Pierre Victor (Benny Lévy): Ο Sartre και ο Αριστερισμός

Ακούγοντας κανείς τον Σαρτρ, δεν θα καταλάβαινε τίποτα ή σχεδόν τίποτα σχετικά με το Κίνημα του Μάη του 68. Ήταν επειδή είχε συνηθίσει τόσα χρόνια να έχει δεμένα τα χέρια; Ήταν η ηλικία; Το ιδεολογικό ενδιαφέρον – τον μονοπωλεί ο Φλομπέρ; – δίχως άλλο, όλα αυτά, αλλά επίσης και το προαίσθημα πως τα πάντα θα ξαναρχίσουν. Τα πάντα πρέπει να ξαναγίνουν. Θα πρέπει να ξανασκεφτούμε το μαρξισμό, να ξανασκεφτούμε τον άνθρωπο. Να ξανασκεφτούμε τον εαυτό μας. Κι αρχίζει κιόλας να νυχτώνει.... Μερικές βδομάδες αργότερα, τα σοβιετικά τανκς τίναζαν στον αέρα ό,τι απέμενε από το σοσιαλισμό, «που είχε έρθει από το κρύο». Αυτή τη φορά, τέρμα: δεν μπορεί πια να γίνεται λόγος για μεταρρυθμίσεις: Δεν θα επισκευάσουμε τη μηχανή, πρέπει να την αρπάξουν οι λαοί και να την πετάξουν στα σκουπίδια.

Mario Sznajder & Zeev Sternhell*: Εθνικοσυνδικαλισμός

Μια από τις βασικές ενδείξεις της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς και μεταξύ επαναστατικού συνδικαλισμού και φασισμού (περνώντας μέσα από τον εθνικοσυνδικαλισμό) ήταν το είδος της επανάστασης που ήθελαν κάποιοι συνδικαλιστές θεωρητικοί να δημιουργήσουν. Όπως ισχύει σχεδόν πάντοτε, η διαλεκτική των στόχων και των μέσων καθόριζε το βαθμό στον οποίο μπορούσε να ξεπεραστεί η γραμμή. Στην περίπτωση κάποιου σαν τον De Ambris, που έγινε μαχητικός αντιφασίστας, η σημασία που έδινε στο ιταλικό εθνικό ζήτημα δεν πρέπει να μας τυφλώνει ως προς το ότι θεωρούσε την πραγματική φύση και σκοπό της επανάστασης την κοινωνικοοικονομική αλλαγή. Από τη σκοπιά του, ο ελιτισμός, η ηθική ανωτερότητα, και ο εθνικισμός ήταν απλά λειτουργικά μέσα για την επιτάχυνση της κινητοποίησης της ιταλικής κοινωνίας προς την προετοιμασία μια επανάστασης. Από την άλλη, άλλοι, όπως οι Lanzillo, Orano, Olivetti, και Panunzio, που έγιναν Φασίστες, έβλεπαν την επανάσταση με όρους ηθικής αλλαγής. Πίστευαν πως η μόνη λειτουργία των κορπορατιστικών και παραγωγιστικών μοντέλων ήταν να στηρίξει την διαδικασία που οδηγούσαν στην ηθική επανάσταση που είχε ανάγκη η Ιταλία. Αυτή η ομάδα δέχονταν την σορελιανή ιδέα πως μια κοινωνία, αν το επιθυμεί να αποφύγει το τέλμα και την παρακμή, πρέπει να ζει σε μια κατάσταση μόνιμης αλλαγής – μια αλλαγή που είναι η ουσία της ιστορίας. Πίστευαν πως η ύπαρξη μιας ελίτ, ενεργοποιημένης από την θέληση για κατάκτηση, αυτής της τέλειας έκφρασης του βολονταρισμού, και ασκώντας τις άλλες ιδανικές αρετές του αλτρουισμού και ηρωισμού, ήταν έμφυτη και σίγουρα όχι λειτουργική σε φύση. Περιέγραφαν την επανάσταση τους ως πρώτα και κύρια μια ηθική μετάλλαξη. Μόνο μια ελίτ που είχε περάσει μια αλλαγή πνευματικών αρχών ήταν ικανή, πίστευαν, να δημιουργήσει το κορπορατιστικό-βιομηχανικό σύστημα που θα έφερνε την Ιταλία έξω από το αδιέξοδο στο οποίο είχε βρεθεί λόγω του πολιτικού προοδευτισμού.

