Mario Sznajder & Zeev Sternhell*: Εθνικοσυνδικαλισμός

Μια από τις βασικές ενδείξεις της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς και μεταξύ επαναστατικού συνδικαλισμού και φασισμού (περνώντας μέσα από τον εθνικοσυνδικαλισμό) ήταν το είδος της επανάστασης που ήθελαν κάποιοι συνδικαλιστές θεωρητικοί να δημιουργήσουν. Όπως ισχύει σχεδόν πάντοτε, η διαλεκτική των στόχων και των μέσων καθόριζε το βαθμό στον οποίο μπορούσε να ξεπεραστεί η γραμμή. Στην περίπτωση κάποιου σαν τον De Ambris, που έγινε μαχητικός αντιφασίστας, η σημασία που έδινε στο ιταλικό εθνικό ζήτημα δεν πρέπει να μας τυφλώνει ως προς το ότι θεωρούσε την πραγματική φύση και σκοπό της επανάστασης την κοινωνικοοικονομική αλλαγή. Από τη σκοπιά του, ο ελιτισμός, η ηθική ανωτερότητα, και ο εθνικισμός ήταν απλά λειτουργικά μέσα για την επιτάχυνση της κινητοποίησης της ιταλικής κοινωνίας προς την προετοιμασία μια επανάστασης. Από την άλλη, άλλοι, όπως οι Lanzillo, Orano, Olivetti, και Panunzio, που έγιναν Φασίστες, έβλεπαν την επανάσταση με όρους ηθικής αλλαγής. Πίστευαν πως η μόνη λειτουργία των κορπορατιστικών και παραγωγιστικών μοντέλων ήταν να στηρίξει την διαδικασία που οδηγούσαν στην ηθική επανάσταση που είχε ανάγκη η Ιταλία. Αυτή η ομάδα δέχονταν την σορελιανή ιδέα πως μια κοινωνία, αν το επιθυμεί να αποφύγει το τέλμα και την παρακμή, πρέπει να ζει σε μια κατάσταση μόνιμης αλλαγής – μια αλλαγή που είναι η ουσία της ιστορίας. Πίστευαν πως η ύπαρξη μιας ελίτ, ενεργοποιημένης από την θέληση για κατάκτηση, αυτής της τέλειας έκφρασης του βολονταρισμού, και ασκώντας τις άλλες ιδανικές αρετές του αλτρουισμού και ηρωισμού, ήταν έμφυτη και σίγουρα όχι λειτουργική σε φύση. Περιέγραφαν την επανάσταση τους ως πρώτα και κύρια μια ηθική μετάλλαξη. Μόνο μια ελίτ που είχε περάσει μια αλλαγή πνευματικών αρχών ήταν ικανή, πίστευαν, να δημιουργήσει το κορπορατιστικό-βιομηχανικό σύστημα που θα έφερνε την Ιταλία έξω από το αδιέξοδο στο οποίο είχε βρεθεί λόγω του πολιτικού προοδευτισμού.

Δημήτριος Μπορμπουδάκης & Δημήτρης Δαλάκογλου: «And Bloodshed Must Be Done». Heavy Metal και Νεοναζισμός στην Ελλάδα

