Δημήτρης Παρασκευόπουλος: Οι Δρόμοι της Σβάστικας. Ακροδεξιά και Ποδόσφαιρο στην Ελλάδα

Οι στίχοι του Βασίλη Τσιτσάνη «Εμπρός, εμπρός, Παναθηναϊκέ, να την πάρουμε και σήμερα τη νίκη, το Πρωτάθλημα κι η δόξα σού ανήκει» / «Εμπρός Παναθηναϊκέ!» (1964), μετέπειτα οι στίχοι του Κώστα Θεοδωρόπουλου «Ποτέ από τη λεωφόρο, πάντοτε απ’ την ατραπό, περνά ο δρόμος, που οδηγεί στο σ’ αγαπώ»/ «Ντέρμπι/Χούλιγκανς» (1993) είναι ορισμένα δείγματα της κοινωνικοπολιτισμικής σύνδεσης ανάμεσα στην μουσική και την κερκίδα, καθώς η ιστορία του οπαδισμού συντίθεται παίρνοντας τη γεύση των ετερόκλιτων περιεχόμενων των μουσικών ρευμάτων. Στο εσωτερικό της χώρας, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1970 και μετέπειτα, οι κοινότητες οπαδών συνδέθηκαν με την έλευση των λεγόμενων υποπολιτισμικών μουσικών ρευμάτων. Διαβάζοντας μια συνέντευξη ενός μέλους του μουσικού συγκροτήματος Ten Beers After, υποστηρίζεται ότι οι «μεταλλάδες» ήταν η σχέση της μουσικής με την μπάλα τη δεκαετία του 1980 και μετά, ενώ την ίδια εικόνα περιγράφουν παρακάτω μέλη των οπαδικών κοινοτήτων. Σε μια σύντομη ιστορική αναδρομή και βάσει των όσων υποστηρίζει στην έρευνα του ο Συμβουλίδης από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η ήδη διαδεδομένη punk κουλτούρα που εξέφραζε νεαρά άτομα, φτωχών οικογενειών, χαμηλής εκπαίδευσης με μια μέτρια έως και ακραία συντηρητική αντίληψη των πραγμάτων, εξαντλείται. Είναι η περίοδος που γεννιέται το ρεύμα του oi!. Οι skinheads που έρχονται στο φως, με την έλευση αυτού του μουσικού ρεύματος, ως πρωτοπόροι, χαρακτηρίζονται πέραν από τη μαχητικότητα τους αλλά και ως συνδεόμενοι με τη δράση νεοναζιστικών οργανώσεων. Μάλιστα, στο σχολιασμό για το μουσικό συγκρότημα 4-skins ο συγγραφέας αφουγκράζεται μια νεότητα επηρεασμένη από τα όσα συμβαίνουν στη Βρετανία, η οποία βρίσκει καταφύγιο αντίδρασης στη ρητορική του μίσους και του νεοφασισμού. Αυτό το κούμπωμα αναφύεται και στην ελληνική σκηνή μέσω της Ναζιστικής Οργάνωσης Παναθηναϊκών Οπαδών (ΝΟΠΟ) καθώς και της οργάνωσης Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, φιλικά προσκείμενες στην ποδοσφαιρική ομάδα του Παναθηναϊκού στις οποίες τα μέλη, δηλαδή οι ομάδες skinheads όπως πληροφορούμαστε μετέβαιναν στο γήπεδο του Παναθηναϊκού παραταγμένοι, με έντονο στρατιωτικό βηματισμό. Ανάλογη οργάνωση καταγράφεται ιστορικά και στην Α.Ε.Κ (1985-1986) από νεοναζί skinheads οπαδούς της, στην περιοχή της Παλαιάς Κοκκινιάς, η λεγόμενη ΤΟΦΑ (Τρομοκρατική Οργάνωση Φιλάθλων Α.Ε.Κ). Μετέπειτα, μεταξύ των συμμετεχόντων στην κερκίδα του Ολυμπιακού Πειραιώς, καταγράφεται και η δράση των ερυθρών εθνικιστών, οι Misfits οι οποίοι θέτουν ως βασικό έμβλημα την νεκροκεφαλή των SS που παραπέμπει στη χιτλερική Γερμανία. Επιπλέον δίχως να ταυτίζουν την δράση τους με τη μουσική σκηνή, οι red nationalists όπως πληροφορούμαι με κεντρικό τους σύνθημα Θρύλος, θρησκεία, Εθνικισμός και βία σε ένα διαδικτυακό ιστότοπο που διατηρούσαν παρέθεταν τις 15 αρχές του Red Nasionalists δηλαδή των πολεμιστών της Πορφυράς Φάλαγγας.

