Johanna Meehan: Η Arendt και η Σκιά του Άλλου

Η αντιπάθεια της Hannah Arendt προς την ψυχολογία και την ψυχαναλυτική θεωρία ήταν βαθιά. Όχι μόνο τις απέρριπτε ως ψευδοεπιστήμες, αλλά τις θεωρούσε απόδειξη της όλο και μεγαλύτερης σύγχρονης τάσης να κατανοούνται τα ανθρώπινα όντα ως δημιουργημένα αποκλειστικά από τις προσωπικές σχέσεις μέσα στην πυρηνική οικογένεια. Πίστευε πως εστιάζοντας στις ψυχικές ταυτότητες βασισμένες στις σχέσεις της παιδικής ηλικίας για να εξηγηθεί η συμπεριφορά, οι ψυχολογικές και ψυχαναλυτικές θεωρίες αποκρύπτουν το βαθμό στον οποίο οι πολιτικοί θεσμοί και τα ιστορικά γεγονότα διαμορφώνουν τις ταυτότητες του ατόμου και των ομάδων. Κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα όπως ο ολοκληρωτισμός μπορούν έτσι να γίνουν αντιληπτά ως το έργο μερικών δαιμονικών ατόμων που χειραγωγούν γενικά αθώες μάζες, και το κακό μπορεί να γίνει κατανοητό ως μια μορφή ατομικής ψύχωσης. Η ανάλυση της Arendt όμως πάνω στον Εθνικοσοσιαλισμό και τον Σταλινισμό έκανε ξεκάθαρο πως αυτή η άποψη είναι εσφαλμένη. Με τις σωστές κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες τερατώδη πράγματα πραγματοποιούνται από πολύ συνηθισμένους ανθρώπους. Οι πράξεις του Eichmann ή ενός Stangl εξηγούνται καλύτερα όχι υπό το φως μιας ψυχολογικής ή ψυχαναλυτικής άποψης των σχέσεων της παιδικής τους ηλικίας αλλά με όρους των πολιτικών και κοινωνικών γνωρισμάτων που αποτελούν ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Η Arendt έχει δίκιο στο να πιστεύει πως οι ηθικές καταστροφές όπως το Ολοκαύτωμα ή ο Σταλινισμός δεν μπορούν να εξηγηθούν αποκλειστικά με την ανάλυση της ψυχικής ιστορίας ενός ατόμου. Ωστόσο, κανένας πολιτικός θεωρητικός δεν μπορεί να αποφύγει να στηριχτεί φανερά ή κρυφά σε μια κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής. Μια προσεχτική ανάγνωση της Arendt αποκαλύπτει μια μάλλον περίπλοκη και διορατική, αν και κάπως δυσνόητη και αντιφατική, άποψη της ανθρώπινης ψυχολογίας. Αυτό είναι σημαντικό για την θέση της πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη. Ο ανθρώπινος εαυτός που είναι κεντρικής σημασίας στην κατανόηση των ανθρώπινων όντων από την Arendt δεν είναι ούτε ο αποδομημένος, ασυνεχής εαυτός του μεταμοντερνισμού, ούτε το έντονα ενωμένο, ορθολογικό υποκείμενο του φιλελευθερισμού. Προσφέρει μια θελκτική εναλλακτική και στις δύο αυτές σύγχρονες και ανεπαρκείς απόψεις του εαυτού.

Sergio Benvenuto & Κορνήλιος Καστοριάδης: Συζήτηση πάνω στη Φιλοσοφία και τη Ψυχανάλυση

