Paul Jackson: Πολιτικές Θρησκείες και Φασισμός

Για τον Gentile, υπάρχουν πολλά βασικά χαρακτηριστικά που χαρακτηρίζουν μια πολιτική θρησκεία. Θεμελιώνεται γύρω από ένα ιεροποιημένο ιδεώδες μιας ουσιαστικά κοσμικής ταυτότητας. Ορισμένες πολιτικές θρησκείες, όπως οι φασιστικές, βασίζονται στην εθνική ταυτότητα και φυλή. Άλλες, όπως ο κομμουνισμός, βασίζονται στην τάξη. Αν και οι ιδέες για τη φυλή, το έθνος και την τάξη είναι ριζικά διαφορετικές μεταξύ τους, για τον Gentile μπορούσαν όλες να χρησιμοποιηθούν για να δημιουργήσουν μια αίσθηση συλλογικής ταυτότητας που θεωρείται ανώτερη από την ατομική, και έτσι οι άνθρωποι είναι ηθικά υποχρεωμένοι να κάνουν αυτό που είναι καλύτερο για τη συλλογικότητα, όχι για τους ίδιους. Οι πολιτικές θρησκείες είναι διαμετρικά αντίθετες, με άλλα λόγια, με τις φιλελεύθερες αντιλήψεις του ατομικισμού. Υπάρχει επίσης ένα ουτοπικό όραμα στον πυρήνα της πολιτικής θρησκείας, δίνοντάς τους μια αίσθηση μεσσιανικής αποστολής, δεσμεύοντας μαζί ηγέτες και οπαδούς σε ένα κοινό σκοπό. Τέλος, για να το εκφράσουν αυτό, αναπτύσσουν νέες τελετουργίες που καθιστούν το ηγετικό άτομο την εξατομίκευση της αποστολής της πολιτικής θρησκείας, και μια ευρύτερη μυθολογία που επιτρέπει στις κοινωνίες να ασκούν δραστηριότητες που εκφράζουν τη συλλογική πίστη τους στον ιερό σκοπό που ενστερνίζεται η νέα πίστη.

Alex Comfort: Η Κοινωνιολογία της Εξουσίας

Η εμφάνιση της οργανωμένης κυβέρνησης στις πρωτόγονες κοινωνίες έχει συσχετιστεί με την εμφάνιση του κυνηγιού ως ομαδικής δραστηριότητας, και με την εμφάνιση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Είναι σχεδόν βέβαιο πως σχετίζεται με την ανάπτυξη του οργανωμένου πολέμου. Μια πιο ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι η παράλληλη εμφάνιση της οργανωμένης κυβέρνησης και των αντικοινωνικών συμπεριφορικών μοτίβων. Αυτό μπορεί αν ερμηνευτεί με δυο τρόπους – αν το κράτος είναι η προσπάθεια της κοινωνίας να προστατέψει τον εαυτό της απέναντί στην κοινωνική αναταραχή, η εμφάνιση του μπορεί να θεωρηθεί ως η απάντηση σε νέες πιέσεις, και στην καταστροφή παλιότερων και απλούστερων μορφών ατομικής προσαρμογής. Είναι ακόμη πιθανό, ωστόσο, πως οι παράγοντες πίεσης που δημιούργησαν τους παραβατικούς, να δημιούργησαν τους κυνηγούς της εξουσίας. Δεν μπορεί να δημιουργηθεί ιδιαίτερος παραλληλισμός ανάμεσα στην αντίληψη γύρω εμφάνιση της κυβέρνησης την οποία παίρνουμε από την κοινωνική ανθρωπολογία, και εκείνης γύρω από την επιθυμία για εξουσία που παίρνουμε από την ψυχανάλυση. Φαίνεται πως τη στιγμή που οποιαδήποτε κουλτούρα παύει είναι ικανή να απορροφά τα δικά της μη κανονικά μέλη, η απαίτηση για εξαναγκασμό εμφανίζεται ταυτόχρονα με την εμφάνιση ατόμων που επιθυμούν να εξαναγκάσουν.

