Απόσπασμα από το βιβλίο “A Power Goverments Cannot Suppress» (2006, City Lights). Αναδημοσίευση στο περιοδικό Zcommunications. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

Πενήντα χρόνια μετά τις εκτελέσεις των Ιταλών μεταναστών Σακκό και Βαντσέττι, ο κυβερνήτης της Μασσαχουσέτης, Δουκάκης, συνέστησε μια επιτροπή για να διερευνήσει σε πιο βαθμό η δίκη τους υπήρξε δίκαιη. Το πόρισμα έδειξε πως η δίκη δεν ήταν δίκαιη, ξεσηκώνοντας μια μικρή θύελλα αντιδράσεων.

Με μια ενυπόγραφη επιστολή ο Τ. Μ. Κάμποτ, πρώην πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών, διακήρυξε την «βαθιά του αγανάκτηση» και επισήμανε πως η επικύρωση της απόφασης από τον τότε κυβερνήτη Φούλερ, έγινε μετά από εισήγηση «τριών από τους πιο σεβαστούς και διαπρεπείς πολίτες της Μασαχουσέτης – τον πρόεδρο του Χάρβαρντ, Λόουελ, τον πρόεδρο του ΜΙΤ, Στράτον και τον συνταξιούχο δικαστή Γκράντ».

Οι τρεις αυτοί «διαπρεπείς και σεβάσμιοι πολίτες» απεικονίστηκαν με διαφορετική ματιά από τον Χέιγουντ Μπρούν, ο οποίος μετά την ανακοίνωση του πορίσματός τους προς το κυβερνήτη, έγραψε στη στήλη του στο περιοδικό New York World:

«Δεν συμβαίνει σε κάθε φυλακισμένο να είναι ο πρόεδρος του Χάρβαρντ αυτός που θα γυρίσει το διακόπτη… Αν αυτό είναι λιντσάρισμα, τουλάχιστον ο ιχθυοπώλης και ο εργάτης μπορούν να παρηγορήσουν τις ψυχές τους πως θα πεθάνουν στα χέρια ανδρών με βραδινά ενδύματα και ακαδημαϊκές τηβέννους».

Ο Χέιγουντ Μπρούν, ένας από τους πλέον επιφανείς δημοσιογράφους του εικοστού αιώνα, δεν παρέμεινε για πολύ αρθρογράφος του New York World.

Στην 50η επέτειο της εκτέλεσης, οι Times της Νέας Υόρκης έγραφαν: «Το σχέδιο του δημάρχου Μπιμ να ανακηρύξει την ερχόμενη Τετάρτη ως «Ημέρα Σακκό και Βαντσέττι» ακυρώθηκαν ώστε να αποφευχθεί  η όποια αναστάτωση, όπως είπε χθες εκπρόσωπος του Δήμου».

Πρέπει να υπάρχει κάποιος πολύ καλός λόγος γιατί μια υπόθεση πενήντα ετών, τώρα παραπάνω από εβδομήντα πέντε, προκαλεί τέτοιες αντιδράσεις. Πιστεύω πως είναι γιατί αν μιλήσουμε ανοιχτά για τους Σακκό και Βαντσέττι αναπόφευκτα θα αναφερθούν θέματα που μας προβληματίζουν και σήμερα: το σύστημα δικαίου, η σχέση μεταξύ πολεμικού πυρετού και κοινωνικών και πολιτικών ελευθεριών και το πιο προβληματικό όλων, οι ίδιες οι ιδέες του αναρχισμού: η καταστροφή των εθνικών συνόρων και ως εκ τούτου του πολέμου, η εξαφάνιση της φτώχιας και η ίδρυση πλήρους δημοκρατίας.

Η υπόθεση των Σακκό και Βαντσέττι αποκάλυψε με το πιο κατηγορηματικό τρόπο πως οι ευγενείς λέξεις που βρίσκονται χαραγμένες πάνω από τα δικαστήρια μας: «Ισότιμη Δικαιοσύνη Υπό Το Νόμο», ήταν πάντα ένα ψέμα. Αυτοί οι άνδρες, ο ιχθυοπώλης και ο τσαγκάρης, δεν μπορούσαν να έχουν ίση μεταχείριση από το Αμερικάνικο δικαστικό σύστημα, γιατί η δικαιοσύνη δεν αποδίδεται ισότιμα σε φτωχούς και πλούσιους, στους ντόπιους και τους ξένους, τον ορθόδοξο και το ριζοσπάστη, το λευκό και τον αλλόφυλο. Αν και σήμερα η  αδικία μπορεί να υλοποιηθεί με πιο διακριτικούς και περίτεχνους τρόπους από ότι στις ωμές συνθήκες της υπόθεσης των Σακκά και Βαντσέττι, η ουσία παραμένει.

