Taras Tarasiuk & Andreas Umland: Απρόσμενες Φιλίες

Η περιγραφή μας δεν καλύπτει όλες τις σειρές άμεσης ή έμμεσης σύνδεσης μεταξύ του μετασοβιετικού ριζοσπαστικού ουκρανικού εθνικισμού και της Ρωσίας. Συγκεκριμένα, οι σχέσεις της ουκρανικής ακροδεξιάς με μη ρωσικές ρωσόφιλες δεξιές ομάδες παρουσιάστηκαν εδώ επιφανειακά και χρειάζεται επιπλέον έρευνα. Ωστόσο, η μελέτη μας δείχνει διαφορετικά παρασκήνια και τρόπους παράδοξης συνεργασίας μεταξύ Ουκρανών ριζοσπαστών εθνικιστών και Ρώσων ή σχετιζόμενων με τη Ρωσία παραγόντων. Το σχεδιάγραμμά μας δείχνει το μεταβαλλόμενο πλαίσιο της συνεργασίας της ουκρανικής ακροδεξιάς και Ρώσων πολιτών, με τη Μόσχα ή με φιλορώσους παράγοντες στις διαφορετικές ιστορικές φάσεις (α) την μεταβατική δεκαετία του 1990, (β) την προεδρία του Viktor Yuschenko το 2005-2010, (γ) την προεδρία του Viktor Yanukovych το 2010-2014, και (δ) την περίοδο μετά την νίκη του Euromaidan όπως και την αρχή του ρωσο-ουκρανικού πολέμου το 2014. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, οι σχέσεις μεταξύ της πρόσφατα ανεξάρτητης Ουκρανίας και Ρωσίας δεν ήταν καθορισμένες ακόμη. Αυτή η ρευστή κατάσταση επέτρεψε την σχεδόν ταυτόχρονη παραστρατιωτική εμπλοκή της UNA-UNSO εναντίον του φιλορωσικού αποσχισμού στην Γεωργία, την έμμεση στήριξη στο φιλορωσικό αποσχητισμό στην Υπερδνειστερία και συμμετοχή στον αντιρωσικό αποσχητισμό στη Τσετσενία. Με την άνοδο του Putin και την επακόλουθη αλλαγή στην ρωσική εξωτερική πολιτική από το 2000, το ρίσκο της συναναστροφής με Ρώσος παράγοντες έχει αυξηθεί για την ουκρανική ακροδεξιά. Όταν ο φιλοδυτικός πολιτικός Viktor Yuschenko έγινε πρόεδρος της Ουκρανίας στις 23 Ιανουαρίου 2005, και η γραφειοκρατία του ρωσικού κράτους και οι εξωκυβερνητικοί εθνικιστές της χώρας άρχισαν να αντιμετωπίζουν την Ουκρανία ακόμη πιο κριτικά από ότι νωρίτερα. Ακόμη και πριν από τη νίκη του Yuschenko στα τέλη του 2004, φιλορωσικές δυνάμεις ξεκίνησαν μια επιχείρηση «ενεργών μέτρων», που περιλάμβαναν την υπόθεση Kovalenko, με στόχο την συκοφάντηση της Πορτοκαλί Επανάστασης που έφερνε στην εξουσία τον Yuschenko. Η αναμφισβήτητη φιλοδυτική στροφή της Ουκρανίας ως αποτέλεσμα της Πορτοκαλί Επανάστασης το 2004 ανάγκασαν την ακροδεξιά της Ουκρανίας να επανατοποθετηθεί σε σχέση με την Δύση και την Ρωσία. Η σχέση του Korchynsky με τον Dugin και το Κρεμλίνο κατά την προεδρία του Yushchenko έδειξε πως, για κάποιους Ουκρανούς υπερεθνικιστές, η ριζική στροφή της Ουκρανίας προς τη Δύση ήταν δύσκολα ανεκτή. Ήταν από συγκεκριμένες νεοφασιστικές απόψεις, τόσο αρνητική εξέλιξη που οδήγησε την οργάνωση του Korchynsky σε μια συμμαχία με τους αντιουκρανούς νεοευρασιανιστές του Dugin.