Saul Newman: Αναρχισμός και η Πολιτική της Μνησικακίας

Από όλα τα πολιτικά κινήματα του 19ου αιώνα που ο Nietzsche αποδοκιμάζει – από το σοσιαλισμό ως το φιλελευθερισμό – κρατά τος πιο δηλητηριώδεις κουβέντες του για τους αναρχικούς. Τους αποκαλεί «αναρχικά σκυλιά» που περιφέρονται στους δρόμους του ευρωπαϊκού πολιτισμού, την επιτομή της «νοοτροπίας του κοπαδιού» που χαρακτηρίζει την σύγχρονη δημοκρατική πολιτική. Ο Nietzsche θεωρεί τον αναρχισμό ως μολυσμένο στη ρίζα από το νοσογόνο ζιζάνιο της μνησικακίας (ressentiment) – την εμπαθή πολιτική του αδύναμου και του ελεεινού, την ηθική του σκλάβου. Ο Nietzsche εξαπολύει απλά την συντηρητική του οργή εναντίον των ριζοσπαστικών πολιτικών ή έχει διαγνώσει μια πραγματική ασθένεια που έχει προσβάλει το ριζοσπαστικό πολιτικό μας φαντασιακό; Παρά την φανερή προκατάληψη του Nietzsche προς την ριζοσπαστική πολιτική, το άρθρο αυτό θα αντιμετωπίσει σοβαρά την κατηγορία του εναντίον του αναρχισμού. Θα εξερευνήσει αυτή την πονηρή λογική της μνησικακίας σε σχέση με τη ριζοσπαστική πολιτική, ιδιαίτερα τον αναρχισμό. Θα προσπαθήσει να ξεσκεπάσει τα κρυμμένα στελέχη μνησικακίας στη μανιχαϊκή πολιτική σκέψη κλασικών αναρχικών όπως οι Bakunin, Kropotkin και Proudhon. Αυτό δεν γίνεται με την πρόθεση να απορριφθεί ο αναρχισμός ως πολιτική ιδεολογία. Το αντίθετο υποστηρίζω πως ο αναρχισμός μπορεί να γίνει πιο επίκαιρος για τους σύγχρονους πολιτικούς αγώνες, αν αποκτήσει επίγνωση της μνησίκακης λογικής του ίδιου του λόγου, ιδιαίτερα στις ουσιοκρατικές ταυτότητες και δομές που εμπεριέχει.

Uri Gordon: Αναρχισμός και Εθνικισμός. Η Επικουρικότητα της Αποδόμησης

Από την μια, η εθνοπολιτισμική ταυτότητα είναι κεντρική στα κινήματα στα οποία οι αναρχικοί συμμετέχουν ή είναι σύμμαχοι, από την χειραφέτηση των αυτοχθόνων και των μαύρων στην Βόρεια Αμερική ως τα κινήματα εθνικής απελευθέρωσης στην Τσιάπας, την Παλαιστίνη και τη Ροζάβα. Στο πλαίσιο αυτό, η αποδομιστική τάση δεν ρισκάρει να επιτεθεί στις ίδιες τις ιδιοτυπίες που δικαιούνται την αναρχική αλληλεγγύη; Είναι οι εκκλήσεις στην εθνοπολιτισμική ταυτότητα υποκείμενο αποδομιστικής κριτικής επιλεκτικά, σε μια διάκριση με βάση εχθρό ή φίλο; Ή είναι μια αναπόφευκτη απόκλιση θεωρίας και πρακτικής που μπορεί να προσεγγιστεί ως καταγραφή των κοινωνικών αντινομιών που βρίσκονται από κάτω της, και να λυθεί μέσα από την τελική τους μεταμόρφωση; Το βασικό μου επιχείρημα εδώ είναι πως η αποδομιστική προσέγγιση προς την εθνοπολιτισμική (και έμφυλη, και άλλη) ταυτότητα είναι πολύτιμη και πρέπει να διατηρηθεί· παρόλα αυτά όμως, μια αρχή επικουρικότητας πρέπει να ισχύει στην εφαρμογή της. Αυτό δημιουργεί ένα ηθικό φίλτρο το οποίο λαμβάνει υπόψιν προσωπικά διακυβεύματα και ασυμμετρίες εξουσίας υπόψιν στην πρακτική εφαρμογή της αναρχικής φιλοσοφίας. Πλαισιώνοντας την συζήτηση με αυτούς τους όρους, χρησιμοποιών το φακό του εθνικισμού για να μελετήσω θεωρητικούς και πολιτικούς στόχους και για να προτείνω μια νέα αφετηρία για αναλύσεις αποαποικιοποιητικής αλληλεγγύης.