Γιατί Όλοι Μισούν Την Αστυνομία. Μια Ιστορία σε 9+1 Τραγούδια

Τι είναι η αστυνομία; Ένας απλός ορισμός θα ήταν πως είναι η πολιτική, ένοπλη ή μη, εκείνη δύναμη που είναι επιφορτισμένη με την πρόληψη και την καταστολή της εγκληματικότητας και με την διατήρηση της ευνομίας και τάξης. Δεν μοιάζει ιδιαίτερα κακοήθες αυτό σε πρώτη ματιά, μάλλον μπορεί να μοιάζει και θετικό, αν πιστεύεις στο αστικό ή εργατικό δημοκρατικό κράτος. Μια ματιά όμως σε μέσα και χώρους που επιτρέπουν την αφιλτράριστη έκφραση απόψεων, δημιουργεί ένα ερώτημα: Γιατί τελικά τόση απέχθεια, ανοιχτή και μη, για αυτή την υπηρεσία που υπάρχει για το καλό μας; Η απάντηση αν και με τον παραπάνω συνολικό ορισμό μοιάζει να είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί, ή ακόμη και να εκλογικευτεί, η απάντηση γίνεται πολύ πιο εύκολη αν εστιάσουμε στις λέξεις «εγκληματικότητα» και «ευνομία και τάξη». Χρησιμοποιώντας την μουσική ως όχημα θυμόμαστε το γιατί αυτές οι λέξεις δεν είναι ούτε τόσο απλές στην ερμηνεία τους αλλά ούτε και καλοήθεις πέρα από κάθε αμφιβολία.

Federico Finchelstein: Φασισμός Εναντίον Ψυχανάλυσης

Ως νεαρός ποιητής που μόλις είχε επιστρέψει στην Ευρώπη, ο Jorge Luis Borges έγραψε σε ένα Ισπανό φίλο του το 1921 για ένα φιλόδοξο – αν όχι αδύνατο – λογοτεχνικό εγχείρημα, να γράψει ένα συλλογικό και φανταστικό μυθιστόρημα μαζί με τον Mecedonio Fernandez και άλλους λογοτέχνες φίλους. Η πλοκή, είπε ο Borges, θα περιστρέφονταν γύρω από ένα φανταστικό μπολσεβίκικο σχέδιο να κερδίσουν την εξουσία με το να διαδώσουν μια «γενική νεύρωση» μεταξύ του αργεντίνικου λαού. Ο Borges φυσικά, δεν έγραψε ποτέ αυτό το μυθιστόρημα, και μάλλον δεν είχε προβλέψει πως κάποιος θα φαντάζονταν την υποθετική πλοκή ως πραγματική απειλή προς τη χώρα. Και όμως αυτή ακριβώς ήταν η απειλή που μια ομάδα φασιστών στην Αργεντινή αναγνώρισαν ως εβραϊκή συνωμοσία – δείχνοντας ακόμη και τον ίδιο τον Borges ως μέρος της συνωμοσίας. Σύμφωνα με αυτή την ομάδα, οι Εβραίοι ήταν η επιτομή και της ίδιας της συλλογικής νεύρωσης και συνωμοτούσαν να πάρουν τον έλεγχο της χώρας με το να διαδώσουν την ασθένεια. Η φροϋδική ψυχανάλυση εδώ αποτελούσε και μέσο και σκοπό.

Δημήτριος Μπορμπουδάκης & Δημήτρης Δαλάκογλου: «And Bloodshed Must Be Done». Heavy Metal και Νεοναζισμός στην Ελλάδα

