Δημήτρης Παρασκευόπουλος: Οι Δρόμοι της Σβάστικας. Ακροδεξιά και Ποδόσφαιρο στην Ελλάδα

Οι στίχοι του Βασίλη Τσιτσάνη «Εμπρός, εμπρός, Παναθηναϊκέ, να την πάρουμε και σήμερα τη νίκη, το Πρωτάθλημα κι η δόξα σού ανήκει» / «Εμπρός Παναθηναϊκέ!» (1964), μετέπειτα οι στίχοι του Κώστα Θεοδωρόπουλου «Ποτέ από τη λεωφόρο, πάντοτε απ’ την ατραπό, περνά ο δρόμος, που οδηγεί στο σ’ αγαπώ»/ «Ντέρμπι/Χούλιγκανς» (1993) είναι ορισμένα δείγματα της κοινωνικοπολιτισμικής σύνδεσης ανάμεσα στην μουσική και την κερκίδα, καθώς η ιστορία του οπαδισμού συντίθεται παίρνοντας τη γεύση των ετερόκλιτων περιεχόμενων των μουσικών ρευμάτων. Στο εσωτερικό της χώρας, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1970 και μετέπειτα, οι κοινότητες οπαδών συνδέθηκαν με την έλευση των λεγόμενων υποπολιτισμικών μουσικών ρευμάτων. Διαβάζοντας μια συνέντευξη ενός μέλους του μουσικού συγκροτήματος Ten Beers After, υποστηρίζεται ότι οι «μεταλλάδες» ήταν η σχέση της μουσικής με την μπάλα τη δεκαετία του 1980 και μετά, ενώ την ίδια εικόνα περιγράφουν παρακάτω μέλη των οπαδικών κοινοτήτων. Σε μια σύντομη ιστορική αναδρομή και βάσει των όσων υποστηρίζει στην έρευνα του ο Συμβουλίδης από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η ήδη διαδεδομένη punk κουλτούρα που εξέφραζε νεαρά άτομα, φτωχών οικογενειών, χαμηλής εκπαίδευσης με μια μέτρια έως και ακραία συντηρητική αντίληψη των πραγμάτων, εξαντλείται. Είναι η περίοδος που γεννιέται το ρεύμα του oi!. Οι skinheads που έρχονται στο φως, με την έλευση αυτού του μουσικού ρεύματος, ως πρωτοπόροι, χαρακτηρίζονται πέραν από τη μαχητικότητα τους αλλά και ως συνδεόμενοι με τη δράση νεοναζιστικών οργανώσεων. Μάλιστα, στο σχολιασμό για το μουσικό συγκρότημα 4-skins ο συγγραφέας αφουγκράζεται μια νεότητα επηρεασμένη από τα όσα συμβαίνουν στη Βρετανία, η οποία βρίσκει καταφύγιο αντίδρασης στη ρητορική του μίσους και του νεοφασισμού. Αυτό το κούμπωμα αναφύεται και στην ελληνική σκηνή μέσω της Ναζιστικής Οργάνωσης Παναθηναϊκών Οπαδών (ΝΟΠΟ) καθώς και της οργάνωσης Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, φιλικά προσκείμενες στην ποδοσφαιρική ομάδα του Παναθηναϊκού στις οποίες τα μέλη, δηλαδή οι ομάδες skinheads όπως πληροφορούμαστε μετέβαιναν στο γήπεδο του Παναθηναϊκού παραταγμένοι, με έντονο στρατιωτικό βηματισμό. Ανάλογη οργάνωση καταγράφεται ιστορικά και στην Α.Ε.Κ (1985-1986) από νεοναζί skinheads οπαδούς της, στην περιοχή της Παλαιάς Κοκκινιάς, η λεγόμενη ΤΟΦΑ (Τρομοκρατική Οργάνωση Φιλάθλων Α.Ε.Κ). Μετέπειτα, μεταξύ των συμμετεχόντων στην κερκίδα του Ολυμπιακού Πειραιώς, καταγράφεται και η δράση των ερυθρών εθνικιστών, οι Misfits οι οποίοι θέτουν ως βασικό έμβλημα την νεκροκεφαλή των SS που παραπέμπει στη χιτλερική Γερμανία. Επιπλέον δίχως να ταυτίζουν την δράση τους με τη μουσική σκηνή, οι red nationalists όπως πληροφορούμαι με κεντρικό τους σύνθημα Θρύλος, θρησκεία, Εθνικισμός και βία σε ένα διαδικτυακό ιστότοπο που διατηρούσαν παρέθεταν τις 15 αρχές του Red Nasionalists δηλαδή των πολεμιστών της Πορφυράς Φάλαγγας.

