Felix Guattari: Το Ντιβάνι του Φτωχού

Οι ψυχαναλυτές τρέφουν πάντοτε μια κάποια δυσπιστία για τον κινηματογράφο, έλκονται περισσότερο από τα άλλα εκφραστικά μέσα. Αλλά το αντίστροφο δεν αληθεύει, ο κινηματογράφος επικαλέστηκε αμέτρητες φορές την ψυχανάλυση, αρχίζοντας από την πρόταση τής Metro-Goldwyn στο Φρόιντ: 100.000 δολάρια για ν’ ασχοληθεί με τα διάσημα ερωτικά ρομάντζα; Αυτή η δυσυμετρία δεν οφείλεται, αναμφίβολα, μόνο σε θέματα αξιοπρέπειας, αλλά σχετίζεται, στο βάθος, με το γεγονός ότι η ψυχανάλυση δεν μπορεί να καταλάβει τίποτα από τα ασυνείδητα προτσές τα όποια θέτει σε κίνηση ο κινηματογράφος. Έχει κάνει μερικές προσπάθειες να εγκαθιδρύσει κάποιες σχηματικές αναλογίες ανάμεσα στο όνειρο και στο φιλμ – για τον Rene Laforgue, το φιλμ ήταν ένα ομαδικό όνειρο, για τον Lebovici,6va όνειρο για να σε κάνει να ονειρεύεσαι. Έχει προσπαθήσει να παραβάλλει τη συνταγματική του φιλμ με το πρωταρχικό προτσές, αλλά δε μπόρεσε, και δικαιολογημένα, να πλησιάσει εκείνο που είναι η ιδιαιτερότητά του: μια δραστηριότητα μοντελοποίησης του κοινωνικού φανταστικού που δεν είναι δυνατό να περιοριστεί μέσα στα φαμιλιαλιστικά και οιδιπόδεια μοντέλα, ακόμα κι όταν θεληματικά τίθεται στην υπηρεσία τους. η ψυχανάλυσή μπορεί τώρα να πρήζεται με γλωσσολογίες και μαθηματικά, δεν παύει ωστόσο ν’ αναμασάει τις ίδιες γενικότητες περί τής οικογένειας και του ατόμου, ενώ ο κινηματογράφος είναι συνδεδεμένος με το όλο του κοινωνικού πεδίου και τής ιστορίας. Κάτι σημαντικό γίνεται από τη μεριά του – είναι ο χώρος όπου επενδύονται τα φανταστικά λιμπιντικά φορτία, λ.χ. εκείνα που συνδέονται γύρω από εκείνα τα είδη κόμπλεξ που συνθέτουν το ρατσιστικό γουέστερν, το ναζισμό και την αντίσταση, το american way of life κ.τ.λ. Και πρέπει να παραδεχτούμε ότι μέσα σ' όλα αυτά δ Σοφοκλής δεν έχει πιά καμμιά θέση. Ο κινηματογράφος έχει γίνει μια γιγάντια μηχανή για τη μοντελοποίηση τής κοινωνικής λίμπιντο, ενώ η ψυχανάλυση δεν ήταν ποτέ τίποτα περισσότερο από μια μικρή βιοτεχνία προορισμένη για διαλεγμένες ελίτ.