Η ίδια η έννοια της ευτυχίας είναι σχετικά περίπλοκη, τόσο ψυχολογικά όσο και φιλοσοφικά. Ωστόσο, το αντικείμενο της πολιτικής είναι η ελευθερία και η αυτονομία, και αυτή θα είναι δυνατή μόνο μέσα από ένα θεσμικό, συλλογικό πλαίσιο, που επιτρέπει ελευθερία και αυτονομία. Το αντικείμενο της ψυχανάλυσης είναι το ίδιο. Και υπάρχει η απάντηση στο ζήτημα του fin της ψυχανάλυσης (στο οποίο ο Freud επιστρέφει συχνά), με τις δυο έννοιες της λέξης fin(στόχος/τέλος): το τερματισμό στο χρόνο και τον σκοπό της ανάλυσης. Είναι ο στόχος της ανάλυσης να γίνει το άτομο όσο πιο αυτόνομο γίνεται. Αυτό δεν σημαίνει αυτόνομο με την καντιανή έννοια, δηλαδή με το να συμμορφώνεται με ηθικές επιταγές, που διαμορφώνεται με τον ίδιο τρόπο, τώρα και πάντα. Το πραγματικό αυτόνομο άτομο είναι εκείνο που έχει μεταμορφώσει την σχέση του με το ασυνείδητο του σε τέτοιο βαθμό που μπορεί – στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό στο ανθρώπινο σύμπαν – να γνωρίζει τις επιθυμίες του και την ίδια στιγμή να πετύχει υψηλή ικανότητα ελέγχου της υλοποίησης αυτών των επιθυμιών. Το να είσαι αυτόνομος δεν συνεπάγεται, δηλαδή, πως είμαι ηθικός επειδή δεν επιθυμώ την γυναίκα του γείτονα μου. Δεν έχω ελέγξει αυτή την επιθυμία για την σύζυγο του γείτονα μου, εκτός του ότι κάθε ένας από εμάς έχει ξεκινήσει τη ζωή του επιθυμώντας τη σύζυγο ενός άλλου ανθρώπινου όντος, καθώς ο καθένας επιθυμούσε την μητέρα του. Αν κάποιος δεν ξεκίνησε έτσι τη ζωή του, δεν είναι άνθρωπος αλλά τέρας. Ωστόσο, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό το να κάνεις αυτήν επιθυμία πράξη. Άτομα στην ηλικία των πενήντα ή των εξήντα μπορεί ακόμη να έχουν αιμομικτικά όνειρα, που δείχνει πως η επιθυμία παραμένει. Ένα άτομο που τουλάχιστον μια φορά το χρόνο δεν έχει ευχηθεί το θάνατο κάποιου, επειδή αυτός ο κάποιος τον έχει βλάψει με κάποιο τρόπο, είναι ένα σοβαρά παθολογικό άτομο. Αυτό δε σημαίνει πως αναγκαία πρέπει να σκοτώσει αυτό το πρόσωπο, είναι αναγκαίο όμως να αναγνωρίσει πως «σε εκείνη τη στιγμή ήμουν τόσο έξαλλος με αυτό το άτομο που αν μπορούσα θα τον είχα κάνει να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης. Θα το έκανα. Όμως, δεν θα το έκανα, ακόμη και αν μπορούσα». Αυτό είναι που αποκαλώ αυτονομία.

Debra Bergoffen: (Από)Εμφυλοποιώντας την Ευαλωτότητα, το Νόημα του Βιασμού Άνδρα από Άνδρα