Federico Finchelstein: Φασισμός Εναντίον Ψυχανάλυσης

Ως νεαρός ποιητής που μόλις είχε επιστρέψει στην Ευρώπη, ο Jorge Luis Borges έγραψε σε ένα Ισπανό φίλο του το 1921 για ένα φιλόδοξο – αν όχι αδύνατο – λογοτεχνικό εγχείρημα, να γράψει ένα συλλογικό και φανταστικό μυθιστόρημα μαζί με τον Mecedonio Fernandez και άλλους λογοτέχνες φίλους. Η πλοκή, είπε ο Borges, θα περιστρέφονταν γύρω από ένα φανταστικό μπολσεβίκικο σχέδιο να κερδίσουν την εξουσία με το να διαδώσουν μια «γενική νεύρωση» μεταξύ του αργεντίνικου λαού. Ο Borges φυσικά, δεν έγραψε ποτέ αυτό το μυθιστόρημα, και μάλλον δεν είχε προβλέψει πως κάποιος θα φαντάζονταν την υποθετική πλοκή ως πραγματική απειλή προς τη χώρα. Και όμως αυτή ακριβώς ήταν η απειλή που μια ομάδα φασιστών στην Αργεντινή αναγνώρισαν ως εβραϊκή συνωμοσία – δείχνοντας ακόμη και τον ίδιο τον Borges ως μέρος της συνωμοσίας. Σύμφωνα με αυτή την ομάδα, οι Εβραίοι ήταν η επιτομή και της ίδιας της συλλογικής νεύρωσης και συνωμοτούσαν να πάρουν τον έλεγχο της χώρας με το να διαδώσουν την ασθένεια. Η φροϋδική ψυχανάλυση εδώ αποτελούσε και μέσο και σκοπό.

Δημήτριος Μπορμπουδάκης & Δημήτρης Δαλάκογλου: «And Bloodshed Must Be Done». Heavy Metal και Νεοναζισμός στην Ελλάδα

Το 1992, τεράστιες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην χρήση του ονόματος Δημοκρατία της Μακεδονίας ως του ονόματος του νέου κράτους που προέκυψε από την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Εκείνη την εποχή, οι διαμαρτυρίες αυτές προωθούνταν από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη), την Εκκλησία, τα κρατικά και τα πρόσφατα δημιουργημένα ιδιωτικά κανάλια, όπως και από τις περισσότερες εφημερίδες και κόμματα. Στο μεταξύ η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας είχε καταρρεύσει ένα χρόνο νωρίτερα (1991) και εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστών είχαν αρχίσει να έρχονται στην Ελλάδα για πρώτη φορά, κάνοντας την μεγαλύτερη διεθνή πληθυσμιακή εισροή προς την Ελλάδα από το τέλος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1922-23 και την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ των δυο χωρών. Όπως θα έγραφε ένα πρώην ηγετικό στέλεχος της ΧΑ σε βιβλίο ένα χρόνο αργότερα, αυτές ήταν «οι καλύτερες συνθήκες για μια εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση να ανθίσει». Ο Ψαρράς σημειώνει πως ήταν στον απόηχο αυτών των διαδηλώσεων, τον Ιανουάριο του 1993, που η ΧΑ οργανώθηκε ως πολιτικό κόμμα και άρχισε να εκδίδει εβδομαδιαία εφημερίδα. Σημαντικό ήταν, πως αυτά τα γεγονότα έλαβαν χώρα μαζί με την εμφάνιση του αποκαλούμενου δευτέρου κύματος του ελληνικού black metal στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τις περισσότερες μπάντες σε αυτή τη σκηνή να έχουν δεσμούς με τον εθνικοσοσιαλισμό και τις σατανιστικές του παραφυάδες. Οι Legion of Doom, Lamentation (προοίμιο των Der Stürmer), Tatir και Βάκχια Νεράιδα ήταν ανοιχτά αυτό που αναφέρονταν ως National Socialist Black Metal (NSBM), ή «α-πολιτικά».