Gilles Deleuze: Το Πραγματικό και το Εικονικό

Η μνήμη είναι μια εικονική εικόνα σύγχρονη με το πραγματικό αντικείμενο, το δίδυμο της, το «κατοπτρικό της είδωλο», όπως στην Κυρία Από Την Σανγκάη, στην οποία το είδωλο παίρνει τον έλεγχο ενός χαρακτήρα, τον εγκολπώνει και τον αφήνει ως μια απλή εικονικότητα· επομένως, υπάρχει συνένωση και διαίρεση, ή μάλλον, ή μάλλον ταλάντωση, μια αέναη ανταλλαγή μεταξύ πραγματικού αντικειμένου και της εικονικής του εικόνας: η εικονική εικόνα δεν σταματά ποτέ να γίνεται πραγματική. Η εικονική εικόνα απορροφά όλη την πραγματικότητα του χαρακτήρα, ταυτόχρονα με τον πραγματικό χαρακτήρα που δεν είναι παρά μόνο μια εικονικότητα. Αυτή η αέναη ανταλλαγή μεταξύ του εικονικού και του πραγματικού είναι αυτό που ορίζει ένα κρύσταλλο· και είναι πάνω στο πεδίο της εμμένειας που εμφανίζονται οι κρύσταλλοι. Το πραγματικό και το εικονικό συνυπάρχουν, και μπαίνουν σε ένα σφιχτό κύκλωμα το οποίο συνεχώς ανατρέχουμε από τον ένα στον άλλο. Δεν είναι πλέον μοναδικοποίηση, αλλά εξατομίκευση ως διεργασία, το πραγματικό και το εικονικό του: δεν είναι πλέον πραγμάτωση αλλά αποκρυστάλλωση. Η απόλυτη εικονικότητα δεν χρειάζεται πλέον να πραγματώσει τον εαυτό της, καθώς είναι μια αυστηρή αλληλένδετο με το πραγματικό με το οποίο σχηματίζει το σφιχτότερο κύκλωμα. Δεν είναι τόσο που κάποιος δεν μπορεί να αποδώσει τους όρους «πραγματικό» και «εικονικό» σε διακριτά αντικείμενα, αλλά μάλλον που τα δυο είναι μη διακριτά μεταξύ τους.

Paula Rabinowitz: Από το Ξυλοδαρμό του Rodney King στο Φόνο του Michael Brown

Η προθεσμία για το δοκίμιο αυτό ήρθε λίγες μέρες πριν την απόφαση των ενόρκων που συνεδρίασαν για να αποφασίσουν αν ο αστυνομικός από το Φέργκιουσον του Μιζούρι, Darren Wilson θα κατηγορούνταν για τον φόνο στις 9 Αυγούστου 2014 του Michael Brown, του άοπλου έφηβου που σταμάτησε στο φως της μέρας ενώ περπατούσε στο δρόμο με ένα φίλο του. Τα σχόλια μου δεν μπορούν να αποδώσουν τι συνέβη στη διάρκεια της αντιπαράθεσης που άφησε έναν ακόμη νεαρό Αφροαμερικανό νεκρό σε μια λίμνη του ίδιου του αίματός του σε ένα δρόμο. Είναι το γεγονός του τόπου του, της θέσης του ξαπλωμένου στο δρόμο, χτυπημένος από την αστυνομία και τον εικόνων που ακολούθησαν, όχι από τη σκηνή αυτή, αλλά από μια ιδιαίτερα στρατιωτικοποιημένη αστυνομία σε πλήρη ανάπτυξη για να καταπνίξει τη βία από τις ακόλουθες διαμαρτυρίες στο δρόμο που προκάλεσαν τα σχόλια μου.