Η γενοκτονία στη Ρουάντα και η εθνοκάθαρση/γενοκτονία στη πρώην Γιουγκοσλαβία έβαλαν νέο πρόσωπο πάνω στον ετεροφυλόφιλο βιασμό σε καιρό πολέμου και τη σεξουαλική βία. Αν και οι γυναίκες έχουν τοποθετηθεί μεταξύ εκείνων που θεωρούνται λάφυρα πολέμου όσο υπάρχει πόλεμος, και έχουν διεκδικηθεί και οικειοποιηθεί ως περιουσία από τους στρατούς των κατακτητών, στις γενοκτονίες στη Ρουάντα και στη πρώην Γιουγκοσλαβία οι στρατοί δεν περίμεναν πρώτα να κερδίσουν το πόλεμο για να αρπάξουν τις γυναίκες του εχθρού ως επίδειξη της ισχύος τους. Στρατιώτες επιτέθηκαν με βιαιότητα στις γυναίκες για να αποκτήσουν στρατιωτικό πλεονέκτημα. Ο ετεροφυλόφιλος βιασμός, η σεξουαλική υποδούλωση και, σε κάποιες περιπτώσεις, η δια της βίας γονιμοποίηση των γυναικών εμφανίστηκαν σαν ιδιαίτερη στρατιωτική στρατηγική. Η εμφάνιση αυτής της στρατηγικής δεν ήταν τυχαία. Δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Είναι μια εκδήλωση μεταξύ άλλων αυτού που ο Michel Foucault και ο Giorgio Agamben περιγράφουν ως την πολιτική της βιοεξουσίας. Τόσο ο Foucault όσο και ο Agamben αναγνωρίζουν την βιοπολιτική ως κεντρικό σημείο της νεωτερικότητας. Αν και ο Foucault θεωρεί αυτή τη πολιτική ως απομάκρυνση από το παρελθόν και ο Agamben την αντιλαμβάνεται ως ριζωμένη στο παρελθόν, αναφέροντας την Πολιτική του Αριστοτέλη για να στηρίξει τη θέση του, οι περιγραφές τους για αυτή τη πολιτική ταιριάζουν. Ο Foucault μας λέει πως οι βιοπολιτικοί μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν τις ζωτικές δυνάμεις ενός λαού χρησιμοποιούνται επίσης για την αφαίρεση ζωής όταν αυτό θεωρείται αναγκαίο για να εξασφαλίσουν την υγεία του κοινωνικού σώματος. Αυτός ο μοντέρνος τρόπος πολιτικής αλλάζει το χαρακτήρα του πολέμου. Ο Foucault γράφει, «πραγματοποιούμενος για λογαριασμού της ύπαρξης του καθενός, ολόκληροι οι πληθυσμού κινητοποιούνται για το σκοπό της εκτεταμένης σφαγής στο όνομα της ζωτικής αναγκαιότητας…. Η γενοκτονία είναι πράγματι το όνειρο των σύγχρονων δυνάμεων». Έτσι, «ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ένα ζώο που η πολιτική του θέτει την ύπαρξη του ως ζωντανό ον υπό αμφισβήτηση».

Mario Perniola: Το Σώμα ως Ένδυμα

Στη μαζοχιστική εμπειρία η προσοχή που δίνεται στην ένδυση και το χτένισμα είναι εντυπωσιακή. Οι εκκεντρικές αγορές, η απόκτηση ασυνήθιστων ρούχων, που αποκαλύπτει δείγματα ανωτερότητας και κοινωνική πρόκληση, προηγούνται και προετοιμάζουν τις μαζοχιστικές σεξουαλικές πράξεις. Ακόμη και η ουδέτερη και απρόσωπη σεξουαλικότητα του πράγματος που αισθάνεται καθιερώνει μια σχέση με τα ρούχα, αλλά η φύση αυτής της σχέσης είναι πολύ πιο ουσιαστική και διαφορετική τόσο από την αισθητική σύνδεση μεταξύ ομορφιάς και σεξουαλικής έλξης, και από την μαζοχιστική σύνδεση μεταξύ ευαίσθητης κυριαρχίας και μεγαλείου. Το γεγονός πως μια όμορφη εμφάνιση προκαλεί και ευνοεί μια σεξουαλική προσέγγιση μοιάζει ένα προφανές γεγονός που συνδέεται με την ίδια την φύση του ανθρώπου, αν όχι στη πραγματικότητα με ένα νόμο της φύσης. Ένα όμορφο φόρεμα μοιάζει, σε κάθε περίπτωση, η υπόσχεση ενός όμορφου σώματος. Το γεγονός πως η υπόσχεση τηρείται ή όχι, πως το φόρεμα προμηνύει ή κρύβει, είναι δευτερεύον σε σχέση με την ψευδή απόδειξη μιας σχέσης μεταξύ ομορφιάς και σεξουαλικότητας.