Hannah Arendt: Τι Είναι η Αυθεντία

Κάποιες παρόμοιες διευκρινίσεις μου φαίνονται αναγκαίες σχετικά με την απώλεια της αυθεντίας στα νεότερα χρονιά. Η αυθεντία, που στο παρελθόν ήταν ο ακλόνητος στυλοβάτης μιας ολόκληρης θεμελίωσης, έδωσε στον κόσμο τη μονιμότητα και τη διάρκεια που οι άνθρωποι χρειάζονται ακριβώς επειδή είναι θνητοί – επειδή είναι τα πιο ασταθή και ασήμαντα πλάσματα που ξέρουμε. Η απώλεια της ισοδυναμεί με την απώλεια των βάθρων του κόσμου, ο οποίος πράγματι από τότε έχει αρχίσει να μεταβάλλεται, να αλλάζει, να μετασχηματίζεται, περνώντας όλο και πιο γοργά από τη μια μορφή στην άλλη, σαν να ζούσαμε και να παλεύαμε με ένα πρωτεϊκό σύμπαν όπου το καθετί μπορεί κάθε στιγμή να γίνει κάτι άλλο. Αλλά η απώλεια της μονιμότητας και της αξιοπιστίας του κόσμου – που από την πολιτική άποψη ταυτίζεται με την απώλεια της αυθεντίας – δεν συνεπάγεται, η τουλάχιστον δεν συνεπάγεται αναγκαστικά, την απώλεια της ικανότητας των ανθρώπων να οικοδομούν, να διατηρούν και να μεριμνούν για έναν κόσμο ο οποίος μπορεί να εξασφαλίσει την επιβίωση μας και να παραμείνει ένας τόπος κατάλληλος για να ζήσουν εκείνοι που θα έρθουν μετά από μάς.

Robert Paul Wolff: Η Σύγκρουση Μεταξύ Αυθεντίας και Αυτονομίας

Το διακριτικό γνώρισμα του κράτους είναι η αυθεντία, το δικαίωμα να άρχει. Η πρωταρχική υποχρέωση του ανθρώπου είναι η αυτονομία, η άρνηση να άρχετε. Φαίνεται λοιπόν πως στη σύγκρουση μεταξύ της αυτονομίας του ατόμου και της υποτιθέμενης αυθεντίας του κράτους δεν είναι δυνατό να υπάρξει λύση. Εφόσον ο άνθρωπος εκπληρώνει την υποχρέωση του να γίνει δημιουργός των αποφάσεών του, θα αντιστέκεται στην αξίωση του κράτους να έχει πάνω του αυθεντία. Δηλαδή θα αρνείται πως έχει καθήκον να υπακούει στους νομούς του κράτους μόνο και μόνο επειδή είναι νομοί. Μ’ αυτή την έννοια θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο αναρχισμός είναι η μονή πολιτική δοξασία που αρμόζει στο χαρακτήρα της αυτονομίας.