Τάσος Κωστόπουλος: Η Κληρονομιά του «εσωτερικού εχθρού»

Όταν μιλάμε για τις στερήσεις της ιθαγένειας Ελλήνων πολιτών, αναφερόμαστε σε μια διοικητική πρακτική που εφαρμόστηκε στη χώρα μας σε λιγότερο ή περισσότερο μαζική κλίμακα για έξι συνεχόμενες δεκαετίες, με διαδικασίες που διεξάγονταν κατά κανόνα εν κρυπτώ, προστατευμένες από κάθε λογής εθνικά και υπηρεσιακά απόρρητα, μακριά από το δημόσιο βλέμμα και οποιονδήποτε δημοκρατικό έλεγχο. Η αδιάλειπτη συνέχιση αυτής της πρακτικής θα μπορούσε άλλωστε να θεωρηθεί ως η πιο απτή απόδειξη της συνέχειας του κράτους, ανεξάρτητα από κυβερνητικές και πολιτειακές μεταβολές ή από τους κατά καιρούς αναπροσανατολισμούς των συμμαχιών της χώρας. Ένας ποσοτικός απολογισμός αυτής της πρακτικής είναι ουσιαστικά αδύνατος, καθώς ένα μεγάλο μέρος από αυτές τις αφαιρέσεις ιθαγένειας δεν δημοσιεύθηκε ποτέ ούτε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ούτε πουθενά αλλού. Γνωρίζουμε μόνο κάποια επιμέρους στατιστικά στοιχεία, που αφήνουν απλώς να διαφανεί η έκταση του φαινομένου. Με βάση το ΛΖ' Ψήφισμα του 1947 και τις διατάξεις που το διαδέχθηκαν, έχασαν την ιθαγένειά τους κατά τη δεκαπενταετία 1948-1963 τουλάχιστον 22.366 Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες ή μετανάστες, στους οποίους πρέπει να προστεθούν άλλα 2.800 θύματα των ίδιων διατάξεων (κυρίως του άρθρου 20 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας) στη διάρκεια της χούντας. 60.044 «αλλογενείς» έχασαν την ιθαγένειά τους μεταξύ 1955 και 1997 βάσει του άρθρου 19 του ΚΕΙ ενώ απροσδιόριστος παραμένει ο αριθμός των ιθαγενειών που αφαιρέθηκαν (τόσο πριν όσο και μετά τη θέσπιση του ΚΕΙ) με βάση τις προγενέστερες αντίστοιχες διατάξεις ενός προεδρικού διατάγματος του 1927, ή βάσει του μεταξικού Α.Ν. 2280/40 και του κατοχικού 580/43. Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, πάντως, μπορούμε με ασφάλεια να μιλάμε για αρκετές δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους: μια συγκεντρωτική καταγραφή των υπηρεσιών ασφαλείας υπολόγιζε το 1973 ότι 75.886 «φυγάδες» της δεκαετίας του ’40 είχαν στερηθεί την ιθαγένειά τους ' αφαιρώντας απ’ αυτό τον αριθμό τις 25.000 περίπου δημοσιευμένες περιπτώσεις του ΛΖ' Ψηφίσματος και του άρθρου 20 του ΚΕΙ, καθώς και τους λιγότερους από 10.000 μη μουσουλμάνους «αλλογενείς» Έλληνες πολίτες που έχασαν την ιθαγένειά τους βάσει του άρθρου 19, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα υπόλοιπο 45.000 περίπου «φυγάδων» που αντιμετωπίστηκαν με βάση αυτές τις παλιότερες διατάξεις -στους οποίους θα πρέπει να προστεθούν επίσης πολλές χιλιάδες ιθαγένειες «αλλογενών» (Βλάχων, Εβραίων και Σλαβομακεδόνων) που αφαιρέθηκαν, με βάση το διάταγμα του 1927, στα προπολεμικά χρόνια.