Dieter Nelles: Αναρχοσυνδικαλισμός και το Κίνημα της Σεξουαλικής Μεταρρύθμισης στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης

«Όλες οι εργατικές οργανώσεις ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με οικονομικά και πολιτικά ζητήματα. Και τα κόμματα και οι ενώσεις αντιμετωπίζουν το ζήτημα του σεξ ως αδιάφορο, ασήμαντο. Κάποτε υπήρξε μια εποχή που θεωρούνταν ασέβεια να μιλάς δημόσια για προβλήματα σχετικά με σεξουαλικές σχέσεις. Και όμως είναι τόσο σημαντικό να αντιμετωπιστεί το σεξουαλικό ζήτημα δίχως ίχνος διστακτικότητας, όπως και το ζήτημα της πείνας. Γιατί η πείνα και ο έρωτας είναι οι δυο πόλοι γύρω από τους οποίους περιστρέφεται κάθε ανθρώπινη ζωή και ορμή. Αυτά τα δυο ζητήματα είναι τόσο στενά συνδεδεμένα που είναι δύσκολο δυνητικά να συζητηθεί το ένα δίχως να αναλογιστούμε το άλλο». Μπροστά στις υπολογιζόμενες ένα εκατομμύριο εκτρώσεις που πραγματοποιήθηκαν το 1930, το έργο των λαϊκών οργανώσεων δεν μπορεί να εκτιμηθεί πλήρως. Πρόσφεραν σεξουαλική εκπαίδευση, πληροφορούσαν κόσμο για τις μεθόδους αντισύλληψης και τα αντισυλληπτικά, και τα έδιναν φτηνά σε όσες αναζητούσαν βοήθεια. Με το τρόπο αυτό, συνέβαλαν σημαντικά στην σεξουαλική χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Ωστόσο, αυτή η «σεξουαλική επανάσταση» όπως την ονομάζει η Atina Grossmann, ήταν περίπλοκη και αντιφατική. «Αν και η σεξουαλική ικανοποίηση για της γυναίκες ήταν ζητούμενο, διακηρύσσονταν και ορίζονταν κυρίως από άνδρες». Αυτή η εκτίμηση επίσης ισχύει για την FAUD, παρά το γεγονός πως ήταν περισσότερο ανοιχτή από άλλες εργατικές οργανώσεις σχετικά με το ζήτημα της σεξουαλικότητας. «Βλέπουμε συνεχώς», σημείωνε η Trautchen Caspers, ακτιβίστρια στη FAUD και στην SFB στο Σάχτεϊν (Ρηνανίας), «πως οι άνδρες στο κίνημα μας βλέπουν τις γυναίκες μόνο σαν σκλάβες, υπηρέτριες, και μηχανές τεκνοποιίας, αλλά όχι ως ανθρώπους και συντρόφους». Η Trauchen Caspers ήταν μια από τις λίγες προλετάριες γυναίκες στη FAUD που προωθούσαν και ασκούσαν το ιδανικό του «ελεύθερου έρωτα». Ο ορισμός της αυτού του ιδανικού ήταν κάθε άλλο παρά μια «εξαγνισμένη μορφή του αστικού γάμου» (που προωθούνταν κατά τα άλλα μεταξύ αναρχικών της εργατικής τάξης). Έγραψε για αυτό στην Syndikalist: «Ακόμη και εμείς οι προλετάριοι πρέπει να ξέρουμε πως η ανθρώπινη ελευθερία περιλαμβάνει επίσης σεξουαλικές σχέσεις. Κάποιος μπορεί να παρατηρήσει πως ένας άνδρας, λόγω της κυριαρχικής του θέσης, αναγκάζει την γυναίκα να υποταχθεί σε αυτόν, αν και ξέρει πως η αγάπη της κατευθύνεται αλλού. Τέτοια συμπεριφορά είναι το ίδιο αποτρόπαια όσο εκείνη του βρωμιάρη που βιάζει ένα ανυπεράσπιστο κορίτσι. Η απληστία του να σου ανήκει μια γυναίκα είναι από μόνη της βάρβαρη και μια εξόφθαλμη αντίφαση με την ευρέως διακηρυγμένη ισότητα των γυναικών».