Το 1992, τεράστιες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην χρήση του ονόματος Δημοκρατία της Μακεδονίας ως του ονόματος του νέου κράτους που προέκυψε από την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Εκείνη την εποχή, οι διαμαρτυρίες αυτές προωθούνταν από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη), την Εκκλησία, τα κρατικά και τα πρόσφατα δημιουργημένα ιδιωτικά κανάλια, όπως και από τις περισσότερες εφημερίδες και κόμματα. Στο μεταξύ η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας είχε καταρρεύσει ένα χρόνο νωρίτερα (1991) και εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστών είχαν αρχίσει να έρχονται στην Ελλάδα για πρώτη φορά, κάνοντας την μεγαλύτερη διεθνή πληθυσμιακή εισροή προς την Ελλάδα από το τέλος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1922-23 και την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ των δυο χωρών. Όπως θα έγραφε ένα πρώην ηγετικό στέλεχος της ΧΑ σε βιβλίο ένα χρόνο αργότερα, αυτές ήταν «οι καλύτερες συνθήκες για μια εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση να ανθίσει». Ο Ψαρράς σημειώνει πως ήταν στον απόηχο αυτών των διαδηλώσεων, τον Ιανουάριο του 1993, που η ΧΑ οργανώθηκε ως πολιτικό κόμμα και άρχισε να εκδίδει εβδομαδιαία εφημερίδα. Σημαντικό ήταν, πως αυτά τα γεγονότα έλαβαν χώρα μαζί με την εμφάνιση του αποκαλούμενου δευτέρου κύματος του ελληνικού black metal στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τις περισσότερες μπάντες σε αυτή τη σκηνή να έχουν δεσμούς με τον εθνικοσοσιαλισμό και τις σατανιστικές του παραφυάδες. Οι Legion of Doom, Lamentation (προοίμιο των Der Stürmer), Tatir και Βάκχια Νεράιδα ήταν ανοιχτά αυτό που αναφέρονταν ως National Socialist Black Metal (NSBM), ή «α-πολιτικά».

Ehud Sprinzak: Το Καχ και ο Meir Kahane, Η Γέννηση του Εβραϊκού Ημιφασισμού

Οι περισσότεροι Ισραηλινοί ένοιωσαν έκπληξη και δέος όταν έμαθαν στις 24 Ιουλίου 1984 πως το Καχ, το δεξιό πολιτικό κόμμα του Ραβίνου Meir Kahane, είχε κερδίσει μια θέση στη Κνεσσέτ. Με σχεδόν 26000 ψήφους, ο Kahane είχε πετύχει το σκοπό του να μπει στο ισραηλινό κοινοβούλιο. Αυτό του έδωσε ένα δημόσιο βήμα και κοινοβουλευτική ασυλία από την αστυνομική «παρενόχληση». Λίγο μετά την εκλογή του, ο Kahane έκανε σαφές πως δεν είχε σκοπό να γίνει ένας τυπικός κοινοβουλευτικός. Αφοσιωμένος στο αρχικό του σχέδιο να διώξει τους Άραβες από τη Γη του Ισραήλ, ο Kahane είπε πως μια κυβέρνηση συνεργασίας ανίκανη να συντηρήσει την ακεραιότητα του εβραϊκού έθνους δεν θα είχε την κοινοβουλευτική του στήριξη, ούτε και θα εγκατέλειπε τις προσχεδιασμένες παράνομες συγκρούσεις του με Άραβες στα δικά τους χωριά. Μια μέρα μετά την εκλογή, ο Kahane και οι υποστηρικτές του έκαναν πορεία νίκης στο Δυτικό τείχος στην παλιά Ιερουσαλήμ. Περνώντας εσκεμμένα από τον αραβικό τομέα της παλιάς πόλης, οι ενθουσιασμένοι οπαδοί του Kahane έσπαγαν κατά μήκος της αγοράς, αναποδογυρίζοντας πάγκους με λαχανικά, χτυπώντας περαστικούς, υψώνοντας στον αέρα τις σφιγμένες γροθιές τους και λέγοντας στους τρομοκρατημένους Άραβες πως το τέλος της παραμονής τους στη Γη του Ισραήλ ήταν κοντά. Καθώς κανένα τέτοιο ακραίο κόμμα δεν είχε κερδίσει ποτέ πριν την αντιπροσώπευση του στη Κνεσσέτ, υπήρχε δημόσια ανησυχία. Η δημόσια αγωνία ενισχύθηκε όταν έγινε γνωστό πως η στήριξη προς τον Kahane μεταξύ των νέων ήταν αναλογικά πολύ μεγαλύτερη από ότι στον γενικότερο πληθυσμό. Ο Kahane εξασφάλισε περισσότερο από 2,5% των ψήφων του στρατού και περιοδικές δημοσκοπήσεις σε σχολεία και yeshivot έδειξαν μεγάλη αποδοχή των απόψεων του. Αυτό δημιούργησε την αίσθηση πως ο Kahane δεν αποτελούσε μόνο πρόβλημα, αλλά πως είχε γεννηθεί ένα νέο φαινόμενο, ένα «καχανικό σύνδρομο»: μια αυθεντική κοινωνική και πολιτισμική ανάγκη να διατηρηθεί μια ανοιχτά αντιαραβική στάση συνδυασμένη με την απειλή του χουλιγκανισμού των δρόμων.

