Spencer Sunshine: Η Αντιμαύρη και Αντισημιτική Ιστορία των «Εξωτερικών Προβοκατόρων» (Συνέντευξη)

Με όλους από τον Trump, σε σχολιαστές ειδήσεων, σε ψεύτικους «ANTIFA» λογαριασμούς που διαχειρίζεται η ακροδεξιά, σε κυβερνήτες πολιτειών να επαναλαμβάνουν θεωρίες συνωμοσίας στον απόηχο της αστυνομικής δολοφονίας του George Floyd, σκεφτήκαμε πως είναι μια καλή στιγμή να συζητήσουμε την ιστορία που σχετίζεται με το κλισέ του «εξωτερικού προβοκάτορα». Ενώ ο ίδιος ο όρος προέρχεται από την αστυνομία και τα μέλη της ΚΚΚ που επιτέθηκαν σε μέλη του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων, η ρατσιστική ιδεολογία πίσω από τους αγώνες για την ελευθερία των μαύρων κρύβεται ο «κομμουνισμός» και καθοδηγείται από «Εβραίους», πάει ακόμη πιο παλιά. Θέλοντας να μάθουμε περισσότερα, στραφήκαμε στον Spencer Sunshine, εδώ και πολλά χρόνια ερευνητή πάνω στα ακροδεξιά κινήματα.

James Baldwin: Επιστολή προς Φυλακισμένους

Οι καλλιτέχνες και οι φυλακισμένοι έχουν πολύ περισσότερα κοινά μεταξύ τους από ότι έχουν με τους υπαλλήλους του Κράτους. Να το πω διαφορετικά: ο διευθυντής της φυλακής δεν αναμένεται, πόσο μάλλον απαιτείται, να είναι υπόλογος τη συνείδησης του· αναμένεται (και απαιτείται) να εκτελεί τη θέληση του Κράτους. (Πως το εξηγεί αυτό στα παιδιά του, αρκετά έξυπνα, δεν είναι δουλειά του Κράτους, που έχει κάθε λόγο να πιστεύει πως ο γιος θα μεγαλώσει και θα είναι σαν το πατέρα). Ή να το πω με έναν ακόμη τρόπο, ο καλλιτέχνης, στο βαθμό το Κράτος είναι αναγκασμένο να ασχοληθεί καν με το ενοχλητικό αυτό πλάσμα, δεν είναι τίποτα περισσότερο – και επίσης τίποτα λιγότερο – από ένα εν δυνάμει φυλακισμένο. Ο καλλιτέχνης είναι ο ασύλληπτος φυλακισμένος που έχει κατορθώσει να αποφύγει τη τιμωρία του μέσα από την προσωπική του εξυπνάδα και την φιλελεύθερη ψυχοπονιάρικη δημόσια δειλία. Αυτό που οι καλλιτέχνες και οι φυλακισμένοι έχουν κοινό είναι πως και οι δυο γνωρίζουν τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος.

Garnette Cadogan: Όταν Περπατάς και Είσαι Μαύρος

Έφυγα από την Τζαμάικα το 1996 για να πάω στο κολέγιο στη Νέα Ορλεάνη, μια πόλη που είχα ακούσει να αποκαλείται «η πιο βόρεια πόλη της Καραϊβικής». Ήθελα να ανακαλύψω – με τα πόδια φυσικά- τι το καραϊβικό και τι αμερικάνικο είχε. Επιβλητικά αρχοντικά σε δρόμους γεμάτους βελανιδιές με τραμ να περνούν, και φανταχτερά βαμμένα σπίτια που έκαναν ολόκληρα τετράγωνα να μοιάζουν γιορτινά· άνθρωποι σε λαμπερά κουστούμια να χορεύουν σε ρυθμικές μπάντες πνευστών στη μέση του δρόμου· κουζίνα – και αρώματα – που συγχώνευαν γευστικές παραδόσεις από την Αφρική, την Ευρώπη, την Ασία και τον Αμερικάνικο Νότο· και μια συνύπαρξη κόσμων νέων και παλιών, παράξενων και οικείων: Ποιος δεν θα ήθελε να το εξερευνήσει αυτό; Μέσα σε λίγες μέρες παρατήρησα πως πολλοί άνθρωποι στο δρόμο φαίνονταν νευρικοί απέναντί μου: Κάποιοι μου έριχνα μια επιφυλακτική ματιά καθώς πλησίαζαν, και μετά περνούσαν το δρόμο· άλλοι, μπροστά, θα κοιτούσαν πίσω, κατέγραφαν τη παρουσία μου, και μετά επιτάχυναν· ηλικιωμένες λευκές γυναίκες έσφιγγαν τις τσάντες τους· νεαροί λευκοί άνδρες με χαιρετούσαν αγχωμένα, λες και αντάλλασσαν ένα χαιρετισμό για την ασφάλεια τους: «Πως πάει, αδερφέ;». Σε μια περίπτωση, λιγότερο από ένα μήνα μετά την άφιξή μου, προσπάθησα να βοηθήσω έναν άνδρα που η αναπηρική του καρέκλα είχε κολλήσει στη μέση μιας διασταύρωσης· απείλησε να με πυροβολήσει στο πρόσωπο, και μετά ζήτησε από ένα λευκό περαστικό να τον βοηθήσει. Δεν ήμουν προετοιμασμένος για τίποτα από αυτά. Προερχόμουν από μια κατά πλειοψηφία μαύρη χώρα στην οποία κανένας δεν με φοβόνταν για το χρώμα του δέρματός μου. Τώρα δεν ήμουν σίγουρος ποιος δεν με φοβόταν. Ήμουν ιδιαίτερα απροετοίμαστος για τους μπάτσους. Με σταματούσαν συχνά και με εκφόβιζαν, κάνοντας μου ερωτήσεις που θεωρούσαν την ενοχή μου δεδομένη. Ποτέ δεν έλαβα αυτό που πολλοί Αφροαμερικάνοι φίλοι μου αποκαλούν «Η Κουβέντα». Κανένας γονιός δεν μου είπε πως να φερθώ όταν με σταματά η αστυνομία, πως να είμαι όσο πιο ευγενικός και συνεργάσιμος γίνεται, ανεξάρτητα τι μου έλεγαν ή έκαναν