Στην περίπτωση τους η αδικία σκανδαλώδης. Δικάζονταν για ληστεία και φόνο, αλλά στο μυαλό του εισαγγελέα, του δικαστή και των ενόρκων, το σημαντικότερο χαρακτηριστικό πάνω τους, όπως το είπε ο Άπτον Σινκλέρ στο σπουδαίο μυθιστόρημα του, “Βοστώνη”, ήταν πως ήταν “woops”, ξένοι, εργάτες και ριζοσπάστες.

Ένα παράδειγμα από την ανάκριση της αστυνομίας:

 

“Αστ.: Είσαι πολίτης;

Σακκό: Όχι

Αστ.: Είσαι κομμουνιστής;

Σακκό: Όχι

Αστ.: Αναρχικός;

Σακκό: Όχι

Αστ.: Πιστεύεις στο πολίτευμά μας;

Σακκό: Ναι, αλλά θα ήθελα κάποια πράγματα να ήταν διαφορετικά”

 

Τι είχαν να κάνουν αυτές οι ερωτήσεις με τη ληστεία σε ένα εργοστάσιο υποδημάτων στο Νότιο Μπρέιντρι της Μασαχουσέτης και με το πυροβολισμό ενός επιστάτη και ενός φύλακα;

Ο Σακκό έλεγε ψέματα φυσικά. Όχι, δεν είμαι κομμουνιστής. Όχι, δεν είμαι αναρχικός. Γιατί να πει ψέματα στην αστυνομία; Γιατί ένας Εβραίος να πει ψέματα στη Γκεστάπο; Γιατί ένας μαύρος στη Νότια Αφρική να πει ψέματα στους ανακριτές του; Γιατί ένας αντιφρονούντας στη Σοβιετική Ένωση να πει ψέματα στη μυστική αστυνομία; Γιατί όλοι γνωρίζουν πως δεν υπάρχει δικαιοσύνη για αυτούς.

Έχει υπάρξει ποτέ δικαιοσύνη στο Αμερικάνικο σύστημα για το φτωχό, τα μέλη μειονοτήτων, το ριζοσπάστη; Όταν οι οχτώ αναρχικοί του Σικάγο καταδικάστηκαν σε θάνατο μετά τις ταραχές στη πλατεία Χέιμαρκετ (αστυνομικές ταραχές, κυριολεκτικά) του 1886, δεν ήταν επειδή υπήρξε κάποια απόδειξη που τους συνέδεε με την βόμβα που εξερράγη ανάμεσα στους αστυνομικούς, δεν υπήρχε ίχνος απόδειξης. Ήταν γιατί ήταν ηγετικές μορφές του αναρχικού κινήματος του Σικάγο.

Όταν ο Γιουτζίν Ντεμπς(1) και χίλιοι ακόμη στάλθηκαν στις φυλακές κατά το 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, με το νόμο περί κατασκοπείας, ήταν γιατί ήταν κατάσκοποι; Όχι. Ήταν σοσιαλιστές που μίλησαν ενάντια του πολέμου. Επικυρώνοντας τη δεκαετή ποινή του Ντεμπς, ο δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου, Όλιβερ Γουέντελ Χόλμς, ξεκαθάρισε πως ο Ντεμπς πρέπει να φυλακιστεί. Χρησιμοποίησε τα λόγια του Ντεμπς: «Η άρχουσα τάξη είναι αυτή που κηρύττει πάντα τους πολέμους, η εξουσιαζόμενη  τάξη είναι αυτή που πάντοτε πολεμά στις μάχες».

Ο Χολμς, που θεωρείται από τους πιο σπουδαίους προοδευτικούς δικαστές, όρισε τα όρια της ελευθερίας, όρια δημιουργημένα από ένα εκδικητικό εθνικισμό. Όταν εξάντλησαν τις εφέσεις τους οι Σακκό και Βαντσέττι η υπόθεσή τους έφτασε μπροστά από τον Χολμς στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αρνήθηκε να εξετάσει την υπόθεση, αφήνοντας την καταδίκη να σταθεί.