Simon Martin: Ποδόσφαιρο, Φασισμός και Οπαδισμός στην Ιταλία Σήμερα

Το άρθρο αυτό μελετά την σχέση μεταξύ φασισμού και ποδοσφαίρου (calcio) στην Ιταλία από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 και την άνοδο του ιταλικού φασιστικού καθεστώτος μέχρι το σήμερα, εστιάζοντας στο πως το γήπεδο έχει γίνει βασικό όχημα τόσο για την αναζωογόνηση της μνήμης τους καθεστώτος και του Mussolini και για την έκφραση και διάχυση εξτρεμιστικής ιδεολογίας. Ο σκοπός είναι να εντοπίσουμε πως αναπτύχθηκε η σύγχρονη σχέση της ακροδεξιάς με το άθλημα και το κατά πόσο μπορεί να εντοπιστούν οι ρίζες της στον Ιταλικό Φασισμό της δεκαετίας του 1930. Το χρονολόγιο της ανάλυσης θα δείξει τα βασικά σημεία της υφαρπαγής του αθλήματος από το φασισμό πριν συγκειμενοποιήσει την εξέλιξη του στην ιστορία της μεταφασιστικής Ιταλίας. Με βάση την υπάρχουσα γνώση αναφορικά με την φασιστική μνήμη, θα προσφέρει νέο υλικό για την κατανόηση ττου ποδοσφαίρου και της πολιτικής στη σύγχρονη Ιταλία με την τοποθέτηση της σχέσης της ανθεκτικής σχέσης μεταξύ του αθλήματος με την ακροδεξιά μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης ιταλικής ιστορίας. Ενώ υπάρχει ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την πολιτικοποίηση του ιταλικού ποδοσφαίρου και των οπαδικών οργανώσεων, δεν υπάρχει ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για την μακροχρόνια σύνδεση μεταξύ ιταλικού φασισμού και ποδοσφαίρου, λες και ο ισχυρός δεσμός μεταξύ των δύο έσπασε μετά την πολιτική αλλαγή που πραγματοποιήθηκε το 1945. Μετά την κατάρρευση του φασισμού στην Ιταλία το 1943 και του ναζιστικού/φασιστικού κράτους μαριονέτα της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας (RSI) το 1945, η επαναδημιουργία του φασιστικού κόμματος έγινε παράνομη με το Ιταλικό Σύνταγμα του 1947, και η απολογία του φασισμού με τον λεγόμενο νόμο Σκέλμπα του 1952. Εξτρεμιστικές ακροδεξιές ιδεολογίες ωστόσο επιβίωσαν στην μεταπολεμική δημοκρατική Ιταλία, και το ποδόσφαιρο έχει προσφέρει από τότε ένα εμφανή χώρο για την έκφραση των απόψεων τους. Δεν είναι ένα απλό πολιτικό/αθλητικό ζήτημα, ωστόσο, είναι ενδεικτικό μιας σειράς από άλυτα προβλήματα μέσα στο μεταπολεμικό κράτος που επέτρεψαν στην ακροδεξιά να διατηρήσει τη παρουσία και την ορατότητα της.

Emma Goldman: Ο Εχθρός του Λαού του Henrik Ibsen

Μια μαρτυρία πίστης, αλήθεια, επειδή ο Henrik Ibsen αν και αναγνωρίζεται σαν σπουδαίος δραματουργός καλλιτέχνης, παρέμεινε μόνος του στη θέση του ως επαναστάτης. Η δραματική του τέχνη, δίχως την σπουδαία του επανάσταση απέναντι σε κάθε εξουσιαστικό θεσμό, ενάντια σε κάθε κοινωνικό και ηθικό ψέμα, ενάντια σε κάθε ίχνος σκλαβιάς, ήταν αδιανόητη. Όπως η τέχνη του θα έχανε την ανθρώπινη σημασία της, όπου η αγάπη του για αλήθεια και ελευθερία υστερούσε. Ήδη από τον Μπράντ απαιτούσε όλα ή τίποτα, δίχως ενδοτική μετριοπάθεια – δίχως συμβιβασμό οποιουδήποτε τύπου στον αγώνα για το ιδανικό.

Stuart Klawans: Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών και ο Κόσμος της