Nicola Porro: Νεοφασισμός στα Ιταλικά Γήπεδα

Ο Ιταλός αθλητικογράφος Corrado Zunino έχει γράψει για αυτό που ονόμασε «κρυφό θαυμασμό» του ιταλικού ποδοσφαίρου για το φασισμό. Τα γεγονότα μιλάνε από μόνα τους. Τον Οκτώβριο του 2008, ο Christian Abbiati, ο τερματοφύλακας της AC Milan και της εθνικής Ιταλίας, αποκαλύφθηκε πως σχετίζονταν με την νεοφασιστική οργάνωση Μαύρη Καρδιά, με έδρα το Μιλάνο. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει την σχέση του με την οργάνωση, απάντησε: «Ασπαζόμαστε κοινά φασιστικά ιδανικά της πατρίδας, τα ιδανικά της Καθολικής θρησκείας και την θέληση για την διατήρηση της τάξης στην κοινωνία». Ο τερματοφύλακας που κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελο το 2006, Gianluigi Buffon, εμφανίστηκε στο Ολυμπιακό Στάδιο της Ρώμης με τον αριθμό 88 στο πίσω μέρος της φανέλας του. Ο αριθμός χρησιμοποιείται ως κωδικός αναγνώρισης μεταξύ των νεοναζί· το H είναι το 8ο γράμμα του λατινικού αλφαβήτου, έτσι το 88 μεταφράζεται ως HH, που με την σειρά του σημαίνει «Heil Hitler!», το χαιρετισμό των Waffen SS. Αγνοώντας την οργή των Ιταλών Εβραίων, ο Buffon αργότερα φόρεσε μια μπλούζα με τη φράση «Boia Chi Molla» (Στο διάολο εκείνοι που παραδόθηκαν). Στη διάρκεια της νικητήριας παρέλασης στη Ρώμη, ο ίδιος άνθρωπος πόζαρε μπροστά από ένα άγαλμα φορώντας το κέλτικο σταυρό (σύμβολο νεοφασιστικής ιδεολογίας) και τις λέξεις «Fiero Di Essere Italiano» (Περήφανος που είμαι Ιταλός). Ο αρχηγός της Ιταλικής εθνικής ομάδας, Fabio Cannavaro, κρατούσε ψηλά μια ιταλική σημαία με φασιστικό σύμβολο ενώ έπαιζε στη Μαδρίτη. Το 2007 δάνεισε το όνομα του σε ραδιοφωνικές διαφημίσεις για τις καλοκαιρινές κατασκηνώσεις «Έβα Περόν» που τα οργανώνει η ιταλική ριζοσπαστική δεξιά. Και το ίδιο ισχύει και για τον μέσο της AS Roma, Daniele de Rossi που είναι εκδηλωτικός ως προς τη στήριξη του στο νεοφασιστικό κόμμα Forza Nova. Ο πρώην συμπαίκτης του, Alberto Aquilani, πλέον στην Αγγλία στην Liverpool FC, έχει μια τεράστια συλλογή με προτομές του Mussolini. Άλλοι παίκτες είναι γνωστό πως έχουν το τραγούδι Faccetta Nera ως ήχο κλήσης των κινητών τους. Οι παίκτες με αριστερές συμπάθειες είναι λίγοι και προτιμούν να μένουν σιωπηλοί.

