Δημήτρης Παρασκευόπουλος: Οι Δρόμοι της Σβάστικας. Ακροδεξιά και Ποδόσφαιρο στην Ελλάδα

Οι στίχοι του Βασίλη Τσιτσάνη «Εμπρός, εμπρός, Παναθηναϊκέ, να την πάρουμε και σήμερα τη νίκη, το Πρωτάθλημα κι η δόξα σού ανήκει» / «Εμπρός Παναθηναϊκέ!» (1964), μετέπειτα οι στίχοι του Κώστα Θεοδωρόπουλου «Ποτέ από τη λεωφόρο, πάντοτε απ’ την ατραπό, περνά ο δρόμος, που οδηγεί στο σ’ αγαπώ»/ «Ντέρμπι/Χούλιγκανς» (1993) είναι ορισμένα δείγματα της κοινωνικοπολιτισμικής σύνδεσης ανάμεσα στην μουσική και την κερκίδα, καθώς η ιστορία του οπαδισμού συντίθεται παίρνοντας τη γεύση των ετερόκλιτων περιεχόμενων των μουσικών ρευμάτων. Στο εσωτερικό της χώρας, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1970 και μετέπειτα, οι κοινότητες οπαδών συνδέθηκαν με την έλευση των λεγόμενων υποπολιτισμικών μουσικών ρευμάτων. Διαβάζοντας μια συνέντευξη ενός μέλους του μουσικού συγκροτήματος Ten Beers After, υποστηρίζεται ότι οι «μεταλλάδες» ήταν η σχέση της μουσικής με την μπάλα τη δεκαετία του 1980 και μετά, ενώ την ίδια εικόνα περιγράφουν παρακάτω μέλη των οπαδικών κοινοτήτων. Σε μια σύντομη ιστορική αναδρομή και βάσει των όσων υποστηρίζει στην έρευνα του ο Συμβουλίδης από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η ήδη διαδεδομένη punk κουλτούρα που εξέφραζε νεαρά άτομα, φτωχών οικογενειών, χαμηλής εκπαίδευσης με μια μέτρια έως και ακραία συντηρητική αντίληψη των πραγμάτων, εξαντλείται. Είναι η περίοδος που γεννιέται το ρεύμα του oi!. Οι skinheads που έρχονται στο φως, με την έλευση αυτού του μουσικού ρεύματος, ως πρωτοπόροι, χαρακτηρίζονται πέραν από τη μαχητικότητα τους αλλά και ως συνδεόμενοι με τη δράση νεοναζιστικών οργανώσεων. Μάλιστα, στο σχολιασμό για το μουσικό συγκρότημα 4-skins ο συγγραφέας αφουγκράζεται μια νεότητα επηρεασμένη από τα όσα συμβαίνουν στη Βρετανία, η οποία βρίσκει καταφύγιο αντίδρασης στη ρητορική του μίσους και του νεοφασισμού. Αυτό το κούμπωμα αναφύεται και στην ελληνική σκηνή μέσω της Ναζιστικής Οργάνωσης Παναθηναϊκών Οπαδών (ΝΟΠΟ) καθώς και της οργάνωσης Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, φιλικά προσκείμενες στην ποδοσφαιρική ομάδα του Παναθηναϊκού στις οποίες τα μέλη, δηλαδή οι ομάδες skinheads όπως πληροφορούμαστε μετέβαιναν στο γήπεδο του Παναθηναϊκού παραταγμένοι, με έντονο στρατιωτικό βηματισμό. Ανάλογη οργάνωση καταγράφεται ιστορικά και στην Α.Ε.Κ (1985-1986) από νεοναζί skinheads οπαδούς της, στην περιοχή της Παλαιάς Κοκκινιάς, η λεγόμενη ΤΟΦΑ (Τρομοκρατική Οργάνωση Φιλάθλων Α.Ε.Κ). Μετέπειτα, μεταξύ των συμμετεχόντων στην κερκίδα του Ολυμπιακού Πειραιώς, καταγράφεται και η δράση των ερυθρών εθνικιστών, οι Misfits οι οποίοι θέτουν ως βασικό έμβλημα την νεκροκεφαλή των SS που παραπέμπει στη χιτλερική Γερμανία. Επιπλέον δίχως να ταυτίζουν την δράση τους με τη μουσική σκηνή, οι red nationalists όπως πληροφορούμαι με κεντρικό τους σύνθημα Θρύλος, θρησκεία, Εθνικισμός και βία σε ένα διαδικτυακό ιστότοπο που διατηρούσαν παρέθεταν τις 15 αρχές του Red Nasionalists δηλαδή των πολεμιστών της Πορφυράς Φάλαγγας.