Ο σκηνοθέτης George A. Romero δεν εκδήλωσε ποτέ περηφάνια για αυτή τη μετάσταση του είδους που ουσιαστικά δημιούργησε. Είναι κατανοητό, και δίκαιο, να θέλει οι ταινίες του να κρίνονται για αυτό που είναι και όχι αυτό που οι άλλοι τις έκαναν και ξαναέκαναν. Σε συνεντεύξεις του επίσης αρνούνταν επανειλημμένα να σχολιάσει για τη σπουδαιότητα του ενθουσιασμού για τα ζόμπι μέσα στην ευρύτερη κουλτούρα. Όπως τόνισε στον κριτικό Peter Keough το 2010, δεν ρίχρ καν χρησιμοποιήσει τη λέξη: «Ποτέ δεν τα σκέφτηκα ως ζόμπι… Ο κόσμος άρχισε να γράφει για το Night of the Living Dead και να τα λέει ζόμπι. Σκέφτηκα, ‘Ίσως και να είναι’, για εμένα ήταν νεκροί γείτονες». Ας συμφωνήσουμε πως το έργο του Romero αξίζει περισσότερο από το να χρησιμοποιηθεί ως διαγνωστικό εργαλείο για τις γενικευμένες παθογένειες της πολιτικής. Με αυτό αξίζει να τεθεί το ερώτημα γιατί το Night of the Living Dead φάνταζε σε τόσους πολλούς από εμάς εκείνη την εποχή να είναι μια τόσο τρομακτική και τονωτική έκρηξη μέσα στην κινηματογραφική κουλτούρα. Επίσης έχει σημασία να προσπαθήσουμε να συλλάβουμε ξανά τι έλεγε η ταινία, ή απειλούσε, μέσα στην Αμερική όπου πρωτοεμφανίστηκε. Όπως είπε ο Romero, επίσης στον Keough. «Όλες μου οι ταινίες είναι φωτογραφίες της εποχής που δημιουργούνται». Νομίζω πως αυτή η στιγμή, που ξεκινά από την σύλληψη της ταινίας, στη διάρκεια του μεγάλου, καυτού καλοκαιριού του 1967 ως την ανάδειξή του ως καλτ δημιουργίας στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Όταν σχηματοποιούνταν το Night of the Living Dead, οι συγγραφείς του ήταν βουτηγμένοι στην επιρροή των ταραχών σε Ντιτρόιτ και Νιούαρκ. Η αρχική προβολή ήρθε λίγο μετά το Εθνικό Συνέδριο των Δημοκρατικών το 1968, όταν η αστυνομία του Σικάγο ξεχύθηκε στους δρόμους τη νύχτα υπό τα φώτα της τηλεόρασης. Όταν κυκλοφόρησε ευρέως, με την καθοριστική του κυκλοφορία το καλοκαίρι του 1970, η ταινία εντύπωσε το απειλητικό της όραμα για την Αμερική σε κοινά που μόλις είχαν δει τους Εθνοφρουρούς να πυροβολούν διαδηλωτές ενάντια στο πόλεμο στο Πανεπιστήμιο του Κέντ. Τι χρονική περίοδος. Τι φωτογραφία.

Simon Kuper: Ο ποδοσφαιρόφιλος αναρχικός

Μετακόμισα στο Βερολίνο το Σεπτέμβρη του 1990, δέκα μήνες μετά την πτώση του Τείχους. Η πόλη είχε τότε δύο μεγάλες ποδοσφαιρικές λέσχες, την FC Μπερλίν στα ανατολικά και τη Χέρθα BSC στα δυτικά. Η FC Μπερλίν ονομαζόταν Ντιναμό Βερολίνου. Πριν από την πτώση του Τείχους είχαν παίξει στο Στάδιο Γιαν, δέκα λεπτά με τα πόδια από το πρώτο μου διαμέρισμα στο Ανατολικό Βερολίνο. Η γειτονιά, η οποία ονομαζόταν Πρεντζλάουερ Μπεργκ, ήταν μία από τις λίγες που είχαν διασωθεί από τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων, και είχε ερειπωθεί προ πολλού. Οι τελευταίες επισκευές είχαν γίνει γύρω στα 1920, και το Μάη του 1945 ο Κόκκινος Στρατός είχε να παλέψει για να καταλάβει κάθε δρόμο και στενό. Το Δυτικό Βερολίνο διέθετε τη Χέρθα. Πρωταθλήτρια Γερμανίας στα 1930 και 1931, ήταν αυτό που οι Γερμανοί αποκαλούν Παραδοσιακή Ομάδα, και κάποτε είχε υπάρξει η ομάδα ολόκληρου του Βερολίνου. Όμως το βράδυ της 13ης Αυγούστου 1961 υψώθηκε το Τείχος, και οι μισοί από τους παίκτες και οπαδούς της Χέρθα βρέθηκαν ξαφνικά αποκλεισμένοι στο Ανατολικό Βερολίνο. Έπαιζε στη Β' Κατηγορία της Γερμανίας όταν έπεσε το Τείχος, και ορδές πνιγμένων στα δάκρυα Ανατολικοβερολινόζων, ντυμένων με τη φανέλα της Χέρθα του 1950, επέδραμαν στο Ολυμπιακό Στάδιο. Κατά πάσα πιθανότητα ο πλέον φανατικός ανατολικός οπαδός της Χέρθα ήταν ο Χέλμουτ Κλόπφλες. Οποιοσδήποτε πιστεύει ότι το ποδόσφαιρο δεν έχει να κάνει με την πολιτική θα έπρεπε να κουβεντιάσει με τον Κλόπφλες. Είναι ένας μεγαλόσωμος, ξανθός, φεγγαροπρόσωπος άντρας ο οποίος απελάθηκε από την Ανατολική Γερμανία επειδή υποστήριζε λάθος ομάδες.

