Nicholas Powers: Η Λεηλασία της Μαύρης Ζωής. Σκοτώνοντας το Μέλλον

Κείμενο που περιλαμβάνεται στο βιβλίο Who Do You Serve, Who Do You Protect?: Police Violence and Resistance in the United States (Haymarket Books, 2016). Ο Nicholas Powers είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, αρθρογράφος και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας «Πες μου για τη νύχτα που ο γιος σου σκοτώθηκε από την αστυνομία», ρώτησα. Σηκώθηκε,…

Joris Leverink: Πειρατές, Χωρικοί και Προλετάριοι

Η ιδέα της κομμούνας συγκινεί τη ριζοσπαστική φαντασία επαναστατών και εξεγερμένων για αιώνες. Παραδείγματα προκαπιταλιστικών κοινωνιών που χαρακτηρίζονται από κοινοτικούς τρόπους ζωής μελετήθηκαν από ριζοσπάστες θεωρητικούς όπως ο Marx και ο Kropotkin, που δεν θεωρούσαν απαραίτητα πως αυτές οι κοινωνίες ήταν επαναστατικές – στερούμενες την απαραίτητη χειραφετική ορμή – αλλά που προσέγγισαν αυτά τα ιστορικά παραδείγματα ως πηγή έμπνευσης. Τα χρόνια που πέρασαν από τότε που οι Κομμουνάροι του Παρισιού πήραν τον έλεγχο της πόλης τους το 1871, πολλές διεθνείς κοινότητες και κοινοτιστικά εγχειρήματα έχουν ξεπηδήσει σε ολόκληρη την υφήλιο: από τις τολστοϊκές κοινότητες Ζωής και Εργασίας μέχρι την ZAD στη βόρεια Γαλλία· από την Δημοκρατία της Βαυαρίας το 1919 στην Comunidad del Sur στην Ουρουγουάη του 1950, από τους πειρατές του 17ου αιώνα στους χωρικούς του 20ου. Αυτό που όλοι τους είχαν κοινό ήταν μια φιλοδοξία για την δημιουργία ενός νέου κόσμου μέσα στο κέλυφος του παλιού. Η φιλοδοξία των συμμετεχόντων αυτών των κοινοτικών πειραμάτων δεν ήταν να διαχωρίσουν τους εαυτούς τους από την κοινωνία, αλλά αντίθετα να πάρουν την ίδια τους τη μοίρα στα χέρια τους και να χτίσουν μια νέα ζωή από κοινού. Τα αμέτρητα παραδείγματα κοινοτιστικών κινημάτων μέσα στο χώρο και το χρόνο επιβεβαιώνουν πως η κοινοτική μορφή με κανένα τρόπο δεν είναι ένα περιθωριακό δημιούργημα της αντικουλτούρας. Το αντίθετο, οι επαναστατικές ιδέες που έσπρωξαν το κόσμο να επανδρώσει οδοφράγματα στο Παρίσι, τη Βαρκελώνη και το Κουρδιστάν εμφανίζονται με διάφορους τρόπους μεταξύ των εκατομμυρίων διαδηλωτών από τη πλατεία Ταχρίρ ως τη πλατεία Ταξίμ, από το Σύνταγμα ως το Πάρκο Ζουκότι.