Στην εποχή μας, οι Έθελ και Τζούλιους Ρόζενμπεργκ στάλθηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα. Ήταν γιατί ήταν ένοχοι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι έδιναν ατομικά μυστικά στη Σοβιετική Ένωση; Ή επειδή ήταν κομμουνιστές όπως ξεκαθάρισε, με την ανοχή του δικαστή, ο κατήγορος; Ήταν ακόμη επειδή η χώρα βρισκόταν στη μέση μιας αντικομμουνιστικής υστερίας, οι κομμουνιστές μόλις είχαν πάρει την εξουσία στη Κίνα, υπήρχε ο πόλεμος στη Κορέα και το βάρος όλων αυτών θα μπορούσε να φορτωθεί σε δυο Αμερικάνους κομμουνιστές.

Γιατί ο Τζόρτζ Τζάκσον(2), στη Καλιφόρνια, καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλάκιση για εβδομήντα δολάρια και στη συνέχεια εκτελέστηκε από τους φύλακες; Ήταν μήπως γιατί ήταν φτωχός, μαύρος και ριζοσπάστης;

Μπορεί ένας Μουσουλμάνος σήμερα μέσα στο κλίμα του «Πολέμου εναντίον της Τρομοκρατίας» να λάβει ισότιμη δικαιοσύνη από το νόμο; Γιατί το γείτονα μου στον επάνω όροφο, ένα μελαχρινό Βραζιλιάνο που μπορεί να μοιάζει και με Μουσουλμάνο της Μέσης Ανατολής, τον έβγαλε από το αυτοκίνητό του η αστυνομία, δίχως να έχει παραβιάσει κάποιο κανόνα και τον ανέκρινε και ταπείνωσε;

Γιατί από τα δυο εκατομμύρια ανθρώπους στις αμερικάνικες φυλακές, τα έξι εκατομμύρια σε αναστολή, επιτήρηση ή υπό παρακολούθηση είναι δυσανάλογα άτομα από μειονότητες, είναι δυσανάλογα φτωχοί; Μια μελέτη έδειξε πως το 70% των ανθρώπων στις φυλακές της πολιτείας της Νέας Υόρκης προέρχονται από εφτά γειτονιές της πόλης της Νέας Υόρκης – γειτονιές φτώχιας και απόγνωσης.

Η ταξική αδικία υπάρχει σε κάθε δεκαετία, σε κάθε αιώνα της ιστορίας μας. Στο απόγειο της υπόθεσης των Σακκό και Βαντσέττι, ένας εύπορος άνδρας στη πόλη Μίλτον, νότια της Βοστώνης, πυροβόλησε και σκότωσε έναν άνδρα, που μάζευε ξύλα για τη φωτιά στην έκταση του. Πέρασε οχτώ μέρες στη φυλακή, μετά αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση και δεν διώχθηκε. Ο εισαγγελέας την αποκάλεσε «δικαιολογημένη ανθρωποκτονία». Άλλος νόμος για τους πλούσιους, άλλος νόμος για τους φτωχούς – ένα σταθερό χαρακτηριστικό του συστήματος μας της δικαιοσύνης.

Η φτώχια όμως δεν ήταν το κύριο έγκλημα των Σακκό και Βαντσέττι. Ήταν Ιταλοί, μετανάστες, αναρχικοί. Είχαν περάσει λιγότερό από δυο χρόνια από τη λήξη του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου. Είχαν διαδηλώσει κατά του πολέμου. Είχαν αρνηθεί να καταταγούν. Είδαν την μεγιστοποίηση της υστερίας εναντίον των ριζοσπαστών και των ξένων, είδαν τις επιδρομές των ανδρών του Γενικού εισαγγελέα Πάλμερ, που εισέβαλλαν σε σπίτια στη μέση της νύχτας χωρίς ένταλμα, κρατούσαν ανθρώπους σε απομόνωση και τους χτυπούσαν με ρόπαλα και γκλομπ.

Στη Βοστώνη, συλλάβαν πεντακόσιους, τους αλυσόδεσαν μεταξύ τους και τους παρέλασαν στους δρόμους της πόλης. Ο Λουίτζι Γκαλεάνι(3), συντάκτη της εφημερίδας Cronaca Sovversiva(4), στην οποία οι Σακκό και Βαντσέττι ήταν συνδρομητές, συνελήφθη στη Βοστώνη και απελάθηκε με συνοπτικές διαδικασίες.

