κυρίαρχη ορθοδοξία ανακαλύπτει πως έχει βρεθεί φιμωμένος με εξαιρετική αποτελεσματικότητα» ακόμη και χωρίς «κάποια επίσημη απαγόρευση».

John Broich: Κανονικοποιόντας τους φασίστες

Κανένας λαός δεν αναγνώρισε το δικτάτορα του προκαταβολικά. Δεν κατεβαίνει στις εκλογές με τη πολιτική πλατφόρμα μιας δικτατορίας. Παρουσιάζει τον εαυτό του πάντοτε σαν το όργανο της Συνολικής Εθνικής Βούλησης. Πώς λοιπόν καλύπτεις την άνοδο ενός πολιτικού ηγέτη που στο πέρασμά του έχει αφήσει ένα σωρό στοιχεία αντισυνταγματικότητας, ρατσισμού και ενθάρρυνσης της βίας; Παίρνει ο τύπος τη θέση πως το αντικείμενο δρα εκτός των κοινωνικά αποδεκτών ορίων; Ή παίρνει τη θέση το ότι όταν κάποιος κερδίζει νομότυπες εκλογές είναι εξ ορισμού «κανονικός», επειδή η ηγεσία του αντανακλά τη θέληση του λαού;