Νίκος Ποταμιάνος: «Κοινοβουλευτισμός, ούτος ο εχθρός». Η Εταιρεία «Ελληνισμός» 1898-1910, Μια οργάνωση της ριζοσπαστικής δεξιάς

Στο άρθρο αυτό, που βασίζεται στη διπλωματική μεταπτυχιακή μου εργασία, θα αναφερθώ σε μερικές πτυχές της ιδεολογίας και της δράσης της εταιρείας «Ελληνισμός», μιας οργάνωσης της ριζοσπαστικής δεξιάς που έδρασε στο ελληνικό βασίλειο στις αρχές του εικοστού αιώνα. Μπορούμε να δούμε τον «Ελληνισμό» ως έναν ενδιάμεσο κρίκο στην πορεία της αστικής κοινωνίας από το φιλελευθερισμό στο φασισμό, ως μια μεταβατική μορφή πολιτικής ιδεολογίας και δράσης. Αυτό θα φανεί καλύτερα με αναφορές στην ιδεολογική διαδρομή του προέδρου της εταιρείας Νεοκλή Καζάζη, ενός συντηρητικού φιλελευθέρου και εκσυγχρονιστή, ενταγμένου στο τρικουπικό κοινωνικό μπλοκ στη δεκαετία του 1880, προς τον πρωτοφασισμό. Ο φασισμός όμως είχε μια έντονα πληβειακή διάσταση, ενώ ο «Ελληνισμός», παρά τα σχετικά βήματα που έκανε, παρέμεινε μια αστική οργάνωση, όπως υποδεικνύουν η κοινωνική του σύνθεση, η ατελής υιοθέτηση της σκοπιάς των λαϊκών τάξεων (πίσω από την οποία προβάλλει ενίοτε ο φόβος και η αντιπαλότητα προς αυτές), αλλά και ορισμένες αντιλήψεις περί ευπρέπειας. Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι δεν βρίσκεται στις προθέσεις μας να κατασκευάσουμε μια εξελικτική αλυσίδα των ιδεολογικών ειδών, ότι είναι λάθος να χαράζουμε ευθείες γραμμές που οδηγούν από ένα σύστημα ιδεών σε ένα «επόμενο» κι ότι η μετάβαση, για την οποία γίνεται λόγος, γνωρίζουμε βέβαια ότι έλαβε χώρα στο μεσοπόλεμο σε μεγάλη κλίμακα, όμως δεν ήταν γενικά αναπόφευκτη: άλλωστε ο Καζάζης ασκεί κριτική στο φασισμό το μεσοπόλεμο, όταν θα υπάρξουν στην Ελλάδα αρκετοί που θα γοητευθούν απ’ αυτόν.

Άννα Μακαντάση: Σχολείο, εθνικισμός και ακροδεξιά

Ο εθνικός εαυτός συγκροτείται και διαρθρώνεται γύρω απ’ την αδιάσπαστη συνέχεια στο χώρο και στον χρόνο. Η πατρίδα ανάγεται σε υπέρτατη αξία και διαχρονικό ιδανικό. Τα χαρακτηριστικά εκείνα που διατηρούνται αναλλοίωτα στο χρόνο ξεκινώντας από τα αρχαία χρόνια και περνώντας από γενιά σε γενιά μέχρι σήμερα, είναι η φιλοπατρία, η γενναιότητα και η αγάπη για την ελευθερία. Η αξία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού παρουσιάζεται ως σημείο αναφοράς τόσο για την σύνθεση της εθνικής ταυτότητας, όσο και για την εξέλιξη του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος είναι πρώτος στην ιεραρχική κλίμακα των πολιτισμών που υπονοείται και στον οποίο ανήκει η Ελλάδα σήμερα. Σημαντικό ρόλο στη σύσταση της εθνικής ταυτότητας παίζει η καλλιέργεια της θρησκευτικής πίστης. Τέλος, ο εθνικός άλλος παρουσιάζεται είτε αποκομμένα, αποσπασματικά και εξωτικά (όταν πρόκειται για μη ευρωπαϊκούς λαούς), υποτιμημένος (όταν πρόκειται για τους εθνικούς μας αντιπάλους), και να υπερέχει επιστημονικά και πολιτισμικά (όταν αφορά την σημερινή δυτική Ευρώπη). Μέσα σ’ αυτό το σχολείο, έχει καταφέρει να εισχωρήσει η Χρυσή Αυγή, μέσω διάφορων υποομάδων που έχει δημιουργήσει με αυτόν ακριβώς το σκοπό. Έτσι, όπως αναφέρει η κ. Καραμανώλη, στα σχολεία παρατηρούνται ολοένα και συχνότερα εκδηλώσεις βίας, επιθετικότητας, ξενοφοβίας και φασιστικής βίας. Αφορμή για την άσκηση λεκτικής και επιθετικής βίας, μπορεί να αποτελεί οποιαδήποτε μορφή διαφορετικότητας (στο χρώμα, στο φύλο, στη θρησκεία ή και αλλού.)