Παράλληλα κάτι ακόμη πιο τρομακτικό συνέβη. Ο αναρχικός σύντροφος των Σακκό και Βαντσέττι, ο τυποθέτης Αντρέα Σαλσέντο, που ζούσε στη Νέα Υόρκη, απήχθη από άνδρες του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ερευνών (BOI, μετέπειτα FBI) – χρησιμοποιώ τη λέξη απήχθη για να περιγράψω την παράνομη αρπαγή ενός ανθρώπου – και κρατήθηκε στο 14ο όροφο των γραφείων του BOI στο κτίριο Park Row. Δεν του επιτράπηκε να τηλεφωνήσει στην οικογένεια του, στους φίλους του ή στο δικηγόρο του. Σύμφωνα με συγκρατούμενό του(5). Στη διάρκεια της 8ης εβδομάδας της κράτησής του, στις 3 Μαΐου 1920, το σώμα του Σαλσέντο βρέθηκε πολτοποιημένο στο πεζοδρόμιο κοντά στο κτίριο Park Row. Το BOI ανακοίνωσε πως είχε αυτοκτονήσει πηδώντας από το παράθυρο του 14ου ορόφου του δωματίου που κρατούνταν. Αυτό έγινε δύο μέρες πριν την σύλληψη των Σακκό και Βαντσέττι.

Χάρη στις εκθέσεις του Κογκρέσου το 1975, γνωρίζουμε σήμερα για το πρόγραμμα COINTELPROG(6) του FBI, στο οποίο πράκτορές του έκαναν διαρρήξεις σε σπίτια και γραφεία διαφόρων προσώπων, έκαναν παράνομες υποκλοπές, εμπλέκονται σε βιαιοπραγίες που έφτασαν στο φόνο και συνεργάστηκαν με την αστυνομία του Σικάγο στη δολοφονία δυο ηγετών των Μαύρων Πανθήρων το 1969(7). Το FBI και η CIA παραβιάζουν το νόμο ξανά και ξανά, δίχως τιμωρία.

Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύει κανείς πως οι πολιτικές ελευθερίες των κατοίκων της χώρας θα προστατευτούν μέσα στο κλίμα υστερίας που ακολούθησε την 11η Σεπτεμβρίου και συνεχίζεται ως τις μέρες μας. Στο εσωτερικό είχαμε μαζικές συλλήψεις μεταναστών, κρατήσεις επ’ αόριστον, απελάσεις και παράνομες παρακολουθήσεις. Στο εξωτερικό δολοφονίες, βασανιστήρια, πόλεμο και στρατιωτική κατοχή.

Παρόμοια και η δίκη των Σακκό και Βαντσέττι, άρχισε αμέσως μετά την Ημέρα Μνήμης (Memorial Day) των πεσόντων των ενόπλων δυνάμεων, ενάμιση χρόνο μετά το όργιο θανάτου και πατριωτισμού που ήταν ο 1ος Παγκόσμιος Πόλεμος, ενώ οι εφημερίδες ακόμη αντηχούσαν τα εμβατήρια και η σοβινιστική ρητορική.

Δώδεκα μέρες αφότου άρχισε η δίκη, ο τύπος ανέφερε πως οι σωροί τριών στρατιωτών μεταφέρθηκαν από τα πεδία μαχών της Γαλλίας στο Μπρόκτον, όπου ολόκληρη η πόλη συμμετείχε στην πατριωτική τελετή. Όλα αυτά υπήρχαν στις εφημερίδες που οι ένορκοι μπορούσαν να διαβάσουν.

Ο Σακκό ανακρίθηκε κατά αντιπαράσταση από τον κατήγορο Κρέτζμαν

 

Κρέτζμαν: Αγαπούσατε τη χώρα αυτή την τελευταία βδομάδα του Μάη του 1917;

Σακκό: Είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί με μια λέξη αυτό, κ. Κρέτζμαν.

Κρέτζμαν: Υπάρχουν δύο λέξεις που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε κ. Σακκό, ναι ή όχι. Ποια από τις δύο;

Σακκό: Ναι.