Mario Sznajder & Zeev Sternhell*: Εθνικοσυνδικαλισμός

Μια από τις βασικές ενδείξεις της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς και μεταξύ επαναστατικού συνδικαλισμού και φασισμού (περνώντας μέσα από τον εθνικοσυνδικαλισμό) ήταν το είδος της επανάστασης που ήθελαν κάποιοι συνδικαλιστές θεωρητικοί να δημιουργήσουν. Όπως ισχύει σχεδόν πάντοτε, η διαλεκτική των στόχων και των μέσων καθόριζε το βαθμό στον οποίο μπορούσε να ξεπεραστεί η γραμμή. Στην περίπτωση κάποιου σαν τον De Ambris, που έγινε μαχητικός αντιφασίστας, η σημασία που έδινε στο ιταλικό εθνικό ζήτημα δεν πρέπει να μας τυφλώνει ως προς το ότι θεωρούσε την πραγματική φύση και σκοπό της επανάστασης την κοινωνικοοικονομική αλλαγή. Από τη σκοπιά του, ο ελιτισμός, η ηθική ανωτερότητα, και ο εθνικισμός ήταν απλά λειτουργικά μέσα για την επιτάχυνση της κινητοποίησης της ιταλικής κοινωνίας προς την προετοιμασία μια επανάστασης. Από την άλλη, άλλοι, όπως οι Lanzillo, Orano, Olivetti, και Panunzio, που έγιναν Φασίστες, έβλεπαν την επανάσταση με όρους ηθικής αλλαγής. Πίστευαν πως η μόνη λειτουργία των κορπορατιστικών και παραγωγιστικών μοντέλων ήταν να στηρίξει την διαδικασία που οδηγούσαν στην ηθική επανάσταση που είχε ανάγκη η Ιταλία. Αυτή η ομάδα δέχονταν την σορελιανή ιδέα πως μια κοινωνία, αν το επιθυμεί να αποφύγει το τέλμα και την παρακμή, πρέπει να ζει σε μια κατάσταση μόνιμης αλλαγής – μια αλλαγή που είναι η ουσία της ιστορίας. Πίστευαν πως η ύπαρξη μιας ελίτ, ενεργοποιημένης από την θέληση για κατάκτηση, αυτής της τέλειας έκφρασης του βολονταρισμού, και ασκώντας τις άλλες ιδανικές αρετές του αλτρουισμού και ηρωισμού, ήταν έμφυτη και σίγουρα όχι λειτουργική σε φύση. Περιέγραφαν την επανάσταση τους ως πρώτα και κύρια μια ηθική μετάλλαξη. Μόνο μια ελίτ που είχε περάσει μια αλλαγή πνευματικών αρχών ήταν ικανή, πίστευαν, να δημιουργήσει το κορπορατιστικό-βιομηχανικό σύστημα που θα έφερνε την Ιταλία έξω από το αδιέξοδο στο οποίο είχε βρεθεί λόγω του πολιτικού προοδευτισμού.

