Δημήτρης Παρασκευόπουλος: Οι Δρόμοι της Σβάστικας. Ακροδεξιά και Ποδόσφαιρο στην Ελλάδα

Οι στίχοι του Βασίλη Τσιτσάνη «Εμπρός, εμπρός, Παναθηναϊκέ, να την πάρουμε και σήμερα τη νίκη, το Πρωτάθλημα κι η δόξα σού ανήκει» / «Εμπρός Παναθηναϊκέ!» (1964), μετέπειτα οι στίχοι του Κώστα Θεοδωρόπουλου «Ποτέ από τη λεωφόρο, πάντοτε απ’ την ατραπό, περνά ο δρόμος, που οδηγεί στο σ’ αγαπώ»/ «Ντέρμπι/Χούλιγκανς» (1993) είναι ορισμένα δείγματα της κοινωνικοπολιτισμικής σύνδεσης ανάμεσα στην μουσική και την κερκίδα, καθώς η ιστορία του οπαδισμού συντίθεται παίρνοντας τη γεύση των ετερόκλιτων περιεχόμενων των μουσικών ρευμάτων. Στο εσωτερικό της χώρας, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1970 και μετέπειτα, οι κοινότητες οπαδών συνδέθηκαν με την έλευση των λεγόμενων υποπολιτισμικών μουσικών ρευμάτων. Διαβάζοντας μια συνέντευξη ενός μέλους του μουσικού συγκροτήματος Ten Beers After, υποστηρίζεται ότι οι «μεταλλάδες» ήταν η σχέση της μουσικής με την μπάλα τη δεκαετία του 1980 και μετά, ενώ την ίδια εικόνα περιγράφουν παρακάτω μέλη των οπαδικών κοινοτήτων. Σε μια σύντομη ιστορική αναδρομή και βάσει των όσων υποστηρίζει στην έρευνα του ο Συμβουλίδης από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η ήδη διαδεδομένη punk κουλτούρα που εξέφραζε νεαρά άτομα, φτωχών οικογενειών, χαμηλής εκπαίδευσης με μια μέτρια έως και ακραία συντηρητική αντίληψη των πραγμάτων, εξαντλείται. Είναι η περίοδος που γεννιέται το ρεύμα του oi!. Οι skinheads που έρχονται στο φως, με την έλευση αυτού του μουσικού ρεύματος, ως πρωτοπόροι, χαρακτηρίζονται πέραν από τη μαχητικότητα τους αλλά και ως συνδεόμενοι με τη δράση νεοναζιστικών οργανώσεων. Μάλιστα, στο σχολιασμό για το μουσικό συγκρότημα 4-skins ο συγγραφέας αφουγκράζεται μια νεότητα επηρεασμένη από τα όσα συμβαίνουν στη Βρετανία, η οποία βρίσκει καταφύγιο αντίδρασης στη ρητορική του μίσους και του νεοφασισμού. Αυτό το κούμπωμα αναφύεται και στην ελληνική σκηνή μέσω της Ναζιστικής Οργάνωσης Παναθηναϊκών Οπαδών (ΝΟΠΟ) καθώς και της οργάνωσης Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, φιλικά προσκείμενες στην ποδοσφαιρική ομάδα του Παναθηναϊκού στις οποίες τα μέλη, δηλαδή οι ομάδες skinheads όπως πληροφορούμαστε μετέβαιναν στο γήπεδο του Παναθηναϊκού παραταγμένοι, με έντονο στρατιωτικό βηματισμό. Ανάλογη οργάνωση καταγράφεται ιστορικά και στην Α.Ε.Κ (1985-1986) από νεοναζί skinheads οπαδούς της, στην περιοχή της Παλαιάς Κοκκινιάς, η λεγόμενη ΤΟΦΑ (Τρομοκρατική Οργάνωση Φιλάθλων Α.Ε.Κ). Μετέπειτα, μεταξύ των συμμετεχόντων στην κερκίδα του Ολυμπιακού Πειραιώς, καταγράφεται και η δράση των ερυθρών εθνικιστών, οι Misfits οι οποίοι θέτουν ως βασικό έμβλημα την νεκροκεφαλή των SS που παραπέμπει στη χιτλερική Γερμανία. Επιπλέον δίχως να ταυτίζουν την δράση τους με τη μουσική σκηνή, οι red nationalists όπως πληροφορούμαι με κεντρικό τους σύνθημα Θρύλος, θρησκεία, Εθνικισμός και βία σε ένα διαδικτυακό ιστότοπο που διατηρούσαν παρέθεταν τις 15 αρχές του Red Nasionalists δηλαδή των πολεμιστών της Πορφυράς Φάλαγγας.