Κρέτζμαν: Και δείξατε αυτή την αγάπη σας για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής με το να διαφύγετε στο Μεξικό, όταν σας κάλεσε να καταταγείτε;

 

Στην αρχή της δίκης, ο δικαστής Θάιερ (ο οποίος μιλώντας παίζοντας γκολφ κατά τη διάρκεια της δίκης, είχε αποκαλέσει τους δυο κατηγορούμενους «αυτοί οι μπάσταρδοι αναρχικοί»), είπε στους ενόρκους: «Κύριοι, σας καλώ να ολοκληρώσετε την υπηρεσία για την οποία κληθήκατε εδώ με το ίδιο πνεύμα πατριωτισμού, θάρρους και αφοσίωσης στο καθήκον που επέδειξαν και οι στρατιώτες μας πέρα από τον ωκεανό».

Τα συναισθήματα που προκλήθηκαν από την έκρηξη βόμβας στο σπίτι του Γενικού Εισαγγελέα Πάλμερ(8) στη διάρκεια του πολέμου – όπως και αυτά που εκδηλώθηκαν μετά την 11η Σεπτεμβρίου – δημιούργησαν μια ασφυκτική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία οι πολιτικές ελευθερίες περιορίστηκαν.

Οι Σακκό και Βαντσέττι γνώριζαν πως όποια νομικό επιχείρημα και αν έβρισκαν οι δικηγόροι τους, δεν θα επικρατούσαν απέναντι στην πραγματικότητα της ταξικής αδικίας. Ο Σακκό είπε στο δικαστήριο στο άκουσμα της καταδίκης: «Γνωρίζω πως η ποινή θα είναι μεταξύ δυο τάξεων, της καταπιεσμένης τάξης και της πλούσιας τάξης… Για αυτό είμαι εδώ σ’ αυτό το ειδώλιο σήμερα, γιατί ανήκω στην καταπιεσμένη τάξη».

Η άποψη αυτή μοιάζει δογματική, απλουστευτική. Δεν εξηγούνται όλες οι αποφάσεις από αυτή. Ελλείψει όμως μιας θεωρίας που να ταιριάζει παντού, η απλή και δυνατή οπτική του Σακκό είναι καλύτερος οδηγός για την κατανόηση του νομικού συστήματος από μια άλλη που υποθέτει ένα διαγωνισμό μεταξύ ίσων για την αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας

Ο Βαντσέττι γνώριζε πως τα νομικά επιχειρήματα δεν θα τους έσωζαν. Αν δεν οργανωνόταν ένα εκατομμύριο Αμερικανοί, τόσο ο ίδιος όσο και ο φίλος του ο Σακκό θα πέθαιναν. Όχι λέξεις, αλλά αγώνας. Όχι εκκλήσεις, αλλά απαιτήσεις. Όχι ψηφίσματα στο κυβερνήτη, αλλά καταλήψεις εργοστασίων. Όχι λίπανση του μηχανισμού ενός υποτιθέμενου δίκαιου συστήματος για να δουλέψει καλύτερα, αλλά γενική απεργία για να γονατίσει ο μηχανισμός.

Αυτό δεν συνέβη ποτέ. Χιλιάδες διαδήλωσαν, παρέλασαν, διαμαρτυρήθηκαν, όχι μόνο στη Νέα Υόρκη, στη Βοστώνη, στο Σικάγο, στο Σαν Φρανσίσκο αλλά και στο Λονδίνο, το Παρίσι, το Μπουένος Άιρες, στη Νότια Αφρική. Δεν ήταν αρκετό. Τη νύχτα της εκτέλεσης τους χιλιάδες διαδήλωσαν στο Τσάρλστάουν, αλλά εμποδίστηκαν από μια τεράστια αστυνομική δύναμη να πλησιάσουν στις φυλακές. Διαδηλωτές συνελήφθησαν. Οπλοπολυβόλα είχαν στηθεί στις οροφές και προβολείς σάρωναν την σκηνή.

Ένα μεγάλο πλήθος συγκεντρώθηκε στην πλατεία Γιούνιον στις 23 Αυγούστου 1927. Λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα τα φώτα της φυλακής χαμήλωσαν καθώς οι δυο άνδρες κάθονταν στην ηλεκτρική καρέκλα. Οι Times της Νέας Υόρκης περιέγραψαν την σκηνή: «Το πλήθος αντέδρασε με ένα τεράστιο λυγμό. Γυναίκες λιποθύμησαν σε δεκαπέντε, είκοσι σημεία. Άλλοι, αποκαμωμένοι σωριάστηκαν στο πεζοδρόμιο και έκρυψαν τα πρόσωπά τους στα χέρια τους, άνδρες έγειραν ο ένας στο ώμο του άλλου και έκλαιγαν».