Ευαγγελία Καλεράντε: Τελειώσαμε;*

Η έρευνα μας πραγματοποιήθηκε το Ακαδημαϊκό έτος 2011-2012. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη πολιτική κινητικότητα στο χώρο της «Χρυσής Αυγής» με επικέντρωση στο μεταναστευτικό ζήτημα. Ως ακροδεξιάς χώρος ταυτίζεται με τις απόψεις των Ευρωπαϊκών Ακροδεξιών κομμάτων για την κατώτερη φύση των μεταναστών, ιδιαίτερα των «νέγρων», τους οποίους διακρίνει από τους Αλβανούς και τους Ρωσο-πόντιους. Σε συνοικίες των μεγάλων αστικών κέντρων που κατοικούν ή εργάζονται μετανάστες δημιουργούνται επεισόδια και η «Χρυσή Αυγή» σταδιακά αποκτά ένα ρόλο «προστάτη» των Ελλήνων, εις βάρος των μεταναστών, που αντιμετωπίζουν τις βίαιες αντιδράσεις των μελών της «Χρυσής Αυγής». Η συμπεριφορά των Χρυσαυγιτών έμμεσα νομιμοποιείται, καθώς γίνεται αποδεκτή από την τοπική κοινωνία, που αισθάνεται ότι προστατεύεται έχοντας δίπλα της άτομα, που ενδιαφέρονται γι αυτήν. Φαίνεται ότι η οικονομική κρίση επιτείνει το φαινόμενο της περιθωριοποίησης των ατόμων και με τη συρρίκνωση του κράτους- πρόνοιας, η «Χρυσή Αυγή» αναπληρώνει την «έλλειψη» με τη παροχή μιας προστατευτικής μέριμνας για τα άτομα. Μέσω της «τεχνητής δύναμης», απόρροια της επαφής τους με τα μέλη της «Χρυσής Αυγής», Έλληνες των κατώτερων κυρίως κοινωνικών στρωμάτων αισθάνονται ισχυρότεροι απέναντι στους μετανάστες, τους οποίους αντιμετωπίζουν ως υπαίτιους της οικονομικής κρίσης και της αξιακής διαφθοράς.

John Yiannakis: Kalgoorlie Alchemy, Ξενοφοβία, Πατριωτισμός και οι Αντι-Ελληνικές Ταραχές του 1916

Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1890, όταν οι Αυστραλοί έποικοι, ή τουλάχιστον οι εκπρόσωποι τους, σκέφτονταν να μεταμορφωθούν σε ενιαίο έθνος, περίπου πεντακόσιοι ή εξακόσιοι άνθρωποι γεννημένοι στην Ελλάδα μετανάστευσαν στις ακτές της Αυστραλίας. Η κοινωνία στην οποία έφτασαν «φοβόταν την ανάμειξη των φυλών» και είχε εμμονή με την διατήρηση της φυλετικής καθαρότητας. Αυτά τα συναισθήματα εκφράστηκαν πολύ καλά από το πρωθυπουργό της Δυτικής Αυστραλίας Σερ John Forrest που, το 1897, ολοκλήρωσε την συζήτηση σχετικά με το Νόμο για το Περιορισμό της Μετανάστευσης στη πολιτεία του, λέγοντας «επιθυμούμε να περιορίσουμε αυτή τη χώρα, έτσι ώστε αυτή η χώρα να μην καταληφθεί από φυλές των οποίων οι συμπάθειες, και τρόποι, και έθιμα, δεν είναι δικά μας». Το 1901, το 98% των μη Αβορίγινων κατοίκων ήταν Αγγλοκέλτες, με ακόμη ισχυρούς δεσμούς με τη Βρετανία· το 77% του πληθυσμού είχε γεννηθεί στην Αυστραλία· ενώ 10% γεννήθηκε στην Αγγλία και στην Ουαλία, 5% στην Ιρλανδία και 3% στη Σκωτία. Η μεγαλύτερη μη βρετανική ομάδα μεταναστών ήταν οι Γερμανοί, αποτελώντας το 1% του πληθυσμού της ηπείρου. Ο πληθυσμός των Αβορίγινων δεν σημειώνονταν σε τέτοιους υπολογισμούς και μέχρι το 1967 δεν μετρούνταν στις απογραφές. Για βεβαιωθούν πως η Αυστραλία θα παρέμενε και λευκή και βρετανική, ένας μεταναστευτικός νόμος πέρασε επειγόντως από τη νέα Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση στη διάρκεια της πρώτης κοινοβουλευτικής περιόδου για να κρατήσει μακριά τους «ανεπιθύμητους ξένους». Ο Alfred Deakin, ένας φιλελεύθερος πολιτικός και ο δεύτερος πρωθυπουργός της Αυστραλίας, πίστευε πως «η ενότητα της φυλής ήταν κρίσιμη για την ενότητα της Αυστραλίας». Η Πολιτική της Λευκής Αυστραλίας, όπως έμεινε γνωστός ο Νόμος Περιορισμού της Μετανάστευσης, στόχευε κυρίως στο να δυσκολέψει την είσοδο στην Αυστραλία Ασιατών και μη Ευρωπαίων, ενώ επίσης την δυσκόλευε και για τους μη Βρετανούς Ευρωπαίους. «Λευκή Αυστραλία δεν σήμαινε μόνο μια μεταναστευτική πολιτική που απέκλειε μη λευκούς, αλλά…», με τα λόγια του Deakin, «η απέλαση ή μείωση του αριθμού των ξένων ανάμεσα μας». για την Αυστραλία των αρχών του 20ου αιώνα μια «λιγδωμένη απειλή» ήταν σχεδόν εξίσου απειλητική όσο και η κίτρινη.

Mario Sznajder & Zeev Sternhell*: Εθνικοσυνδικαλισμός

Μια από τις βασικές ενδείξεις της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς και μεταξύ επαναστατικού συνδικαλισμού και φασισμού (περνώντας μέσα από τον εθνικοσυνδικαλισμό) ήταν το είδος της επανάστασης που ήθελαν κάποιοι συνδικαλιστές θεωρητικοί να δημιουργήσουν. Όπως ισχύει σχεδόν πάντοτε, η διαλεκτική των στόχων και των μέσων καθόριζε το βαθμό στον οποίο μπορούσε να ξεπεραστεί η γραμμή. Στην περίπτωση κάποιου σαν τον De Ambris, που έγινε μαχητικός αντιφασίστας, η σημασία που έδινε στο ιταλικό εθνικό ζήτημα δεν πρέπει να μας τυφλώνει ως προς το ότι θεωρούσε την πραγματική φύση και σκοπό της επανάστασης την κοινωνικοοικονομική αλλαγή. Από τη σκοπιά του, ο ελιτισμός, η ηθική ανωτερότητα, και ο εθνικισμός ήταν απλά λειτουργικά μέσα για την επιτάχυνση της κινητοποίησης της ιταλικής κοινωνίας προς την προετοιμασία μια επανάστασης. Από την άλλη, άλλοι, όπως οι Lanzillo, Orano, Olivetti, και Panunzio, που έγιναν Φασίστες, έβλεπαν την επανάσταση με όρους ηθικής αλλαγής. Πίστευαν πως η μόνη λειτουργία των κορπορατιστικών και παραγωγιστικών μοντέλων ήταν να στηρίξει την διαδικασία που οδηγούσαν στην ηθική επανάσταση που είχε ανάγκη η Ιταλία. Αυτή η ομάδα δέχονταν την σορελιανή ιδέα πως μια κοινωνία, αν το επιθυμεί να αποφύγει το τέλμα και την παρακμή, πρέπει να ζει σε μια κατάσταση μόνιμης αλλαγής – μια αλλαγή που είναι η ουσία της ιστορίας. Πίστευαν πως η ύπαρξη μιας ελίτ, ενεργοποιημένης από την θέληση για κατάκτηση, αυτής της τέλειας έκφρασης του βολονταρισμού, και ασκώντας τις άλλες ιδανικές αρετές του αλτρουισμού και ηρωισμού, ήταν έμφυτη και σίγουρα όχι λειτουργική σε φύση. Περιέγραφαν την επανάσταση τους ως πρώτα και κύρια μια ηθική μετάλλαξη. Μόνο μια ελίτ που είχε περάσει μια αλλαγή πνευματικών αρχών ήταν ικανή, πίστευαν, να δημιουργήσει το κορπορατιστικό-βιομηχανικό σύστημα που θα έφερνε την Ιταλία έξω από το αδιέξοδο στο οποίο είχε βρεθεί λόγω του πολιτικού προοδευτισμού.