Andreas Malm: Κορονοϊός και Κλιματική Αλλαγή

Η τρίτη δεκαετία της χιλιετίας ξεκίνησε με την υπογραφή ενός ακόμη πακέτου τόνωσης της δυστοπικής φαντασίας. Οι πυρκαγιές σάρωναν ακόμη την Αυστραλία αποτεφρώνοντας μια περιοχή μεγαλύτερη από την Αυστρία και την Ουγγαρία μαζί, φλόγες ύψους 70 μέτρων, απανθρακώνοντας 34 ανθρώπους και περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο ζώα, στέλνοντας καπνό σε ολόκληρο τον Ειρηνικό Ωκεανό ως την Αργεντινή και βάφοντας το χιόνι στα βουνά της Νέας Ζηλανδίας καφέ, όταν ένας ιός ξεπήδησε από μια αγορά τροφίμων στη Γουχάν της Κίνας. Η αγορά πρόσφερε ζώα που είχαν αιχμαλωτιστεί στην άγρια φύση. Υπήρχαν κουτάβια λύκων προς πώληση, όπως και ποντίκια των μπαμπού, χρυσά τζιτζίκια, σκαντζόχοιροι, σκίουροι, αλεπούδες, μοσχογάλες, χελώνες, σαλαμάνδρες, κροκόδειλοι και φίδια. Οι πρώτες έρευνες έδειξαν, ωστόσο, τις νυχτερίδες ως πηγή του ιού. Από το φυσικό αυτό ξενιστή, ο ιός πέρασε σε κάποιο άλλο είδος – οι παγκολίνοι ήταν βασικός ύποπτος – ταξίδεψε στην αγορά της Γουχάν και έκανε το άλμα σε κάποια από τα ανθρώπινα σώματα που κυκλοφορούσαν μεταξύ των καταστημάτων. Οι ασθενείς άρχισαν να συρρέουν στα νοσοκομεία. Ένας από τους πρώτους, ένας κατά τα άλλα υγιής άνδρας, 41 ετών, που εργάζονταν στην αγορά, πέρασε μια εβδομάδα με πυρετό, πόνο στο στήθος, ξηρό βήχα και διάφορους πόνους – στη διάρκεια αυτής της εβδομάδας συμπωματικά, οι θερμοκρασίες στις πληττώμενες περιοχές της Αυστραλίας πέρασαν τους 40 βαθμούς κελσίου – πριν τον εισάγουν σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Τότε ο ιός εξαπλώθηκε σε όλο το κόσμο σαν παλμός σε ένα δίκτυο. Στις αρχές του Φεβρουαρίου 2020, κάπου πενήντα άνθρωποι πέθαιναν καθημερινά, κυρίως από οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, ή δεν μπορούσαν να αναπνεύσουν· μέχρι τις πρώτες μέρες του Μαρτίου, η καθημερινή παγκόσμια απώλεια βρίσκονταν στους 70, μέχρι την πρώτη Απριλίου είχε φτάσει του 5000, η γεωμετρική καμπύλη αύξησης τώρα ήταν σχεδόν κάθετη. Τουλάχιστον μια περίπτωση μόλυνσης από τον ιό αναφέρονταν σε 182 από 202 χώρες, ο παλμός του θανάτου είχε περάσει κάθε ωκεανό και κυκλοφορούσε στους δρόμους από το Βέλγιο ως το Εκουαδόρ. Και καθώς συνέβαινε αυτό, σμήνη από ακρίδες μεγαλύτερα και πυκνότερα από ότι υπήρξαν στη πρόσφατη μνήμη σάρωσαν την ανατολική Αφρική και την δυτική Ασία, καλύπτοντας τη γη, καταβροχθίζοντας φυτά και φρούτα αφήνοντας ελάχιστο πράσινο πίσω τους.