Sven Ove Hansson: Η Άρνηση της Επιστήμης ως Μορφή Ψευδοεπιστήμης

Λόγω της διάδοσης καλά χρηματοδοτημένων και με καλές πολιτικές διασυνδέσεις ανταγωνιστών τα κλιματικής επιστήμης, το φαινόμενο της άρνησης της επιστήμης έχει γίνει ένα και συχνότερο θέμα συζήτησης τη τελευταία δεκαετία. Πολλοί συγγραφείς έχουν αναλύσει τις ομοιότητες μεταξύ αντιεπιστημονικών απορρίψεων της κλιματικής αλλαγής και παρόμοιων απορρίψεων σε άλλα επιστημονικά πεδία όπως η εξέλιξη, τα εμβόλια και οι νόσοι του καπνίσματος. Οι όροι άρνηση της επιστήμης και επιστημονικός αρνητισμός είναι πλέον συχνά χρησιμοποιούμενοι αυτές τις αντιεπιστημονικές δραστηριότητες, και έχει αρχίσει να εμφανίζεται βιβλιογραφία που περιγράφει τα κοινά τους γνωρίσματα και επίσης τους προσωπικούς, οργανωτικούς και οικονομικούς δεσμούς μεταξύ τους. ωστόσο, ελάχιστες αναφορές έχουν γίνει σε αυτή τη συζήτηση για την βιβλιογραφία πάνω στην ψευδοεπιστήμη και την οριοθέτηση επιστήμης/ψευδοεπιστήμης. Η συζήτηση για την ψευδοεπιστήμη είναι σημαντικά παλιότερη και πολύ πιο εκτεταμένη, και επίσης συνδέεται πολύ πιο έντονα σε γενικά θέματα στη φιλοσοφία της επιστήμης. Είναι ο σκοπός της παρούσας συμβολής να δείξει πως η άρνηση της επιστήμης μπορεί να γίνει κατανοητή ως μια από τις δυο βασικές μορφές της ψευδοεπιστήμης. Έχει σημαντικά κοινά χαρακτηριστικά με άλλες μορφές ψευδοεπιστήμης, αλλά και κάποια δικά της χαρακτηριστικά.

Γιατί Όλοι Μισούν Την Αστυνομία. Μια Ιστορία σε 9+1 Τραγούδια

Τι είναι η αστυνομία; Ένας απλός ορισμός θα ήταν πως είναι η πολιτική, ένοπλη ή μη, εκείνη δύναμη που είναι επιφορτισμένη με την πρόληψη και την καταστολή της εγκληματικότητας και με την διατήρηση της ευνομίας και τάξης. Δεν μοιάζει ιδιαίτερα κακοήθες αυτό σε πρώτη ματιά, μάλλον μπορεί να μοιάζει και θετικό, αν πιστεύεις στο αστικό ή εργατικό δημοκρατικό κράτος. Μια ματιά όμως σε μέσα και χώρους που επιτρέπουν την αφιλτράριστη έκφραση απόψεων, δημιουργεί ένα ερώτημα: Γιατί τελικά τόση απέχθεια, ανοιχτή και μη, για αυτή την υπηρεσία που υπάρχει για το καλό μας; Η απάντηση αν και με τον παραπάνω συνολικό ορισμό μοιάζει να είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί, ή ακόμη και να εκλογικευτεί, η απάντηση γίνεται πολύ πιο εύκολη αν εστιάσουμε στις λέξεις «εγκληματικότητα» και «ευνομία και τάξη». Χρησιμοποιώντας την μουσική ως όχημα θυμόμαστε το γιατί αυτές οι λέξεις δεν είναι ούτε τόσο απλές στην ερμηνεία τους αλλά ούτε και καλοήθεις πέρα από κάθε αμφιβολία.