Max Horkheimer & Alexander Mitscherlich: Συζήτηση για τον Hitler

Μπορώ να έχω γνώμη μόνο για τη σημερινή εποχή και πιστεύω πώς η ανάγκη για ένα υποκατάστατο της θρησκείας είναι σήμερα πιο έντονη από ότι ήταν στον 19ο αιώνα. Γιατί η θρησκεία περνάει μια κρίση και τα αίτια βρίσκονται κυρίως στον οικονομικό τομέα. Η αστική τάξη δεν είναι πιά αυτό που ήταν τον 19ο αιώνα· σήμερα δεν υπάρχουν αναλογικά τόσες πολλές ανεξάρτητες υπάρξεις. Η οικογένεια έχει περιοριστεί σε μικρή οικογένεια, ο γιος δεν ακολουθεί πιά τα ίχνη τού πατέρα, ώστε να παραδειγματίζεται από αυτόν και ο πατέρας να ξέρει ότι ή ζωή του συνεχίζεται με τη ζωή τού γιού του. Ο πάππους είναι το πολύ-πολύ βάρος για την οικογένεια. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει πιά η χαρακτηριστική συνέχιση της ζωής όπως υπήρχε παλαιοτέρα σε κάθε οικογένεια με τα εγγόνια και τα δισέγγονο, για τα οποία εργαζόταν κανείς και τα οποία διατηρούσαν τις αναμνήσεις. Αυτά τα αποφασιστικά για τη θρησκεία στοιχεία εξαφανίζονται με τη σημερινή αναδιάρθρωση της κοινωνίας και έτσι δημιουργείται η ανάγκη για ένα υποκατάστατο. Έτσι φαίνεται να είναι.

Christian Picciolini: Περπατώντας Μόνος Μου

Για το ένα τρίτο της ζωής μου είχα δαγκώσει και καταπιεί αμάσητα κομμάτια από κάθε μια από αυτές τις διεστραμμένες ιδεολογίες και τώρα το μόνο που αισθανόμουν πως ήθελα να κάνω ήταν να χώσω τα δάχτυλα μου στο λαιμό μου και να τα ξεράσω όλα στην πιο κοντινή τουαλέτα. Αισθανόμουν άρρωστος. Σαν πρεζάκι σε στέρηση εγωιστικής δύναμης και ελέγχου, αντί για ηρωίνη – που πάντοτε χρειαζόμουν περισσότερη και ζώντας τυφλά τη ζωή μου στη κόψη του ξυραφιού για να χτυπήσω την επόμενη δόση μίσους. Οι τρομακτικά παραπλανημένες πράξεις μου των τελευταίων εφτά χρόνων είχαν αρχίσει με την απόλυτη μοναξιά μου ως παιδί και εκφράστηκαν ως εκδικητικό μίσος και ρατσισμό. Θα κατηγορούσα όλους εκτός από εμένα για αυτό που πίστευα πως μου είχαν στερήσει ως μικρό αγόρι. Ήμουν θυμωμένος με τους γονείς μου που με παράτησαν για τις καριέρες τους και έστρεψα την άστοχη επιθετικότητα μου στο κόσμο, κατηγορώντας εκείνους που δεν έκανα καμιά προσπάθεια να καταλάβω, αντί να αναλάβω ευθύνες για τα δικά μου αισθήματα και πράξεις. Και επειδή ήμουν τόσο τυφλός, υπερβολικά φιλόδοξος για να προσέξω στα πραγματικά μου συναισθήματα, κατέληξα να κατηγορώ άλλους – μαύρους, γκέι, Εβραίους, και οποιονδήποτε άλλον πίστευα πως δεν ήμουν σαν εμένα – για τα προβλήματα στη δική μου ζωή τα οποία δεν θα μπορούσαν με κανένα τρόπο να έχουν προκαλέσει. Ο αβάσιμος πανικός μου γρήγορα, και άδικα, εκφράστηκε ως τοξικό μίσος και ριζοσπαστικοποιήθηκα από εκείνους που είδαν σε εμένα έναν μοναχικό νεαρό που ήταν έτοιμος προς διαμόρφωση. Και επειδή αναζητούσα τόσο απεγνωσμένα κάποιο νόημα – να ξεφύγω από το μέτριο – καταβρόχθισα κάθε ψίχουλο που μου έδιναν και έμοιαζε με μεγαλείο. Τα έκανα ταυτότητα μου, καλύπτοντας τον δικό μου αυθεντικό χαρακτήρα. Τον ίδιο εκείνο που με είχε κουράσει ως παιδί. Και μέσα από την παραπλανημένη μου εχθρότητα, έγινα ένας μεγάλος, χοντρός, ρατσιστής νταής. Νοσηρά υπέρβαρος από τα αμέτρητα ψέματα που με τάιζαν εκείνοι που εκμεταλλεύτηκαν την ηλικία μου, την αφέλεια μου, και την μοναξιά μου. Τοξίνες που καταβρόχθιζα με λαιμαργία. Τώρα ήθελα απλά να χαθεί το δηλητήριο από μέσα μου. Και ήμουν εξουθενωμένος.