Federico Finchelstein: Φασισμός Εναντίον Ψυχανάλυσης

Ως νεαρός ποιητής που μόλις είχε επιστρέψει στην Ευρώπη, ο Jorge Luis Borges έγραψε σε ένα Ισπανό φίλο του το 1921 για ένα φιλόδοξο – αν όχι αδύνατο – λογοτεχνικό εγχείρημα, να γράψει ένα συλλογικό και φανταστικό μυθιστόρημα μαζί με τον Mecedonio Fernandez και άλλους λογοτέχνες φίλους. Η πλοκή, είπε ο Borges, θα περιστρέφονταν γύρω από ένα φανταστικό μπολσεβίκικο σχέδιο να κερδίσουν την εξουσία με το να διαδώσουν μια «γενική νεύρωση» μεταξύ του αργεντίνικου λαού. Ο Borges φυσικά, δεν έγραψε ποτέ αυτό το μυθιστόρημα, και μάλλον δεν είχε προβλέψει πως κάποιος θα φαντάζονταν την υποθετική πλοκή ως πραγματική απειλή προς τη χώρα. Και όμως αυτή ακριβώς ήταν η απειλή που μια ομάδα φασιστών στην Αργεντινή αναγνώρισαν ως εβραϊκή συνωμοσία – δείχνοντας ακόμη και τον ίδιο τον Borges ως μέρος της συνωμοσίας. Σύμφωνα με αυτή την ομάδα, οι Εβραίοι ήταν η επιτομή και της ίδιας της συλλογικής νεύρωσης και συνωμοτούσαν να πάρουν τον έλεγχο της χώρας με το να διαδώσουν την ασθένεια. Η φροϋδική ψυχανάλυση εδώ αποτελούσε και μέσο και σκοπό.

Δημήτριος Μπορμπουδάκης & Δημήτρης Δαλάκογλου: «And Bloodshed Must Be Done». Heavy Metal και Νεοναζισμός στην Ελλάδα

Το 1992, τεράστιες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην χρήση του ονόματος Δημοκρατία της Μακεδονίας ως του ονόματος του νέου κράτους που προέκυψε από την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Εκείνη την εποχή, οι διαμαρτυρίες αυτές προωθούνταν από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη), την Εκκλησία, τα κρατικά και τα πρόσφατα δημιουργημένα ιδιωτικά κανάλια, όπως και από τις περισσότερες εφημερίδες και κόμματα. Στο μεταξύ η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας είχε καταρρεύσει ένα χρόνο νωρίτερα (1991) και εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστών είχαν αρχίσει να έρχονται στην Ελλάδα για πρώτη φορά, κάνοντας την μεγαλύτερη διεθνή πληθυσμιακή εισροή προς την Ελλάδα από το τέλος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1922-23 και την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ των δυο χωρών. Όπως θα έγραφε ένα πρώην ηγετικό στέλεχος της ΧΑ σε βιβλίο ένα χρόνο αργότερα, αυτές ήταν «οι καλύτερες συνθήκες για μια εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση να ανθίσει». Ο Ψαρράς σημειώνει πως ήταν στον απόηχο αυτών των διαδηλώσεων, τον Ιανουάριο του 1993, που η ΧΑ οργανώθηκε ως πολιτικό κόμμα και άρχισε να εκδίδει εβδομαδιαία εφημερίδα. Σημαντικό ήταν, πως αυτά τα γεγονότα έλαβαν χώρα μαζί με την εμφάνιση του αποκαλούμενου δευτέρου κύματος του ελληνικού black metal στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τις περισσότερες μπάντες σε αυτή τη σκηνή να έχουν δεσμούς με τον εθνικοσοσιαλισμό και τις σατανιστικές του παραφυάδες. Οι Legion of Doom, Lamentation (προοίμιο των Der Stürmer), Tatir και Βάκχια Νεράιδα ήταν ανοιχτά αυτό που αναφέρονταν ως National Socialist Black Metal (NSBM), ή «α-πολιτικά».