Paul Jackson: Πολιτικές Θρησκείες και Φασισμός

Για τον Gentile, υπάρχουν πολλά βασικά χαρακτηριστικά που χαρακτηρίζουν μια πολιτική θρησκεία. Θεμελιώνεται γύρω από ένα ιεροποιημένο ιδεώδες μιας ουσιαστικά κοσμικής ταυτότητας. Ορισμένες πολιτικές θρησκείες, όπως οι φασιστικές, βασίζονται στην εθνική ταυτότητα και φυλή. Άλλες, όπως ο κομμουνισμός, βασίζονται στην τάξη. Αν και οι ιδέες για τη φυλή, το έθνος και την τάξη είναι ριζικά διαφορετικές μεταξύ τους, για τον Gentile μπορούσαν όλες να χρησιμοποιηθούν για να δημιουργήσουν μια αίσθηση συλλογικής ταυτότητας που θεωρείται ανώτερη από την ατομική, και έτσι οι άνθρωποι είναι ηθικά υποχρεωμένοι να κάνουν αυτό που είναι καλύτερο για τη συλλογικότητα, όχι για τους ίδιους. Οι πολιτικές θρησκείες είναι διαμετρικά αντίθετες, με άλλα λόγια, με τις φιλελεύθερες αντιλήψεις του ατομικισμού. Υπάρχει επίσης ένα ουτοπικό όραμα στον πυρήνα της πολιτικής θρησκείας, δίνοντάς τους μια αίσθηση μεσσιανικής αποστολής, δεσμεύοντας μαζί ηγέτες και οπαδούς σε ένα κοινό σκοπό. Τέλος, για να το εκφράσουν αυτό, αναπτύσσουν νέες τελετουργίες που καθιστούν το ηγετικό άτομο την εξατομίκευση της αποστολής της πολιτικής θρησκείας, και μια ευρύτερη μυθολογία που επιτρέπει στις κοινωνίες να ασκούν δραστηριότητες που εκφράζουν τη συλλογική πίστη τους στον ιερό σκοπό που ενστερνίζεται η νέα πίστη.

Byung-Chul Han: Η Κρίση της Ελευθερίας

Σήμερα μπαίνουμε στην εποχή της ψηφιακής ψυχοπολιτικής. Σημαίνει το πέρασμα από την παθητική παρακολούθηση στην ενεργητική καθοδήγηση. Έτσι, επιταχύνει μια περεταίρω κρίση της ελευθερίας: πλέον η ελεύθερη θέληση είναι σε κίνδυνο. Τα Big Data είναι ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό ψυχοπολιτικό εργαλείο που κάνει δυνατή την απόκτηση αναλυτικής γνώσης των δυναμικών της κοινωνικής επικοινωνίας. Η γνώση αυτή είναι γνώση για χάρη της κυριαρχίας και του ελέγχου: διευκολύνει την παρέμβαση στη ψυχή και επιτρέπει στην επιρροή να δράσει σε ένα προ-αυτοπαθές επίπεδο. Η ψηφιακή ψυχοπολιτική μεταμορφώνει την αρνητικότητα των ελεύθερα λαμβανόμενων αποφάσεων στην θετικότητα των πραγματολογικών καταστάσεων. Πράγματι, τα προσωπα θετικοποιούνται σε πράγματα, τα οποία μπορούν να ποσοτικοποιηθούν, να μετρηθούν και να καθοδηγηθούν. Είναι περιττό το να ειπωθεί, κανένα πράγμα δεν είναι ελεύθερο. Την ίδια στιγμή όμως, τα πράγματα είναι περισσότερο διαφανή από τα πρόσωπα. Τα Big Data ανακοίνωσαν το τέλος του προσώπου που κατέχει ελεύθερη θέληση.