A.K. Mant: Γενοκτονία

Η λέξη Γενοκτονία (Genocide) σημαίνει κυριολεκτικά την καταστροφή μιας φυλής ή φυλετικής ομάδας. Η λέξη δημιουργήθηκε στη διάρκεια του τελευταίου πολέμου (ΣτΜ: 2ος ΠΠ) από τον Αμερικάνο, πολωνικής καταγωγής ακαδημαϊκό Lemkin (1944). Αποτελείται από το ελληνικό γένος, που σημαίνει φυλή, έθνος ή φυλετική ομάδα, και τη λατινική κατάληξη cide, που σημαίνει σφαγή. Παραδείγματα γενοκτονίας μπορούν να βρεθούν σε ολόκληρη την ιστορία και κατηγορίες για γενοκτονία γίνονται ακόμη εναντίον συγκεκριμένων καθεστώτων. Ωστόσο ποτέ πριν η γενοκτονία δεν έγινε σε τόσο μεγάλη κλίμακα όπως στη Γερμανία και τις κατεχόμενες από την Γερμανία στη διάρκεια του τελευταίου πολέμου. Η γενοκτονία δεν είναι απλά η φυσική εξολόθρευση μιας φυλής ή φυλετικής ομάδας αλλά καλύπτει κάθε πράξη που σκοπό έχει στο σύνολο ή εν μέρει μια εθνική, εθνοτική, φυλετική ή θρησκευτική ομάδα. Γενοκτονία δεν σημαίνει απαραίτητα την άμεση καταστροφή μιας από αυτές τις ομάδες με φόνο αλλά συμπεριλαμβάνει πράξεις που είναι σχεδιασμένες για να υπονομεύσουν και τελικά να καταστρέψουν τη φυλή, όχι απλά φυσικά αλλά και πολιτικά, πολιτισμικά και οικονομικά.