Stefanos Katsikas: Η Ζωή στα Μετόπισθεν

Οι δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα και στην Τουρκία δημιούργησε μια νοσταλγία για τις περιοχές που άφησαν πίσω και μια εξιδανίκευση του τρόπου ζωής πριν την ανταλλαγή πληθυσμών. Στις αφηγήσεις εκείνων που ανταλλάχθηκαν, η πατρίδα από την οποία ξεριζώθηκαν σχεδόν πάντα αναφέρεται ως γόνιμη, πλούσια και πιο όμορφη από τη γη που εγκαταστάθηκαν, όπου οι ντόπιοι συνήθως θεωρούνται απολίτιστοι και δίχως καλούς τρόπους σχε σχέση με τους πρόσφυγες. Για παράδειγμα, οι Μουσουλμάνοι χασάπηδες και έμποροι από τη Κρήτη, ως πρόσφυγες στη νέα τους πατρίδα (Τουρκία), αυτοπροσδιορίζονται ως «Ευρωπαίοι» αντίθετα με τους «Ανατολίτες», δηλαδή τους άλλους Τούρκους. Ο Muhittin Yavuz, Μουσουλμάνος από το Βρασνό στα Γρεβενά, θυμάται: «όταν ήρθαμε στο Χονάζ δεν υπήρχαν έθιμα, πολιτισμός. Κάρφωναν δυο στύλους, κρέμαγαν ένα σάκο, έβαζαν λίγο άχυρο και το έλεγαν τουαλέτα. Στα μέρη μας κάθε σπίτι είχε τουαλέτα μέσα». Οι δυσκολίες των εκτοπισμένων στις νέες πατρίδες τους και η νοσταλγία τους για τις χαμένες πατρίδες στην Ελλάδα και στην Τουρκία δημιούργησαν μια ξεχωριστή προσφυγική ταυτότητα διακριτή σε ένα συναίσθημα περηφάνιας και αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες της ίδιας περιοχής. Η νοσταλγία και η εξιδανίκευση της ζωής και των σχέσεων παραμέρισε σε ένα βαθμό τις αρνητικές μνήμες του παρελθόντος: τις συγκρούσεις με τους Ελληνορθόδοξους ή τους Μουσουλμάνους γείτονες τους. Με τον ίδιο τρόπο, η εθνική ιστορία και στα δυο κράτη παραμερίζει τη νοσταλγία ή την εξιδανίκευση της ζωής και των σχέσεων μεταξύ Μουσουλμάνων και Χριστιανών πριν την αναγκαστική ανταλλαγή επειδή αυτή η εικόνα δεν ταιριάζει απόλυτα με την απεικόνιση της σκοτεινότερης πλευράς του εθνικού εχθρού.

Gérard de Lacaze-Duthiers: Οι Πραγματικοί Επαναστάτες

Οι επαναστάτες δεν είναι εκείνοι που πιστεύουν πως έχουν στη κατοχή τους την αλήθεια, αλλά εκείνοι που ξέρουν πως η αλήθεια είναι παντού και το καθήκον τους είναι να την ανακαλύψουν οπουδήποτε υπάρχει αυτή. Δεν είναι αυτοί που γνωρίζουν μόνο ένα μέσο για την βελτίωση της ανθρωπότητας: τη βία. Είναι αυτοί που απορροφούν μεγάλες σκέψεις, που στοχάζονται και ονειρεύονται. Δεν επιτίθονται σε κανένα για να επιβάλουν τις ιδέες τους: είναι πάνω στους ίδιους που ασκούν τη βία τους· μεταρρυθμίζουν τους εαυτούς τους και επιδιώκουν να γίνουν καλύτεροι. Είναι στη καρδιά της καρδιάς τους που πραγματώνουν τη μεγάλη μέρα [την επανάσταση].είναι αυτό το οχυρό προκαταλήψεων που η κοινωνική επανάσταση τους κάνει να επιτεθούν. Είναι η δική τους θέληση ζητούν να τους βοηθήσει στο να γίνουν κάτι νέο.

Enzo Traverso: Η Γραμμή Παραγωγής του Φόνου

Η εξολόθρευση των Εβραίων της Ευρώπης έχει γίνει η επιτομή του απόλυτου κακού στη δική μας εκδοχή της ιστορία του 20ου αιώνα. Κάποιοι ιστορικοί θεωρούν την μνήμη της Σοά ως μια νέα πολιτική θρησκεία του δυτικού κόσμου, ένα αρνητικό μέτρο σύγκρισης με το οποίο μετριέται η νομιμότητα των δημοκρατικών θεσμών μας. Το Άουσβιτς πρέπει να γίνει κατανοητό σε ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο από εκείνο του ναζισμού, του 2ου ΠΠ, ή των ολοκληρωτικών συστημάτων του 20ου αιώνα. Αντί για φαινόμενο δίχως προηγούμενο, ήταν μια μοναδική σύνθεση στοιχείων που δρούσαν μέσα στο πολιτισμό μας. Παρά τις παθολογικές του εκδηλώσεις, ο ναζισμός ήταν βαθιά ριζωμένος στην ιστορία, το πολιτισμό και τη τεχνολογία του σύγχρονου κόσμου, και στις μορφές οργάνωσης, παραγωγής και κυριαρχίας.