Angelique M. Davis & Rose Ernst: Φυλετικό Gaslighting

Στο θρίλερ μυστηρίου του 1944, Gaslight, ο ηθοποιός Charles Boyer χειρίζεται το οικιακό του περιβάλλον σε μια προσπάθεια να ελέγξει τη γυναίκα του, που την υποδύεται η Ingrid Bergman. Εν αγνοία της Bergman, ο Boyer είναι δολοφόνος και ληστής που την παντρεύτηκε ώστε να επιστρέψει στη σκηνή του αρχικού του εγκλήματος, το σπίτι της Bergman. Ο στόχος του είναι να ψάξει την σοφίτα για το θησαυρό του αρχικού του θύματος. Καθώς πρέπει να το κρατήσει μυστικό, αφήνει τη γυναίκα του στο σπίτι, μόνη, ενώ φαινομενικά αυτός συναντιέται με φίλους τα βράδια. Στη πραγματικότητα, τρυπώνει στη σοφίτα, κάνοντας δυσοίωνους θορύβους – σέρνοντας μπαούλα και έπιπλα στο πάτωμα – και ανάβει τα φώτα στη σοφίτα, προκαλώντας έτσι ένα τρεμόπαιγμα των λαμπών γκαζιού στους κάτω ορόφους. Νύχτα μετά τη νύχτα, η Bergman αρχίζει να γίνεται όλο και πιο ανήσυχη εξαιτίας των ανεξήγητων γεγονότων. Το εξομολογείται στον άντρα της. Αυτός αγνοεί τις εμπειρίες της ως παιχνίδια της φαντασίας· όταν αυτή επιμένει να του μιλά για αυτές, εκείνος αρχίζει να αμφισβητεί την πνευματική της υγεία. Εκείνη, με τη σειρά της, αρχίζει να αμφισβητεί την ίδια της την αντίληψη. Ο Boyer την απομονώνει από φίλους και οικογένεια με την πρόφαση πως δεν είναι καλά. Ο οικογενειακός και ο φιλικός κύκλος της Bergman σταδιακά εξαφανίζεται· ο Boyer μπορεί να την ελέγχει μέσα από αυτό το παιχνίδι χειραγώγησης για το δικό του προσωπικό όφελος. Η ταινία Gaslight έκανε τον όρο δημοφιλή, ιδιαίτερα μεταξύ ψυχολόγων που τον χρησιμοποιούσαν για να αναφερθούν σε ένα είδος κακοποιητικής σχέσης. Μετά την ταινία, το Oxford English Dictionary ορίζει το «gaslighting» ως «τη πράξη ή διαδικασία χειραγώγησης ενός προσώπου με ψυχολογικά μέσα ώστε να αμφισβητεί την ίδια του την ψυχική υγεία». Στο δημόσιο διάλογο, η μεταφορά του gaslighting εμφανίζεται στα πεδία της ψυχαγωγίας, της αυτοβοήθειας, και πιο πρόσφατα στην κοινωνική δικαιοσύνη, και τα πολιτικά πεδία. Στο πεδίο της ψυχολογίας, «περιγράφει την προσπάθεια ενός ατόμου να υποσκάψει την εμπιστοσύνη και τη σταθερότητα ενός άλλου ατόμου κάνοντας το θύμα να αμφισβητεί τις δικές του αισθήσεις και απόψεις». Στο πεδίο της οικογενειακής θεραπείας, το gaslighting περιγράφει μια κατάσταση στην οποία ο ένας σύντροφος προσπαθεί να ελέγξει τον άλλο. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι ο άπιστος σύντροφος που λέει στο άλλο του μισό πως οι αντιλήψεις τους για απρεπείς ή δόλιες συμπεριφορές είναι αναληθείς. Αυτά τα σενάρια συχνά προκύπτουν σε σχέσεις «αρσενικού-θηλυκού», αν και οι δυο σύντροφοι μπορούν να είναι η αιτία. Ένα τυπικό μοτίβο στη λογοτεχνία είναι η χρήση ανδρικών φυλετικών στερεοτύπων – όπως η ζηλιάρα ή ανασφαλής γυναίκα – όχι μόνο για στρέψει τη προσοχή μακριά από τις δραστηριότητες του αλλά και επίσης για να ελέγξει τις σκέψεις της με το να την κάνει να αμφισβητήσει τις αντιλήψεις της.