Δημήτρης Χριστόπουλος: Νέοι Εχθροί και Παλιοί Σύμμαχοι

Η δεκαετία του 1990 κόμισε πολλά νέα στοιχεία στην ελληνική κοινωνία, και επομένως καινούριες προκλήσεις στην Ελληνική Αστυνομία, με πρώτη και καλύτερη τη διαχείριση του μεταναστευτικού. Η κατάρρευση των βαλκανικών κυρίως καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» δρομολόγησε έντονες μεταναστευτικές ροές προς την Ελλάδα, μια χώρα που έως τότε ζούσε ανέμελα τον μύθο της μονοπολιτισμικής κοινωνίας, τον οποίο και τροφοδοτούσε με κάθε λογής ιδεολογήματα. Η βία και καταστολή, στην οποία πρωταγωνίστησαν τα σώματα ασφαλείας, ιδίως στη Βόρεια Ελλάδα, αποτέλεσαν βασικά εργαλεία για την επίτευξη του στόχου – αλλά και του μύθου – μιας εθνοτικά ομογενούς κοινωνίας. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αλλάζει εντελώς τα δεδομένα, καθώς η χώρα, που έχει μπει σε μια τροχιά καπιταλιστικής ανάπτυξης πρωτοφανούς τόσο για τα δεδομένα της όσο και για την περιοχή, γίνεται πρώτης τάξης μεταναστευτικός προορισμός για τους γείτονες. Σε αυτήν ακριβώς τη συγκυρία, για σχεδόν μία δεκαετία, το κράτος εναπόθεσε, σχεδόν πλήρως, τη διαχείριση του μεταναστευτικού στην Ελληνική Αστυνομία. O πρώτος νόμος με τον οποίο η πολιτεία αντέδρασε στην ένταση των μεταναστευτικών ροών (Νόμος 1975/1991) ουσιαστικά απαγορεύει τη μετανάστευση. Η διατύπωση φαίνεται αφοριστικά απλοϊκή, ωστόσο περί αυτού πρόκειται: στο νομοθέτημα, δεν προβλεπόταν κανένας ρεαλιστικός τρόπος νόμιμης εισόδου στην Ελλάδα.