Walter Benjamin: Εμπειρία και Ανέχεια

Τα βιβλία των παιδιών μας περιείχαν το παραμύθι του γέρου, που στο νεκροκρέβατό του, έπεισε τους γιούς του πως ένας θησαυρός ήταν θαμμένος στο αμπέλι. Έπρεπε απλά να σκάψουν για να τον βρουν. Έσκαψαν και έσκαψαν αλλά δεν βρήκαν ούτε ίχνος του θησαυρού. Όταν όμως ήρθε το φθινόπωρο, τα κλίματα πρόσφεραν μια σοδιά που η χώρα δεν είχε ξαναδεί. Οι γιοι συνειδητοποίησαν πως ο πατέρας τους τους είχε δώσει το καρπό της εμπειρίας του. Όλοι ήξεραν τι ακριβώς ήταν η εμπειρία: παλιότερες γενιές πάντοτε μοιράζονταν τη δική τους με τους νέους. Το έκαναν με τόση σαφήνεια, με την αυθεντία της ηλικίας, σε παραβολές ή σε μάκρος και ποσότητα, σε ιστορίες, μερικές φορές σαν ιστορίες από μακρινές χώρες που τις αφηγούνταν σε παιδιά και εγγόνια γύρω από το τζάκι. Τι απέγινε σε αυτό το έθιμο; Είμαστε ακόμη ικανοί να πούμε μια σωστή ιστορία; Όχι, τουλάχιστον αυτό είναι ξεκάθαρο: η αξία της εμπειρίας έχει πέσει και το έκανε για μια γενιά που πέρασε, από το 1914 ως το 1918, μια από τις πιο φρικιαστικές εμπειρίες στη παγκόσμια ιστορία. Αυτή η καταστροφική εξέλιξη της τεχνολογίας είχε φέρει ένα εντελώς νέο είδος ανέχειας στην ανθρώπινη ζωή. Ωστόσο αυτό που είναι ξεκάθαρα εμφανές εδώ είναι πως η ανέχεια της εμπειρίας μας είναι απλά ένα κομμάτι της μεγαλύτερης ανέχειας που ξανά έχει μια πτυχή τόσο διακριτή και συγκεκριμένη όσο εκείνη του ζητιάνου του Μεσαίωνα. Ποια αξία έχει ολόκληρη η πολιτισμική μας κληρονομιά αν δεν έχουμε καμιά σύνδεση μαζί της μέσα από την εμπειρία;

Alex Comfort: Η Κοινωνιολογία της Εξουσίας

Η εμφάνιση της οργανωμένης κυβέρνησης στις πρωτόγονες κοινωνίες έχει συσχετιστεί με την εμφάνιση του κυνηγιού ως ομαδικής δραστηριότητας, και με την εμφάνιση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Είναι σχεδόν βέβαιο πως σχετίζεται με την ανάπτυξη του οργανωμένου πολέμου. Μια πιο ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι η παράλληλη εμφάνιση της οργανωμένης κυβέρνησης και των αντικοινωνικών συμπεριφορικών μοτίβων. Αυτό μπορεί αν ερμηνευτεί με δυο τρόπους – αν το κράτος είναι η προσπάθεια της κοινωνίας να προστατέψει τον εαυτό της απέναντί στην κοινωνική αναταραχή, η εμφάνιση του μπορεί να θεωρηθεί ως η απάντηση σε νέες πιέσεις, και στην καταστροφή παλιότερων και απλούστερων μορφών ατομικής προσαρμογής. Είναι ακόμη πιθανό, ωστόσο, πως οι παράγοντες πίεσης που δημιούργησαν τους παραβατικούς, να δημιούργησαν τους κυνηγούς της εξουσίας. Δεν μπορεί να δημιουργηθεί ιδιαίτερος παραλληλισμός ανάμεσα στην αντίληψη γύρω εμφάνιση της κυβέρνησης την οποία παίρνουμε από την κοινωνική ανθρωπολογία, και εκείνης γύρω από την επιθυμία για εξουσία που παίρνουμε από την ψυχανάλυση. Φαίνεται πως τη στιγμή που οποιαδήποτε κουλτούρα παύει είναι ικανή να απορροφά τα δικά της μη κανονικά μέλη, η απαίτηση για εξαναγκασμό εμφανίζεται ταυτόχρονα με την εμφάνιση ατόμων που επιθυμούν να εξαναγκάσουν.