Nicola Porro: Νεοφασισμός στα Ιταλικά Γήπεδα

Ο Ιταλός αθλητικογράφος Corrado Zunino έχει γράψει για αυτό που ονόμασε «κρυφό θαυμασμό» του ιταλικού ποδοσφαίρου για το φασισμό. Τα γεγονότα μιλάνε από μόνα τους. Τον Οκτώβριο του 2008, ο Christian Abbiati, ο τερματοφύλακας της AC Milan και της εθνικής Ιταλίας, αποκαλύφθηκε πως σχετίζονταν με την νεοφασιστική οργάνωση Μαύρη Καρδιά, με έδρα το Μιλάνο. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει την σχέση του με την οργάνωση, απάντησε: «Ασπαζόμαστε κοινά φασιστικά ιδανικά της πατρίδας, τα ιδανικά της Καθολικής θρησκείας και την θέληση για την διατήρηση της τάξης στην κοινωνία». Ο τερματοφύλακας που κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελο το 2006, Gianluigi Buffon, εμφανίστηκε στο Ολυμπιακό Στάδιο της Ρώμης με τον αριθμό 88 στο πίσω μέρος της φανέλας του. Ο αριθμός χρησιμοποιείται ως κωδικός αναγνώρισης μεταξύ των νεοναζί· το H είναι το 8ο γράμμα του λατινικού αλφαβήτου, έτσι το 88 μεταφράζεται ως HH, που με την σειρά του σημαίνει «Heil Hitler!», το χαιρετισμό των Waffen SS. Αγνοώντας την οργή των Ιταλών Εβραίων, ο Buffon αργότερα φόρεσε μια μπλούζα με τη φράση «Boia Chi Molla» (Στο διάολο εκείνοι που παραδόθηκαν). Στη διάρκεια της νικητήριας παρέλασης στη Ρώμη, ο ίδιος άνθρωπος πόζαρε μπροστά από ένα άγαλμα φορώντας το κέλτικο σταυρό (σύμβολο νεοφασιστικής ιδεολογίας) και τις λέξεις «Fiero Di Essere Italiano» (Περήφανος που είμαι Ιταλός). Ο αρχηγός της Ιταλικής εθνικής ομάδας, Fabio Cannavaro, κρατούσε ψηλά μια ιταλική σημαία με φασιστικό σύμβολο ενώ έπαιζε στη Μαδρίτη. Το 2007 δάνεισε το όνομα του σε ραδιοφωνικές διαφημίσεις για τις καλοκαιρινές κατασκηνώσεις «Έβα Περόν» που τα οργανώνει η ιταλική ριζοσπαστική δεξιά. Και το ίδιο ισχύει και για τον μέσο της AS Roma, Daniele de Rossi που είναι εκδηλωτικός ως προς τη στήριξη του στο νεοφασιστικό κόμμα Forza Nova. Ο πρώην συμπαίκτης του, Alberto Aquilani, πλέον στην Αγγλία στην Liverpool FC, έχει μια τεράστια συλλογή με προτομές του Mussolini. Άλλοι παίκτες είναι γνωστό πως έχουν το τραγούδι Faccetta Nera ως ήχο κλήσης των κινητών τους. Οι παίκτες με αριστερές συμπάθειες είναι λίγοι και προτιμούν να μένουν σιωπηλοί.