Camillo Berneri: Η Λατρεία του Εργάτη

Δεν δέχτηκα ποτέ δίχως ερωτηματικά συγκεκριμένες νιτσεϊκές τάσεις από τη πλευρά συγκεκριμένων ατομιστών που προορίζονταν να καταλήξουν ως γραμματείς στο Υπουργείο Εργασίας ή χειρότερα, αλλά εξίσου δεν έγλυψα ποτέ τις μπότες ενός «αφυπνισμένου και εξελιγμένου» προλεταριάτου, ούτε ακόμη και σε συναντήσεις. Και δεν κατανοώ την ευγενική γλώσσα που χρησιμοποιείται από τους κομμουνιστές αρχιερείς. Σε ένα άρθρο (αναφέρω ένα μεταξύ χιλιάδων) από την Azione Antifascista, τον Ιούνιο του 1933, διαβάζω πως ο Gramsci είναι «προλεταριακό πνεύμα». Που άκουσα ξανά αυτή τη φράση; Ψάχνω στη μνήμη μου. Α, θυμήθηκα! Ήταν στο Le Pecq όταν ντυμένος στα ρούχα μου της οικοδομής, με ξάφνιασε ένας από τους κομμουνιστές επιστάτες. «Τώρα, Berneri, θα μάθεις τι είναι το προλεταριακό πνεύμα!». Έτσι μου απευθύνθηκε. Μεταξύ του ανακατέματος της άμμου και δυο κουβάδων έρματος αναλογιζόμουν το ¨προλεταριακό πνεύμα». Και όπως πάντοτε αναδύθηκαν μνήμες από τη καρδιά για να με βοηθήσουν να ξεκαθαρίσω το πρόβλημα. Οι πρώτες επαφές μου με το προλεταριάτο: εδώ ήταν που αναζήτησα για το υλικό που θα μου έδινε ένα ορισμό. Δεν βρήκα το «προλεταριακό πνεύμα». Βρήκα ξανά τους παλιούς μου συντρόφους: νεαρούς σοσιαλιστές της Ρέτζιο Εμίλια και των γύρω περιοχών. Ήταν γενναιόδωροι στη καρδιά, ανοιχτοί στο μυαλό, επίμονοι στη θέληση. Τότε άρχισα να γνωρίζω τους αναρχικούς. Ο Torquato Gobbi ήταν ο δάσκαλος μου· εκείνα τα βράδια με ομίχλη στην οδό Εμίλια, κάτω από τα περιστύλια που αντηχούσαν από τις προσπάθειες μου να αντισταθώ στα ήρεμα επιχειρήματα του. Ήταν βιβλιοδέτης, εγώ μαθητής στο λύκειο, ακόμη «παιδί του μπαμπά» και αγνοούσα, έτσι, το πραγματικό, μεγάλο πανεπιστήμιο της ζωής. Μετά από αυτό, πόσοι πολλοί εργάτες στη καθημερινότητα μου! Αλλά αν στον ένα βρήκα τη σπίθα που άναψε τις δικές μου σκέψεις, αν σε ένα άλλο ανακάλυψα τις εκλεκτικές συγγένειες, αν σε ένα άλλο μπορούσα ακόμη να είμαι ανοιχτός και να τον εμπιστεύομαι σαν αδερφό, πόσους άλλους κενούς βρήκα, πόσοι πολλοί με ενόχλησαν με τις αλαζονικές ανοησίες τους, πόσοι πολλοί με αηδίασαν με το κυνισμό τους! Το προλεταριάτο ήταν «ο λαός»: αυτοί οι ημι-αστοί στο κόσμο των οποίων είχα ζήσει, ο φοιτητικός κόσμος στον οποίο είχα ζήσει· με μια λέξη, το πλήθος. Και οι πιο διανοούμενοι και αυθόρμητοι από τους εργάτες συντρόφους μου ποτέ δεν μου μίλησαν για το «προλεταριακό πνεύμα».