Η Νύχτα Που Κράτησε 100 Χρόνια. Η Ακροδεξιά στην Ελλάδα

Στο βιβλίο Το «Βαθύ Κράτος» στη Σημερινή Ελλάδα και η Ακροδεξιά (εκδ. Πόλις, 2014), στην εισαγωγή με τίτλο «Η πολιτική διακύβευση της χαρτογράφησης του ακροδεξιού εξτρεμισμού στο ελληνικό κράτος», που υπογράφει ο Δημήτρης Κουσουρής, σε κάποιο σημείο υπάρχει αναφορά στον Κωνσταντίνο Κόλλια. Ο Κόλλιας ήταν ο δικαστικός που ανέλαβε την περίοδο των ειδικών δικαστηρίων δωσίλογων να οργανώσει τις δικογραφίες των κατηγορούμενων, η λεπτομέρεια που κάνει την διαφορά είναι πως και ο ίδιος ήταν κατηγορούμενος. Τον ίδιο άνθρωπο συναντάμε ως το δικαστικό που προσπάθησε να παρεμποδίσει τις έρευνες στην υπόθεση Λαμπράκη αλλά και που συμμετείχε στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ που ήταν η αρχή μιας πορείας που οδήγησε στα Ιουλιανά και στη συνέχεια στο πραξικόπημα του 1967, όπου και υπήρξε ο πρώτος χουντικός πρωθυπουργός. Στο πρόσωπο του Κόλλια θα μπορούσε να πει κανείς πως προσωποποιείτε η συνέχεια του φασισμού και της ακροδεξιάς στην Ελλάδα, μια συνέχεια με αφετηρία κάπου στην δεύτερη δεκαετία του προηγούμενου αιώνα και φτάνει μέχρι και σήμερα. Το κείμενο άρχισε και σταμάτησε να γράφεται πολλές φορές, η αρχή έγινε με την βεβήλωση του μνημείου του Παύλου Φύσσα από την Combat 18, τότε που όλοι αναρωτιόντουσαν τι είναι αυτή η άγνωστη οργάνωση. Έγιναν κάποιες προσπάθειες να ολοκληρωθεί αλλά πάντα κάποιο γεγονός έστρεφε την προσοχή στη στιγμή. Η ολοκλήρωση του, η συγκέντρωση των σκόρπιων σημειώσεων, και ο εμπλουτισμός με κάποια στοιχεία ήρθε στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την επισημοποίηση από πλευράς κράτους της ενοχής της Χρυσής Αυγής. Αν όμως η Χρυσή Αυγή τελείωσε δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως ούτε οι δίκες της Νυρεμβέργης που ήταν το τέλος του 3ου Ράιχ, ήταν το τέλος του φασισμού, του ναζισμού και του αντισημιτισμού, όπως ούτε και οι δίκες της χούντας ήταν το τέλος της ακροδεξιάς διείσδυσης στην ελληνική κοινωνία. Και οι ανακατατάξεις στο χώρο της ακροδεξιάς για την αναπλήρωση του κενού της Χρυσής Αυγής δείχνει ακριβώς αυτό, πως κερδήθηκε ίσως η μεγαλύτερη μάχη ως τώρα, αλλά όχι ο πόλεμος.

Ryan Shaffer: Το Soundtrack του Νεοφασισμού

Το 1987, εκατοντάδες νεοφασίστες σκίνχεντ από ολόκληρη την Ευρώπη συγκεντρώθηκαν σε ένα αχυρώνα στην επαρχία του Σάφολκ στην Αγγλία για να παρακολουθήσουν τους Skrewdriver να παίζουν το σήμα κατατεθέν κομμάτι τους «White Power». Η συναυλία ήταν μέρος ενός μουσικού φεστιβάλ που οργάνωνε το White Noise Club του Εθνικού Μετώπου. Στη διάρκεια του τραγουδιού, εκατοντάδες σκίνχεντ χοροπηδούσαν πάνω κάτω καθώς τραγουδούσαν μαζί με και αντέγραφαν τον τραγουδιστή καθώς έκανε ναζιστικό χαιρετισμό στη διάρκεια του ρεφραίν που απαιτούσε «λευκή δύναμη για την Βρετανία». Για όσους δεν ήταν εκεί, εικόνες και περιγραφές της συναυλίας υπήρχαν στο White Noise, το επίσημο περιοδικό του White Noise Club που έφτανε σε εκατοντάδες έφηβους σε ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη. Η συναυλία και το περιοδικό δεν ήταν απλά διασκέδαση αλλά συνειδητή προσπάθεια από την ελίτ του NF να στρατολογήσει, να συγκεντρώσει χρήματα, και να διαδώσει ιδέες και να δημιουργήσει διεθνείς δεσμούς. Για να προωθήσει αυτούς τους σκοπούς οι ηγέτες του NF δεν είχαν κανένα πρόβλημα να συνδέσουν την πολιτική τους με ορδές νέων που φώναζαν «Sieg Heil» με ναζιστικό χαιρετισμό σε κάθε τραγούδι. Σε ολόκληρη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, η στενή σχέση του NF με νεαρούς νεοναζί και η απομάκρυνση του από παραδοσιακές πολιτικές εκστρατείες περιόρισε την απήχηση του κυρίως σε νεαρά άτομα. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990, οι νεοφασίστες πολιτικοί κατάλαβαν πως η νεοναζιστική υποκουλτούρα έκανε ζημιά στις εκλογικές τους προοπτικές. Αφού ο Griffin έγινε αρχηγός του Βρετανικού Εθνικού Κόμματος το 1999, άρχισε να καθαρίζει τη γλώσσα και την δημόσια εικόνα του κόμματος, αλλά παρέμεινε αντίθετος στην ισότητα, και επιζητούσε τον επαναπατρισμό των «μη-αυτόχθονων». Με ένα φαινομενικά νέο πολιτικό προφίλ, το κόμμα κέρδισε περισσότερες από πενήντα έδρες τοπικών συμβουλίων, και έγινε το πιο πετυχημένο βρετανικό φασιστικό κόμμα, ξεπερνώντας την Βρετανική Ένωση Φασιστών με δυο στη δεκαετία του 1930.