Max Horkheimer & Alexander Mitscherlich: Συζήτηση για τον Hitler

Μπορώ να έχω γνώμη μόνο για τη σημερινή εποχή και πιστεύω πώς η ανάγκη για ένα υποκατάστατο της θρησκείας είναι σήμερα πιο έντονη από ότι ήταν στον 19ο αιώνα. Γιατί η θρησκεία περνάει μια κρίση και τα αίτια βρίσκονται κυρίως στον οικονομικό τομέα. Η αστική τάξη δεν είναι πιά αυτό που ήταν τον 19ο αιώνα· σήμερα δεν υπάρχουν αναλογικά τόσες πολλές ανεξάρτητες υπάρξεις. Η οικογένεια έχει περιοριστεί σε μικρή οικογένεια, ο γιος δεν ακολουθεί πιά τα ίχνη τού πατέρα, ώστε να παραδειγματίζεται από αυτόν και ο πατέρας να ξέρει ότι ή ζωή του συνεχίζεται με τη ζωή τού γιού του. Ο πάππους είναι το πολύ-πολύ βάρος για την οικογένεια. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει πιά η χαρακτηριστική συνέχιση της ζωής όπως υπήρχε παλαιοτέρα σε κάθε οικογένεια με τα εγγόνια και τα δισέγγονο, για τα οποία εργαζόταν κανείς και τα οποία διατηρούσαν τις αναμνήσεις. Αυτά τα αποφασιστικά για τη θρησκεία στοιχεία εξαφανίζονται με τη σημερινή αναδιάρθρωση της κοινωνίας και έτσι δημιουργείται η ανάγκη για ένα υποκατάστατο. Έτσι φαίνεται να είναι.

Ehud Sprinzak: Το Καχ και ο Meir Kahane, Η Γέννηση του Εβραϊκού Ημιφασισμού

Οι περισσότεροι Ισραηλινοί ένοιωσαν έκπληξη και δέος όταν έμαθαν στις 24 Ιουλίου 1984 πως το Καχ, το δεξιό πολιτικό κόμμα του Ραβίνου Meir Kahane, είχε κερδίσει μια θέση στη Κνεσσέτ. Με σχεδόν 26000 ψήφους, ο Kahane είχε πετύχει το σκοπό του να μπει στο ισραηλινό κοινοβούλιο. Αυτό του έδωσε ένα δημόσιο βήμα και κοινοβουλευτική ασυλία από την αστυνομική «παρενόχληση». Λίγο μετά την εκλογή του, ο Kahane έκανε σαφές πως δεν είχε σκοπό να γίνει ένας τυπικός κοινοβουλευτικός. Αφοσιωμένος στο αρχικό του σχέδιο να διώξει τους Άραβες από τη Γη του Ισραήλ, ο Kahane είπε πως μια κυβέρνηση συνεργασίας ανίκανη να συντηρήσει την ακεραιότητα του εβραϊκού έθνους δεν θα είχε την κοινοβουλευτική του στήριξη, ούτε και θα εγκατέλειπε τις προσχεδιασμένες παράνομες συγκρούσεις του με Άραβες στα δικά τους χωριά. Μια μέρα μετά την εκλογή, ο Kahane και οι υποστηρικτές του έκαναν πορεία νίκης στο Δυτικό τείχος στην παλιά Ιερουσαλήμ. Περνώντας εσκεμμένα από τον αραβικό τομέα της παλιάς πόλης, οι ενθουσιασμένοι οπαδοί του Kahane έσπαγαν κατά μήκος της αγοράς, αναποδογυρίζοντας πάγκους με λαχανικά, χτυπώντας περαστικούς, υψώνοντας στον αέρα τις σφιγμένες γροθιές τους και λέγοντας στους τρομοκρατημένους Άραβες πως το τέλος της παραμονής τους στη Γη του Ισραήλ ήταν κοντά. Καθώς κανένα τέτοιο ακραίο κόμμα δεν είχε κερδίσει ποτέ πριν την αντιπροσώπευση του στη Κνεσσέτ, υπήρχε δημόσια ανησυχία. Η δημόσια αγωνία ενισχύθηκε όταν έγινε γνωστό πως η στήριξη προς τον Kahane μεταξύ των νέων ήταν αναλογικά πολύ μεγαλύτερη από ότι στον γενικότερο πληθυσμό. Ο Kahane εξασφάλισε περισσότερο από 2,5% των ψήφων του στρατού και περιοδικές δημοσκοπήσεις σε σχολεία και yeshivot έδειξαν μεγάλη αποδοχή των απόψεων του. Αυτό δημιούργησε την αίσθηση πως ο Kahane δεν αποτελούσε μόνο πρόβλημα, αλλά πως είχε γεννηθεί ένα νέο φαινόμενο, ένα «καχανικό σύνδρομο»: μια αυθεντική κοινωνική και πολιτισμική ανάγκη να διατηρηθεί μια ανοιχτά αντιαραβική στάση συνδυασμένη με την απειλή του χουλιγκανισμού των δρόμων.