Shane Burley: Το Φθινόπωρο της Alt-Right

Ενώ η Alt-Right ήταν ξεκάθαρα σε ανοδική πορεία στις αρχές του 2017, σίγουρα δεν είναι πλέον. Τα κοινωνική δίκτυα τους πρόσφεραν το ίδιο βήμα με Γερουσιαστές και ηθοποιούς, και με μερικά έξυπνα hastag και την μαγεία των meme μπόρεσαν να εξαπλώσουν την οπτική τους και να χειραγωγήσουν μια μιντιακή σφαίρα πεινασμένη για αντιπαραθέσεις. Ήταν εκείνη τη στιγμή που οι edgelords μακρινών φόρουμ, που ριζοσπαστικοποιούνταν με το μισογυνισμό του κινήματος για τα Δικαιώματα των Ανδρών και το Gamergate, αναζητούσαν μια ιδεολογία στην οποία θα μπορούσαν να διοχετεύσουν την νέα τους δυσαρέσκεια. Ο ακαταλαβίστικος κόσμος του ακαδημαϊκού φασισμού έγινε η #AltRight: ρατσιστές δημιουργοί meme και εφευρέτες ρατσιστικών βρισιών.

Basharat Peer: Η Εθνικιστική Επίθεση σε Ακαδημαϊκούς και Φοιτητές στην Ινδία

Ένα πρωινό του Αυγούστου του 2015, δύο νεαροί άνδρες που επενέβαιναν σε μια μοτοσικλέτα σταμάτησαν έξω από το σπίτι του Malleshappa Kalburgi, ενός 78χρονου καθηγητή λογοτεχνίας στην πόλη Νταρβάντ στη πολιτεία Καρνατάκα στο νότο. Ο ένας επιβάτης έμεινε στη μοτοσυκλέτα, ενώ ο άλλος περπάτησε μέχρι την πόρτα του Kalburgi και του παρουσιάστηκε ως πρώην φοιτητής. Ο Kalburgi υπήρξε αντιπρόεδρος του Πανεπιστημίου της Κανάντα και ήταν διάσημος για την κριτική του απέναντι στις δεισιδαιμονίες και τις συντηρητικές πρακτικές, κάτι που εξόργισε τους ινδουιστές εξτρεμιστές. Μετά από μια σύντομη συζήτηση, ο «φοιτητής» πυροβόλησε στο Kalburgi με ένα πιστόλι, πετυχαίνοντας τον στο στήθος και στο μέτωπο και διέφυγε με την μοτοσυκλέτα που τον περίμενε. Η δολοφονία του Kalburgi ήταν η τρίτη δολοφονία ενός Ινδού διανοούμενου μέσα σε δύο χρόνια. Τον Φεβρουάριο του 2015, ο Govind Pansare, 81χρονος κομμουνιστής πολιτικός και συγγραφέας, έμπαινε στο σπίτι του μετά από μια πρωινή βόλτα με τη σύζυγό του στην πόλη Κολαπούρ στη δυτική πολιτεία Μχαράστρα. Δύο άντρες σε μια μοτοσικλέτα, τα πρόσωπά τους καλυμμένοι με μαντήλια, σταμάτησαν στο δρόμο και τον πυροβόλησαν πολλές φορές με ένα πιστόλι. Πέθανε στο νοσοκομείο τέσσερις ημέρες αργότερα. Τον Αύγουστο του 2013, Narendra Dabholkar, ένα 67χρονος γιατρός και ορθολογιστής στοχαστή, ο οποίος όπως Kalburgi είχε αγωνιστεί εναντίον της δεισιδαιμονίας και της μαύρης μαγείας για δεκαετίες, έκανε την πρωινή βόλτα του στο Πούνε, λίγες ώρες μακριά από το σπίτι του Pansare, όταν δύο άνδρες τον πυροβολήσαν εξ επαφής και δραπέτευσαν πάνω σε μοτοσικλέτα. Μετά τη δολοφονία του Dhabolkar, ο Pansare είχε δεχτεί μια ανώνυμη επιστολή, έγραφε «Θα έχεις τη μοίρα του Dhabolkar».