Δημήτριος Μπορμπουδάκης & Δημήτρης Δαλάκογλου: «And Bloodshed Must Be Done». Heavy Metal και Νεοναζισμός στην Ελλάδα

Το 1992, τεράστιες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην χρήση του ονόματος Δημοκρατία της Μακεδονίας ως του ονόματος του νέου κράτους που προέκυψε από την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Εκείνη την εποχή, οι διαμαρτυρίες αυτές προωθούνταν από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη), την Εκκλησία, τα κρατικά και τα πρόσφατα δημιουργημένα ιδιωτικά κανάλια, όπως και από τις περισσότερες εφημερίδες και κόμματα. Στο μεταξύ η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας είχε καταρρεύσει ένα χρόνο νωρίτερα (1991) και εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστών είχαν αρχίσει να έρχονται στην Ελλάδα για πρώτη φορά, κάνοντας την μεγαλύτερη διεθνή πληθυσμιακή εισροή προς την Ελλάδα από το τέλος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1922-23 και την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ των δυο χωρών. Όπως θα έγραφε ένα πρώην ηγετικό στέλεχος της ΧΑ σε βιβλίο ένα χρόνο αργότερα, αυτές ήταν «οι καλύτερες συνθήκες για μια εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση να ανθίσει». Ο Ψαρράς σημειώνει πως ήταν στον απόηχο αυτών των διαδηλώσεων, τον Ιανουάριο του 1993, που η ΧΑ οργανώθηκε ως πολιτικό κόμμα και άρχισε να εκδίδει εβδομαδιαία εφημερίδα. Σημαντικό ήταν, πως αυτά τα γεγονότα έλαβαν χώρα μαζί με την εμφάνιση του αποκαλούμενου δευτέρου κύματος του ελληνικού black metal στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τις περισσότερες μπάντες σε αυτή τη σκηνή να έχουν δεσμούς με τον εθνικοσοσιαλισμό και τις σατανιστικές του παραφυάδες. Οι Legion of Doom, Lamentation (προοίμιο των Der Stürmer), Tatir και Βάκχια Νεράιδα ήταν ανοιχτά αυτό που αναφέρονταν ως National Socialist Black Metal (NSBM), ή «α-πολιτικά».

Αλέξης Ηρακλείδης: Το Ελληνικό Έθνος σε έναν «Εχθρικό Κόσμο». Εθνική Αφήγηση και Επιστημονικός Εθνικισμός

Το άρθρο αυτό εκκινεί από τον καίριο ρόλο που παίζουν οι εθνοκεντρικές αντιλήψεις και οι εικόνες-στερεότυπα στη διεθνή συμπεριφορά. Περιγράφεται στη συνέχεια η ελληνική εθνική ταυτότητα και ο έντονος ελληνικός εθνοκεντρισμός και εθνικισμός. Η εθνική αφήγηση και οι εθνοκεντρικές αντιλήψεις έχουν όχι λίγες φορές επηρεάσει ή και καθορίσει τις επιλογές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και, γενικότερα, τη διεθνή συμπεριφορά της Ελλάδας, ειδικά στα ελληνοτουρκικά και στα γνωστά ως ‘εθνικά θέματα’, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τις δυσάρεστες συνέπειες για τη χώρα Στην κυρίαρχη ελληνική αντίληψη για τους Άλλους επικρατεί η αίσθηση του εχθρικού διεθνούς περιβάλλοντος και της διεθνούς συνομωσίας σε βάρος των Ελλήνων. Στην επεξεργασία και νομιμοποίηση των μανιχαϊστικών αυτών αντιλήψεων που διακατέχουν τους περισσότερους Έλληνες, σημαντική είναι η συμβολή αυτού που ονομάζουμε στο άρθρο μας ‘επιστημονικός’ εθνικισμός, δηλαδή οι στρατευμένες, έντονα εθνοκεντρικές θέσεις μίας μερίδας της ελληνικής διανόησης και της επιστημονικής κοινότητας. Στο άρθρο ο επιστημονικός εθνικισμός διακρίνεται σε τέσσερις τάσεις ή σχολές: ακραιφνής εθνικισμός, θρησκευτικό-πολιτισμικός εθνικισμός της νεορθοδοξίας, γεωπολιτικός εθνοκεντρισμός και εθνική στρατηγική της ισχύος.