Το 1992, τεράστιες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην χρήση του ονόματος Δημοκρατία της Μακεδονίας ως του ονόματος του νέου κράτους που προέκυψε από την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Εκείνη την εποχή, οι διαμαρτυρίες αυτές προωθούνταν από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη), την Εκκλησία, τα κρατικά και τα πρόσφατα δημιουργημένα ιδιωτικά κανάλια, όπως και από τις περισσότερες εφημερίδες και κόμματα. Στο μεταξύ η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας είχε καταρρεύσει ένα χρόνο νωρίτερα (1991) και εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστών είχαν αρχίσει να έρχονται στην Ελλάδα για πρώτη φορά, κάνοντας την μεγαλύτερη διεθνή πληθυσμιακή εισροή προς την Ελλάδα από το τέλος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1922-23 και την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ των δυο χωρών. Όπως θα έγραφε ένα πρώην ηγετικό στέλεχος της ΧΑ σε βιβλίο ένα χρόνο αργότερα, αυτές ήταν «οι καλύτερες συνθήκες για μια εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση να ανθίσει». Ο Ψαρράς σημειώνει πως ήταν στον απόηχο αυτών των διαδηλώσεων, τον Ιανουάριο του 1993, που η ΧΑ οργανώθηκε ως πολιτικό κόμμα και άρχισε να εκδίδει εβδομαδιαία εφημερίδα. Σημαντικό ήταν, πως αυτά τα γεγονότα έλαβαν χώρα μαζί με την εμφάνιση του αποκαλούμενου δευτέρου κύματος του ελληνικού black metal στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τις περισσότερες μπάντες σε αυτή τη σκηνή να έχουν δεσμούς με τον εθνικοσοσιαλισμό και τις σατανιστικές του παραφυάδες. Οι Legion of Doom, Lamentation (προοίμιο των Der Stürmer), Tatir και Βάκχια Νεράιδα ήταν ανοιχτά αυτό που αναφέρονταν ως National Socialist Black Metal (NSBM), ή «α-πολιτικά».

Αλέξης Ηρακλείδης: Το Ελληνικό Έθνος σε έναν «Εχθρικό Κόσμο». Εθνική Αφήγηση και Επιστημονικός Εθνικισμός

Το άρθρο αυτό εκκινεί από τον καίριο ρόλο που παίζουν οι εθνοκεντρικές αντιλήψεις και οι εικόνες-στερεότυπα στη διεθνή συμπεριφορά. Περιγράφεται στη συνέχεια η ελληνική εθνική ταυτότητα και ο έντονος ελληνικός εθνοκεντρισμός και εθνικισμός. Η εθνική αφήγηση και οι εθνοκεντρικές αντιλήψεις έχουν όχι λίγες φορές επηρεάσει ή και καθορίσει τις επιλογές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και, γενικότερα, τη διεθνή συμπεριφορά της Ελλάδας, ειδικά στα ελληνοτουρκικά και στα γνωστά ως ‘εθνικά θέματα’, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τις δυσάρεστες συνέπειες για τη χώρα Στην κυρίαρχη ελληνική αντίληψη για τους Άλλους επικρατεί η αίσθηση του εχθρικού διεθνούς περιβάλλοντος και της διεθνούς συνομωσίας σε βάρος των Ελλήνων. Στην επεξεργασία και νομιμοποίηση των μανιχαϊστικών αυτών αντιλήψεων που διακατέχουν τους περισσότερους Έλληνες, σημαντική είναι η συμβολή αυτού που ονομάζουμε στο άρθρο μας ‘επιστημονικός’ εθνικισμός, δηλαδή οι στρατευμένες, έντονα εθνοκεντρικές θέσεις μίας μερίδας της ελληνικής διανόησης και της επιστημονικής κοινότητας. Στο άρθρο ο επιστημονικός εθνικισμός διακρίνεται σε τέσσερις τάσεις ή σχολές: ακραιφνής εθνικισμός, θρησκευτικό-πολιτισμικός εθνικισμός της νεορθοδοξίας, γεωπολιτικός εθνοκεντρισμός και εθνική στρατηγική της ισχύος.