Το υπέρτατο έγκλημα τους ήταν ο αναρχισμός τους, μια ιδέα η οποία ακόμη και σήμερα μας τρομάζει σαν κεραυνός, λόγω της ουσιώδους αλήθειας του: Είμαστε όλοι ένα, εθνικά σύνορα και εθνικά μίση πρέπει να εξαφανιστούν, ο πόλεμος δεν είναι ανεκτός, οι καρποί της γης πρέπει να μοιράζονται και πως μόνο με οργανωμένο αγώνα ενάντια στην εξουσία μπορεί ένας τέτοιος κόσμος να πραγματωθεί.

Η κληρονομιά από την υπόθεση Σακκό και Βαντσέττι δεν είναι μόνο τραγωδία, αλλά και έμπνευση. Τα αγγλικά τους δεν ήταν τέλεια, αλλά όταν μιλούσαν ήταν σαν ένα είδος ποίησης. Ο Βαντσέττι είπε για το φίλο του Σακκό:

«Ο Σακκό είναι καρδιά, πίστη, χαρακτήρας, άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που αγαπά τη φύση και τους ανθρώπους. Ένας άνθρωπος που τα έδωσε όλα, που θυσίασε τα πάντα για το σκοπό της ελευθερίας και για την αγάπη του για τον άνθρωπο: χρήματα, ανάπαυση, εγκόσμιες φιλοδοξίες, την γυναίκα του, τα παιδιά του, τον εαυτό του και τη ζωή του… Ναι, μπορεί να είμαι πιο πνευματώδης, όπως είπαν κάποιοι, είμαι καλύτερος στα λόγια από εκείνον, αλλά πολλές, πολλές φορές, στο άκουσμα της εγκάρδιας φωνής του ηχεί μια μεγαλειώδης πίστη. Αναλογιζόμενος την υπέρτατη θυσία του, αναπολώντας τον ηρωισμό του, ένοιωσα μικρός. Μικρός μπροστά στο μεγαλείο του και ανάγκασα τον εαυτό μου να κρατήσει μακριά τα δάκρυα από τα μάτια μου, να σβήσει τους λυγμούς στο λαιμό μου για να μη κλάψω μπροστά του – σ’ αυτόν τον άνδρα που αποκάλεσαν αρχηγό, δολοφόνο και καταραμένο».

Το χειρότερο όλων ήταν πως ήταν αναρχικοί, δηλαδή είχαν μια τρελή αντίληψη πλήρους δημοκρατίας στην οποία ούτε ξένοι, ούτε φτώχια θα υπήρχαν και πίστευαν πως χωρίς αυτές τις προκλήσεις ο πόλεμος θα τελείωνε για πάντα. Για να συμβεί όμως αυτό οι πλούσιοι έπρεπε να πολεμηθούν και τα πλούτη τους να αφαιρεθούν. Αυτή η αναρχική ιδέα είναι χειρότερο έγκλημα από τη ληστεία μιας μισθοδοσίας, και έτσι ακόμη και σήμερα η ιστορία των Σακκό και Βαντσέττι δίχως να προκαλέσει ανησυχία.

Ο Σακκό έγραψε στο γιό του, τον Ντάντε: «Για αυτό γιέ μου, αντί να κλάψεις, να είσαι δυνατός, ώστε να μπορέσεις να παρηγορήσεις τη μητέρα σου, πήγαινε την ένα μακρινό περίπατο στην ήσυχη εξοχή, μαζεύοντας αγριολούλουδα εδώ και εκεί, ξεκουράσου κάτω από τη σκιά των δέντρων… Αλλά πάντοτε να θυμάσαι Ντάντε στο χαρούμενο παιχνίδι αυτό, μην τα πάρεις όλα για σένα μόνο… βοήθησε τους καταδιωγμένους και τα θύματα γιατί είναι οι πιο καλοί σου φίλοι… Στον αγώνα αυτό της ζωής θα βρεις περισσότερη αγάπη και θα αγαπηθείς».