Pierre Victor (Benny Lévy): Ο Sartre και ο Αριστερισμός

Ακούγοντας κανείς τον Σαρτρ, δεν θα καταλάβαινε τίποτα ή σχεδόν τίποτα σχετικά με το Κίνημα του Μάη του 68. Ήταν επειδή είχε συνηθίσει τόσα χρόνια να έχει δεμένα τα χέρια; Ήταν η ηλικία; Το ιδεολογικό ενδιαφέρον – τον μονοπωλεί ο Φλομπέρ; – δίχως άλλο, όλα αυτά, αλλά επίσης και το προαίσθημα πως τα πάντα θα ξαναρχίσουν. Τα πάντα πρέπει να ξαναγίνουν. Θα πρέπει να ξανασκεφτούμε το μαρξισμό, να ξανασκεφτούμε τον άνθρωπο. Να ξανασκεφτούμε τον εαυτό μας. Κι αρχίζει κιόλας να νυχτώνει.... Μερικές βδομάδες αργότερα, τα σοβιετικά τανκς τίναζαν στον αέρα ό,τι απέμενε από το σοσιαλισμό, «που είχε έρθει από το κρύο». Αυτή τη φορά, τέρμα: δεν μπορεί πια να γίνεται λόγος για μεταρρυθμίσεις: Δεν θα επισκευάσουμε τη μηχανή, πρέπει να την αρπάξουν οι λαοί και να την πετάξουν στα σκουπίδια.

Gabriel Kuhn: Οι Πειρατές, ο Deleuze και ο Guattari

Το γαλλικό φιλοσοφικό-ψυχαναλυτικό δίδυμο των Gilles Deleuze και Félix Guattari εισήγαγαν την έννοια της νομαδικής πολεμικής μηχανής στο βιβλίο του Χίλια Πλατώματα το 1980. Για αυτούς, η «πολεμική μηχανή είναι σαν την αναγκαία συνέπεια της νομαδικής οργάνωσης». Είναι «εξωτερική προς το μηχανισμό του Κράτους». Αυτό που είναι σημαντικό στην θεωρία τους είναι πως «η πολεμική μηχανή έχει μια ιδιαίτερα μεταβλητή σχέση με τον ίδιο το πόλεμο». Δεν έχει «στη πράξη το πόλεμο ως βασικό της αντικείμενο, αλλά ως δευτερεύοντα, συμπληρωματικό, με την έννοια που καθορίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστρέψει το Κράτος-μορφή ή την πόλη-μορφή με την οποία συγκρούεται». Είναι μόνο όταν το κράτος «οικειοποιείται την πολεμική μηχανή» που παίρνει «το πόλεμο ως το άμεσο και βασικό της αντικείμενο» και πως «ο πόλεμος υποτάσσεται στους στόχους του Κράτους». Στο βαθμό που η πολεμική μηχανή είναι στα χέρια των νομάδων, «έχει ως αντικείμενο της όχι το πόλεμο, αλλά η ιχνηλάτηση μια δημιουργικής γραμμής φυγής, την σύνθεση ενός ομαλού χώρου και της κίνησης των ανθρώπων σε αυτό το χώρο». Αυτή η τελευταία πτυχή εξηγεί την σύνδεση της έννοιας με την χρυσή εποχή της πειρατείας. Στην ορολογία των Deleuze και Guattari, η χρυσή εποχή της πειρατείας αποτελούσαν μια νομαδική πολεμική μηχανή ως μια αναπόφευκτη πτυχή της πάλης τους για ελευθερία από το κράτος και την καπιταλιστική καταπίεση. Η «δημιουργική γραμμή φυγής», η «σύνθεση ενός ομαλού χώρου» και η «κίνηση των ανθρώπων μέσα σε αυτό το χώρο» ήταν όλα κυριολεκτικές πτυχές της πειρατικής ύπαρξης στη διάρκεια της χρυσής εποχής. Η πολεμική τους μηχανή δεν σκόπευε την ίδρυση ολοκληρωτικών τάξεων – σκόπευε να καταστρέψει το κράτος και τα τσιράκια του.