Ehud Sprinzak: Το Καχ και ο Meir Kahane, Η Γέννηση του Εβραϊκού Ημιφασισμού

Οι περισσότεροι Ισραηλινοί ένοιωσαν έκπληξη και δέος όταν έμαθαν στις 24 Ιουλίου 1984 πως το Καχ, το δεξιό πολιτικό κόμμα του Ραβίνου Meir Kahane, είχε κερδίσει μια θέση στη Κνεσσέτ. Με σχεδόν 26000 ψήφους, ο Kahane είχε πετύχει το σκοπό του να μπει στο ισραηλινό κοινοβούλιο. Αυτό του έδωσε ένα δημόσιο βήμα και κοινοβουλευτική ασυλία από την αστυνομική «παρενόχληση». Λίγο μετά την εκλογή του, ο Kahane έκανε σαφές πως δεν είχε σκοπό να γίνει ένας τυπικός κοινοβουλευτικός. Αφοσιωμένος στο αρχικό του σχέδιο να διώξει τους Άραβες από τη Γη του Ισραήλ, ο Kahane είπε πως μια κυβέρνηση συνεργασίας ανίκανη να συντηρήσει την ακεραιότητα του εβραϊκού έθνους δεν θα είχε την κοινοβουλευτική του στήριξη, ούτε και θα εγκατέλειπε τις προσχεδιασμένες παράνομες συγκρούσεις του με Άραβες στα δικά τους χωριά. Μια μέρα μετά την εκλογή, ο Kahane και οι υποστηρικτές του έκαναν πορεία νίκης στο Δυτικό τείχος στην παλιά Ιερουσαλήμ. Περνώντας εσκεμμένα από τον αραβικό τομέα της παλιάς πόλης, οι ενθουσιασμένοι οπαδοί του Kahane έσπαγαν κατά μήκος της αγοράς, αναποδογυρίζοντας πάγκους με λαχανικά, χτυπώντας περαστικούς, υψώνοντας στον αέρα τις σφιγμένες γροθιές τους και λέγοντας στους τρομοκρατημένους Άραβες πως το τέλος της παραμονής τους στη Γη του Ισραήλ ήταν κοντά. Καθώς κανένα τέτοιο ακραίο κόμμα δεν είχε κερδίσει ποτέ πριν την αντιπροσώπευση του στη Κνεσσέτ, υπήρχε δημόσια ανησυχία. Η δημόσια αγωνία ενισχύθηκε όταν έγινε γνωστό πως η στήριξη προς τον Kahane μεταξύ των νέων ήταν αναλογικά πολύ μεγαλύτερη από ότι στον γενικότερο πληθυσμό. Ο Kahane εξασφάλισε περισσότερο από 2,5% των ψήφων του στρατού και περιοδικές δημοσκοπήσεις σε σχολεία και yeshivot έδειξαν μεγάλη αποδοχή των απόψεων του. Αυτό δημιούργησε την αίσθηση πως ο Kahane δεν αποτελούσε μόνο πρόβλημα, αλλά πως είχε γεννηθεί ένα νέο φαινόμενο, ένα «καχανικό σύνδρομο»: μια αυθεντική κοινωνική και πολιτισμική ανάγκη να διατηρηθεί μια ανοιχτά αντιαραβική στάση συνδυασμένη με την απειλή του χουλιγκανισμού των δρόμων.

Katherine Elizabeth Fleming: Η Εβραϊκή Ιστορία της «Παλιάς» Ελλάδας

Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση το 1821, καλωσορίστηκε από την Δυτική Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες ως μια ευγενική μάχη για δημοκρατική ελευθερία, που δεν ήταν τίποτα λιγότερο από την αναγέννηση των αρχαίων Ελλήνων που είχαν τιμητική θέση στην δυτική πολιτιστική παράδοση. Όπως ανακοίνωσε στο Κογκρέσο ο πρόεδρος James Monroe στα τέλη του 1822, «Το όνομα της Ελλάδας γεμίζει το νου και τη καρδιά με τα υψηλότερα και ευγενικότερα συναισθήματα… η επανεμφάνιση αυτού του λαού με τον αυθεντικό του χαρακτήρα, μαχόμενος για την ελευθερία του… γεννά τον ενθουσιασμό παντού στις Ηνωμένες Πολιτείες». Μια από τις πραγματικότητες της Ελληνικής Επανάστασης ωστόσο, ήταν μια σειρά από αιματηρές θρησκευτικές σφαγές. Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί και Εβραίοι που ζούσαν σε κοινό έδαφος για αιώνες έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο με τρομερή αγριότητα. Ενώ όμως Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι ήταν ξεκάθαρα ταυτισμένοι με την μία ή την άλλη πλευρά – τους Έλληνες και τους Οθωμανούς, αντίστοιχα – οι Εβραίοι, η μικρότερη με διαφορά ομάδα, εγκλωβίστηκαν στη μέση.