Todd May: Ο Αναρχισμός από τον Foucault στον Ranciére

Γενικά κάποιος δεν σκέφτεται πως ο αναρχισμός και η πρόσφατη γαλλική φιλοσοφική σκέψη έχουν φυσική συγγένεια. Από τους σημαντικούς στοχαστές στην πρόσφατη γαλλική φιλοσοφία που έχουν ασχοληθεί με πολιτικά ζητήματα – Jacques Derrida, Gilles Deleuze, Jean-François Lyotard, Michel Foucault, Alain Badiou, Jacques Ranciére – κανένας τους δεν ασπάζεται ανοιχτά την αναρχική παράδοση. Ανάμεσα τους μόνο ο Ranciére έχει περιστασιακά χρησιμοποιήσει τον όρο με κάθε άλλη παρά την σημασία που του αποδίδουν οι αναρχικοί. Υπάρχει μεγάλη ανταλλαγή μεταξύ αυτών των στοχαστών και της μαρξιστικής παράδοσης. Συχνά η συνδιαλλαγή περιλαμβάνει διάφορες μορφές τροποποίησης της μαρξιστικής σκέψης. Ωστόσο με δεδομένες τις συνεχείς μετατροπές που γίνονται ώστε να έρθει ο Marx σε επαφή με την σύγχρονη σκέψη, κάποιος μπορεί να αναλογιστεί μήπως είναι καλύτερα να αναζητηθεί μια νέα παράδοση στην οποία να ενσωματώσουν την σκέψη τους. Αλλού έχω γράψει για την αναρχική οπτική που πλαισιώνει την σκέψη των Deleuze, Lyotard και Foucault. Εδώ θα ήθελα να βασιστώ σε κάποια από τα ίδια ζητήματα αλλά να τα εννοιολογικοποιήσω διαφορετικά. Οι δυο στοχαστές στους οποίους θα ήθελα ιδιαίτερα να εστιάσω είναι οι Foucault και Ranciére. Η θέση μου θα είναι, ιδιαίτερα σε συνδυασμό, ο Foucault και ο Ranciére προσφέρουν ένα πειστικό αναρχικό όραμα που ταυτόχρονα προέρχεται και συνεχίζει την αναρχική παράδοση. Αυτή η εμφάνιση, φυσικά, δεν είναι μια που αναλύουν. Αλλά εκείνοι έχουν διαβάσει ή συμμετάσχει στην αναρχική παράδοση θα αισθανθούν, ελπίζω, μέσα της σαν το σπίτι τους – ακόμη και αν, ίσως, κάποια από τα έπιπλα έχουν μετακινηθεί.

Αλέξης Ηρακλείδης: Το Ελληνικό Έθνος σε έναν «Εχθρικό Κόσμο». Εθνική Αφήγηση και Επιστημονικός Εθνικισμός

Το άρθρο αυτό εκκινεί από τον καίριο ρόλο που παίζουν οι εθνοκεντρικές αντιλήψεις και οι εικόνες-στερεότυπα στη διεθνή συμπεριφορά. Περιγράφεται στη συνέχεια η ελληνική εθνική ταυτότητα και ο έντονος ελληνικός εθνοκεντρισμός και εθνικισμός. Η εθνική αφήγηση και οι εθνοκεντρικές αντιλήψεις έχουν όχι λίγες φορές επηρεάσει ή και καθορίσει τις επιλογές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και, γενικότερα, τη διεθνή συμπεριφορά της Ελλάδας, ειδικά στα ελληνοτουρκικά και στα γνωστά ως ‘εθνικά θέματα’, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τις δυσάρεστες συνέπειες για τη χώρα Στην κυρίαρχη ελληνική αντίληψη για τους Άλλους επικρατεί η αίσθηση του εχθρικού διεθνούς περιβάλλοντος και της διεθνούς συνομωσίας σε βάρος των Ελλήνων. Στην επεξεργασία και νομιμοποίηση των μανιχαϊστικών αυτών αντιλήψεων που διακατέχουν τους περισσότερους Έλληνες, σημαντική είναι η συμβολή αυτού που ονομάζουμε στο άρθρο μας ‘επιστημονικός’ εθνικισμός, δηλαδή οι στρατευμένες, έντονα εθνοκεντρικές θέσεις μίας μερίδας της ελληνικής διανόησης και της επιστημονικής κοινότητας. Στο άρθρο ο επιστημονικός εθνικισμός διακρίνεται σε τέσσερις τάσεις ή σχολές: ακραιφνής εθνικισμός, θρησκευτικό-πολιτισμικός εθνικισμός της νεορθοδοξίας, γεωπολιτικός εθνοκεντρισμός και εθνική στρατηγική της ισχύος.