Ehud Sprinzak: Το Καχ και ο Meir Kahane, Η Γέννηση του Εβραϊκού Ημιφασισμού

Οι περισσότεροι Ισραηλινοί ένοιωσαν έκπληξη και δέος όταν έμαθαν στις 24 Ιουλίου 1984 πως το Καχ, το δεξιό πολιτικό κόμμα του Ραβίνου Meir Kahane, είχε κερδίσει μια θέση στη Κνεσσέτ. Με σχεδόν 26000 ψήφους, ο Kahane είχε πετύχει το σκοπό του να μπει στο ισραηλινό κοινοβούλιο. Αυτό του έδωσε ένα δημόσιο βήμα και κοινοβουλευτική ασυλία από την αστυνομική «παρενόχληση». Λίγο μετά την εκλογή του, ο Kahane έκανε σαφές πως δεν είχε σκοπό να γίνει ένας τυπικός κοινοβουλευτικός. Αφοσιωμένος στο αρχικό του σχέδιο να διώξει τους Άραβες από τη Γη του Ισραήλ, ο Kahane είπε πως μια κυβέρνηση συνεργασίας ανίκανη να συντηρήσει την ακεραιότητα του εβραϊκού έθνους δεν θα είχε την κοινοβουλευτική του στήριξη, ούτε και θα εγκατέλειπε τις προσχεδιασμένες παράνομες συγκρούσεις του με Άραβες στα δικά τους χωριά. Μια μέρα μετά την εκλογή, ο Kahane και οι υποστηρικτές του έκαναν πορεία νίκης στο Δυτικό τείχος στην παλιά Ιερουσαλήμ. Περνώντας εσκεμμένα από τον αραβικό τομέα της παλιάς πόλης, οι ενθουσιασμένοι οπαδοί του Kahane έσπαγαν κατά μήκος της αγοράς, αναποδογυρίζοντας πάγκους με λαχανικά, χτυπώντας περαστικούς, υψώνοντας στον αέρα τις σφιγμένες γροθιές τους και λέγοντας στους τρομοκρατημένους Άραβες πως το τέλος της παραμονής τους στη Γη του Ισραήλ ήταν κοντά. Καθώς κανένα τέτοιο ακραίο κόμμα δεν είχε κερδίσει ποτέ πριν την αντιπροσώπευση του στη Κνεσσέτ, υπήρχε δημόσια ανησυχία. Η δημόσια αγωνία ενισχύθηκε όταν έγινε γνωστό πως η στήριξη προς τον Kahane μεταξύ των νέων ήταν αναλογικά πολύ μεγαλύτερη από ότι στον γενικότερο πληθυσμό. Ο Kahane εξασφάλισε περισσότερο από 2,5% των ψήφων του στρατού και περιοδικές δημοσκοπήσεις σε σχολεία και yeshivot έδειξαν μεγάλη αποδοχή των απόψεων του. Αυτό δημιούργησε την αίσθηση πως ο Kahane δεν αποτελούσε μόνο πρόβλημα, αλλά πως είχε γεννηθεί ένα νέο φαινόμενο, ένα «καχανικό σύνδρομο»: μια αυθεντική κοινωνική και πολιτισμική ανάγκη να διατηρηθεί μια ανοιχτά αντιαραβική στάση συνδυασμένη με την απειλή του χουλιγκανισμού των δρόμων.