Ναι ήταν ο αναρχισμός τους και η αγάπη τους για την ανθρωπότητα που τους καταδίκασε. Όταν συνελήφθη ο Βαντσέττι είχε στη τσέπη του ένα φυλλάδιο που ανακοίνωνε μια συνάντηση που θα γινόταν πέντε ημέρες αργότερα. Ήταν ένα φυλλάδιο που θα μπορούσε να μοιραστεί και σήμερα παντού στο κόσμο, το ίδιο επίκαιρο όπως και τη μέρα της σύλληψής τους. Έγραφε:

«Πολεμήσατε σε όλους τους πολέμους. Δουλέψατε σε όλους τους καπιταλιστές. Περιπλανηθήκατε σε όλες τις χώρες. Απολαύσατε τους καρπούς των κόπων σας, το έπαθλο των νικών σας; Σας παρηγορεί το παρελθόν; Σας χαμογελά το παρόν; Σας υπόσχεται κάτι το μέλλον; Έχετε βρει ένα κομμάτι γης που θα ζήσετε και θα πεθάνετε σαν άνθρωποι; Για αυτά τα ερωτήματα, για αυτούς τους προβληματισμούς, για αυτό το θέμα, τον αγώνα για την ύπαρξη, θα μιλήσει ο Μπαρτολομέο Βαντσέττι»

Η συνάντηση δεν έγινε ποτέ. Το πνεύμα τους όμως υπάρχει ακόμη και σήμερα με ανθρώπους που πιστεύουν και αγαπούν και παλεύουν παντού στο κόσμο.

 

 

 

 

  1. Αμερικάνος σοσιαλιστής και από τα ιδρυτικά στελέχη του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος της Αμερικής και αργότερα των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου.
  2. Αφροαμερικανός ακτιβιστής, μαρξιστής, συγγραφέας, μέλος των Μαύρων Πανθήρων και ιδρυτικό στέλεχος των BGF (Black Guerilla Familly). Σκοτώθηκε στη διάρκεια απόπειρας απόδρασης στη φυλακή του Σαν Κουέντιν.
  3. Ιταλός αναρχικός, έζησε στις ΗΠΑ από το 1901 ως την απέλαση το 1919, υποστήριξε την «προπαγάνδα της πράξης». Μετά την απέλαση του στην Ιταλία και την άνοδο των φασιστών του Μουσσολίνι στην εξουσία το 1922 καταδικάστηκε σε 14 μήνες φυλακή, το 1926 εκτοπίστηκε σε διάφορα νησιά της Ιταλίας, αργότερα μεταφέρθηκε στην ηπειρωτική Ιταλία. Πέθανε το 1931 σε ηλικία 70 ετών. Στην ομάδα του αποδίδεται η βομβιστική επίθεση στη Γουόλ Στριτ το 1920.
  4. Ιταλόφωνη αναρχική εφημερίδα που εκδιδόταν μεταξύ 1903 και 1920.
  5. Πιθανότερα αναφέρεται στον Ρομπέρτο Ελία που μαζί με τον Σαλσέντο τύπωσαν τα φυλλάδια που συνόδεψαν την επίθεση στη Γουόλ Στριτ.
  6. Πρόγραμμα του FBI για την συγκέντρωση πληροφοριών, μεταξύ του 1956 και 1971. Κύριοι στόχοι του ήταν μέλη αριστερών, αναρχικών οργανώσεων καθώς και οργανώσεων για τα δικαιώματα των μειονοτήτων.
  7. Αναφέρεται στη δολοφονία του Fred Frampton και του σωματοφύλακα του, Mark Clark με 80 σφαίρες. Ο Frampton βρισκόταν στο κρεβάτι του δίπλα στην έγκυο γυναίκα του
  8. Ο λεγόμενος Κόκκινος Φόβος του 1919-20, όπου εντάθηκε η καταστολή ριζοσπαστικών ομάδων βίαιων και μη μετά από μια σειρά επιθέσεων με βόμβες της ομάδας του Γκαλεάνι εναντίον στόχων της πολιτικοοικονομικής ελίτ που μαζί με τον απόηχο της Οκτωβριανής Επανάστασης είχαν ως αποτέλεσμα την υστερία κατά της εξάπλωσης ριζοσπαστικών ιδεών κυρίως του αναρχισμού και του κομμουνισμού.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s