David Cesarani: Η Πτώση, Απολογία ή Συνενοχή;

Εκατομμύρια Γερμανοί πήγαν να δουν την ταινία Η Πτώση και παρά κάποιες αστοχίες σχετικά με τον «εξανθρωπισμό» του Hitler το μεγαλύτερο μέρος της αντίδρασης ήταν θετική. Η ταινία άγγιξε ξεκάθαρα μια χορδή της κοινής αίσθησης και συναισθημάτων σχετικά με το ναζιστικό παρελθόν στην Γερμανία. Αυτό δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει γιατί η εκπληκτική ερμηνεία του Hitler από τον Bruno Ganz, απέχει από το να κάνει τον Führer συμπαθητικό χαρακτήρα, τον εκθέτει ως αποκρουστικό ανθρώπινο όν κενό από οποιαδήποτε έννοια σχετικά με τη μιζέρια στην οποία οδήγησε τους ανθρώπους του. Το πρόβλημα με την ταινία δεν είναι λοιπόν ο «εξανθρωπισμός» του Hitler αλλά οι συνέπειες που προκύπτουν από το θέαμα ενός έθνους που έφτασε στη καταστροφή από ένα βάναυσο, σκληρό, εγωμανή, αναίσθητο, μεγαλομανή. Σύμφωνα με τον Philip French, ένα κορυφαίο Βρετανό κριτικό κινηματογράφου, «Πρόκειται για μια μεγάλη, καθηλωτική, λεπτομερή ταινία σχετικά με ένα έθνος στο έλεος μιας δηλητηριώδους ιδεολογίας και ενός χαρισματικού φανατικού που τους οδήγησε στο χείλος της αβύσσου». Η Πτώση επιτρέπει στους Γερμανούς να δουν τους εαυτούς τους ως θύματα του Hitler, του ναζισμού και του πολέμου αντί ως δράστες, μια τάση που εμφανίζεται σποραδικά από το Historikerstreit (την αντιπαράθεση ιστορικών την δεκαετία του 1980 σχετικά με τις ερμηνείες του ναζιστικού παρελθόντος). Ούτε και είναι τυχαίο αυτό. Ο παραγωγός της ταινίας, Bernd Eichinger, σχετίζεται με δημοσιογραφικούς και πολιτικούς κύκλους που εργάζονται για την παραγωγή ενός «χρησιμοποιήσιμου» γερμανικού παρελθόντος που περιλαμβάνει την καλλιέργεια την αντίληψη των Γερμανών πως ήταν «στο έλεος» του Ναζισμού. Εμπνεύστηκε να κάνει την Πτώση εν μέρει διαβάζοντας το Inside Hitler’s Bunker του Joachim Fest, έναν από τους μεταπολεμικούς Γερμανούς διανοούμενους που έχουν κάνει πολλά για να θρέψουν αυτή την αντίληψη για το Τρίτο Ράιχ.