Chantal Mouffe: Καλλιτεχνικός Ακτιβισμός και Αγωνιστικοί Χώροι

Μπορούν οι καλλιτεχνικές πρακτικές να παίξουν ακόμη κριτικό ρόλο σε μια κοινωνία όπου η διαφορά μεταξύ τέχνης και διαφήμισης έχει γίνει ασαφής και όπου οι καλλιτέχνες και οι εργαζόμενοι του πολιτισμού έχουν γίνει αναγκαίο κομμάτι της καπιταλιστικής παραγωγής; Αναλύοντας το «νέο πνεύμα του καπιταλισμού» ο Luc Boltanski και η Eve Chiapello έχουν δείξει πως οι απαιτήσεις για την αυτονομία των νέων κινημάτων της δεκαετίας του 1960 είχαν τιθασευτεί από την μεταφορντική δικτυωμένη οικονομία και μεταμορφωθεί σε νέες μορφές ελέγχου. Οι αισθητικές στρατηγικές της αντικουλτούρας: η αναζήτηση για αυθεντικότητα, το ιδανικό της αυτοδιαχείρισης, η αντιεραρχική ανάγκη, χρησιμοποιούνται τώρα ώστε να προωθήσουν τις συνθήκες που απαιτούνται από τη σημερινή μέθοδο καπιταλιστικής ρύθμισης, αντικαθιστώντας το πειθαρχικό πλαίσιο που ήταν χαρακτηριστικό της φορντικής περιόδου. Σήμερα η καλλιτεχνική και πολιτισμική παραγωγή παίζει κεντρικό ρόλο στην διαδικασία της καπιταλιστικής αξιολόγησης και μέσα από την «νέο-διαχείριση», η καλλιτεχνική κριτική έχει γίνει σημαντικό στοιχείο της καπιταλιστικής παραγωγικότητας. Πιστέυω πως οι καλλιτεχνικές πρακτικές μπορούν να συνεισφέρουν στον αγώνα εναντίον της καπιταλιστικής κυριαρχίας αλλά αυτό απαιτεί μια πραγματική κατανόηση των δυναμικών της δημοκρατικής πολιτικής· μια κατανόηση η οποία πιστεύω μπορεί να επιτευχθεί με την αναγνώριση του πολιτικού στην ανταγωνιστική διάσταση του καθώς και την δυνητική φύση κάθε τύπου κοινωνικής τάξης. Είναι μόνο μέσα από μια τέτοια οπτική που κάποιος μπορεί να κατανοήσει τον ηγεμονικό αγώνα που χαρακτηρίζει την δημοκρατική πολιτική, ηγεμονικό αγώνα στον οποίο οι καλλιτεχνικοί χώροι μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο.

Leigh Michael Harrison: Η Μουσική των Εργοστασίων

Σήμερα η αποδοχή της μουσικής heavy metal είναι εξίσου διαδεδομένη αλλά και παγκόσμια· ωστόσο η καταγωγή του heavy metal μπορεί να εντοπιστεί απευθείας στις βιομηχανικές, εργατικές γειτονιές του Μπέρμινχαμ της Αγγλίας στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Οι μπάντες Black Sabbath και Judas Priest από το Μπέρμινχαμ δημιούργησαν και καθόρισαν το είδος, εμπνεόμενες από την βιομηχανική γεωγραφία της πόλης και την εργατική τους καταγωγή, που και τα δύο φαίνονται στη μουσική τους – τόσο σε στίχους όσο και σε σύνθεση. Σχεδόν διακόσια χρόνια συνεχούς βιομηχανικής επέκτασης σήμαινε πως οικιστικές περιοχές και σχολεία ήταν περικυκλωμένα από εργοστάσια, υποβάλλοντας συνεχώς τα παιδιά της πόλης στους ήχους της βαριάς βιομηχανίας. Η δύσκολη, συχνά εξαθλιωμένη εργατική ύπαρξη σήμαινε πως τα παιδιά της εργατικής τάξης ανέπτυξαν επιθετικές συμπεριφορές ως μέσο επιβίωσης μέσα στο σκληρό φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον της καθημερινής ζωής. Καθώς η μεταπολεμική νεανική κουλτούρα του Μπέρμινχαμ απομακρύνθηκε από τους παραδοσιακούς δεσμούς της με την Προτεσταντική Εκκλησία και προς κοσμικές αίθουσες χορού και club, αυτά τα παιδιά βασίστηκαν στην εμπειρία τους ως εργατική τάξη και στους βιομηχανικούς ήχους όταν δημιουργούσαν τη μουσική τους. Όταν μελετάς τους στίχους, τον ήχο και το ύφος της μουσικής των Black Sabbath και των Judas Priest, σε συνδυασμό με συνεντεύξεις με μέλη των συγκροτημάτων, εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα θέματα και μοτίβα. Αισθήματα θυμού σχετικά με την φτωχική, εργατική εμπειρία τους είναι ένα αίσθημα που εκφράζεται συνεχώς στις συνεντεύξεις των συγκροτημάτων και αντικατοπτρίζεται στους στίχους και των δύο συγκροτημάτων. Το γκρίζο, πυκνοκατοικημένο βιομηχανικό τοπίο και ο θόρυβος της βαριάς βιομηχανίας του Μπέρμινχαμ αναφέρεται από τα μέλη των συγκροτημάτων ως άμεσες επιρροές στον ήχο και την εξέλιξη της μουσικής τους. Χάρτες και έρευνες στο μεταπολεμικό Μπέρμινχαμ δείχνουν μια πόλη διαμορφωμένη και κυριαρχούμενη από τη βαριά βιομηχανία, μια κυριαρχία που έφτασε στο αποκορύφωμα της μετά τον 2ο ΠΠ. Η βιομηχανική γεωγραφία και το περιβάλλον της εργατικής τάξης του μεταπολεμικού Μπέρμινχαμ επηρέασαν άμεσα τους στίχους και τον ήχο της μουσικής των Black Sabbath και των Judas Priest, που με τη σειρά της έγινε μια νέα μορφή μουσικής, γνωστή αργότερα ως heavy metal.