Megan M. Ruxton: Femina Sacra Πέρα Από Σύνορα. Ο Agamben στον 21ο Αιώνα

Μέσα από το φακό του πολέμου και της στρατιωτικοποίησης, η έννοια της femina sacra έχει αποσαφηνιστεί από την Ronit Lentin και την Christina Masters, προσφέροντας μια βαθύτερη κατανόηση της έμφυτης έμφυλης πραγματικότητας των γυναικών στην βιοπολιτική, όπου δεν είναι μόνο το φύλο τους το καθοριστικό γνώρισμα της υποταγής τους, αλλά είναι χρησιμοποιείται επίσης ως εργαλείο κυριαρχίας. Η Lentin αναφέρει πως «στο έλεος της κυρίαρχης εξουσίας, οι γυναίκες, λόγω της λειτουργίας τους ως οχήματος εθνοκάθαρσης, και της σεξουαλικής της ευαλλωτότητας, αναμφισβήτητα γίνεται femina sacra στο έλεος της κυρίαρχης δύναμης: εκείνη που μπορεί να σκοτωθεί, αλλά και να κυοφορήσει, αλλά που δεν μπορεί να θυσιαστεί λόγω της ακαθαρτότητας της». έτσι, οι γυναίκες μειώνονται στις αναπαραγωγικές τους χρήσεις, καθαρά σεξουαλικά αντικείμενα που μπορούν να βιαστούν ως εργαλείο επικυριαρχίας, οδηγώντας στην εθνοκάθαρση μέσα από την διάδοση των «ανώτερων» γονιδίων της κατακτητικής στρατιωτικής δύναμης. Οι Lentin και Masters το χρησιμοποιούν αυτό στο πλαίσιο της γενοκτονίας και του Αμερικάνικου Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας, αλλά η Masters ειδικά δείχνει πως η femina sacra απλά προσφέρει ένα όνομα για την ήδη έμφυλη έννοια του homo sacer, με την επιπλέον βιοπολιτική διάσταση της σεξουαλικής βίας ως μέσω υποταγής. Η femina sacra ήταν πάντα μια πτυχή του πολιτικού, πριν από την εμφάνιση της νεωτερικότητας του Agamben, και έχει πάρει απλά νέες μορφές στην σύγχρονη πολιτική. Για να θυμίσει την θέση της Masters, για να δείξει ανοιχτά το ρόλο των γυναικών στη πολιτική ως έμφυλη σχέση εξουσίας δεν είναι «για να πούμε αναγκαστικά πως οι γυναίκες είναι κάπως περισσότερο αποκλεισμένες, καταπιεσμένες και υποταγμένες από τους άνδρες, αλλά μάλλον για να δείξει πως η κυρίαρχη εξουσία λειτουργεί με ιδιαίτερους τρόπους πάνω στα σώματα και τις ζωές των γυναικών· είναι για την αποκάλυψη μιας ιδιαίτερης αρρενωπής και ρατσιστικής βιοπολιτικής που λειτουργεί με έντονα δραστικούς τρόπους πάνω στα σώματα των γυναικών». Η βιοπολιτική θέση των γυναικών ως φυσική σε αυτό που αποκλείεται δείχνει πως η βιοπολιτική ήταν ήδη σε δράση ακόμη και στην παραδοσιακή πολιτική παράδοση, ενώ ο Agamben δείχνει μέσα από την ανάλυση του την εμφάνιση της νεωτερικότητας στο ότι ήταν μόντο όταν οι βιολογικές πτυχές τόσο των γυναικών όσο και των ανδρών χρησιμοποιήθηκαν ως βάση για την πολιτική εξουσία. Πριν από αυτό, η έμφυτη ευαλωτότητα των γυναικών σε ένα πατριαρχικό κυρίαρχο κράτος ήταν δεκτή ως μέρος της πολιτικής, μια αρένα όπου η κυριαρχία και η βία χρησιμοποιούνταν ως μέσο για να μείνουν αποκλεισμένες από την πολιτική οι γυναίκες ενώ ταυτόχρονα παρέμεναν δεσμευμένες στους νόμους της κοινωνίας. Αυτό που κατορθώνει η έννοια της βιοπολιτικής του Agamben είναι να δείξει πόσο πιο διαδεδομένη έχει γίνει η βιοπολιτική, και πόσο πιο μοχθηρή είναι στην πραγματικότητα σήμερα, εξαιτίας της διάδοσης της στον συχνά αυτορρυθμιζόμενο Δυτικό δημοκρατικό κόσμο. Ακόμη πιο απεχθής, η βιοπολιτική έχει επεκταθεί πέρα από το κρατοκεντρικό μοντέλο από το οποίο ο Agamben αντλεί τα συμπεράσματα του για τη σχέση μεταξύ του κυρίαρχου και του homo sacer, τα δυο είναι οι αντίθετες όψεις του ίδιου νομίσματος, αλλά πάντα υπάρχει μέσα στο δεσμευτικό πολιτικό σύστημα τους έθνους-κράτους.