Jean-Sébastien Laberge: Σχιζοανάλυση του Καπιταλισμού και του Μικροφασισμού

Ήταν τον Δεκέμβριο του 1973 που ο Guattari παρουσίασε την ιδέα του για μια «Μικροπολιτική της Επιθυμίας» για να κατανοήσει τον καπιταλισμό και τον φασισμό. Έτσι έχει χρησιμοποιηθεί εξαρχής η μικροπολιτική για την κατανόηση του καπιταλισμού και του φασισμού. Αναφέρει στην παρέμβαση του το 1973 πως η μεταμόρφωση της της υλικής διαδικασίας της παραγωγής απελευθερώνει ροές επιθυμίας μοριοποιημένες, αλλά το Κεφάλαιο πρέπει να συρρικνώσει το μηχανισμό του για τα τις πιάσει. Η μεταμόρφωση των μεθόδων παραγωγής είναι επίσης μετάλλαξη της διαδικασίας υποκειμενοποίησης. Η εξέλιξη των επιστημών, τεχνικών και τεχνών έχει μεταμορφώσει αμετάκλητα τους τρόπους ζωής μας ανοίγοντας το δρόμο προς την ομογενοποίηση μέσω του κομφορμισμού παρά στην πειραματική ετερογένεια. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ωστόσο, πως ο καπιταλισμός διαπρέπει στην ικανότητα του να εκμεταλλεύεται την πρόοδο για να ενσωματώνει όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες στις λειτουργίες του.

Δημήτρης Χριστόπουλος: Νέοι Εχθροί και Παλιοί Σύμμαχοι

Η δεκαετία του 1990 κόμισε πολλά νέα στοιχεία στην ελληνική κοινωνία, και επομένως καινούριες προκλήσεις στην Ελληνική Αστυνομία, με πρώτη και καλύτερη τη διαχείριση του μεταναστευτικού. Η κατάρρευση των βαλκανικών κυρίως καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» δρομολόγησε έντονες μεταναστευτικές ροές προς την Ελλάδα, μια χώρα που έως τότε ζούσε ανέμελα τον μύθο της μονοπολιτισμικής κοινωνίας, τον οποίο και τροφοδοτούσε με κάθε λογής ιδεολογήματα. Η βία και καταστολή, στην οποία πρωταγωνίστησαν τα σώματα ασφαλείας, ιδίως στη Βόρεια Ελλάδα, αποτέλεσαν βασικά εργαλεία για την επίτευξη του στόχου – αλλά και του μύθου – μιας εθνοτικά ομογενούς κοινωνίας. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αλλάζει εντελώς τα δεδομένα, καθώς η χώρα, που έχει μπει σε μια τροχιά καπιταλιστικής ανάπτυξης πρωτοφανούς τόσο για τα δεδομένα της όσο και για την περιοχή, γίνεται πρώτης τάξης μεταναστευτικός προορισμός για τους γείτονες. Σε αυτήν ακριβώς τη συγκυρία, για σχεδόν μία δεκαετία, το κράτος εναπόθεσε, σχεδόν πλήρως, τη διαχείριση του μεταναστευτικού στην Ελληνική Αστυνομία. O πρώτος νόμος με τον οποίο η πολιτεία αντέδρασε στην ένταση των μεταναστευτικών ροών (Νόμος 1975/1991) ουσιαστικά απαγορεύει τη μετανάστευση. Η διατύπωση φαίνεται αφοριστικά απλοϊκή, ωστόσο περί αυτού πρόκειται: στο νομοθέτημα, δεν προβλεπόταν κανένας ρεαλιστικός τρόπος νόμιμης εισόδου στην Ελλάδα.