Patricia Posner: Η Κοινοτοπία του Κακού

Ο Capesius και η υπερασπιστική του ομάδα υπολόγιζαν στο διάχυτο αίσθημα στη Γερμανία για λήθη του παρελθόντος. Η έλλειψη δημόσιας υποστήριξης, ήλπιζε ο Capesius μπορεί να σήμαινε πως οι έρευνες του Bauer θα βάλτωναν δίχως ποτέ να φτάσει σε δίκη. Σε μεγάλη απογοήτευση του Capesius, ωστόσο, μια εκπληκτική εξέλιξη εκείνη την άνοιξη αναζωογόνησε το ευρύτερο ενδιαφέρον του κοινού για τα εγκλήματα των ναζί και τη μοίρα των ατιμώρητων δραστών. Μια ομάδα Ισραηλινών ειδικών δυνάμεων εκτέλεσαν μια μυστική αποστολή, βγαλμένη κατευθείαν από τις σελίδες ενός κατασκοπευτικού μυθιστορήματος. Στις 11 Μάϊου 1960, ο Adolf Eichmann – ο αξιωματικός των SS υπεύθυνος για τον εκτοπισμό εκατομμυρίων Εβραίων στα στρατόπεδα θανάτου - είχε τελειώσει τη βάρδια του σε ένα τοπικό εργοστάσιο της Mercedes-Benz, σε ένα προάστιο του Μπουένος Άιρες στην Αργεντινή. Είχε ανέβει σε ένα λεωφορείο στην οδό Γκαριμπάλντι. Όταν κατέβηκε από το λεωφορείο, δεν πρόσεξε ένα κοντινό ακινητοποιημένο αυτοκίνητο στο οποίο δύο άνδρες έλεγχαν τη μηχανή του. Και δεν έδωσε σημασία σε ένα άλλο αυτοκίνητο με τρεις άνδρες μέσα, παρκαρισμένο κοντά στη στάση του. Καθώς περνούσε μπροστά από το πρώτο αυτοκίνητο, οι πίσω πόρτες άνοιξαν και τέσσερις άνδρες τον έριξαν κάτω και τον πέταξαν μέσα. Η απαγωγή κράτησε λιγότερο από ένα λεπτό. Πριν τον δέσουν και τον φιμώσουν, κατάφερε να πει μόνο: «Παραδίνομαι στη μοίρα μου». Κανείς δεν γνώριζε πως ο Fritz Bauer είχε παίξει ένα καίριο παρασκηνιακό ρόλο στο να πέσει ο Eichmann σε ισραηλινά χέρια. Ήδη από το Σεπτέμβριο του 1957, ο Bauer είχε στείλει ένα μυστικό τηλεγράφημα στον Isser Harel, τον αρχηγό της ισραηλινής υπηρεσίας πληροφοριών, προσφέροντας πληροφορίες πως ο Eichmann κρύβονταν στην Αργεντινή.