Ethel C. Brooks: Οι Δυνατότητες Ενός Ρομ Φεμινισμού

Μια συγκεχυμένη σχέση υπάρχει μεταξύ Ρομά και μη Ρομά που υπάρχει εδώ και μια χιλιετία. Η ασάφεια – ή αμφιθυμία – συνοψίζεται σε ένα στίχο από το τραγούδι Break The Spell των Gogol Bordello: «You love our music, but you hate our guts». Αν και η φύση αυτής της τεταμένης σχέση δεν έχει τις ρίζες της στον ιμπεριαλισμό όπως η ήταν η βρετανική σχέση με την Βεγγάλη – η κληρονομιά της οποίας συνεχίζει μέχρι σήμερα – οι Ρομά σε όλο το κόσμο έχουν υποστεί υποδούλωση, βίαιο εκτοπισμό και εξορία, βία και θάνατο. Έχουμε αντιμετωπιστεί ως υπάνθρωποι και διωχθεί και δεχτεί εκμετάλλευση κατά αυτό το τρόπο. Τον 16ο αιώνα, στην πρώτη καταγεγραμμένη παρουσία Ρομά στην Αγγλία, οι Βρετανοί δημιούργησαν μια σειρά από αντι-Αιγυπτιακούς νόμους που έδιωχνα, απέλαυναν ή κρεμούσαν Ρομά (ή «Αιγυπτίους» ή «Γύφτους», όπως αποκαλούνταν) και εκείνων που συναναστρέφονταν μαζί τους. Οι Ρομά υποδουλώθηκαν σε αυτό που σήμερα είναι η Ρουμανία και σε άλλα μέρη των Βαλκανίων. Οι Ρομά διώχθηκαν από την Ισπανική Ιερά Εξέταση. Οι Ρομά ήταν επίσης μέρος του Διατλαντικού Δουλεμπορίου, πηγαίνοντας από Αγγλία σε Αφρική και στην Αμερική. Σε όλη την Ευρώπη, η Ρομ ύπαρξη χαρακτηρίζονταν από τη βία των πογκρόμ, διώξεων, και εγκλεισμών. Με την εμφάνιση του εθνικού κράτους, η δίωξη των Ρομά κλιμακώθηκε σε γενοκτονία. Στη διάρκεια του 20ου αιώνα οι Ρομά βίωσαν την σχεδόν εξόντωση στο Ολοκαύτωμα – με τρία τέταρτα του Ρομ πληθυσμού να δολοφονούνται. Η γλώσσα τους και οι πρακτικές τους ήταν απαγορευμένες στην Φρανκική Ισπανία, και υποβλήθηκαν σε συστεμική διάκριση σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στην σημερινή περίοδο, ο Ρομά αντιμετωπίζουν νεοφασιστική και κεντρώα κρατική βία, περιλαμβανομένων φόνων, πογκρόμ, αναγκαστικών απελάσεων, εξαναγκαστικών στειρώσεων, και πολλές άλλες βίες σε όλη την Ευρώπη και εκτός αυτής. Η άλλη πλευρά της ασαφούς σχέσης ήταν η οικειοποίηση της Ρομ κουλτούρας – η μουσική μας, το φαγητό μας, η τέχνη μας, και οι παραδοσιακές τέχνες μας – μια οικειοποίηση που αναμιγνύει φαντασιώσεις γύρω από και μίσος για την ίδια μας την ύπαρξη. Οι γυναίκες Ρομά έχουν παρουσιαστεί ως σεξουαλικά διαθέσημα αντικείμενα φαντασίας ή γριές μάγισσες. Έχουμε παρουσιαστεί ως παθητικά θύματα της πατριαρχίας που έχουν ανάγκη σωσίματος και κλέφτρες και ζητιάνες που πλουτίζουμε από το κράτος πρόνοιας. Αυτό είναι το ρατσιστικό υπόβαθρο στην προτροπή από την φεμινίστρια «αδελφή» μου προς εμένα να εγκαταλείψω μια ταυτότητα για χάρη μιας άλλης. Αν ενταχθώ στην πλευρά των φεμινιστριών, αρνούμενη την σύνδεση μου στην Ρομ κοινότητα, θα σώσει, αυτό τελικά, της Ρομά αδελφές μου;

Katherine Elizabeth Fleming: Η Εβραϊκή Ιστορία της «Παλιάς» Ελλάδας

Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση το 1821, καλωσορίστηκε από την Δυτική Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες ως μια ευγενική μάχη για δημοκρατική ελευθερία, που δεν ήταν τίποτα λιγότερο από την αναγέννηση των αρχαίων Ελλήνων που είχαν τιμητική θέση στην δυτική πολιτιστική παράδοση. Όπως ανακοίνωσε στο Κογκρέσο ο πρόεδρος James Monroe στα τέλη του 1822, «Το όνομα της Ελλάδας γεμίζει το νου και τη καρδιά με τα υψηλότερα και ευγενικότερα συναισθήματα… η επανεμφάνιση αυτού του λαού με τον αυθεντικό του χαρακτήρα, μαχόμενος για την ελευθερία του… γεννά τον ενθουσιασμό παντού στις Ηνωμένες Πολιτείες». Μια από τις πραγματικότητες της Ελληνικής Επανάστασης ωστόσο, ήταν μια σειρά από αιματηρές θρησκευτικές σφαγές. Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί και Εβραίοι που ζούσαν σε κοινό έδαφος για αιώνες έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο με τρομερή αγριότητα. Ενώ όμως Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι ήταν ξεκάθαρα ταυτισμένοι με την μία ή την άλλη πλευρά – τους Έλληνες και τους Οθωμανούς, αντίστοιχα – οι Εβραίοι, η μικρότερη με διαφορά ομάδα, εγκλωβίστηκαν στη μέση.