Debra Bergoffen: Η Αντιγόνη Μετά το Άουσβιτς

Στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης των ποιημάτων του το 1853, ο Matthew Arnold, είπε πως δεν ήταν πλέον δυνατόν να ενδιαφέρεται στην αντίθεση που περιγράφονταν στην Αντιγόνη. Έβρισκε πως η σύγκρουση μεταξύ του καθήκοντος της αδερφής να θάψει τον αδερφό της και η επιμονή ενός βασιλιά στην υπακοή στους νόμους του κράτους, πως ήταν ξεπερασμένη. Ζώντας σε μια εποχή στην οποία οι ψυχές σήμαιναν περισσότερα από τα σώματα, και σε μια εποχή που μαζικοί τάφοι γεμάτοι με δολοφονημένα και κατακρεουργημένα σώματα δεν αποτελούσαν μέρος του τοπίου, ήταν (ίσως) δυνατό να θεωρεί αυτή την φασαρία για ένα άθαφτο, σε αποσύνθεση σώμα λίγο υπερβολική. Μη ζώντας σε μια εποχή που η απανθρωποίηση πήρε την μορφή της καταστροφής της σωματικής ακεραιότητας, μπορούσε (ίσως) να παραβλέψει το γεγονός πως η ουσία του έργου αφορούσε την ανθρωπιά του σώματος. Βλέποντας την σύγκρουση μεταξύ Αντιγόνης και Κρέοντα μόνο με όρους του καθήκοντος της αδερφής και της εξουσίας ενός κυβερνήτη, ο Arnold δεν είδε πως το ζήτημα ενός άθαφτου σώματος δεν είναι απλά ζήτημα οικογενειακού καθήκοντος, είναι επίσης ζήτημα ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Απέτυχε να δει πως στην αμφισβήτηση της διαταγής του Κρέοντα, η Αντιγόνη, μιλώντας ως αδερφή υπερασπιζόμενη την τιμή του αδερφού της και του δικαιώματός του σε κανονική ταφή, μιλούσε για το οικουμενικό νόημα των ταφικών τελετών – πως ένα ανθρώπινο σώμα, νεκρό ή ζωντανό, δεν μπορεί να ελαχιστοποιηθεί σε σάρκα και οστά, να αφεθεί ως βορά για πουλιά, σκυλιά, θηρία, θαλάμους αερίων, και πεδία θανάτου.