Walter Fähnders: Αναρχισμός και Ομοφυλοφιλία στη Γερμανία των Αρχών του 20ου Αιώνα

Στην αλλαγή του αιώνα στην Αυτοκρατορική Γερμανία υπήρξε άνθηση επιστημονικών, πολιτικών και λογοτεχνικών πρωτοβουλιών που εστίαζαν στη συζήτηση της ομοφυλοφιλίας και καταπολέμησης της ποινικοποίησης και της ηθικής της καταδίκης, όπως και προσπαθειών να δημιουργηθούν οι πρώτες οργανώσεις εναντίον της παραγράφου 175. Φτάνοντας στο απόγειο στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, αυτές οι δραστηριότητες έφτασαν στο τέλος τους πριν το 1ο ΠΠ και δεν επαναλήφθηκαν πριν τη Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Όσο περιθωριακές και αν ήταν ο ρόλος του αναρχικού κινήματος, εμπλέκονταν και αυτό γύρω από τις συζητήσεις και τους αγώνες αυτούς. Παρακάτω, οι θέσεις του αναρχικού κινήματος πάνω στο ζήτημα της ομοφυλοφιλίας θα παρουσιαστούν αναλύοντας τις συνεισφορές τριών επιφανών Γερμανών αναρχικών πολύ διαφορετικών βιογραφιών και αποκλινόντων μεταξύ τους πολιτικών θέσεων: του Senna Hoy (Johannes Holzmann), του Erich Mühsam και του John Henry Mackay.

Simon Martin: Ποδόσφαιρο, Φασισμός και Οπαδισμός στην Ιταλία Σήμερα

Το άρθρο αυτό μελετά την σχέση μεταξύ φασισμού και ποδοσφαίρου (calcio) στην Ιταλία από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 και την άνοδο του ιταλικού φασιστικού καθεστώτος μέχρι το σήμερα, εστιάζοντας στο πως το γήπεδο έχει γίνει βασικό όχημα τόσο για την αναζωογόνηση της μνήμης τους καθεστώτος και του Mussolini και για την έκφραση και διάχυση εξτρεμιστικής ιδεολογίας. Ο σκοπός είναι να εντοπίσουμε πως αναπτύχθηκε η σύγχρονη σχέση της ακροδεξιάς με το άθλημα και το κατά πόσο μπορεί να εντοπιστούν οι ρίζες της στον Ιταλικό Φασισμό της δεκαετίας του 1930. Το χρονολόγιο της ανάλυσης θα δείξει τα βασικά σημεία της υφαρπαγής του αθλήματος από το φασισμό πριν συγκειμενοποιήσει την εξέλιξη του στην ιστορία της μεταφασιστικής Ιταλίας. Με βάση την υπάρχουσα γνώση αναφορικά με την φασιστική μνήμη, θα προσφέρει νέο υλικό για την κατανόηση ττου ποδοσφαίρου και της πολιτικής στη σύγχρονη Ιταλία με την τοποθέτηση της σχέσης της ανθεκτικής σχέσης μεταξύ του αθλήματος με την ακροδεξιά μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης ιταλικής ιστορίας. Ενώ υπάρχει ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την πολιτικοποίηση του ιταλικού ποδοσφαίρου και των οπαδικών οργανώσεων, δεν υπάρχει ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για την μακροχρόνια σύνδεση μεταξύ ιταλικού φασισμού και ποδοσφαίρου, λες και ο ισχυρός δεσμός μεταξύ των δύο έσπασε μετά την πολιτική αλλαγή που πραγματοποιήθηκε το 1945. Μετά την κατάρρευση του φασισμού στην Ιταλία το 1943 και του ναζιστικού/φασιστικού κράτους μαριονέτα της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας (RSI) το 1945, η επαναδημιουργία του φασιστικού κόμματος έγινε παράνομη με το Ιταλικό Σύνταγμα του 1947, και η απολογία του φασισμού με τον λεγόμενο νόμο Σκέλμπα του 1952. Εξτρεμιστικές ακροδεξιές ιδεολογίες ωστόσο επιβίωσαν στην μεταπολεμική δημοκρατική Ιταλία, και το ποδόσφαιρο έχει προσφέρει από τότε ένα εμφανή χώρο για την έκφραση των απόψεων τους. Δεν είναι ένα απλό πολιτικό/αθλητικό ζήτημα, ωστόσο, είναι ενδεικτικό μιας σειράς από άλυτα προβλήματα μέσα στο μεταπολεμικό κράτος που επέτρεψαν στην ακροδεξιά να διατηρήσει τη παρουσία και την ορατότητα της.