Lofofora Contreras: Η Θέα Από την Τρεμπλίνκα*

Οι φύλακες μου είπαν πως θα έπρεπε να έχω συγκάτοικο στο κελί. Ζήτησα έναν τρανσέξουαλ συγκάτοικο, αν υπήρχε, ή κάποιον γκέι – κάποιον σε παρόμοιες συνθήκες με εμένα ή όσο πιο κοντά στους όρους του σεξουαλικού μου προσανατολισμού. Την ίδια μέρα ένα «στρέιτ» άτομο μπήκε μαζί μου. Δεν ήταν στο κελί για περισσότερο από δεκαπέντε λεπτά όταν εξέφρασε την δυσαρέσκεια του στο να είναι στο ίδιο κελί με εμένα και ζήτησε να του αλλάξουν κελί. Του είπαν πως θα μπορούσε να αλλάξει κελί μόνο σε περίπτωση καυγά στο κελί, και όταν προσπάθησε να τους μεταπείσει του είπαν ξανά πως θα μπορούσε να αλλάξει κελί μόνο αν μου επιτίθονταν. Αυτή είναι η πολιτική του SHU, επίσημοι ή ανεπίσημη. Οι «κοκορομαχίες» συχνά στήνονται από τους φύλακες με το να βάζουν γνωστούς εχθρούς μαζί ή άτομα που ξέρουν πως δεν ταιριάζουν και που ξέρουν πως υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να φύγουν. Αυτό χρησιμεύει όχι μόνο για να κρατά τους φυλακισμένους διαιρεμένους και ηττημένους αλλά και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο SHU επειδή πρέπει να λάβουν πειθαρχική ποινή, να χάσουν βαθμούς καλής συμπεριφοράς, προνόμια τηλεόρασης ή ραδιοφώνου, ακόμη και προνόμια προαυλισμού για 30, 60, 90 μέρες ή και περισσότερο ή και ακόμη να παραμείνουν για επιπλέον έξι μήνες στο SHU. Καταλαβαίνοντας την ματαιότητα των λεκτικών του προσπαθειών ο συγκρατούμενος μου τότε άρχισε αμέσως να μου επιτίθεται μπροστά στο φύλακα δίχως κάποια πρόκληση. Έπεσα κάτω, και άρχισε να με κλωτσά και να χτυπά το κεφάλι μου στο τσιμεντένιο κρεβάτι. Έχασα τις αισθήσεις μου.

Rebecca Solnit: Φόνος Δια Gentrification

Το Σαν Φρανσίσκο όπως όλες οι πόλεις ήταν ένα μέρος, που όταν οι νεοφερμένοι έρχονται σταδιακά εντάσσονται και συμβάλουν στην συνεχή μεταμόρφωση ενός μέρους που ποτέ δεν ήταν στατικό σε δημογραφίες και βιομηχανία. Όταν έρχονται σαν πλημμύρα, όπως γίνεται στις οικονομικές ανθήσεις από την εποχή της χρυσοθηρίας του 19ου αιώνα, συμπεριλαμβανομένης την έκρηξη του dot-com στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και το τωρινό τσουνάμι τεχνολογίας, διώχνουν ότι υπήρχε εκεί πριν. Ως το 2012, η εισροή εργαζόμενων τεχνολογίας είχε περάσει από σταθερό ρεύμα σε κατακλυσμό, όλο και περισσότεροι άνθρωποι και θεσμοί – βιβλιοπωλεία, εκκλησίες, κοινωνικές υπηρεσίες, μη κερδοσκοπικές κάθε είδους, μπαρ για γκέι και λεσβίες, μικρές επιχειρήσεις με βαθιές ρίζες στις γειτονιές – άρχισαν να διώχνονται. Το ίδιο έγινε με ηλικιωμένους, πολλούς στα ενενήντα του, δασκάλους, οικογένειες της εργατικής τάξης, ΑμεΑ, και πρακτικά όλους όσους που ήταν κάτοικος σπιτιού που θα μπορούσε να απομυζήσει περισσότερα χρήματα. Το Σαν Φρανσίσκο ήταν μέρος που κάποιοι άνθρωποι έρχονταν εξαιτίας του ιδεαλισμού, ή έμεναν για να υλοποιήσουν ένα ιδανικό: να δουλέψουν για την κοινωνική δικαιοσύνη, ή για να διδάξουν ΑμεΑ ή να εξασκήσουν εναλλακτική ιατρική – το να είναι τμήματα σε κάτι μεγαλύτερο από τους ίδιους που δεν ήταν πολυεθνική, να ζήσουν για κάτι περισσότερο από χρήματα. Αυτό έχει γίνει όλο και λιγότερο εφικτό καθώς τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί προς τα πάνω. Αυτό που πολλοί από του παλιούς φοβούνταν να αναγνωρίσουν, πολλοί από τους νεοφερμένους αδυνατούν να αναγνωρίσουν. Η κουλτούρα της τεχνολογίας μοιάζει με μικρούς και μεγάλους τρόπους να είναι μια κουλτούρα αποσύνδεσης και αποστασιοποίησης.