Richard Drinnon: Ούτε Θεοί, Ούτε Αφέντες

Μπορεί να ξεκινούσε με μια ξερή απαρίθμηση των περιπτώσεων που οι ιστορικοί ανέφεραν τον αναρχισμό ως ξεπερασμένο, στη καλύτερη ως «ποιητική ανοησία». Ένα πρόσφατο παράδειγμα: το βιβλίο του κυρίου George Woodcock ισχυρίστηκε στο βιβλίο του με τίτλο Αναρχισμός που εκδόθηκε το 1961 πως οι σύγχρονοι αναρχικοί «αποτελούν μόνο το φάντασμα του ιστορικού αναρχικού κινήματος, ένα φάντασμα που δεν εμπνέει φόβο μεταξύ κυβερνήσεων, ούτε ελπίδα μεταξύ ανθρώπων, ούτε ενδιαφέρον μεταξύ δημοσιογράφων». Αμέσως μετά από αυτή τη προφητεία ακολούθησε το Μπέρκλεϊ, οι γεμάτες φαντασία πολιτικές των Provos στο Άμστερνταμ, η κωμική εξέγερση των Καταστασιακών στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, η εξέγερση της SDS στο Βερολίνο, και μετά ο Μάης του 1968, η εμφάνιση της Νέας Παρισινής Κομμούνας.

Mario Sznajder & Zeev Sternhell*: Εθνικοσυνδικαλισμός

Μια από τις βασικές ενδείξεις της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς και μεταξύ επαναστατικού συνδικαλισμού και φασισμού (περνώντας μέσα από τον εθνικοσυνδικαλισμό) ήταν το είδος της επανάστασης που ήθελαν κάποιοι συνδικαλιστές θεωρητικοί να δημιουργήσουν. Όπως ισχύει σχεδόν πάντοτε, η διαλεκτική των στόχων και των μέσων καθόριζε το βαθμό στον οποίο μπορούσε να ξεπεραστεί η γραμμή. Στην περίπτωση κάποιου σαν τον De Ambris, που έγινε μαχητικός αντιφασίστας, η σημασία που έδινε στο ιταλικό εθνικό ζήτημα δεν πρέπει να μας τυφλώνει ως προς το ότι θεωρούσε την πραγματική φύση και σκοπό της επανάστασης την κοινωνικοοικονομική αλλαγή. Από τη σκοπιά του, ο ελιτισμός, η ηθική ανωτερότητα, και ο εθνικισμός ήταν απλά λειτουργικά μέσα για την επιτάχυνση της κινητοποίησης της ιταλικής κοινωνίας προς την προετοιμασία μια επανάστασης. Από την άλλη, άλλοι, όπως οι Lanzillo, Orano, Olivetti, και Panunzio, που έγιναν Φασίστες, έβλεπαν την επανάσταση με όρους ηθικής αλλαγής. Πίστευαν πως η μόνη λειτουργία των κορπορατιστικών και παραγωγιστικών μοντέλων ήταν να στηρίξει την διαδικασία που οδηγούσαν στην ηθική επανάσταση που είχε ανάγκη η Ιταλία. Αυτή η ομάδα δέχονταν την σορελιανή ιδέα πως μια κοινωνία, αν το επιθυμεί να αποφύγει το τέλμα και την παρακμή, πρέπει να ζει σε μια κατάσταση μόνιμης αλλαγής – μια αλλαγή που είναι η ουσία της ιστορίας. Πίστευαν πως η ύπαρξη μιας ελίτ, ενεργοποιημένης από την θέληση για κατάκτηση, αυτής της τέλειας έκφρασης του βολονταρισμού, και ασκώντας τις άλλες ιδανικές αρετές του αλτρουισμού και ηρωισμού, ήταν έμφυτη και σίγουρα όχι λειτουργική σε φύση. Περιέγραφαν την επανάσταση τους ως πρώτα και κύρια μια ηθική μετάλλαξη. Μόνο μια ελίτ που είχε περάσει μια αλλαγή πνευματικών αρχών ήταν ικανή, πίστευαν, να δημιουργήσει το κορπορατιστικό-βιομηχανικό σύστημα που θα έφερνε την Ιταλία έξω από το αδιέξοδο στο οποίο είχε βρεθεί λόγω του πολιτικού προοδευτισμού.