Δημήτρης Πλάντζος: Αμφιπολιτική

Το έπος της Αμφίπολης ήταν απλά η κορύφωση μιας σειράς από συστηματικές προσπάθειες από πλευράς του ελληνικού κράτους, ιδιαίτερα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης να πει πως η αρχαιότητα του έθνους ήταν η καθοριστική δύναμη για το παρόν της και πως η αρχαιολογία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να εκφράσει τις σχέσεις της με φίλους αλλά και με εχθρούς. Το σπουδαιότερο, αυτή ήταν μια εποχή όπου η κλασική αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν συστηματικά για να μεταμφιέσει πολιτικές και πράξεις που έρχονταν σε αντίθεση με τους κανόνες των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων και ακόμη και με την ίδια την ανθρωπιστική παράδοση. Ο Ξένιος Δίας είναι μια τέτοια περίπτωση, μια αστυνομική κατασταλτική επιχείρηση εναντίον μεταναστών δίχως χαρτιά που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 2012 και 2014 (όταν αντικαταστάθηκε από ένα παρόμοιο εγχείρημα, με όνομα «Θησεύς»). Χιλιάδες τυχαίοι έλεγχοι και συλλήψεις οποιουδήποτε έμοιαζε ύποπτος (που στην ουσία σήμαινε «να μοιάζει σκούρος») παρατηρήθηκαν στους δρόμους της Αθήνας ή σε άλλες μεγάλε ελληνικές πόλεις. Η τεράστια επιχείρηση οδήγησε σε μόλις ένα 6% απόδοσης πραγματικών κατηγοριών, κυρίως για παράνομη είσοδο στη χώρα. Εκείνοι που συλλήφθηκαν φυλακίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωση που κατ’ ευφημισμό ονομάστηκαν «κέντρα φιλοξενίας» όπου τους στερήθηκε κάθε νομική αντιπροσώπευση. Παρόμοια μια παράλληλη επιχείρηση «σκουπίσματος» του κέντρου της πόλης από χρήστες ναρκωτικών και αστέγους ονομάστηκε «Επιχείρηση Θέτις», από το όνομα μιας νύμφης που ήταν η μητέρα του Αχιλλέα. Κάτι παραπάνω από μια απλή «επίκληση στην κλασική νομιμοποίηση», ή «μέρος μιας προσπάθειας να βεβαιωθεί μια αντιληπτή διαφορά μεταξύ του ‘δυτικού πολιτισμού’ και της ‘ανατολικής βαρβαρότητας’ που φτάνει πίσω στην Αρχαία Ελλάδα», αυτές οι επινοημένες κλασικές επιχειρήσεις της αστυνομίας χρησιμοποιούν το αρχαιοελληνικό πατριαρχικό ήθος ώστε να δείξουν ποια σύγχρονα σώματα είναι αποδεκτά και ποια όχι. Αντλώντας την νομιμοποίηση τους από το κλασικό παρελθόν – ο Δίας ήταν ο ελληνικός θεός της φιλοξενίας και προστάτης των επισκεπτών σε μια ελληνική πόλη και ο Θησέας θεωρείται ο αρχαίος ιδρυτής της Αθήνας – τέτοια εγχειρήματα στην ουσία αντιστρέφουν τα ίδια τα μοντέλα τα οποία θέλουν να προωθήσουν: χρησιμοποιούνται ως όπλα εναντίον ανθρώπων, όχι ως δεσμεύσεις για την προστασία τους· η κυνική τους χρήση αυτών των αρχαίων ονομάτων μοιάζει να αποκαθιστά το ρατσισμό ως την «ελληνική πράξη».