Robert H. Kirschner: Αστυνομική Βαρβαρότητα στις ΗΠΑ

Η αστυνομική βαναυσότητα είναι μια καθημερινή πραγματικότητα σε ολόκληρες τις Ηνωμένες Πολιτείας, το μεγαλύτερο μέρος της εμφανίζεται με μερικές επιπλέον γροθιές, χτυπήματα ή κλωτσιές στη διάρκεια συλλήψεων. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πολύ δύσκολο για τον γιατρό να εξακριβώσει αν τα τραύματα είναι υπερβολικά σχετικά με τις συνθήκες της σύλληψης. Όταν η βαναυσότητα λαμβάνει χώρα σε ένα αστυνομικό τμήμα, οι επιθέσεις είναι πολύ πιθανό να προκαλέσουν το φυσικό και ψυχικό τραύμα που συνιστά βασανιστήριο. Η Διοίκηση της Περιοχής # του Σικάγο ήταν διαβόητη για τις μεθόδους ανάκρισης της, που περιλάμβαναν ξυλοδαρμούς, εικονικές εκτελέσεις, ασφυξία χρησιμοποιώντας πλαστικές σακούλες, θερμικά εγκαύματα και βασανισμό με ηλεκτροπληξία. Το Λος Άντζελες έχει αποζημιώσει πολλές περιπτώσεις μετά μηνύσεις που προέκυψαν από περισσότερους από 50 θανάτους που σχετίζονται με θανατηφόρα κεφαλοκλειδώματα , και πολλές άλλες πόλεις πληρώνουν μεγάλα ποσά για να αποζημιώσουν περιπτώσεις αστυνομικής παραβατικότητας.

Nicholas Powers: Η Λεηλασία της Μαύρης Ζωής. Σκοτώνοντας το Μέλλον

Κείμενο που περιλαμβάνεται στο βιβλίο Who Do You Serve, Who Do You Protect?: Police Violence and Resistance in the United States (Haymarket Books, 2016). Ο Nicholas Powers είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, αρθρογράφος και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας «Πες μου για τη νύχτα που ο γιος σου σκοτώθηκε από την αστυνομία», ρώτησα. Σηκώθηκε,…

Lorenzo Kom’boa Ervin: Είναι ο Ρατσισμός, Ηλίθιε!

Αλλά ο ρατσισμός και η αστυνομική βαρβαρότητα προχωρούν πολύ πιο βαθιά από την επιφανειακή εικόνα των μαύρων ανθρώπων. Το γεγονός πως είναι η κυβέρνηση η ίδια η οποία προστατεύει αυτούς τους ρατσιστές μπάτσους, ακόμη και όταν διαπράττουν τους πιο φρικτούς φόνους πρέπει να μας πει κάτι, αυτό και το γεγονός που δυσανάλογος αριθμός μαύρων ανθρώπων είναι αυτός που σκοτώνεται, και όχι λευκοί άντρες με μούσια, πολύχρωμα πουκάμισα, ή αλογοουρές. Δεν είναι το ίδιο, φίλε μου! Δεν μιλάμε για προσωπική προκατάληψη από κάποιον ηλίθιο λευκό τύπο που δεν «γουστάρει» τους μαύρους ανθρώπους, αλλά συστηματικό ρατσισμό από την πολιτεία, εθνική καταπίεση, όπως την αποκαλούν κάποιοι κοινωνικοί επιστήμονες, ακόμη και «εσωτερική αποικιοκρατία» από κάποιους άλλους. Ο ίδιος ο μπάτσος δεν δρα ως άτομο, αλλά αντίθετα ως παράγοντας του κράτους, ένας πληρωμένος εκτελεστής. Τώρα όλοι ισχυρίζονται πως το κατανοούν αυτό θεωρητικά, αλλά οι μαύροι άνθρωποι κακοποιούνται στον πραγματικό κόσμο, όχι στη θεωρία.