Cæmeron Crain: Μικροφασισμός

Υπάρχει πρακτικά διαφορά μεταξύ των ασήμαντων προσωπικών μου θεμάτων και της πολιτικής μου; Η ριζοσπαστική απάντηση των Deleuze και Guattari εδώ είναι: όχι. Όχι στα αλήθεια. Ενώ είναι δύσκολο να δεις κάποια πολιτική σημασία στον κανόνα μου του πρώτα η αριστερή κάλτσα, αυτό ισχύει μόνο επειδή δεν επηρεάζει κανέναν άλλο. Συνεχίζει να λέει κάτι για το πως η επιθυμία μου τοποθετεί τον εαυτό της μέσα «στο κόσμο». Αυτή είναι η ιδέα της Μικροπολιτικής· ουσιαστικά δεν υπάρχει τίποτα που να μην είναι πολιτικό, γιατί η επιθυμία είναι πάντοτε ενσωματωμένη σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πεδίο. Η κατάληξη αυτού είναι πως ότι συμβαίνει πολιτικά στο μακροσκοπικό επίπεδο έχει τις ρίζες του στα ψυχικά μας ζητήματα και τις μικρές διαπροσωπικές συνδιαλλαγές μεταξύ μας. Αν η μακροπολιτική δομή έχει γίνει καταπιεστική, πρέπει να δούμε πως πηγάζει από και οργανώνει την επιθυμία. Ένα από τα βασικά ερωτήματα του Αντι-Οιδίποδα είναι: τι μας κάνει να επιθυμούμε το Φασισμό; Πρέπει να σημειώσουμε το υπονοούμενο μέσα στο ίδιο το ερώτημα. Εμείς (διαβάζουμε: τα ανθρώπινα όντα υπό συγκεκριμένες συνθήκες) θέλουμε το φασισμό. Ο φασισμός συμβαίνει επειδή τον θέλουμε. Έτσι το ερώτημα είναι: γιατί; Η απάντηση των Deleuze και Guattari βασίζεται ιδιαίτερα πάνω στην ιδέα του Μικροφασισμού, ο οποίος σχετίζεται με την μικροπολιτική που αναφέρθηκε παραπάνω. Σχετίζεται με τον τρόπο που η επιθυμία παράγει κανόνες.

Colin Revolting: Οι Πολιτικές Ιδέες των Ανθρώπων Που Καθόρισαν το Punk

Η δεκαετία του 1970 για το Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ) ήταν μια περίοδος ανοιχτής σύγκρουσης. Ηγέτες απεργιών στέλνονταν στη φυλακή και στη συνέχεια ελευθερώνονταν μετά από μαζικές απεργίες, έφηβοι συγκρούονταν στους δρόμους μεταξύ τους, με την αστυνομία και εναντίον του στρατού στην Ιρλανδία, απεργίες ανθρακωρύχων, διακοπές ρεύματος, εβδομάδες τριών εργάσιμων, γυναίκες που πάλευαν για ίσα δικαιώματα, ανατροπή της κυβέρνησης των Συντηρητικών. Η εργατική τάξη – ηχηρή, περήφανη, και νικηφόρα. Και τότε όλα πήραν το κατήφορο. Η κυβέρνηση των Εργατικών με την βοήθεια των ηγετών των συνδικάτων προχώρησε σε προδοσία. Υπήρξε απότομη αύξηση της ανεργίας – ιδιαίτερα μεταξύ των νέων. Ο ρατσισμός άνθισε και το φασιστικό Εθνικό Μέτωπο (NF) άρχισε να μεγαλώνει, παρελαύνοντας στους δρόμους και σημειώνοντας επιτυχίες σε τοπικές εκλογές. Οι μεγάλες προσδοκίες της δεκαετίας του 1960 είχαν προδοθεί και αποτύχει. Και οι πανκς δήλωσαν «Δεν υπάρχει μέλλον στα όνειρα της Αγγλίας». Ποιοι ήταν αυτοί οι πανκς; Μια ομάδα από θυμωμένους, αγανακτισμένους έφηβους; Πολλοί από εμάς ήμασταν αυτό (και άλλα πολλά) αλλά μια προσεκτικότερη ματιά στους βασικούς πρωταγωνιστές του punk δείχνει ένα σύνολο από αφοσιωμένους ταραχοποιούς, μετανάστες, εθνικές μειονότητες και πολιτικούς ριζοσπάστες – οι περιθωριακοί και οι αντιπολιτευόμενοι της κοινωνίας. Οι δυο βασικοί διεκδικητές για το αντι-στέμμα του punk ήταν οι Sex Pistols και οι The Clash – θορυβώδεις προάγγελοι των μανιασμένων ορδών που θα ακολουθούσαν.