Juan Suriano: Πολιτιστικές και Πολιτικές Πρακτικές του Αργεντίνου Αναρχισμού

Για να γίνει αντιληπτό το σχετικό βάρος των αναρχικών, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνθήκες ξεριζωμού, εκμετάλλευσης και λήθης που χαρακτήριζαν μεγάλο τμήμα των εργατών στις αρχές του αιώνα. Στην μεγάλη πλειοψηφία τους ήταν εξωτερικοί ή εσωτερικοί μετανάστες, προερχόμενοι από άλλες χώρες ή επαρχίες και πάντως καινούργιοι στις πόλεις, όπου ζούσαν σε ένα ξένο περιβάλλον μεταξύ ξένων. Οι περισσότεροι από αυτούς έφταναν στα αστικά κέντρα με την έντονη επιθυμία της κοινωνικής ανόδου, η οποία, πολλές φορές, καθυστερούσε σημαντικά να πραγματοποιηθεί. Έχοντας κόψει τους άμεσους δεσμούς με την ιδιαίτερη πατρίδα τους, με την οικογένειά τους, με τις παραδόσεις τους και, κατά συνέπεια, έχοντας χάσει την ασφάλεια που τους παρείχε η συμμετοχή τους στην τοπική κοινότητα και στην οικογένεια, βρίσκονταν σε μια εχθρική κοινωνία, στην οποία ούτε η εκκλησία ούτε το κράτος ούτε οι ίδιοι οι εθνικοί θεσμοί μπορούσαν να παίξουν τον ρόλο εκείνων ή το έκαναν μόνο μερικώς μέσω των αλληλοβοηθητικών συλλόγων. Σε μεγάλο βαθμό οι εργάτες βασίζονταν μόνο στην ικανότητά τους για εργασία, στις προσδοκίες τους και στην επιθυμία βελτίωσης της θέσης τους. Η επιθυμία τους να ανήκουν σε ένα χώρο, ειδικά όταν επρόκειτο για μετανάστες χωρίς οικογένεια, γινόταν πιο ορατή όταν ματαιώνονταν οι προσδοκίες τους για κοινωνική άνοδο. Και αν η συνδικαλιστική οργάνωση μπορούσε να τους προσφέρει τη δυνατότητα να θέτουν τις πιο άμεσες οικονομικές διεκδικήσεις τους, οι λέσχες και τα κέντρα λειτουργούσαν ως χώροι συνάντησης και κοινωνικοποίησης, ως χώροι συμμετοχής όπου διαλυόταν ο ατομικισμός και διαγραφόταν η συλλογική δράση. Αυτοί οι χώροι, στις στιγμές της σύγκρουσής, γίνονταν το σημείο συνάντησης μεταξύ αναρχικών και εργατών και ο λόγος των πρώτων μπορούσε να γίνει πιστευτός από τους δεύτερους.