Marc Lamont Hill: «Κανένας» σημαίνει να είσαι αναλώσιμος

Το να είσαι Κανένας σημαίνει να είσαι ο αποδέκτης της Κρατικής βίας, φυσικής και συστημικής. Το να είσαι Κανένας είναι να είσαι εγκαταλειμμένος από το Κράτος. Το να είσαι Κανένας σημαίνει να είσαι αναλώσιμος. Η ιδιότητα του Κανένα σε μεγάλο βαθμό είναι επακόλουθο της φυλής, όπως ο λευκός σοβινισμός είναι ουσιώδης για το αμερικάνικο δημοκρατικό πείραμα. Η αντίληψη πως οι Λευκές ζωές αξίζουν περισσότερο από τις άλλες – αυτό που ο ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνσετον Eddie Glaude αποκαλεί «χάσμα αξίας» – συνεχίζει να χαρακτηρίζει κάθε πτυχή της δημόσιας και ιδιωτικής μας ζωής. Η αντίληψη αυτή επίσης υπονομεύει τους ευάλωτους Λευκούς πολίτες, πολλοί από τους οποίους υποστηρίζουν πολιτικά κινήματα και πολιτικές που επικεντρώνονται στην Λευκότητα παρά αυτές που προωθούν τα δικά τους κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα. Και ενώ η ιδιότητα του Κανένα είναι στενά συνδεδεμένη με τη φυλή, δεν μπορεί να διαχωριστεί από άλλες μορφές κοινωνικής αδικίας. Αντίθετα, πρέπει να μελετηθεί υπό το πρίσμα της «διαθεματικότητας», το τρόπο με τον οποίο πολλές μορφές κοινωνικής καταπίεσης συνεργούν ταυτόχρονα εναντίον των ευάλωτων.

Mumia Abu-Jamal: Επίκεντρο: Ferguson

Ας είμαστε ειλικρινείς, η μαύρη Αμερική παρά τα φτιασιδώματα και τη μόδα, είναι μια καταπιεσμένη κοινότητα. Την εκμεταλλεύονται οικονομικά, όπως στο Ferguson όπου μια πληθώρα τελών και προστίμων απειλούν τους ανθρώπους με φυλάκιση, εκτός και αν αναγκαστούν να πληρώσουν το εξωφρενικό δικαστικό κόστος. Τα χρήματα αυτά συντηρούν ένα πραγματικό apartheid, μια κατά κύριο λόγο λευκή αλλά και εξαιρετικά μη αντιπροσωπευτική τοπική κυβέρνηση, σε συνδυασμό με την ουσία αυτού που προκάλεσε την επανάσταση των αποικιών εναντίον του πανίσχυρου βρετανικού στέμματος: φορολόγηση δίχως αντιπροσώπευση.

Mumia Abu-Jamal: Black Lives Matter και αστυνομική βία (συνέντευξη)

Αξιοποιήστε την αλήθεια για να ανοίξτε μάτια και μυαλά για να δουν την πραγματική φύση του κράτους, πάντα χρησιμοποιεί το «δίκαιο» του σαν εργαλείο καταπίεσης. Πρέπει να καταλάβουμε πως το κράτος είναι έγκλημα μίσους εναντίον των φτωχών, των καταπιεσμένων, των μαύρων, των λατίνων κλπ. Τα κινήματα ξεπηδούν από την ανάγκη, από το αίσθημα πως πια δεν υπάρχει τίποτα να χαθεί, από την βεβαιότητα πως το κράτος τους πρόδωσε χθες, τους προδίδει σήμερα και θα τους προδώσει αύριο, το κράτος δεν είναι η λύση είναι το πρόβλημα για αυτό πρέπει να δημιουργήσουν και να επεκτείνουν το χώρο για να ορθώσουν αντίλογο. Η ιστορία προσφέρει μια ατελείωτη πηγή ανθρώπινης εμπειρίας που οι άνθρωποι, οι κοινότητες και τα κινήματα μπορούν να αντλήσουν και να κινηθούν προς το μέλλον, εξηγεί γιατί το σήμερα είναι έτσι όπως είναι και δίνει ιδέες για το πως να μεταμορφώσεις το αύριο.