Βασίλης Ραφαηλίδης: Ο Ελληνικός Εθνικισμός του Σωλήνα

Ο εθνικισμός, που είναι ιδεολογία, δεν πρέπει να συγχέεται με τον πατριωτισμό, που είναι έννοια πολύ πραχτική και χρήσιμη. Η πατρίδα είναι άθροισμα αναγκαίων για την επιβίωσή μας πραγμάτων, μορφωμάτων και σχέσεων. Η πατρίδα είναι άθροισμα οικοπέδων, οικιών, καταστημάτων, εκκλησιών, σχολείων. Τραπεζών, δρόμων, πάρκων, δασών, θάλασσών, βουνών, νεκροταφείων που περιέχουν τα οστά των πατέρων, βιβλιοθηκών που περιέχουν τη μνήμη των προγόνων, αγαλμάτων που σχετίζονται με την πολιτική, τη στρατιωτική και την πνευματική ιστορία ενός τόπου, σωματείων που φροντίζουν για τα συμφέροντά μας ως εργαζομένων, που συχνά είναι παντελώς άσχετα με τα λεγάμενα «εθνικά συμφέροντα» (πολύ λίγη σημασία έχει αν αυτός που σε εκμεταλλεύεται είναι ομοεθνής, ή αλλοεθνής), οργανώσεων που οργανώνουν παντοιοτρόπως τον βίο μας και, τέλος, κομμάτων που φροντίζουν για την καλή λειτουργία του κράτους. Που όταν είναι μονοεθνικό ονομάζεται εθνικό κράτος ή κράτος-έθνος, ενώ όταν είναι πολυεθνικό φέρει τον διευκρινιστικό προσδιορισμό «ένωση» (π.χ. Σοβιετική Ένωση), ή «ενωμένο» (π.χ. Ενωμένες Πολιτείες, Ενωμένο Βασίλειο). Υπάρχουν πολλές μορφές κράτους ανάμεσα στις οποίες η πιο ενδιαφέρουσα ίσως είναι η μορφή του καντονιακού κράτους, που συγκροτείται με βάση τη γεωλογική διαμόρφωση του εδάφους. Τέτοιο κράτος είχε κατά νου να φτιάξει στην Ελλάδα, την εξαιρετικά προσφερόμενη προς τούτο, ο Ιωάννης Καποδίστριας, ένας ειδικός στην καντονιακή διοικητική οργάνωση ενός τόπου. Άλλωστε, είχε δουλέψει πάνω στο καντονιακό σύστημα διοίκησης στην Ελβετία, ένα τριεθνικό κράτος του οποίου οι τρεις εθνότητες, μοιρασμένες σε τρία εθνικά διαμερίσματα, συνυπάρχουν με τον πιο αρμονικό τρόπο.

Γιώργος Θαλάσσης: Το Σώμα και το Έθνος

Η σχέση του ανθρώπινου σώματος και του έθνους μπορεί να αναζητηθεί στον ρομαντισμό, που είναι το γενεσιουργό κίνημα του εθνικισμού. Ο ρομαντισμός διατήρησε τον άνθρωπο στην κεντρική θέση, στην οποία τον είχε τοποθετήσει ο ουρανισμός, με τη διαφορά ότι η ελεύθερη συνείδηση με τις υπερφυσικές δυνατότητες και τις μεταφυσικές διαστάσεις δρα, οραματίζεται και αγωνίζεται για λογαριασμό ενός έθνους. Ο εθνικός ήρωας οδηγεί σε νικηφόρους πολέμους που καταλήγουν στην εθνική ανεξαρτησία ή την εδαφική επέκταση της πατρίδας του. Από την άλλη ο εθνικός ποιητής καταγράφει με επική διάθεση την ιστορική κληρονομιά του έθνους, τους συνδετικούς κρίκους που εξασφαλίζουν την ομοιογένειά του, τη δόξα και το μεγαλείο που εγγυώνται την υπεροχή του έναντι των άλλων εθνών. Η περιγραφή των συστατικών μερών ενός έθνους ή των ενοποιητικών στοιχείων που διακρίνουν τα μέλη του δεν μπορεί να γίνει χωρίς αντιφάσεις και χωρίς ιδεαλισμό. Γι’ αυτό και κάθε περιγραφή ή κάθε αναφορά σχετική με το έθνος ανήκει στο χώρο της μεταφυσικής. Η ομοιογένεια, η ομοψυχία, η ομοθυμία, η ομοφωνία που είναι τα βασικά χαρακτηριστικά ενός έθνους, οδηγούν στη μεταφορική παράστασή του ως σώματος. Η πιο προσφιλής απόδοση του έθνους είναι ως ενός σώματος με μια καρδιά, με μια ψυχή. Το ελληνικό έθνος, ή αλλιώς ο ελληνισμός, η ελληνική φυλή, ο ελληνικός λαός είναι συχνά υποκείμενο ρημάτων όπως χαίρεται, αγωνιά, πανηγυρίζει, θυμάται, ξύπνησε. εορτάζει, αγωνίζεται, πολεμά, δεν ξεχνά, δεν ανέχεται, εκλέγει, αποφάσισε, ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα. Το έθνος, η φυλή, ο λαός είναι ένα στοιχείο συμπαγές, ατόφιο, ακέραιο, που δεν επιτρέπει καμιά ρωγμή, καμιά διαφοροποίηση στα συστατικά του μέρη. Η ομοιογένεια των κυττάρων του συνιστά τη θεμελιώδη φαντασίωση του εθνικού τέρατος.