Mikkel Bolt Rasmussen: Μεταφασισμός, ή Η Πολιτισμική Λογική του Ύστερου Καπιταλισμού

Ο μεταφασισμός χαρακτηρίζεται από τη βασική φασιστική ιδέα μιας αρχικής εθνικής κοινότητας που απειλείται και έχει ανάγκη από προστασία. Εκεί όμως που τα φασιστικά κινήματα του μεσοπολέμου εμφάνιζαν την εθνική τους αναγέννηση ως αναστολή του κοινοβουλευτικού συστήματος, τα μεταφασιστικά κόμματα είναι κόμματα που συναγωνίζονται για ψήφους μέσα στο καθιερωμένο κοινοβουλευτικό σύστημα. Εκεί που ο φασισμός του μεσοπολέμου αποτελούνταν από εξωκοινοβουλευτικά κινήματα, ο μεταφασισμός αποτελείται από κόμματα που θέλουν να σώσουν το έθνος. Ο μεταφασισμός θα μπορούσε να περιγραφεί ως φασισμός δίχως το φασισμό, δίχως πολιτικό κίνημα και παραστρατιωτικά τάγματα εφόδου να κάνουν παρέλαση στους δρόμους. Αλλά το εγχείρημα ακόμα έχει ως πυρήνα την ιδέα του έθνο-εθνικού αποκλεισμού και αναζωογόνηση της οικονομικής ανάπτυξης μέσω δημόσιων επενδύσεων και στρατιωτικών δαπανών. Το ολοκαύτωμα και ο 2ος ΠΠ έχουν δυσκολέψει οι μεταφασίστες πολιτικοί να αυτοπαρουσιάζονται ως φασίστες, έτσι συνήθως απορρίπτουν τη σύγκριση ακόμα και όταν εκφράζουν την ίδια δαιμονοποίηση και ξενοφοβία όπως ο φασισμός του μεσοπολέμου. Τα μαζικά μέσα και πολιτική τάξη στις περισσότερες Δυτικές χώρες έχουν αποδειχθεί άκριτα αυτή την αποκήρυξη και αντίθετα προτιμούν να αναφέρονται στο νέο αντιδραστικό φαινόμενο ως «λαϊκισμό». Είναι έτσι συνεργοί στην απόδοση πολιτικής νομιμότητας τα μεταφασιστικά κόμματα. Τα μεταφασιστικά κόμματα είναι περισσότερο συνέχεια του φασισμού του μεσοπολέμου παρά μια αποστασιοποίηση από αυτόν. Ο φασισμός έχει μπει στον 21ο αιώνα. Μία διευρυμένη ψυχαγωγική κοινωνία και οι εθνικοί μύθοι της δεν στήνονται πλέον όπως τις μέρες εορτασμού στη Νυρεμβέργη, με χιλιάδες στρατιώτες να στέκονται στις σειρές, χαιρετώντας τον φύρερ. Ο μεταφασισμός έχει πετάξει την σοβαρότητα του «παλιού» φασισμού στην άκρη για χάρη της ελαφράς ψυχαγωγίας. Ο μεταφασισμός είναι έτσι πιο χαλαρός και πιο ανοιχτός. δεν ανατρέχει πίσω στην αρχαία Ρώμη και δεν ασχολείται με την δημιουργία ενός Χιλιετούς Ράιχ. Η σημερινή ουτοπία είναι απλά η μεταπολεμική φορντική μετα-ουτοπική μαζική κοινωνία.