Ehud Sprinzak: Το Καχ και ο Meir Kahane, Η Γέννηση του Εβραϊκού Ημιφασισμού

Οι περισσότεροι Ισραηλινοί ένοιωσαν έκπληξη και δέος όταν έμαθαν στις 24 Ιουλίου 1984 πως το Καχ, το δεξιό πολιτικό κόμμα του Ραβίνου Meir Kahane, είχε κερδίσει μια θέση στη Κνεσσέτ. Με σχεδόν 26000 ψήφους, ο Kahane είχε πετύχει το σκοπό του να μπει στο ισραηλινό κοινοβούλιο. Αυτό του έδωσε ένα δημόσιο βήμα και κοινοβουλευτική ασυλία από την αστυνομική «παρενόχληση». Λίγο μετά την εκλογή του, ο Kahane έκανε σαφές πως δεν είχε σκοπό να γίνει ένας τυπικός κοινοβουλευτικός. Αφοσιωμένος στο αρχικό του σχέδιο να διώξει τους Άραβες από τη Γη του Ισραήλ, ο Kahane είπε πως μια κυβέρνηση συνεργασίας ανίκανη να συντηρήσει την ακεραιότητα του εβραϊκού έθνους δεν θα είχε την κοινοβουλευτική του στήριξη, ούτε και θα εγκατέλειπε τις προσχεδιασμένες παράνομες συγκρούσεις του με Άραβες στα δικά τους χωριά. Μια μέρα μετά την εκλογή, ο Kahane και οι υποστηρικτές του έκαναν πορεία νίκης στο Δυτικό τείχος στην παλιά Ιερουσαλήμ. Περνώντας εσκεμμένα από τον αραβικό τομέα της παλιάς πόλης, οι ενθουσιασμένοι οπαδοί του Kahane έσπαγαν κατά μήκος της αγοράς, αναποδογυρίζοντας πάγκους με λαχανικά, χτυπώντας περαστικούς, υψώνοντας στον αέρα τις σφιγμένες γροθιές τους και λέγοντας στους τρομοκρατημένους Άραβες πως το τέλος της παραμονής τους στη Γη του Ισραήλ ήταν κοντά. Καθώς κανένα τέτοιο ακραίο κόμμα δεν είχε κερδίσει ποτέ πριν την αντιπροσώπευση του στη Κνεσσέτ, υπήρχε δημόσια ανησυχία. Η δημόσια αγωνία ενισχύθηκε όταν έγινε γνωστό πως η στήριξη προς τον Kahane μεταξύ των νέων ήταν αναλογικά πολύ μεγαλύτερη από ότι στον γενικότερο πληθυσμό. Ο Kahane εξασφάλισε περισσότερο από 2,5% των ψήφων του στρατού και περιοδικές δημοσκοπήσεις σε σχολεία και yeshivot έδειξαν μεγάλη αποδοχή των απόψεων του. Αυτό δημιούργησε την αίσθηση πως ο Kahane δεν αποτελούσε μόνο πρόβλημα, αλλά πως είχε γεννηθεί ένα νέο φαινόμενο, ένα «καχανικό σύνδρομο»: μια αυθεντική κοινωνική και πολιτισμική ανάγκη να διατηρηθεί μια ανοιχτά αντιαραβική στάση συνδυασμένη με την απειλή του χουλιγκανισμού των δρόμων.