Matthew Guariglia: COVID-19 και ο Κίνδυνος για το Μέλλον της Πολιτικής Διαμαρτυρίας

Πολλές από τις νέες δυνατότητες παρακολούθησης που χρησιμοποιούνται αυτή τη στιγμή από την κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει την κρίση του COVID-19 θα κάνουν κακό στα συνταγματικά μας δικαιώματα για πολλά χρόνια ακόμη. Οι άνθρωποι θα εμποδίζονται και θα αποτρέπονται από το να μιλούν, να διαμαρτύρονται σε δημόσιους χώρους, και να συσχετίζονται με ομοϊδεάτες οργανωτές αν πρόκειται να αισθάνονται φόβο από κάμερες, drone, αναγνώριση προσώπων, θερμική απεικόνιση, και συσκευές γεωγραφικού εντοπισμού. Είναι πολύ εύκολο για τις κυβερνήσεις να επαναχρησιμοποιήσουν την υποδομή της παρακολούθησης για το περιορισμό της πανδημίας αυτή τη φορά για πολιτική παρακολούθηση. Δεν θα είναι εύκολο να κάνουμε τις κυβερνήσεις να εγκαταλείψουν τις πρόσφατα αποκτημένες τεχνολογικές και εποπτικές τους δυνάμεις. Όταν αυτό κύμα έκτακτης υγειονομικής ανάγκης για το κοινό περάσει και γίνει ξανά ασφαλές για τους περισσότερους ανθρώπους να βγουν από τα σπίτια τους, μπορεί να βρουν ένα κόσμο με ακόμη περισσότερες πολιτικές συζητήσεις από ότι τον άφησαν. Μια πιθανή παγκόσμια ύφεση, μια νέα προεκλογική περίοδος, και αναζωογονημένα κοινωνικά κινήματα θα προσφέρουν ένα ανεπανάληπτο κίνητρο σε ένα δίχως προηγούμενο αριθμό ανθρώπων να μιλήσουν, να διαδηλώσουν σε δημόσιους χώρους, και να απαιτήσουν παραχωρήσεις από τις κυβερνήσεις τους. Η καταπιεσμένη ανάγκη να βγουν στους δρόμους μπορεί να φέρει μαζικές διαδηλώσεις τέτοιες που δεν είδαμε για χρόνια. Και τι επίπτωση θα έχουν τα νέα εργαλεία παρακολούθησης , που υιοθετήθηκαν στο όνομα της δημόσιας υγείας θα έχουν σε αυτή τη νέα εποχή πορειών, διαδηλώσεων, και απεργιών;

Jean Baudrillard: Το Ολοκαύτωμα

Το να ξεχνάμε αποτελεί κομμάτι της εξόντωσης, επειδή είναι επίσης εξόντωση της της μνήμης, της ιστορίας, του κοινωνικού, κλπ. Αυτή η λήθη είναι το ίδιο σημαντική με το συμβάν σε κάθε περίπτωση απροσπέλαστη από εμάς, απρόσιτη από εμάς στην αλήθεια της. Αυτή η λήθη είναι ακόμη πολύ επικίνδυνη, πρέπει να διαγραφεί από μια ψηφιακή μνήμη (σήμερα, παντού, είναι οι τεχνητές αναμνήσεις που διαγράφουν τη μνήμη του ανθρώπου, που σβήνουν τον άνθρωπό από την ίδια του τη μνήμη). Αυτή η τεχνητή μνήμη θα είναι η επανάληψη της εξόντωσης – αλλά αργά, πολύ αργά για να είναι σε θέση να δημιουργήσει πραγματικά κύματα και να ταράξει κάτι πραγματικά, και ιδιαίτερα, ιδιαίτερα μέσα από ένα μέσο που είναι το ίδιο ψυχρό, που εκπέμπει λήθη, αποτροπή, και εξόντωση με έναν πολύ πιο συστηματικό τρόπο, αν αυτό είναι δυνατό, από τα στρατόπεδα τα ίδια.