Bruce Levine: Ο Θεός του Spinoza και του Einstein

Ο Θεός του Spinoza δεν είναι υπό καμιά περίπτωση ο Βιβλικός πατρικός Θεός που τιμωρεί προσωπικά άτομα και λαούς για την ανυπακοή και επιβραβεύει για την συμμόρφωση. Ο Θεός του Spinoza δεν είναι μια «προσωπικότητα» και με κανένα τρόπο δεν είναι η κορυφή της ιεραρχίας της ζωής. Ο Spinoza δεν ανθρωπομορφοποιεί το Θεό. Ο Θεός του Spinoza, αντίθετα, συμπεριλαμβάνει όλες τις όψεις της φύσης και του σύμπαντος περιλαμβανομένων των πεπερασμένων και άπειρων πτυχών του και όλων των νόμων του – φυσικούς, ψυχολογικούς και άλλους. Τα ανθρώπινα όντα είναι μέρος της φύσης αλλά περιορισμένα στην ικανότητα τους στο να κατανοήσουν ολόκληρη τη φύση. Και έτσι η ιδέα του Spinoza για το Θεό προκαλεί μια ταπεινότητα με την έννοια πως μπορεί να συνδεόμαστε με κάποιο μέρος του Θεού αλλά είναι λογικά αδύνατο να συνδεθούμε με το σύνολο του Θεού. Έτσι για τον Spinoza, κάποιος που με αυτοεπιβεβαιώνεται πως κατέχει την αλήθεια του Θεού είναι αλαζόνας και φαντασιόπληκτος. Οι φιλόσοφοι αναρωτιούνται αν ο Spinoza είναι πανθεϊστής (ο Θεός είναι η ψυχή του σύμπαντος, υπερβαίνοντας το σύμπαν). Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Θεός του Spinoza δεν έχει να κάνει τίποτα με το θεό ων Δέκα Εντολών του Cecil B. DeMille, ο θεός των οποίων μιλά με μια βαθιά δυνατή φωνή, θυμώνει, και τιμωρεί με σκληρότητα τους παραβάτες. Ο Θεός του Spinoza είναι πολύ ωραίος για να κάνει τέτοιου είδους πράγματα.

László Moholy-Nagy: Ο Χωροχρόνος και ο Φωτογράφος

Τα χαρακτηριστικά που εμφανίζει η φωτογραφική τεχνική στο μηχανικό πεδίο έχουν αλλάξει ήδη τον τρόπο αντίληψης ενός αντικειμένου, τη δομή του, την υφή του, την επιφάνειά του, και τα έχουν θέσει σε μια καινούργια σχέση ως προς το φως και το χώρο. Αλλά τι μπορούμε να κάνουμε μ’ αυτές τις νέες γνώσεις, πως μπορούμε να τις ταξινομήσουμε και να τις βάλουμε στη ζωή μας; Είναι κάτι που μπορεί να πετύχει κανείς μόνο με την ανθρώπινη πρωτοβουλία, με σκέψεις που στηρίζονται σε μια νέα αρχή: την ενσωμάτωση. Η ενσωμάτωση είναι σήμερα η προσπάθεια να ξεφύγουμε από την ανευθυνότητα μιας αυστηρά ειδικευμένης ζωής. Μια ανώριμη ειδίκευση οδηγεί σε μια μηχανική τελειότητα χωρίς τη ζωογόνα γνώση άλλων βασικών αρχών. Η ειδικευμένη εποχή μας βασίζεται πάνω στην πολλαπλότητα των πληροφοριών που βομβαρδίζουν αλύπητα το άτομο μέσω του καθημερινού τύπου, των περιοδικών, του ραδιοφώνου, του κινηματογράφου. Η τραγική όψη της κατάστασης έγκειται στο γεγονός ότι όσο πιο πολύ το άτομο μαθαίνει να γνωρίζει τα πράγματα μ’ αυτόν τον επιφανειακό τρόπο τόσο λιγότερο είναι σε θέση να καταλάβει γιατί δεν του μάθανε να τα συσχετίζει και να ενσωματώνει αυτές τις σκόρπιες και τυχαίες πληροφορίες. Και η φωτογραφία, αν δε συντονιστεί και συνδεθεί με άλλα πεδία, είναι καταδικασμένη να μείνει μόνο ένα απλό εργαλείο πληροφόρησης.