Saul Newman: Αναρχισμός και η Πολιτική της Μνησικακίας

Από όλα τα πολιτικά κινήματα του 19ου αιώνα που ο Nietzsche αποδοκιμάζει – από το σοσιαλισμό ως το φιλελευθερισμό – κρατά τος πιο δηλητηριώδεις κουβέντες του για τους αναρχικούς. Τους αποκαλεί «αναρχικά σκυλιά» που περιφέρονται στους δρόμους του ευρωπαϊκού πολιτισμού, την επιτομή της «νοοτροπίας του κοπαδιού» που χαρακτηρίζει την σύγχρονη δημοκρατική πολιτική. Ο Nietzsche θεωρεί τον αναρχισμό ως μολυσμένο στη ρίζα από το νοσογόνο ζιζάνιο της μνησικακίας (ressentiment) – την εμπαθή πολιτική του αδύναμου και του ελεεινού, την ηθική του σκλάβου. Ο Nietzsche εξαπολύει απλά την συντηρητική του οργή εναντίον των ριζοσπαστικών πολιτικών ή έχει διαγνώσει μια πραγματική ασθένεια που έχει προσβάλει το ριζοσπαστικό πολιτικό μας φαντασιακό; Παρά την φανερή προκατάληψη του Nietzsche προς την ριζοσπαστική πολιτική, το άρθρο αυτό θα αντιμετωπίσει σοβαρά την κατηγορία του εναντίον του αναρχισμού. Θα εξερευνήσει αυτή την πονηρή λογική της μνησικακίας σε σχέση με τη ριζοσπαστική πολιτική, ιδιαίτερα τον αναρχισμό. Θα προσπαθήσει να ξεσκεπάσει τα κρυμμένα στελέχη μνησικακίας στη μανιχαϊκή πολιτική σκέψη κλασικών αναρχικών όπως οι Bakunin, Kropotkin και Proudhon. Αυτό δεν γίνεται με την πρόθεση να απορριφθεί ο αναρχισμός ως πολιτική ιδεολογία. Το αντίθετο υποστηρίζω πως ο αναρχισμός μπορεί να γίνει πιο επίκαιρος για τους σύγχρονους πολιτικούς αγώνες, αν αποκτήσει επίγνωση της μνησίκακης λογικής του ίδιου του λόγου, ιδιαίτερα στις ουσιοκρατικές ταυτότητες και δομές που εμπεριέχει.

Federico Finchelstein: Φασισμός Εναντίον Ψυχανάλυσης

Ως νεαρός ποιητής που μόλις είχε επιστρέψει στην Ευρώπη, ο Jorge Luis Borges έγραψε σε ένα Ισπανό φίλο του το 1921 για ένα φιλόδοξο – αν όχι αδύνατο – λογοτεχνικό εγχείρημα, να γράψει ένα συλλογικό και φανταστικό μυθιστόρημα μαζί με τον Mecedonio Fernandez και άλλους λογοτέχνες φίλους. Η πλοκή, είπε ο Borges, θα περιστρέφονταν γύρω από ένα φανταστικό μπολσεβίκικο σχέδιο να κερδίσουν την εξουσία με το να διαδώσουν μια «γενική νεύρωση» μεταξύ του αργεντίνικου λαού. Ο Borges φυσικά, δεν έγραψε ποτέ αυτό το μυθιστόρημα, και μάλλον δεν είχε προβλέψει πως κάποιος θα φαντάζονταν την υποθετική πλοκή ως πραγματική απειλή προς τη χώρα. Και όμως αυτή ακριβώς ήταν η απειλή που μια ομάδα φασιστών στην Αργεντινή αναγνώρισαν ως εβραϊκή συνωμοσία – δείχνοντας ακόμη και τον ίδιο τον Borges ως μέρος της συνωμοσίας. Σύμφωνα με αυτή την ομάδα, οι Εβραίοι ήταν η επιτομή και της ίδιας της συλλογικής νεύρωσης και συνωμοτούσαν να πάρουν τον έλεγχο της χώρας με το να διαδώσουν την ασθένεια. Η φροϋδική ψυχανάλυση εδώ αποτελούσε και μέσο και σκοπό.

Karen Ingala Smith: Γυναικοκτονία

Απόσπασμα από το βιβλίο The Routledge Handbook of Gender and Violence (Routledge, 2018). Η Karen Ingala Smith είναι διευθύνων σύμβουλος της οργάνωσης nia για την στήριξη γυναικών και κοριτσιών που έχουν βιώσει σεξουαλική και ενδοοικογενειακή βία. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας Προειδοποίηση περιεχομένου: Περιγραφές γυναικοκτονιών Εισαγωγή Αυτό το κείμενο εξετάζει την γυναικοκτονία, την δολοφονία γυναικών από άνδρες.…