Shane Burley: Το Φθινόπωρο της Alt-Right

Ενώ η Alt-Right ήταν ξεκάθαρα σε ανοδική πορεία στις αρχές του 2017, σίγουρα δεν είναι πλέον. Τα κοινωνική δίκτυα τους πρόσφεραν το ίδιο βήμα με Γερουσιαστές και ηθοποιούς, και με μερικά έξυπνα hastag και την μαγεία των meme μπόρεσαν να εξαπλώσουν την οπτική τους και να χειραγωγήσουν μια μιντιακή σφαίρα πεινασμένη για αντιπαραθέσεις. Ήταν εκείνη τη στιγμή που οι edgelords μακρινών φόρουμ, που ριζοσπαστικοποιούνταν με το μισογυνισμό του κινήματος για τα Δικαιώματα των Ανδρών και το Gamergate, αναζητούσαν μια ιδεολογία στην οποία θα μπορούσαν να διοχετεύσουν την νέα τους δυσαρέσκεια. Ο ακαταλαβίστικος κόσμος του ακαδημαϊκού φασισμού έγινε η #AltRight: ρατσιστές δημιουργοί meme και εφευρέτες ρατσιστικών βρισιών.

Blake Stewart: Η Άνοδος του Ακροδεξιού Πολιτισμισμού

Ο ακροδεξιός πολιτισμισμός αποτελεί ένα εναλλακτικό όραμα για μια καπιταλιστική παγκόσμια τάξη, η οποία μπορεί να πέτυχε μια όλο και μεγαλύτερη νομιμοποίηση στο κεντρικό πολιτικό διάλογο λόγω της σχέσης της οικονομικής κρίσης του 2007-08 και των δεκαετιών ηγεμονίας του νεοφιλελέυθερου κοσμοπολιτισμού. Οι αντιδραστικές κοινωνικές δυνάμεις με βαθιές ρίζες στο διαταλαντικό μπλοκ των κρατών έχουν υιοθετήσει ξενοφοβικές και απολυταρχικές ερμηνείες για τις περίπλοκες αγωνίες που παράχθηκαν από δεκαετίες νεοφιλελεύθερης παγκόσμιας διακυβέρνησης και δεκαετίες στρατιωτικών επεμβάσεων στο παγκόσμιο Νότο. Ο ακροδεξιός πολιτισμισμός είναι η ιδεολογία που ενώνει αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις, και το μοντέλο της για την παγκόσμια τάξη έχει εκφραστεί από ακροδεξιούς ελίτ διανοούμενους από τα πάνω, όπως και από μια διαδικτυακή εμπροσθοφυλακή, που θεωρείται μερικές φορές ως οι νέοι «Γκραμσιανοί της Δεξιάς», που για την ώρα είναι στη «μακρά πορεία μέσα στους θεσμούς» και επιδιώκουν να αντικαταστήσουν το πέπλο του πολιτισμικού κοσμοπολιτισμού και του φιλελεύθερου διεθνισμού )στον οποίο αναφέρονται ως «Πολιτιστικός Μαρξισμός») με μια αποθέωση του υπερεθνικισμού και ενός ανοιχτά δυτικού σοβινισμού. Για τους οπαδούς του, ο ακροδεξιός πολιτισμισμός συμβολίζει μια λογική και εφαρμόσιμη απομάκρυνση από μια ελιτίστικη «παγκοσμιοποιητική» ατζέντα που βλέπουν ως κυρίαρχη μέσα στους κύκλους λήψης αποφάσεων των προηγμένων διατλαντικών φιλελεύθερων κρατών.